RSS

Tag Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Image

Iφιγένεια Σιαφάκα, [ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ – Συμμετοχές Νο.5] E-περιοδικό Bibliothèque

Iφιγένεια Σιαφάκα, [ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ - Συμμετοχές Νο.5] E-περιοδικό Bibliothèque

http://bibliotheque.gr/?p=31112 

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν οι νεκροί του∙ κρέμαγε περιχαρής τα χιονισμένα τους κασκόλ, όταν γύρισε η μάνα στον πατέρα αυστηρά: «Η ενοχή του, βλάκα, μας ανάστησε!»

Περήφανος έπεφτε απ’ το παράθυρο ο γιος.

Μικροκείμενο με όριο τα 172 ΓΡΑΜΜΑΤΑ

[ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ – ανοιχτή πρόσκληση της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ]

http://bibliotheque.gr/?p=30625

 

 

Tags:

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν μία εικοσάχρονη σπιρτόζα δεσποινίς, που έτρεχε πίσω μας σκύβοντας και συλλέγοντας ό,τι ξεχνούσαμε από απροσεξία να μας υπενθυμίζει στα πατώματα. Προσωπικά, βεβαίως, αν και εκτιμούσα την εργασία και το αξιομνημόνευτο φιλότιμο —που υπήρξαν πραγματική επένδυση του οβολού μας,  ήταν πολύ  επίμονη σε όλους τους λεκέδες και στα άλατα—, της είχα απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την παρκετίνη. Είχα βρεθεί πλειστάκις φαρδύς πλατύς και με τη μύτη μου χωμένη να συγυρίζω τη μούρη μου στα μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια του πατέρα, που ομολογουμένως δεν είχαν γνωρίσει τέτοιο θάμβος ποτέ στο παρελθόν. Από την άλλη όμως, αν και συνειδητοποιούσα τη θαυμαστή παρεκτροπή, ότι τα υποδήματα είχαν λάβει στο μυαλό του μια θέση που δεν απέδωσε ποτέ αυτός στον εαυτό του, θα προτιμούσα να με κατάπινε το πάτωμα από το να υπόκειμαι σε τέτοιες ταπεινώσεις και σε αυτή την ηλικία. Είμαι αδιάφορος για κάθε ψυχική ανάταση που με βουλιάζει, και γίνομαι σκληρός.

.

Αλλά, όπως και να έχει, την είχαμε προσλάβει ν’ απολυμαίνει τη σιωπή, καθότι υποχόνδριοι, οφείλω να το υπογραμμίσω. Εγώ, κυρίως, είχα μεγάλες ενοχλήσεις που είχαν παρεκτραπεί σε αϋπνίες από το τρίξιμό της, που έκανε γωνία με την κρυφή πόρτα πίσω απ’ το ερμάρι όπου φυλάω τ’ ασπρόμαυρά μου πανωφόρια. Στην πραγματικότητα, μιλάμε για ασπρόμαυρες γιγαντοαφίσες επώνυμων προσώπων σε άριστης ποιότητας χαρτί, που η επινοητικότητά μου με βοήθησε να τις μετατρέψω σε ενδύματα, σκεπτόμενος πως έτσι κι αλλιώς, αφού όλα θα λιώσουνε μια μέρα, όλοι οι νεκροί μας είχαν την ίδια τύχη, θα ’ταν ανώφελο να μπαίνω στον κόπο ν’ αντιμάχομαι με υλικά το χρόνο. Η μόνη ελαστικότητα που επιδείξαμε με αυτούς ήταν ότι τους επιτρέπαμε, έως τη μέρα που είχαμε την Κάντια, ν’ αράζουν τον ύπνο των σκιών τους στη σκάλα υπηρεσίας, Κάντια, την είχαμε προειδοποιήσει, να προσέχεις τις καταβάσεις στη σκάλα υπηρεσίας, κι εκείνη (πού να σας είχα να το βλέπατε!) πόσο σφριγηλά λιβάνιζε τη σφουγγαρίστρα τριγύρω από την εν αναπαύσει οικογένεια. Μόνον που, καθισμένος στο κεφαλόσκαλο, ο παππούς έστριβε πάντα το τσιγάρο του, και οι αγκώνες δυσκολεύανε τα αεράτα περάσματα της Κάντια∙ οι υπόλοιποι, σε ύπτια θέση, ήταν συνεπείς και δεν μας ενοχλούσαν, άλλαζαν θέση προφανώς τις νύχτες, παίρνοντας στα μουλωχτά εξεζητημένες στάσεις — έχω υποψίες από κάτι θροΐσματα ανάληψης που επισκέπτονταν τους εφιάλτες, όταν γυρνούσα μπρούμυτα στο στρώμα για να τους κόψω το κεφάλι.

John Atkinson.jpg!BlogΠάντα είχα ήσυχους εφιάλτες, μόνον λίγες φορές στίλβωναν το σεληνόφως, με αποτέλεσμα να πέφτει καρβουνιασμένο φως στη σκάλα υπηρεσίας. Ορέστη, με ρωτούσε πού και πού η Κάντια, φόρεσες μήπως απόψε τις αφίσες και κατέβηκες τη σκάλα υπηρεσίας; Άκουσα τον παππού να σου μιλάει. Όχι, απαντούσα, είχε αλλήθωρη βάρδια το φως και ο παππούς έριχνε τη σκιά του στο φεγγάρι∙ σ’ αυτές τις περιπτώσεις, Κάντια, ο παππούς κάνει ερωτήσεις για το πότε θα πεθάνει, καθόλου δεν κουνήθηκα απ’ τη θέση μου εγώ. Τι να ’λεγα; 

Ήταν πραγματικά υπέροχη η Κάντια, ίσως βοηθούσε κι ο ελαφρύς της σκελετός, τ’ ανύπαρκτα στήθη και η ανασηκωμένη της μυτούλα, συντονισμένη με τους λεπτούς της αστραγάλους και την εύρωστη καμπύλη των πελμάτων, που της επέτρεπαν να κάνει υπερβάσεις στη σκουριασμένη μπάρα της σκάλας υπηρεσίας. Ο παππούς τής έδινε κάποτε το χέρι για ένα βαλς, που το καθοδηγούσε με το πνεύμα του καπνού, κάνοντας σβούρες πάνω από τους άλλους συγγενείς μας. Εκείνη έκανε και πιρουέτες, αγγίζοντας με το μεγάλο δάχτυλο τα στόματα της οικογένειας, που τότε άνοιγαν όπως μικρή τρύπα κουμπαρά, για να ψευδίσουν μικροκακίες, μειδιάζοντας γλυκά μπρος στη χορευτική νέκυια που σπαρταρούσε στις πατούσες του ωραίου ζευγαριού.

Ίσως η Κάντια να με μιμούνταν κιόλας, ήταν παρατηρητική και δεκτική στα νέα μηνύματα, καθότι εγώ από παιδί ήμουν συνηθισμένος να κινούμαι, χωρίς να ενοχλώ, με μαθηματική ακρίβεια όταν ανεβοκατέβαινα τη σκάλα υπηρεσίας — κυνηγούσα τις γάτες με σφεντόνες τρέχοντας πάνω κάτω και κάνοντας το σιδερένιο σκελετό να τρεμουλιάζει, έσπαζα αυγά, διότι μου άρεσε πολύ ο ήχος που έκαναν τα τσόφλια, κυρίως απολάμβανα το χρώμα του κρόκου πάνω στις σκουριές, ξέσκιζα σε κομματάκια λευκές χαρτοπετσέτες κι έπαιζα «χιόνι», και τ’ ωραιότερο απ’ όλα, αμόλαγα πολύχρωμους χαρταετούς στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στον παππού.

John Atkinson .jpgJohn Atkinson

Είχε πεθάνει πριν γεννηθώ εγώ, αλλά, όταν κόψανε το λώρο, μαζί μ’ ένα τρενάκι, ένα αρκούδι κι έναν πλαστικό στρατιώτη, κουβάλησαν και την κορνίζα του παππού στο παιδικό δωμάτιο, κι έτσι θεώρησα πως η ασπρόμαυρη φωτογραφία που ’βλεπα κρεμασμένη απέναντι από το παιδικό κρεβάτι  ήτανε παιχνίδι. Όσο μεγάλωνα, επειδή θαύμαζα πολύ τα πλατιά και δυνατά του δάχτυλα, που έγερναν στην αριστερή γροθιά του με ευγένεια, χαρίζοντας θαλπωρή και ασφάλεια στα χέρια, νόμιζα πως κρατούσε όλον τον κόσμο εκεί μέσα (αλλά κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως μ’ εμπόδιζε να βλέπω την εικόνα των ανθρώπων), ήθελα να κάνω εντελώς δικό μου τον παππού και, επειδή δεν επιτρεπόταν να παίρνουμε τα πράγματα των άλλων, σκεφτόμουν πως έπρεπε να πεθάνω εγώ, για ν’ αποκτήσω ό, τι μου άρεσε πολύ,  κι έτσι έβαζα στις πρίζες τα δικά μου — είχα την εντύπωση ότι, πιέζοντας την τρύπα, θα έπαιρναν το σχήμα των δαχτύλων του παππού. JOHN ATKINSON 4Όταν έσπασε η κορνίζα που είχα στο δωμάτιο, ένα βράδυ που ονειρευόμουν ότι η γάτα έπαιζε σφεντόνα μες στο σπίτι κι εμένα η μαμά με τιμωρούσε, επειδή αρνούμουν πεισματικά να φάω το αυγό μου και είχα μεγάλο άγχος, διότι ήταν αδύνατον να δραπετεύσω από τα χέρια της, καθώς η κουζίνα ήταν αποκλεισμένη από χιόνι, εκείνο, λοιπόν, το βράδυ κάποιος τον έβγαλε στη σκάλα υπηρεσίας, κι άλλαξε ο παππούς νεκροτοπίο. Ίσως να ήταν και καλύτερα, διότι οι νεκροί έχουν κι αυτοί ανάγκη από αέρα. Το σπίτι μας βρίσκεται σε ύψωμα και βασιλεύει μεγαλόπρεπα κι απεγνωσμένο,  όπως σ’ όλα τα παραμύθια, είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτήν τη τιμή της απομόνωσης, μας φέρει πιο κοντά στα ανθρώπινα λόγω της απόστασης από τη χλαλοή της μεγαλούπολης. Δεν έχουμε σχέσεις με κανέναν. Αυτός κάπνιζε, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! μου ψιθύριζε με κείνο το γάργαρο χαμόγελο, που έκανε τους χαρταετούς μου να θροΐζουν και το ρυάκι του καπνού του ν’ ακολουθεί παράλληλα το νήμα,  είχα ασκηθεί πολύ στον έλεγχο των ουρανών που ανοίγονταν όχι μόνον στον ορίζοντα αλλά και κάτω από τα πόδια. Συνέβη όμως. Και διώξαμε την Κάντια.

