RSS

Tag Archives: ξένη πεζογραφία

Image

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Ντόρις Λέσινγκ: Η συγγραφέας που τόλμησε να μιλήσει για τη γυναίκα

Πλήρης ημερών έφυγε χθες από τη ζωή στα 94 η νομπελίστρια που χαρακτηρίστηκε ως επική αφηγήτρια της γυναικείας εμπειρίας

http://www.tanea.gr/news/culture/article/5054486/h-syggrafeas-poy-tolmhse-na-milhsei-gia-th-gynaika/

Alberto Macone  (16)Τώρα, μη τολμώντας να απευθυνθεί στον δρα Μπρετ, άρχισε να ζητιανεύει ηρεμιστικά από τις φίλες και τις αδελφές της. Δεν είπε στον Ντέιβιντ πόσα έπαιρνε, η πρώτη φορά που του έκρυβε κάτι. Το έμβρυο έμενε ήσυχο για καμιά ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου και η Χάριετ ηρεμούσε από την αδιάκοπη πάλη μέσα της. Τις νύχτες ο Ντέιβιντ άκουγε τα βογκητά και το κλαψούρισμά της, αλλά τώρα δεν προσπαθούσε να την παρηγορήσει, γιατί είχε την αίσθηση ότι η Χάριετ δεν έβρισκε μεγάλη βοήθεια στην αγκαλία του. «Θεέ μου!» έλεγε —ή μούγκριζε ή βογκούσε— κι ανακαθόταν ξαφνικά ή πεταγόταν από το κρεβάτι κι έβγαινε διπλωμένη από το δωμάτιο σαν κυνηγημένη από τον πόνο.

Ο Ντέιβιντ δεν έβαζε πια το χέρι στην κοιλιά της, γιατί τον ξεπερνούσε αυτό που ένιωθε εκεί.

Ήταν απίστευτο πώς μπορούσε ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα να δείξει τέτοια φοβερή δύναμη. Έτσι ήταν όμως. Του ήταν αδύνατο πια να πλησιάσει τη Χάριετ, που του φαινόταν ότι είχε καταληφθεί από μία εμμονή, είχε απομακρυνθεί από κοντά του, βυθισμένη όπως ήταν σε τούτη τη μάχη με το έμβρυο, στην οποία αυτός αδυνατούσε να πάρει μέρος. Ξυπνούσε τις νύχτες κι έβλεπε τη γυναίκα του να βηματίζει στο σκοτεινό δωμάτιο ώρες ολόκληρες. Όταν ξάπλωνε επιτέλους, ξαναβρίσκοντας την ανάσα της, έμενε λίγη ώρα ακίνητη κι έπειτα τιναζόταν πάλι μ’ ένα επιφώνημα, ξέροντας ότι ο Ντέιβιντ ήταν ξύπνιος, κατέβαινε στο μεγάλο οικογενειακό δωμάτιο, όπου μπορούσε να βηματίζει πέρα δώθε, να βογκά, να βλαστημά και να κλαψουρίζει, χωρίς να τη βλέπει κανείς.

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί, σελ. 41, μτφρ.: Αλέκος Μανωλίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1988

Πίνακας: Alberto Macone

.

.

.

“I’ve won all the prizes in Europe, every bloody one, so I’m delighted to win them all. It’s a royal flush”

 

Tags:

Image

Paul Gadenne, Φάλαινα

Paul Gadenne, Φάλαινα

Κάναμε με βήμα γοργό το γύρο της θαυμαστής ύπαρξης. Πίεζε την ακτή με όλο της το βάρος, λες και το μόνο που επεδίωκε πια ήταν να εξαφανιστεί, λες και το είχε πάρει απόφαση πως από δω και πέρα θα ανήκει στη γη —  όπως αυτοί οι χαμηλοί και γωνιώδεις βράχοι, αυτά τα τόσο φτενά και άκαμπτα φυτά, που ήταν ριζωμένα στο σχιστόλιθο πίσω μας, και που ούτε η αύρα δεν τα έκανε να ριγούν. Όμως οι βράχοι ήταν σκούροι: εκείνη ήταν άσπρη, ένα άσπρο ξεπλυμένο, σαν το χυμένο γάλα. Ένα χρώμα ολότελα δικό της. Ήταν ένα άσπρο χωρίς φως, ένα άσπρο παγωμένο, εντελώς κλεισμένο στον εαυτό του, που γύριζε την πλάτη σε κάθε είδους δόξα, με μια παραίτηση ήκιστα δραματική, το λευκό μιας φάλαινας που εννοούσε να περνά απαρατήρητη, έξω και πέρα από κάθε σχήμα λόγου· μια φάλαινα από φυσικού της πολύ απλή, πολύ κοντά μας — εν ολίγοις, από τις φάλαινες εκείνες που σε κάνουν να λες: «Kαι να σκεφτεί κανείς πως θα μπορούσαμε να γίνουμε δυο τόσο καλοί φίλοι!…» (…)