John Atkinson

Από μία ανεξήγητη παρόρμηση και λόγω αϋπνίας, άνοιξα το ερμάρι που οδηγεί στη σκάλα υπηρεσίας, ένα βράδυ της προηγούμενης βδομάδας, ντύθηκα τις αφίσες μου, για να γλιτώσω από την ψύχρα, και στάθηκα στο κεφαλόσκαλο της σκάλας. Ο παππούς κοιμόταν.  Εγώ ασπρόμαυρος κι επώνυμος, πολύ σοβαρός κι αναίσθητος, δεν αισθανόμουν τίποτε απολύτως, μάλλον χλωμός επίσης —διότι η Κάντια εκείνη την ημέρα δεν είχε απολυμάνει μόνον τη σιωπή, αλλά είχε γυαλίσει επιπλέον κι όλα τα δάκρυα που βάζουμε στις θήκες απ’ τα μαξιλάρια για να σκεβρώνουνε οι σβέρκοι, ήταν μια άχρωμη μέρα, δηλαδή, που μ’ είχε εξουθενώσει—, ξεκίνησα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια ένα ένα. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, παρά το γεγονός πως έκανα προσπάθειες να μην ακούγονται τα βήματα, εγώ δεν ακουγόμουνα καθόλου, πράγμα που πρέπει να σημαίνει πως επιδιδόμουν ματαίως στην προσπάθεια. Ήταν σαν να μην ήμουνα εκεί, αλλά σε είδα, Λευκοθέα, κι ας κρυβόσουν. Μου είχαν πει να μην πιστεύω στα φαντάσματα, κι όντως δεν δίνω στις φαντασιοπληξίες σημασία, όταν βλέπω ταινίες τρόμου συχνά γελάω με τα εφέ, αλλά ήσουν εκεί, και δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς ήσουν εσύ, που έτσι κατάματα με κοίταζες μέσ’ απ’ τα φυλλώματα, λες και με κρυφοκοιτούσες και πρόβαλλαν χέρια απ’ τα μάτια να μ’ αγκαλιάσουν ή να με πνίξουν, σκέφτηκα. Προς στιγμήν μού πέρασε η ιδέα πως τρελάθηκα. Λευκοθέα, είπα απαλά, να επιβεβαιώσω πως μ’ ακούς και πως δεν είχε πάθει κάτι το μυαλό μου. Ορέστη, απάντησες, μ’ ένα πυκνό σπάσιμο στα μάτια, ήξερα, λοιπόν, πως ήσουνα εκεί, διότι αλλιώς τα βλέφαρα δεν θα είχαν λόγο να προβούν σε μία τέτοια εξεζητημένη σύσπαση. Ήθελες, Λευκοθέα, να με καταπιούνε οι βολβοί σου, αλλά όμως εσύ προέβης σε κάτι εξυπνότερο, πάντα θα δήλωνες αθώα. John Atkinson 3Πήρες, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, λίγη σκουριά από τη σκάλα υπηρεσίας κι άρχισες να τρίβεις το αλαβάστρινο της μίας παρειάς σου τόσο νωχελικά, που από ευγένεια το ένα μάγουλο υποχωρούσε και το κατάπινε η νύχτα, ώσπου απέμεινες, Λευκοθέα, πρόσωπο μισό. Το άλλο σου μισό το φώτιζε η σελήνη. Εδώ και τρία χρόνια έσβηνες κι από το τελευταία σωθικό, που μαρτυρούσε πως ήσουν παρούσα στην ψυχή μου, σε είχα αναγκάσει να πεθάνεις, Λευκοθέα! Αλλά εσύ, έτσι στεκόσουν ακόμα ζωντανή, ήσουν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Σου πάνε, Ορέστη, τα ρούχα που φοράς, είπες, κι εξαφανίστηκες.

Έμεινα εκεί όλο το βράδυ να κάνω παρέα στον παππού και να κρατάω τσίλιες μήπως αλλάξουν πλευρό οι πεθαμένοι και μου ζητήσουνε κι αυτοί τα ρέστα χωρίς λόγο. Σκέφτηκα πως έφταιγε η Κάντια γι’ αυτό κι όλες οι οικιακές της εργασίες, μαζί με την υπηρέτρια είχα πιάσει μεροκάματο κι εγώ να διανύω τις προσωπικές νεκραναστάσεις μου —άλλοτε σε δολοφονούσα κι αυτοκτονούσα, όταν η Κάντια έκανε γενική στο σπίτι, άλλοτε σε σκότωνα κι ένιωθα τόσο χαμερπής κι απαρατήρητος, που σε ανέσταινα ύστερα από λίγο, για να με δολοφονήσεις με τη σειρά σου εσύ και να πατσίσουμε στις ενοχές μ’ αυτόν τον τρόπο, η Κάντια έκανε εκείνες τις φορές λαμπίκο τους καθρέφτες∙ άλλοτε μας κρατούσα με το ζόρι και τους δυο μας ζωντανούς μες σ’ έναν κλίβανο απόγνωσης, και είχα αϋπνίες, έκανα ολονυχτίς βάρδιες στο σώμα από φόβο μη και σε κάνα ανάποδο συγύρισμα του ύπνου σωριαστούμε σκοτωμένοι κάτω απ’ το κρεβάτι και οι δυο μας— κι όλ’ αυτά ακολουθώντας την υπηρέτρια πάντα κατά πόδας, καθ’ όλη τη διάρκεια, Λευκοθέα, που έπαιζα στη σκάλα υπηρεσίας τούτο το παιχνίδι. Ώσπου αποφάσισα πως σε συρρίκνωσα στο σώμα, όταν κατάλαβα ή, μάλλον, ένιωσα πως δεν θα επέστρεφες ποτέ, κι άφησα την Κάντια να κάνει τη δουλειά της, να ανεβοκατεβαίνει μοναχή τη σκάλα υπηρεσίας.

John Atkinson autumn-john-atkinson-grimshaw

Εγώ αποδέχθηκα με γενναιότητα πως ήμουν ένα αναμνηστικό απλώς της ιστορίας, που ’χε περάσει στην άλλη όχθη, και κάπου κάπου το έφερνα στο νου, όπως τα θρίλερ, και γελούσα, τότε ήταν που αποφάσισα να φτιάχνω ρούχα τις αφίσες. Τα είχα όλα αποδεχθεί, καμία πολυτέλεια ενδυμάτων δεν με συγκινούσε, άλλωστε δεν βγαίνω κι απ’ το σπίτι, μόνο για να συλλέγω τις αφίσες και για κάνα περίπατο στον περιποιημένο κήπο, που οδηγεί η σκάλα υπηρεσίας.  Είπα ασπρόμαυρο… ασπρόμαυρο, Ορέστη… έτσι είναι! Θα ζεις με τις αφίσες, η Λευκοθέα τέρμα, ο παππούς στη σκάλα θα καπνίζει δίπλα στην παρέα του, η μητέρα θα μπουκώνεται μ’ αντίδωρα και θα ’χουμε ησυχία, ο πατέρας, με τα μαύρα καλογυαλισμένα του παπούτσια, θα μας κάνει την τιμή ν’ ασκούμαστε στις επικύψεις προσκυνήματος να μη σκεβρώνουμε εδώ μέσα,  η Κάντια φύλακας κι ευεργέτιδα των σιωπών, το σφουγγαρόπανο οικόσημο στη βρώμα που μας τρώει. Όλα τακτοποιημένα.

JOHN ATKINSON1882

Εντάξει, κύριοι! Eντάξει, τι διάολο θέλετε να κάνουμε, αφού δεν έχουμε άλλον τρόπο να μας τακτοποιήσουμε σμπαραλιασμένους κι όπως πρέπει! Και τι σας νοιάζει άλλωστε; Σας ζητήσαμε χρήματα, σας επιβαρύναμε με επισκέψεις και κεράσματα, σας κρίναμε, σας πήραμε τη θέση στο Δημόσιο, σας κλέψαμε χωράφια, σας δείραμε, σας ζητήσαμε να παρέμβετε σε θέματα που αφορούν την οικογένεια, δεν ψηφίσαμε κατά συρροήν κι όλες τις κυβερνήσεις σας, δεν είμαστε νομοταγείς;  Θα πρέπει, κύριοι, που όλο και κάτι θα κρυφολέτε πίσω από τις πλάτες μας,  γιατί σας ξέρω, να είμαστε μέγα υπόδειγμα για σας που έχουμε διευθετήσει τα θέματα των μνημοσύνων τόσο ευπρεπώς, και μάλιστα διακριτικά  στο σπίτι … στο  σπίτι  μας, ακούτε; Εμείς δεν κυκλοφορούμε όπως κι όπως μες στους δρόμους, ούτε άστεγοι είμαστε ούτε φτωχοί ούτε μετανάστες ούτε τύποι φασαριόζοι. Μήπως ο παππούς σας ενοχλεί; Απαντήστε!

_John_Atkinson_Lovers_in_a_wood_by_moonlight_1873_oil_on_card-largeΜόνον η μητέρα συχνάζει στις περιφορές των επιταφίων και των εικόνων, αλλά ευπρεπώς και οπωσδήποτε μας αντιπροσωπεύει σε θέματα πίστεως και αρχών μ’ όλη τη σοβαρότητα και την αγχίνοια που έχει εδραιώσει παγκοσμίως τις πίστεις αιώνων και τις προσωπικές μας πεποιθήσεις ως εκ τούτου. Είμαστε λαοφιλείς και δημοκράτες! Είμαστε βαθιά ευλαβείς κι ευγνώμονες σε ό, τι μας στεριώνει ηθικούς και ανεπηρέαστους από ρεύματα πρόσκαιρα κι επαναστατικά κινήματα. Μόνον τα φίδια αλλάζουνε τομάρι, όχι εμείς, κι αν μη τι άλλο, πρέπει να αποδεχθείτε την ευτολμία χαρακτήρος που μας διακρίνει, για να διατηρούμε το απαραίτητο ψυχικό σθένος, που εδραιώνει και την πνευματική μας καθαρότητα. Αντέχουμε, σμπαραλιασμένοι, αλλά αντέχουμε,  κι έτσι δεν συμμετέχουμε ούτε σε συνάξεις σε μπαρ, διαδηλώσεις με αμφίβολο πάντα αποτέλεσμα και, εν γένει, σε συγκεντρώσεις που προκαλούν κοινωνικούς ερεθισμούς και παρεξηγήσεις μεταξύ ανθρώπων, που στην ουσία δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε, εάν πάρει κανείς τις αποστάσεις απ’ τον εαυτό του. Προς τι όλες αυτές οι φασαρίες; Είσαστε ηλίθιοι ή κερματοδέκτες αντιποίνων; Δεν είμαστε γκεστάπο να παρακολουθούμε τι γίνεται στον κόσμο ούτε πολεμοχαρείς, είμαστε ήπιοι κι εμείς και οι νεκροί μας, αφού ούτε καν νεκροταφείο, κύριοι, δεν ζητήσαμε, τους κρατήσαμε δίπλα μας, να μη  φορτώνουμε τον κόσμο μ’ άλλα απομεινάρια.  Είμαστε νοικοκύρηδες! Κι αυτό τα λέει όλα! Νοικοκύρηδες!

Δεν το περίμενα όμως, Λευκοθέα, να σε δω. Δεν φανταζόμουν να με συλλάβω τόσο ασπρόμαυρο να καταρρέω σκονισμένος από τα ροκανίδια της φιγούρας σου στη σκάλα υπηρεσίας, και, μάλιστα, την ώρα που ο παππούς δεν κάπνιζε τσιγάρο. Κάπως θα με προστάτευε λίγο ο καπνός του, ίσως και να με τύλιγαν τα δαχτυλίδια, να υψωνόμουν σαν τους παλιούς χαρταετούς μου, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! ν’ αγγίξω το μάγουλό σου που ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι, να το ξεπλύνω, να σε δω ολόκληρη στο πλάι του, ολόλευκη. Έτσι, για χάρη κι εξαιτίας σου, απολύσαμε την Κάντια, και από τότε καταργήσαμε τη σκάλα υπηρεσίας, Λευκοθέα!

Πίνακες: John Atkinson

 

 

 

 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Πέντε ποιήματα (e-περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ)

Ιφιγένεια Σιαφάκα, 5 ποιήματα (e-περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ)

http://www.poiein.gr/archives/24410/index.html

Μετάlipsi (απόσπασμα)

.

1.

Η νύχτα κρημνίζεται έξω απ’ το παράθυρο με τον ήχο από εθελούσιες ψιχάλες ν’ αλυχτούν σε δρώμενα σκουριάς πάνω στα κάγκελα του μικρού μου φτωχικού Αιώnα στο μπαλκόνι Ορθώνομαι από τρόμο όραμα κοιμισμένο ανάσκελα σε πάπλωμα Χωρίς ν’ ακούω παρά μόνον έναν απόηχο από σένα Που συνορεύεις εκρηκτικά ενύπνια σε πράγματα, πράξεις, εξαγγελίες, ραμφίσματα αρχαγγέλων, συλλήψεις ηρωικές, αναρροφήσεις έρωτα Άσφαχτου ακόμη από τον ηδονικό νικέλινο σπασμό ενός φιλιού Που μ’ αραβουργήματα η Μνήμη τη γλώσσα κεντημένη πλημμυρίζει Όρθια σε Στύση Εκμαυλισμένη μες στην κόπωση Από τους μώλωπες μιας θείας κοινωνίας:

.

Πάνω σε κείνο ακριβώς το

lάβετε φάgετε

εντοπίστηκε η ατυχής

εκπυρσοκρότηση σarκίων

 .

.

Και στο επ’ ώμου ντραπήκαμε οικτρά για τα ωμά τα ερωτικά  τα κρεμασμένα απ’ τη λαβίδα του ιερέως Κι εκείνος μας λυπήθηκε Κι απελπισμένος κραύγαζε: Θεοί και Δαίμονες προσέλθετε εις τον Οίκον του Κυρίου με απλότητα Και με τις μαυροφορεμένες χήρες σας παρέα και τους κουτσουρεμένους σας πατέρες στα δεκανίκια της απόλαυσης μιας άπνοιας ερώτων Και με τα ψόφια αρσενικά ή θηλυκά ή κι ερμαφρόδιτα Που τρίβουν της οιμωγής τους το δοξάρι Κεντρίζοντας τη μέλισσα Που δεν περνά η μέλισσα έτσι όπωςτρέχουνε τα αιχμάλωτα μελλούμενα στο χαλασμένο σπόρι του καυλού σας Ή… (βροnτοφώναξε τόσο που ευνουχίστηκε η χορδή  τσιρίζοντας εξέγερση)Εάν δεν σας βαραίνει ο δρόμος σας Σύρτε με χαλινό οικόσιτο ως εδώ τους νιόβγαλτους βλαστούς σας:

 τα όσα Lιμασμένα από θηlή βλeμμα κι από τη hειραγώγηση ενός χαdιού σπαργανωμένου με φωnήεν σε αρχέgονα ερυθiματα Θα ψάllω εγώ για την ανάπαυση 

.

.

Dan Craig 20

.

.

Κι εμείς γυρίσαμε το βλeμμα ένα γύρω  έτσι αποκολλημένοι  απ’ τα δικά μας  σοmατa και στρεβλωμένοι εκτός των Όπως ανάλαφρες  μεμβράνες ο ένας μες στον άλλον Kι αναμασούσαμε εκστατικά μια χρυσοπράσινη παράνοια στην άκρη της λαβίδας Έτσι ρέαμε φως ανάμεσά μας Γιατί κανείς μας δεν μιλούσε καμιά γλώσσα γνωστή στην Οικουμένη Μόνον βουβοί στέργαμε να φλυαρούμε για τα παλιά μας χρόνια Που σ’ έρημους πλέον μαχαλάδες διαλαλούσαν αλαλαγμούς παράφορους για μιαν ασβεστωμένη ήττα πάνω σε πατίνια Πρόθυμη να εκτιναχθεί σε λίγο από σμπαραλιασμένα γόνατα Θρυψαλιασμένους αστραγάλους Στο εύθραυστο να γράψει σε πλάκα ιωδίου

διά το φiloνικείν εις τα οστά των

Που σε ελεύθερη μετάφραση εμβρυακών ασμάτων σημαίνει πως τούτη η εύτολμη αθωότητα των παιδικών κραυγών Που κλαυθμηρίζανε τις μοίρες στα πλακόστρωτα Δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η άτεγκτη υπενθύμιση του ήλιου πως η φαιά ουσία αρμέγεται νωπή στον τοκετό των οδυνών μέσα στην κούφια σύριγγα του ανθρώpου

.

.

.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, 5 ποιήματα (e-περιοδικό ΠΟΙΕΙΝ)

Τρις

.

Πέτρινους βρέχει πετεινούς 
με τα λειριά τους πνίγονται
αίνιγμα πορφυρό στα χείλη
ναυαγισμένων ποιητών
κι ούτε κανείς γνωρίζει
πότε τρις θα λαλήσουν πλέον
 
 

Συνοπτικές διαδικασίες

.

                            Στους δασκάλους που μίσησα

.

Κουτσουρεμένο κρανίο
ως τον αστράγαλο
μασουλάει τη γλώσσα
με τις λάμες των οστών του
γδέρνει τη ράχη της ψυχής
που η λέξη ανατινάζει 
Η ιδέα χλιμιντρά
κόβει το  λώρο
και προδίδει την αρχή της —
Ένας αυτόχειρας χασάπης
 
.
 
Dan craig 6 
 
 

            Μονοσάνδαλος

.

 
Ο νεκρός ταράσσεται απ’ το θόρυβο
που μια μικρή πυγολαμπίδα
στην αποσύνθεση αναδεύει
είτε από έλλειψη πίστης
στην απώλεια
είτε από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
Ύστερα ορθώνεται
την κάσα περιφέρει μονοσάνδαλος
εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
γονυπετής σ’ αστραφτερά νυστέρια
που ακονίζουνε τις γάγγραινες
 
 

Ρομαντικό

.