Ήμασταν μόνοι — μόνοι με τη φάλαινα, με εκείνη την ανεξιχνίαστη μάζα από ζελατίνη όπου το κενό έπαιρνε χρώματα τόσο τρυφερά, και με κοινή συμφωνία, χωρίς μια λέξη, ενστερνιστήκαμε την υπόθεσή της. Αυτή η ήττα, αυτό το σιωπηλό σβήσιμο, όλα ξαναγίνονταν παρουσία. Αυτό το σάλιο, αυτό το σάπιο χνάρι που εμφανίστηκε ξαφνικά σε μιαν ακτή την οποία ήδη γνωρίζαμε και που το βλέμμα έπρεπε να ψάξει για να τη βρει, καταλαβαίναμε πως ήταν θέαμα κατανυκτικό. Δεν θα χρειαζόταν προσπάθεια να το αποτυπώσουμε μέσα μας, βρισκόταν χαραγμένο εκεί από πάντα, ήταν η πιο αρχέγονη σκέψη μας. Και τι ήμασταν εμείς, εμείς που το κοιτάζαμε, όντα τυχαία, ανυπόστατα, έρμαια των άστρων, ξεβρασμένα στις ακτές μιας Φύσης χωρίς συμβάντα;…

Paul Gadenne, Φάλαινα, Μετάφραση: Βάνα Χατζάκη, σελ.: 24 και 33-34,

Εκδόσεις Άγρα 2007

Φωτό: Tommy Ingberg

.

.

 

Tags:

Image

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία

.

Mπαίνοντας εκεί, σε μιαν αλέα, που σε πήγαινε σ’ έναν δημόσιο χώρο, κάτι σαν πλατεία αντίκρισα με τα μάτια μου τα ίδια το πιο αλλόκοτο θέαμα που έτυχε να δω, εγώ τουλάχιστον, στη ζωή μου. Δυο άντρες μαυροντυμένοι υποβάσταζαν τον δημοτικό σύμβουλο Κρέσπελ ο οποίος πάλευε να τους ξεφύγει  με κάτι περίεργα αλματάκια. Φορούσε —κατά το συνήθειό του— τα γνωστά παράξενα γκρίζα του ρούχα, ραμμένα πάνω σε δικής του επινοήσεως φασόν, μόνο που, κείνη την ώρα, απ’ το μικρό τρίκωχο καπελάκι του, που το είχε κατεβασμένο αρειμανίως ίσαμε τ΄ αφτιά, έμοιαζε να κρέμεται ένα στενόμακρο κρέπι, σημάδι πένθους, που ο άνεμος το ’παιρνε και το επήγαινε μια πέρα και μια δώθε. Είχε ζωστεί μια μαύρη ζώνη πολεμική, μα αντί για ξίφος είχε περασμένο ένα —βιολιού— μακρύ δοξάρι. Ρίγος τρομερό με διέτρεξε από πάνω μέχρι κάτω: Kαλά αυτός είναι εντελώς για δέσιμο, σκέφτηκα, και τους επήρα σιγά σιγά στο κατόπι. (…)  O Kρέσπελ, με τα χέρια του σταυρωμένα, στεκόταν ασάλευτος δίπλα μου και με κοιτούσε. Του ’δειξα το στεφάνι : «Όταν πέθανε η Αντωνία», μου είπε με τόνο, χαμηλό, μεγαλόπρεπο, «το δοξάρι του βιολιού έσπασε μ’ έναν κρότο φοβερό, και η τράπεζα της αρμονίας έγινε κομμάτια. Το πιστό μου το βιολί δεν μπορούσε, βλέπετε, παρά να ζει γι’ αυτή, και μόνο γι’ αυτή… Το ’θαψα μαζί της… είναι θαμμένο στον τάφο της κι αυτό…» 

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία, σελ. 51-53, μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής, Εκδόσεις Μαΐστρος 2004

Πίνακας: Jacques-Samuel Bernard

.

 

Tags:

Image

Lydia Davis

Lydia Davis

http://dimartblog.wordpress.com/2013/05/23/lydia-davis-booker-prize/

(…)

Το Βραβείο, που συνοδεύεται από έπαθλο εξήντα χιλιάδων λιρών, απονέμεται για επιτεύγματα στην παγκόσμια λογοτεχνία και τα επιτεύγματα της Davis είναι γραμμένα με μεγάλα γράμματα παρά την προτίμηση της ίδιας στις υπερβολικά λίγες λέξεις (κάποιες από τις πιο μεγάλες ιστορίες της εκτυλίσσονται σε δύο ή τρεις μόλις σελίδες). Η δουλειά της έχει τη συντομία και την ακρίβεια της ποίησης. Ο σερ Christopher Ricks, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, είπε ότι

«τα γραψίματά της ανοίγουν διάπλατα τα ευκίνητα χέρια τους και αγκαλιάζουν πολλά είδη. Πώς να τα εντάξει κανείς σε μία κατηγορία; Τα έχουν αποκαλέσει ιστορίες, αλλά θα μπορούσαν εξίσου να είναι μινιατούρες, ανέκδοτα, δοκίμια, αστεία, παραβολές, παραμύθια, κείμενα, αφορισμοί ή ακόμα και αποφθέγματα, προσευχές ή απλές παρατηρήσεις».