Βρέχει πανσέληνα μεδούλια
Στων πίλων τα κεφάλια απλωτές
Λερώνουν σελήνη στα παλτά
Κυανόχρωμος πορεύεσαι
Με τα παπούτσια σου στη χόβολη
στον κεντρικό υπόνομο
της πόλης εθεάθης
Έβαλα την ακτινογραφία σου
κορνίζα κι όταν κοιμήθηκα
είδα πως στο νεκροτομείο
έμπαινες με στάχτες μελιστάλακτος
ρωτούσες τον ιατροδικαστή
αν είσαι απόβρασμα ή πτώμα
 .

 Πίνακες: Daniel Craig

 

 

 

 

 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα : Πάνος Σταθόγιαννης, Ο Γραφιάς ή homo scriptor, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013 (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα : Πάνος Σταθόγιαννης, Ο Γραφιάς ή homo scriptor, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/09/homo-scriptor.html?spref=fb

 

Ο Γραφιάς ή homo criptor του Πάνου Σταθόγιαννη, αρχής γενομένης από τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου, μας γνωστοποιεί άμεσα, ήδη από το εξώφυλλο, τον ορισμό του γράφοντος υποκειμένου, που θα εναγκαλιστεί συνειδητά και με συνέπεια εν συνεχεία (και στα 22 κείμενα που θα ακολουθήσουν) τόσο με τις συγγραφικές προθέσεις όσο και με τους δρόμους που αυτές θα επιλέξουν για να πραγματωθούν, έχοντας αφενός ως αποκλειστικό άξονα το ομιλούν υποκείμενο —ένα υποκείμενο που ορίζει αλλά και αυτοορίζεται ευνουχισμένο διά μέσου της γραφής

(η μάνα μου φοβότανε που άσπρισε η γαστέρα της σαν λερωμένο γένι. Μ’ έστειλε πάλι πίσω. Ν’ αναδυθώ ως νήπιο, με νόμισμα στο στόμα. Να μη χρωστάω στο θάνατο – της Μιχαλούς μονάχα)

— και αφετέρου ως αποκλειστικό εργαλείο τον μοναδικό ενδιάμεσο όσον αφορά στην απώλεια και στην περι/γραφή της: τη γλώσσα της Τέχνης του, της λογοτεχνίας δηλαδή

(Ιδού, λοιπόν, που ενσαρκώθηκα στο άνθος. Την κόψη ωραίας κόσας θα γλυκάνει ο οπός μου. Διάγω βίο ανερμήνευτο. Στο στήθος μου εγκαθίσταται σαν νοικοκύρης ένας ξένος. Τρατάρει δικούς του γνωστούς, αλλάζει τα σιντί, κάνει προπόσεις. Κι ως έρχεται ένας άνεμος να πυρπολήσει τις χειρονομίες μου, μία πρόθεσή μου, ευτυχώς, διαιωνίζεται. Εξέρχεται της Ιστορίας. Θωπεύει το Αμείλικτο Ζώο).

.

Charles le Brun

.

Ο τίτλος του βιβλίου «λαϊκός», σύντομος, κοφτός και τραχύς στον ήχο του, μας προϊδεάζει για την ανθρώπινη ρίζα του Γραφιά και για τις περιπέτειές του στο συγχρονικό άξονα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ο Γραφιάς, από τη μια, ζει στο εδώ και τώρα, προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά του, συνάπτει κοινωνικές σχέσεις, αναδύεται μέσα από τους οικογενειακούς του μύθους, ανήκει στον κύκλο των ομοτέχνων του, καυτηριάζει τις πολιτικές επιλογές, ερωτεύεται, κρίνει και κρίνεται, φοβάται, συνειδητοποιεί. Από την άλλη, ο υπότιτλος homo scriptor, πιο εκτενής «λόγιος», λατινικός, εισάγει, αρχής γενομένης από τον homo habilis της εποχής του λίθου, μία νέα κατηγορία στην «ανθρώπινη εξέλιξη»

(Εμένα που με βλέπετε είμαι αυταπόδεικτος, γι’ αυτό και θα επιστρέφω πάντα. Ακόμα και τις μέρες που οι αλιφασκιές θα χαχανίζουν στον ερειπιώνα του κόσμου σας, καθάρματα. Στα βραχάκια απέναντι, θα κόβουν οι θεοί τις ανηφόρες. Με σπαθιές κατακόρυφες. Πιο ψηλά – απαρέμφατα. Κατσικοπόδαρα όλα τους. Θα τους δίνω αλάτι, θα μου γλείφουν τα δάχτυλα. Θα τα αρμέγω. Τότε το φως, α, το φως, θα μπεκρουλιάζει μονάχο του. Και στ’ αρχίδια του, ναι, στ’ αρχίδια του, που από σας – ούτε τέφρα)

.

και υπονοεί πως τούτος ο «αυταπόδεικτος απόγονος της ράτσας» θα διατρέξει διά της γραφής το χρόνο, για να συναντήσει και να συνομιλήσει με το «αρχέγονο» και τις συμβολικές του απεικονίσεις (Πόσους αιώνες πια εξόριστος από τις πτήσεις; Να με τεμαχίζουν μαινάδες και κατόπιν να σμίγουν το αίμα τους με τα γαλάζια υγρά μου. Μέσα σε σπήλαια πλατωνικά να συναρμολογώ το σώμα μου απ’ την αρχή. Μόνο στις τέφρες να προσεύχομαι, μόνο σ’ αυτές το πουθενά μου να αποθέτω. Να παραμένει αίνιγμα το πώς επέζησα – θέλημα μάλλον των θεών κι ανάγκη τους, όχι δική μου).

Ήδη στις πρώτες σειρές

(Η μάνα μου φοβότανε μην απολέσει διά παντός της παρθενιάς της τα λειριά. Νοίκιασε ξένη μήτρα κι εδέησα να γεννηθώ πάνω σε κάτι βράχια. Γύρω, τριγύρω —‘‘φου’’ πολλά σαν χλοερά καυσαέρια. Όπου τσαλακωνόταν ο θεός, κατέρχονταν μηδίζουσες πολίχνες. Στο παρακάτω το σκαλί— να σου κι ο Πολυδεύκης. «Πού σε πετάξαν, άμοιρε;» γυρνάει και μου λέει)

συνειρμικά οδηγούμαστε στη Γένεσιν: «Κα επεν Θεός· γενηθήτω στερέωμα ν μέσ τοδατος καστω διαχωρίζον ν μέσον δατος καδατος. καγένετο οτως»… και «ξεπετάγιεται» Ο Γραφιάς στα βράχια από παρθένα μάνα και ανύπαρκτο πατέρα, για να συνομιλήσει με τον Πολυδεύκη, το γιο της Λήδας και του κύκνου-Δία, του Διόσκουρου, ο οποίος λατρεύτηκε και αγαπήθηκε ως δεύτερος Απόλλων. Κι αργότερα, πάλι, μιλώντας για τους ποιητές: Λένε ότι τους αγαπούν, αλλά δεν λένε αλήθεια. Πώς ν’ αγαπήσεις κάποιον που φοβάται τις σπηλιές, μα όλο σε σπηλιές πηγαίνει; Και επιστρέφει τρέμοντας. Και το σπαθί του στάζει αίμα. Πετάει τον μίτο σε μιαν άκρη και πάει υπνωτισμένος κατά τη θάλασσα. Συχνά παραμερίζοντάς σε, Αριάδνη. Αφήνοντας σε μόνη σου. Με τον ρόγχο του μισοσφαγμένου Μινώταυρου. Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα, που δίνουν το στίγμα της διπλής κατεύθυνσης και των περασμάτων από τη μια στην άλλη, με κύριο πάντα πρωταγωνιστή την ελληνική του γλώσσα: μια γλώσσα με νεύρο, τολμηρή, ανατρεπτική, ευαίσθητη, σκληρή, σαρκαστική και συνάμα αιμορροούσα, που δεν ερωτοτροπεί με τις γνωστές εμπορευματοποιημένες συμβάσεις και με κανένα από τα φορεμένα κοκτέιλ της αφασικής και αφελούς αφήγησης, που παρακάμπτουν βίαια τη λαϊκή και ανθρώπινη λαλιά, για να αναδείξουν απρόσκοπτα, χωρίς φραγμό και αιδώ, τη λαϊκίστικη και αλλοτριωμένη της πλευρά.

.

Charles_n

(Έχει και πράματα που σφράγισε απάνω της η μοίρα – δεν φταις εσύ γι’ αυτά, δεν σε κακίζω. Δεν δικαιούσαι όμως, διάολε, δεν δικαιούσαι να τα βγάζεις στο παζάρι. Σε ξένα χέρια θα βρωμίσουνε, θα βγάλουν πράμα. Έχουνε ήδη μυρωδιές ευάλωτες. Από σπηλιές, πουλιά αιχμάλωτα κι ετοιμοθάνατα, καμένα σπίτια. Και παρακεί, να, γι’ αυτήν εδώ την τρύπα λέω, κοίτα μέσα της. Τον βλέπεις τούτονε τον μόνο του, τούτονε με την πέτρα; Αυτός θα μαραγκιάσει πρώτος στο ανίερο. Είτε μες στις σημαίες του είτε μες στις κιλότες. Θα γίνει μπόχα). Η γλώσσα του Γραφιά είναι η γλώσσα για την οποία ο Βιτγκενστάιν μιλάει καθορίζοντας τα όρια του κόσμου του ομιλούντος υποκειμένου, μια γλώσσα που πλαταίνει και βαθαίνει αγγίζοντας με την υπερρεαλιστική διάστασή της το Πραγματικό της ανθρώπινης επιθυμίας και αναδεικνύοντας τις άγνωστες αλλά αληθείς πλευρές της. Ως εκ τούτου, Ο Γραφιάς είναι μία συλλογή κειμένων που δεν απευθύνονται στο μαθημένο και επιπόλαιο αναγνώστη να «καταβροχθίζει» τυπωμένες σκέψεις, για να τις τοποθετήσει αδιάφορα και ανεπιστρεπτί στο ράφι της βιβλιοθήκης του και, υπό την έννοια αυτή, ο οβολός του αναγνώστη συνιστά πνευματική επένδυση στο χρηματιστήριο των ιδεών και των συναισθημάτων, που κάθε δεύτερη, τρίτη ανάγνωση… του επιφυλάσσει για να τον αποζημιώσει.

.

Στον Γραφιά «δεν εξιστορούνται» ανθρώπινα συμβάντα, αλλά «αποκαλύπτονται» και σχολιάζονται ανθρώπινες πραγματικότητες, πολύ πιο πραγματικές απ’ τις «φαινομενικά πραγματικές». (Στην πραγματικότητα όμως είμαι βελούδινη. Θυμίζω κάπως την Τέχνη της Αστρολογίας, αλλά απ’ την πίσω πόρτα. Από εκεί που κάποτε θα μας εγκαταλείψει ο θεός. Γιατί υπάρχει, σου λέω. Είναι βέβαιο. Κοίτα τη στάχτη όταν υγραίνεται και θα πειστείς). Ποιος τις γνωρίζει άραγε αυτές, όταν δεν είναι αυτονόητες; (Α, εμείς, από τη Συντεχνία της Άγνοιας, συμπεριφερόμεθα ωσάν η Αλήθεια να είναι μια αίρεση της λογικής, που έτυχε να επικρατήσει. Κάτι σαν τον άνεμο έξω, που τρελαίνει τις αντένες. Τον ηλεκτρισμό, ακριβέστερα, που και όμως κινείται. Είναι, δηλαδή, μια θεότητα αυθύπαρκτη και, ως εκ τούτου, απροσπέλαστη. Έχει τη ραστώνη της στιγμής, με ένα “πάντα” καρφιτσωμένο στις επωμίδες. Πού να κάθεται τώρα να ασχολείται με τα δικά μας τα γήινα). Ο Γραφιάς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατεβάζει την αυλαία του δεδομένου και μας καλεί να τον παρακολουθήσουμε στα παρασκήνια, όπου καταρρίπτονται οι νόρμες (Κάκιστος χορευτής εκείνος, όμως θα το χαιρόταν να κυματίζεις μπροστά του με κινήσεις γυναίκας βαθύτατης, να του χαμογελάς κάθε τόσο, έτσι αστραφτερά που το κάνεις. Ξέρεις, του έχουμε πει ψέματα ότι είναι πεθαμένος, και οι πεθαμένοι από τον Απάνω Κόσμο μονάχα τα χαμόγελα έχουνε νοσταλγήσει).

.

Με τα 22 κείμενα του Γραφιά ο αναγνώστης ξαφνιάζεται και πλουτίζει κάθε φορά που επανέρχεται, όχι μόνον για να απολαύσει τη ελληνική γλώσσα αλλά και, εάν είναι υποψιασμένος, να του επιτρέψει να του αποκαλυφθεί η τεχνική τού δια/γράφειν και μετα/γράφειν το ομιλούν υποκείμενο εν τη απώλειά του, δημιουργώντας Τέχνη.

(Η πέτρα μόνο σε πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί. Βέβαια, το κάνει ανορθόγραφα, με σύμφωνα συριστικά και παροξύτονους τριγμούς, αλλά στη γλώσσα τη δική της τα πάντα επιτρέπονται. Κρατάει, πάντως, ένα βυζί μητρικότατο, για όποιον θέλει να θηλάσει παρελθόν που φτάνει ως τη λάβα).

Η γλώσσα του Γραφιά πενθεί βουβά, για να διατρέξει και να ενσαρκώσει το ανθρώπινο σε όλες τις εκφάνσεις του. (Γιατί εκείνοι διέκριναν εγκαίρως κάτι άχρηστο – ότι η μάσκα, άμα δεν κρύβει πίσω της ψυχή, δεν κάνει ούτε για μάσκα. Τώρα ο μπακάλης δεν τους δίνει βερεσέ. Ο κόνδωρ ο καλός δεν τους ταΐζει. Τους βρίσκουν ύστερα από δέκα μέρες οι γειτόνοι. Απ’ τη βρώμα. «Εκείνος ο κωλόγερος τα τίναξε», λένε τα λόγια τα δικά σας. Με το στόμα σας. Ύστερα σπεύδετε μαζί να απολυμάνετε τους διαδρόμους. Γι’ αυτό, λοιπόν, ουαί υμίν, παλιάνθρωποι, ουαί υμίν, κωθώνια). Αυτός όμως ο τόπος του βουβού πένθους, αν και υπαρκτός, είναι, από την άλλη, σχεδόν αδύνατον να προσεγγισθεί διά μέσου της γλώσσας (Τότε ακριβώς είναι η στιγμή που εγκαθιδρύεται στο στέρνο μου η πιο βαθιά μου φύση – πεινώ και τρώγω αίματα, διψώ και πίνω δάκρυα. «Βάκχε», ολολύζω και σαλτάρω στη σκηνή, κρατώντας θύρσο. Άλλο δεν θα σου πω – θα δεις μονάχη σου το επέκεινα, θα με διαβάσεις, θα με λυπηθείς κι εσύ…). Και η γλώσσα, όσο κι αν την κανακεύει Ο Γραφιάς, εκείνη τον εξαπατά, για να της παίξει ένα παιχνίδι και να παραδοθεί τάχα αιχμάλωτος στην «αλαλία» των χρωμάτων — θα σε τιμωρήσω αλλιώς, της λέει, να τι θα πάθεις τώρα στραγγαλίστρια του θανάτου μου!— με Κείμενα σε πορφυρό ιλίγγου (1), σε ασημοπράσινο νεαρής, ακλάδευτης ακόμη, ελαίας (2), σε λευκό χιονιού, έτσι όπως γκριζωπά αποτυπώνεται στις παλαιές φωτογραφίες (3), σε μπλε ωραίου μαύρου κύκνου (4), σε κόκκινο και μαύρο αποσάρκωσης (5) σε γιασεμένιο χαμόγελου (8), σε οσμηρό σάπιου καρπού (11), σε ρόδινο ψυχρού νερού που έπλυνε αίμα από λευκό πουκάμισο (15)…

.

Τα χρώματα της σιωπής ή η σιωπή των χρωμάτων και η ανάγνωση των κειμένων του Γραφιά του Πάνου Σταθόγιαννη μού έφεραν στο νου τον Ντιντερό στα Αισθητικά του: «H σιωπή συνοδεύει τη μεγαλοπρέπεια. Η σιωπή βρίσκεται καμιά φορά μέσα στο πλήθος των θεατών, ενώ στη σκηνή συμβαίνει ο πάταγος. Μπροστά στις μάχες του Λε Μπρεν στεκόμαστε σιωπηλοί. Καμιά φορά πάλι βρίσκεται στη σκηνή• και τότε ο θεατής βάζει το δάχτυλο μπροστά στα χείλη από φόβο μην τη σπάσει». Άλλωστε, Ο Γραφιάς το παραδέχεται και μας καλεί να συμπορευτούμε —διά μέσου της αναγνωστικής απόλαυσης, που επιφυλάσσει ο έντεχνος και λεπτός χειρισμός των ιδεών—, ως κοινωνοί του αλλότριου, της φρίκης και των δικών μας φαντασμάτων, που η ίδια η γλώσσα μας πιστοποιεί, όταν δεχθούμε να την αποποιηθούμε ως συγκάλυψη και να την οικειοποιηθούμε ως βουβό αλλά και αληθή συνάμα μάρτυρα της προδοσίας που μας επιφυλάσσει:

.

Charles Le brun

.

Οι κρεμασμένοι, μας υπενθυμίζει o Πάνος Σταθόγιαννης, τινάζονται για λίγο αιωρούμενοι άτσαλα. Όμως σύντομα βρίσκουν έναν κάποιο ρυθμό στην κίνησή τους. Πάνε πέρα δώθε, όπως τα βαρίδια του εκκρεμούς στο ρολόι που κρέμεται πίσω μου. Μέσα στο σκοτάδι. Μια που το φως εκείνη τη μέρα δεν το άναψα καθόλου. Έμεινα από το πρωί κλειδαμπαρωμένος στο σπίτι. Χωρίς καν την αγάπη. Όρθιος μπροστά στο κλειστό παράθυρο. Να κοιτάζω από τις γρίλιες έντρομος την πολιτεία πάνδημη να υποδέχεται τους ολυμπιονίκες της, γκρεμίζοντας τα τείχη. Κι ύστερα βουβά να τους απαγχονίζει.

.

Πίνακες: Charles Le Brun

.

.

 

 

Tags: ,

Image

Χρώμα του α

Χρώμα του α

.