Η Davis λοιπόν δε μοιάζει με κανέναν άλλο συγγραφέα και ακολουθεί, αλλά και έρχεται σε αντίθεση με, τους τέσσερις συγγραφείς που κέρδισαν το βραβείο πριν από εκείνην – τους Ιsmail Kadare, Chinua Achebe, Alice Munro και Philip Roth.

(…)

Λύντια Ντέιβις, Η κάλτσα

http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2011/09/20/lydia-davis-%CE%B9-kaltsa/

LEGS 784e8dd1

(…)

  Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

(…)

http://exwtico.wordpress.com/2013/04/12/lydia-davies-%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-poetix-%CF%84%CF%87-7-2012/ .

jambes images

Επιστρέφοντας στο σπίτι, αργά το βράδυ, κοιτώ μέσα από τη βιτρίνα μιας καφετέριας. Είναι όλα πορτοκαλί, με πολλές ανακοινώσεις γύρω, ο πάγκος πωλήσεων και τα σκαμπό γυμνά, γιατί το μαγαζί είναι κλειστό και, στο βάθος, στον καθρέφτη που καλύπτει τον πίσω τοίχο, πίσω στο βάθος του μαγαζιού και στο βάθος του αντικατοπτρισμού του, στο σκοτάδι αυτού του καθρέφτη, που είναι και δεν είναι το σκοτάδι της νύχτας πίσω μου, του δρόμου που περπατώ, όπου βρίσκεται το σκοτεινιασμένο κτίριο Borough Hall με τα θολωτά στηρίγματα πίσω μου, αν και αόρατα στον καθρέφτη, βλέπω το λευκό μου σακάκι να με προσπερνά φτερουγίζοντας από το σώμα, να προχωρά με βιασύνη ώσπου είναι πλέον αργά. Δεν βλέπω το κεφάλι ή τα χέρια μου, μόνο το σακάκι μου να με προσπερνά φτερουγίζοντας, και σκέφτομαι πόσο απομακρυσμένη είμαι, αν είμαι όντως εγώ. Έπειτα σκέφτομαι πόσο απομακρυσμένο, τουλάχιστον, είναι εκείνο το φτερωτό λευκό πράγμα, επειδή είμαι εγώ.

Mετάφραση: Ε.Π.

 

Tags: ,

Image

James Joyce, Ulysses (Episode 9 – Scylla And Charybdis)

James Joyce, Ulysses (Episode 9 - Scylla And Charybdis)

.

.

First he tickled her
Then he patted her
Then he passed the female catheter.
For he was a medical jolly old medi.
– I feel you would need one more for Hamlet. Seven is dear to the mystic mind. The shining seven W. B. calls them.
Glittereyed, his rufous skull close to his greencapped desklamp sought the face, bearded amid darkgreener shadow, an ollav, holyeyed. He laughed low: a sizar’s laugh of Trinity: unanswered.
Orchestral Satan, weeping many a rood
Tears such as angels weep.
Ed egli avea del cul fatto trombetta.


James Joyce, Ulysses (Episode 9 – Scylla And Charybdis)
http://www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/


Φωτογραφία: Robert Doisneau

 

Tags: ,

Image

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

.

 Προσπάθησα τότε να σκεφτώ τον Γκάτσμπυ για μια στιγμή, μα εκείνος ήταν ήδη πολύ μακριά, και μπόρεσα απλώς να θυμηθώ, χωρίς μνησικακία, ότι η Νταίζη δεν είχε στείλει ούτε ένα μήνυμα ούτε ένα λουλούδι. Αμυδρά άκουσα κάποιον να μουρμουρίζει για το πόσο μακάριοι είναι οι νεκροί που πέφτει πάνω τους η βροχή, κι ύστερα τον άνθρωπο με τα μάτια της κουκουβάγιας να βροντοφωνάζει «Αμήν».

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ
Μετάφραση: Φὠντας Κονδύλης, Εκδόσεις Πατάκη

Φωτογραφία: Catrin Welz Stein

 

Tags: ,

Image

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

.

.

Oι επιφυλακτικές κρίσεις είναι θέμα απεριόριστης ελπίδας. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να φοβάμαι μήπως μου διαφύγει κάτι αν ξεχάσω ότι, όπως με πολύ σνομπ στιλ μου έλεγε ο πατέρας μου κι όπως με το ίδιο σνομπ στιλ επαναλαμβάνω κι εγώ, με τη γέννησή μας προικιζόμαστε άνισα με μια αίσθηση των βασικών καλών τρόπων. Και, αφού περηφανεύτηκα μ’ αυτό τον τρόπο για την ανεκτικότητά μου, έρχομαι να παραδεχθώ ότι αυτή έχει ένα όριο. Η διαγωγή μπορεί να στηρίζεται πάνω στο σκληρό βράχο ή στον υγρό βούρκο, μα ύστερα από ένα σημείο δεν με ενδιαφέρει πού στηρίζεται.

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης, Εκδόσεις Πατάκη

Πίνακας: Christian Vincent

 

Tags: ,