Χρώμα του α

Στριφογυρνώ στο κιούπι

Με το γράμμα

Και καλουπώνω στίξεις

Να σε ορθώσω Άνθρωπο

Μην πέσεις!

http://greekpoetics.blogspot.gr/2013/08/blog-post_8.html


 

Tags: ,

Image

Paul Van Mulder, La solitude d’ un acteur de peep show avant son entrée en scène (Maelström Editions)

Κάνει κρύο έξω… χθες είδα λίγο χιόνι στο περβάζι του παράθυρου…νυχτώνει νωρίς…υπερβολικά νωρίς…οι άνθρωποι βαδίζουν γρήγορα…υπερβολικά γρήγορα…το μόνο που σκέφτονται είναι να γυρίσουν σπίτι…και τα φώτα ανάβουν γρήγορα…όλα προχωρούν υπερβολικά γρήγορα γύρω μου… ο κόσμος σπρώχνεται…γυρνάει… και πάλι σπρώχνεται… κι εγώ είμαι εκεί… στειλιάρι… δεν κουνιέμαι… έξω απ’ το παιχνίδι… θεατής… δεν ανήκω σ’ αυτόν τον κόσμο… δεν βρίσκω τη θέση μου στον κόσμο… πώς να μπω σ’ αυτόν το χορό… να παρασυρθώ… να συνοδεύσω… να βρω το ρυθμό…να κινηθώ αρμονικά…να βρω τη θέση μου… Δεν  μιλάω πολύ κατά τη διάρκεια της μέρας… δεν ξέρω τι να πω… δεν έχω τίποτε να πω… δεν ξέρω καν γιατί είμαι εδώ… έτσι ήρθαν τα πράγματα… έτσι είναι… έτσι ακριβώς ήρθαν τα πράγματα.

Matt Duffin d058Πριν δούλευα οδηγός, κοντά σ’ έναν κύριο … αλλά ο κύριος μου τα ’πρηζε… μου ’λεγε να κάνω μαλακίες… κάτι πράγματα όχι και πολύ… και πολύ… να μη τα πολυλογώ, την έκανα… έπειτα έγινα  σερβιτόρος σε μία καφετέρια… μετά έπιασα τους δρόμους κι έκανα έρευνες… κι εκεί ήταν που συνάντησα τον τύπο που μου πρότεινε αυτήν τη δουλειά… μου μίλαγε ενώ  συμπλήρωνε ένα ερωτηματολόγιο για το τι σαβουρώνουν τα σκυλιά…: εσύ θα ’πρεπε ν’ αλλάξεις δουλειά… έχω κάτι για την πάρτη σου… κερδίζεις περισσότερα και δε σκοτίζεις το μυαλό σου…Έτσι έφτασα εδώ… καλά πήγε…χτύπησα διάνα…αλλά δεν είχε δίκιο…το πράγμα σού σκοτίζει το μυαλό… όπως και να ’χει ποτέ δεν είμαι ευχαριστημένος… πάντα το ’να μου βρωμάει και τ’ άλλο μου μυρίζει… κι είμαι πάντα εδώ… να παραπονιέμαι… να κλαίγομαι… να βρίσκω τα χίλια μύρια για να κλείνομαι μέσα στο καβούκι μου… όμως αυτή η δουλειά… είναι η μόνη όπου έμεινα τόσο πολύ… είναι η μόνη όπου μου λένε…:  Εντάξει!… εκτελείς!… δεν ήθελα ν’ απογοητεύσω… ήθελα να σταθώ στο ύψος της περίστασης… κάνω χοντρές προσπάθειες… κυρίως για να βγάζω τα ρούχα μου αμέσως… έρχομαι απ’ το δρόμο… κουκουλωμένος κάτω απ’ το κασκόλ μου… με το μπουφάν μου  κι όλα τα σχετικά…  και το πιο δύσκολο… είναι να γδυθείς αμέσως… να τα πετάξεις όλα… αμέσως… θέλει χρόνο να χωνέψεις ότι σε κοιτάνε… ότι σου κάνουν κριτική… δεν νιώθεις άνετα… πάει υπερβολικά γρήγορα το πράγμα… αλλά το παλεύω εκεί πέρα… και ύστερα από λίγα λεπτά… συνηθίζω… το αντέχω…  και μπορώ να δουλέψω…

Matt Duffin (5)

Αυτό που μου λείπει περισσότερο… είναι  κάποιος για να μιλάω… απλά και μόνο να μιλάω… ν’ ανταλλάσω δυο κουβέντες… είχα φιλενάδες… αλλά ποτέ δεν πήγανε τα πράγματα πολύ καλά… πρέπει να ’μαι δύσκολος στη συμβίωση… κι όσο για το πήδημα… δε νομίζω ότι ήμουνα και πολύ… γι’ αυτό είναι περίεργο που βρίσκομαι εδώ… Θυμάμαι… όταν ήμουνα πιτσιρικάς… μου χάιδευα τα χέρια… την κοιλιά…τον… η μητέρα μου με κοίταγε χωρίς να λέει τίποτε… με μάτια γεμάτα ανησυχία… και  ύστερα έφευγε… με χαμηλωμένο το κεφάλι… και την  άκουγα να μιλάει για μένα… και την άκουγα ν’ ανησυχεί πολύ για μένα…και αργότερα να… όταν θα ’μαι μεγάλος… θα είμαι ο μεγαλύτερος Δον Ζουάν… αυτό  θα κυβερνάει τη ζωή μου… θα με κάνει δυστυχισμένο… άστατο… ήταν θλιμμένη… ανήσυχη για μένα… αλλά είχε άδικο… ο φόβος είναι… ναι, ο φόβος είναι που κυβερνάει τη ζωή μου… που κάνει και δεν μπορώ να συγκεντρώνομαι… που κάνει να χαϊδεύομαι μπροστά στον κόσμο… γιατί όσο χαϊδεύομαι… μ’ εξημερώνω… με καθησυχάζω… με νανουρίζω… με κανακεύω… μου λέω γλυκόλογα… και χαλαρώνω τελικά… αναπνέω ήρεμα… και δε φοβάμαι πια… κι έτσι λέω: Κοιτάξτε με!… είμαι εδώ μπροστά σας… με βλέπετε;… είμαι όπως εσείς… κοιτάξτε με… δε φοβάμαι πια… μπορώ να σας κοιτάξω κατά πρόσωπο… προκαλείτε… δείχνετε τον κώλο μου… τον πούτσο μου… δε φοβάμαι πια… αν με αποδεχτείτε σαν έναν από σας… εάν με βρείτε έστω και τοσοδούλι σημαντικό αυτή τη στιγμή που αφήνομαι μπροστά σας… είμαι δικός σας… μπορώ να σας τα  δώσω όλα…  μπορείτε να με κάνετε ό,τι θέλετε… για ένα λεπτό… για ένα τόσο δα μικρούλι λεπτουλάκι… που θα μου ρίξετε ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον…    

Matt Duffin (10)Το καλό που ’χει αυτή η  δουλειά… είναι ότι πρέπει να ’σαι καθαρός… η υγιεινή… καλό είν’ αυτό… αν δεν ήμουν αναγκασμένος να ρθώ εδώ… αναρωτιέμαι αν θα πλενόμουν κάθε μέρα… για ποιον;… για τι;… δεν πρέπει να το κάνεις μες στη λέρα… δεν πρέπει να το κάνεις μες στον οίκτο… έχουμε κι εμείς μια περηφάνια… ένα κούτελο… μπορεί να μας παίρνουν μάτι… εντάξει, σύμφωνοι…  αλλά για να μας σέβονται… πρέπει κι εμείς να μας σεβόμαστε… κάνω την πουτάνα… εντάξει, σύμφωνοι… αλλά θέλω να με σέβονται… συμπέρασμα… ο σεβασμός είναι ένα σημαντικό σκατό!… κι έτσι προσέχω την εμφάνισή μου… είμαι, ξέρω ’γω, ευπαρουσίαστος… πρέπει να πω επίσης ότι είμαστε περικυκλωμένοι από πολλούς καθρέφτες που αντικατοπτρίζουν την εικόνα σου στο άπειρο… που σε δείχνουν απ’ όλες τις πλευρές σου…  και δε χρειάζεται να πω το λούκι που τραβάμε τις μέρες που δεν είμαστε σε φόρμα… να βρίσκεσαι εκεί… σαν τον μαλάκα… μπροστά απ’ τους καθρέφτες… με το κεφάλι σου γεμάτο από σκατά…κι όλο αυτό να αντικατοπτρίζεται στο άπειρο… δεν σας λέω τίποτε!…

Σήμερα το πρωί στη δουλειά… τα πράγματα ήτανε σκατά… πολύ σκατά… σκατά κι απόσκατα… με φωνάζει τ’ αφεντικό… μου λέει… ένας πελάτης με περιμένει στο ιδιαίτερο σαλόνι… πρέπει να πάω μόνος… χωρίς κοπέλα… μόνος… σαν μεγάλος. Έμεινα  αποβλακωμένος …  σίγουρα δεν κατάλαβα καλά… γιατί τα ’χαμε ξεκαθαρίσει αυτά… δεν έχω υποχρέωση να εμφανίζομαι μόνος στο σαλόνι… είναι απ’ αυτά που λέει το συμβόλαιο… μου ’δωσε το λόγο του… Μου λέει λοιπόν… η περιοχή εδώ γύρω άλλαξε… πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πελατεία… αυτή αποφασίζει. Δεν είναι από καπρίτσιο… δεν είναι από έλλειψη επαγγελματισμού… είναι ψυχολογικό…να βρεθώ σ’ ένα μικρό δωμάτιο μαζί μ’ έναν πελάτη… αυτός κι εγώ… μ’ αγχώνει… χαμόγελο…να παρουσιαστώ… να μου σηκωθεί… δεν είναι δυνατό… δεν θα τα καταφέρω… χίλια τα εκατό σας λέω… δεν θα μου σηκωθεί… δεν θα ’μαι άνετα… είναι πιο εύκολο με μια κοπέλα… ρίχνω την προσοχή μου στην κοπέλα… ξεχνάω τον πελάτη… χίλια τα εκατό σας λέω… το ξέρω… δεν θα τα καταφέρω… καλύτερα  θα ’ναι κάνας  άλλος…

Matt Duffin (4)

 Λοιπόν τ’ αφεντικό με πλησιάζει ήρεμα… με πιάνει απ’ τα αρχίδια κι εγώ δεν μπορώ να κουνήσω μία…και μου λέει  πως ξεχνάω πάρα πάρα πολύ εύκολα ποιος είμαι… πού δουλεύω… βασιλιάς εδώ είναι ο πελάτης… πληρώνει και με το παραπάνω… αν απογοητευτεί… έξω απ’ την πόρτα… απόλυση χωρίς δεύτερη κουβέντα… είναι ώρα να ανανεωθεί το team… ποτέ του δεν μ’ αγάπησε… πολλές κόνξες…  πολλά προβλήματα… δεν είναι δικός μας… κακό στοιχείο για το team… πρέπει ν’ αρπάξω την τελευταία μου ευκαιρία… αν ξανανέβω σ’ αυτό το γαμημένο το σαλόνι χωρίς να κάνω τη δουλειά μου… για μένα… εδώ… φινίτο… έξω!… σκούπα… κι άντε στα τσακίδια, καλοτάξιδος!

 Μ’ αφήνει… συνέρχομαι κάπως… μ’ ακούω να του λέω… οκ… οκ… κατάλαβα… θα το κάνω… θα το κάνω… κανένα πρόβλημα… θα μείνω εδώ… πού θέλετε να πάω αν με πετάξετε στο δρόμο;… Σας ζητάω συγγνώμη… τις ευχαριστίες μου που με κρατάτε μες στο team… ξέρω… δεν είμαι πάντα εύκολος… θα με ξαναβάλω σε σειρά… θα σας δείξω για τί πράγματα είμαι ικανός… θα κάνω προσπάθειες… είσαστε η οικογένειά μου… θα είμαι άξιος της εμπιστοσύνης σας… σας παρακαλώ… δώστε μου αυτή την τελευταία ευκαιρία… χαμογελάει… και μου λέει φεύγοντας… άντε να πας να κάνεις κάνα ντους… βρομοκοπάς ιδρώτα…  στάζεις απ’ όλες τις μεριές… να ’σαι ευπαρουσίαστος… πρέπει να ικανοποιούμε τoν πελάτη…

Πήγα λοιπόν στο ντους… έπλυνα προσεκτικά το σώμα μου… του ’βγαλα όλον το φόβο από πάνω…και στο διάδρομο που πάει για το σαλόνι… αναρωτιέμαι γι’ αυτό που μου συμβαίνει… δεν νιώθω το σενάριο…  σκατά… βρομάει.          

(Aπόσπασμα) 

Μετάφραση από τα γαλλικά: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Paul Van Mulder, La solitude d’ un acteur de peep show avant son entrée en scène, (Maelstrom)

μοναξιά ενός ηθοποιού πορνοσόoυ πριν από την είσοδό του στη σκηνή

http://www.lestroiscoups.com/article-25257541.html

http://www.senghor.be/?r1=100045&r2=102323

 

 Matt Duffin

Σεπτέμβριος 2009, μικρό σχόλιο για την παράσταση στο

Théâtre de la place des martyrs στις Βρυξέλλες.

Χρόνια είχα να δω μια τόσο άδεια από σκηνικά αντικείμενα σκηνή (μία καρέκλα σε μαύρο φόντο, μόνο) να ξεχειλίζει ακατάπαυστα (1 ώρα και 15 λεπτά) απ’ το ψυχικό εκτόπισμα ενός και μόνο ανθρώπου. Ο Βέλγος Paul Van Mulder, ηθοποιός και συγγραφέας του έργου, καθοδηγούμενος από τον σκηνοθέτη Pascal Crochet, έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας στον απαιτητικό και σκληρό ρόλο ενός ηθοποιού πορνοσόου. Ο μονόλογος απλός, άμεσος, αλλά σκληρός και αποκαλυπτικός συνάμα επενδύθηκε από μία πρωτόγνωρη εσωτερική λιτότητα και χειρουργική σχεδόν ενσάρκωση και των πιο λεπτών ακόμη συναισθηματικών διακυμάνσεων. Ο Paul Van Mulder, πατώντας όπως μια γάτα επάνω σε όρθιες καρφίτσες, έφερε επί σκηνής το δράμα του ανθρώπου της νέας οικονομικής πραγματικότητας. «Για μια μπουκιά ψωμί», για την εξασφάλιση της συντήρησης και μόνο του βιολογικού κορμιού, ο άνθρωπος βρίσκεται έκπτωτος από τον εαυτό του. Εκπορνεύεται την ίδια την ύπαρξή του. Εξαθλιωμένος, ταπεινωμένος, γεμάτος ντροπή και ενοχές, περιθωριοποιημένος, ζητιανεύει μια θέση στον κόσμο, μια θέση που θα έπρεπε λογικά να του ανήκει. Με απέραντο σεβασμό κι ένα παράπονο καρτερίας ακούσαμε στο τέλος «apaisezmoicalmezmoiaimezmoioui! que demain soit un autre jour » (καθησυχάστε με… ηρεμήστε με… αγαπήστε με…. ναι! και μακάρι αύριο να ξημερώσει μια άλλη μέρα… » Έπειτα ο Paul Van Mulder χάθηκε μαζί με το φως μιας λάμπας-εκκρεμούς, που αναβόσβηνε κατά διαστήματα και σε όλη την παράσταση, μετρώντας τις στιγμές του.

Matt Duffin (11)

Και μια μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια. Τον Paul τον γνώρισα προσωπικά και παρακολούθησα και άλλες δουλειές του, διότι με εντυπωσίασε τόσο το ταλέντο όσο και η καλλιέργεια, η σκληρή δουλειά, το ήθος και η απλότητά του. Ίσως συνιστά υπόδειγμα καλλιτέχνη. Σε μια συζήτηση που είχαμε, μου μίλησε για την απήχηση που είχε το έργο σε εντελώς διαφορετικό κάθε φορά κοινό. Το κοινό του αποτελούνταν και από γυναίκες που εκδίδονται, από πόρνες. Κάποια από αυτές τον πλησίασε, κλαίγοντας, στο τέλος της παράστασης και τον ρώτησε εάν είχε κάνει ποτέ στη ζωή του αυτήν την εργασία για να επιβιώσει. «Αυτό ακριβώς είναι μια πόρνη», του είπε. «Πότε κάνατε εσείς αυτήν τη δουλειά;» H απάντηση, ασφαλώς, είναι… ποτέ. Αλλά η δουλειά κάθε καλλιτέχνη είναι ακριβώς αυτή, να μεταφέρει με σεβασμό, ευαισθησία και χειρουργική ακρίβεια στο κοινό του ακόμη και την πιο σκληρή και κάποτε, μη κοινωνικά αποδεκτή, πραγματικότητα.   

Πίνακες : Matt Duffin

http://mattduffinfineart.com/

.

 

Tags: ,

Image

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σώματα (e-περιοδικό Στάχτες)

staxtes ifigeneia31.5.13

http://www.staxtes.com/2013/05/blogpost_31.html   Φωτό: Στράτος Φουντούλης

.

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα, και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δύο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.
 
Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…
Μέσα κι έξω από το σώμα.
 
Στέλλα Ουράνια Δούμου, Πινόκιο
 

  .

.

                                                                                                                Στη Στέλλα

lucien clergue2Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού· γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, της γυναίκας, που ηδονή ξαπλώνανε στα βότσαλα —κατάλευκα, λεία, στρογγυλά, ερμητικά κλειστά στους πόρους μιας στιλπνής σιωπής, από την εγκατάλειψη στους αστραγάλους των μεγάλων μαύρων βράχων, έκαναν πλάτες στην πανουργία που, όπου να ’ταν, θα φιλούσε στο αιδοίο το σκοτάδι. lucien-clergue 2Λαίμαργα ξάφνου ο ήλιος έβρασε ένα πορτοκαλί καυτό από νεράντζι μες στα στομάχια του πελάγους, κι αυτοί —τους ρώτησα σας λένε πώς;— δεν ήξεραν, μόνον ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικα σπουργίτια, κάτι αλαφροδαίμονα παφλάσματα στα χείλη.

 

Έφυγα κλαίγοντας, ξυπόλητος και με αγκίθες από αχινούς να ερεθίζουν τις πατούσες, κι όλα τα νεύρα απολήγαν σε σκέψεις μελανές, πιο πέρα χτυπούσανε χταπόδια, να τα γαντζώσουν με ευγένεια, την ώρα που τουρτουρίζουν στις ταβέρνες τα λαμπιόνια, στα στομάχια των θαμώνων. Εμένα με λένε Αριστόδημο, κατ’ ευφημισμόν, μάλλον, μου περάσανε τ’ όνομα αυτό, γιατί, ως τώρα, γυναίκα δε βρέθηκε να κρατηθεί απ’ τη χοντρή καδένα που ’χω βαλμένη στον αριστερό καρπό μου σε ασήμι — κάθε φορά τη δείχνω, διακριτικά, σαν να σηκώνω ένα οπορωφόρο βλέμμα σε μια στέπα· Mira Nedyalkovaδεν μου αρέσει να στραφταλίζω τα βαριά μου, είναι ένας τρόπος μόνον ν’ αποκαλύπτω τις προθέσεις, χωρίς ν’ αφήνω υπόνοιες πως θα προσβάλω διορατικότητες και τέτοια. Τα μισολέω, διότι έχεις μεγάλη πιθανότητα να δέσεις, στα ενδιάμεσα που κάνει το δόντι με τη γλώσσα, εκείνη που θα γείρει να σε γιατροπορέψει, ακάματη, μαζί σου. Έστησα στον ουρανίσκο ένα νεκροκρέβατο από άγνοια, και δεν πολυανοίγω το στόμα όταν μιλάω, μη γίνω αντιληπτός, και με παρεξηγήσουν για συμφεροντολόγο μόνον.

laura-makabresku-L-jQVrBQ

Η Σύλβια είχα πιστέψει πως θα το καταλάβαινε αυτό, οι υπόλοιπες ήταν φωναχτές στο βλέμμα, πολύ άτρωτες στα βήματα και κουμανταρισμένες στα αγγίγματα, πολύ ξένες στα κορμιά, όσο απαλά κι αν ήταν από πομάδες και αρώματα, ήταν τόσο αλλοδαπές στη φύση μου, τόσο αθυρόστομα σιωπηλές στον έρωτα, τρόμαζα πως θα με ταγγίζανε εξόφθαλμο στα ερωτικά ζουμιά τους ή πως θα με μασάγανε την ώρα που εγώ θα με θανάτωνα βουτώντας στα κορμιά τους.Hugh Shurley ptg02261861 Είμαι ο Κανένας, κραύγαζα μέσα μου όταν έχυνα, με ακούτε; ο Κανένας! Τσούλες! δεν βλέπετε τι σας μαρτυράει ο καρπός μου τότε που σας γυμνώνει απ’ τις δαντέλες, τα σατέν και τις ξεπετσιασμένες σας κραυγές, τις εκδορές απ’ την απόγνωση που χώνει η ηδονή μες στα κορμιά σας; Όλες τις εγκατέλειπα με μια μεγάλη ικανοποίηση, τη μια μετά την άλλη, τόσο διακριτικός! κι αυτές ούτε καν μία μικρή προσπάθεια ν’ αγγίξουν το ασήμι του καρπού μου. Κάποιες τις πέταγα σαν αποφόρια στο καλάθι των αχρήστων, κι επέστρεφα ευγνώμων στην πρόνοια που μ’ έταζε ν’ ανακαλύπτω πως ήμουν ένας μικρός ηλίθιος για να ’χω επιλέξει τέτοια φρούτα, ένας  ματαιωμένος στη γεύση του ουρανίσκου, ένας φιλήδονος πραξικοπηματίας, χωρίς κανένα απολύτως αντικείμενο. lucien Clerquetumblr_mbm6mmjQmy1r1w31so1_500

Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, εύκολα πέφτανε σε κάνα κομπλιμάν, ωραίο παλτό, σου πάει πολύ το βυσσινί, έχεις ωραίο γούστο, τέτοια απλά πράματα έλεγα, δεν ήμουν υπερβολικός, κάποιες είναι αρκετά έξυπνες, δεν δίνουν βάση στα μεγάλα λόγια, ενώ, με τη μικρή ποσότητα, σκεφτόμουν πως δε θα βολόδερνα μόνο με χαζές (σ’ αυτές έλεγα το ίδιο πολλές φορές, αυτό ήταν το κόλπο), αλλά θα μου καθόταν και καμιά παραπανήσια, να συζητάμε και λιγάκι ή να μου λέει έξυπνα πικάντικα, πριν να τη ρίξω σαν σαβανωμένη γάτα στο κρεβάτι. Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, για μένα συλλογιόμουν μόνον πως  η αγάπη για τις ηδονές μ’ ωθούσε να γίνομαι όλο και πιο σκληρός στα λόγια, όλο και πιο ατρόμητος σε πράξεις βδελυρές, κι όλο ριχνόμουν σ’ ένα λαβύρινθο από σκέψεις, που όλες είχαν για επιμύθιο πως κάθε μέρα ήταν ίσως και η τελευταία που ανέτειλα τον ήλιο στο μυαλό

μου. Gilbert_Garcin_013

.

Τα βήματά μου προχωρούσαν είτε μπροστά είτε πίσω από μένα, εγώ ήμουν σταθερός σε τούτη την πεποίθηση, μόνον, κάποιες φορές, έκανα τον κόπο να κατευθύνω ένα δάχτυλο στο μάγουλο, να επαληθεύσω πως τα βήματα ήταν χώρια, σε άλλο χρόνο εγώ, και η πόλη νεφελώδης και γυρτή, στην ίδια πάντα θέση σαν Μαντόνα: κάτω απ’ τις μαρμάρινες και γκριζωπές πτυχές της έσκαζε μπασταρδεμένους βόμβους μακρινούς, άγνωστης προέλευσης, στ’ αυτιά μου.Μάλλον τα βήματα έχαναν τα βήματα, κι εγώ καθόλου δεν μπορούσα τίποτε ν’ αποκρούσω απολύτως, όταν ανέβαζα σαν δαγκάνες τις παλάμες να παγιδεύσω τα αυτιά μου, μόνον λίγο φαινόταν να συνέρχομαι, όταν το ασήμι του καρπού δρόσιζε στο πρόσωπο ό, τι φλεγόταν σε γοργούς ρυθμούς μέσα στο στομάχι, εκεί σκεφτόμουνα τα πάντα.

.

sylvia

.

 

Ώσπου ήρθε η Σύλβια, ένα βράδυ, σταμάτησε εμένα, τα βήματα, δεν ξέρω… θυμάμαι πως ήταν λίγο σκοτεινά και πως απέναντι έβλεπα ένα εστιατόριο κι ένα σινεμά που έπαιζε γουέστερν και πορνό, μου ζήτησε φωτιά, πολύ απλά, δεν έχω αναπτήρα, είπε, και χαμογέλασε λίγο ενοχικά, λίγο άβολα, ίσως και με μία αφέλεια παιδική, ανασηκώνοντας τους ώμους σε κάτι μπουκλάκια καστανά. Φορούσε ένα κοντό, σχεδόν αραχνοΰφαντο φουστάνι, στο χρώμα της άμμου ήταν, το καλοκαίρι βαρύ,  αποπνικτικό σχεδόν, αλλά η Σύλβια με κοίταξε, μου φάνηκε; όχι… με κοίταξε… έτσι όπως τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά, με κείνη τη φυσικότητα των εραστών που έχουν ζήσει πριν απ’ αυτούς και το  μελλοντικό τους παρελθόν. Στο χέρι που κρατούσε το τσιγάρο φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι από αλπακά και μία πέτρα αιματίτη. Ευχαριστώ, Αριστόδημε, μου είπε, όταν τραβούσα το χέρι μου μακριά.  Με το αριστερό χέρι κάνω τις δουλειές, το ασημωμένο. Παρακαλώ… παρακαλώ, απάντησα βραχνά, μάλλον θ’ ακούστηκα σαν αραχνιασμένη αποσκευή σε καμιάν αποβάθρα Παραδείσου, άκου, να πει ευχαριστώ, Αριστόδημε! Παρακαλώ, επανέλαβα, παρ… Σύλβια, με λένε, καληνύχτα!

Gilbert_Garcin_188

.

Και γύρισε να φύγει, κατηφορίζοντας τη μεγάλη λεωφόρο, με την τριγωνική της πλάτη σμιλεμένη να λικνίζει τη φωτιά από την καύτρα του τσιγάρου, έτσι όπως το ρούφαγε με πλαγιαστό το βλέμμα στις βιτρίνες. Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τη Σύλβια να φύγει, Αριστόδημε! κρατήθηκα στο βλέμμα απ’ τις μπούκλες των μαλλιών της, ξεκίνησα να σέρνομαι μπρούμυτα στο έδαφος σαν να ’μουν ρόδα σε ράγιες σκεβρωμένη, βρίσκοντας άλγος άλλοτε σε μισοσπασμένες πλάκες, άλλοτε σ’ εκτελούνται έργα, τα τελευταία με σακάτεψαν κυρίως, το σώμα μου πρέπει να μαδιόταν σε χοντρές τούφες από σάρκα, έτσι όπως στραμπούλαγα τον κόσμο και στροβιλιζόμουν, ξαφνικά, με μια πρωτόγνωρη ταχύτητα, θα τα τσαλαπατήσουν οι περαστικοί, αλλά θα τα ξαναβρείς! να μη σε νοιάζει, Αριστόδημε, σκεφτόμουν, για όσα κομμάτια γάντζωναν σε σκάρες υπονόμων. Η Σύλβια προέχει! Την πρόλαβα… John Wimberley, Descending Angel john wimberley_descending angelΤα πόδια της, όταν, ξυπόλητα, τα άγγιξα με ματωμένα δάχτυλα, ιερουργούσαν στους αστραγάλους μιαν ανάληψη, απάλυναν, σαν θαύμα, τις εκδορές αμέσως, θέλω να ανέβω, Σύλβια, μαζί σου! την ικέτευσα.  Αλλά δεν άκουσε. Ίσως να φταίει που ήμουν ταραγμένος και έτρεμα ολόκληρος και ανυπόμονος σαν έφηβος, και είπα  «θέλω ν’ ανέβω» και ξέχασα να πω «Σύλβια, σε θέλω!»  Δεν άκουγε, ήμουν ένας αφανής ήρωας για κείνη, κι εξακολουθούσε να βαδίζει, τραβολογώντας με, ανάλαφρη, ακάματη, αδιάφορη, ακάθεκτη στον προορισμό της και στις σκέψεις της. Προσηλωμένη στη δική της νικοτίνη, τυραννική στη μέθη που ο Αριστόδημος επιφύλασσε για κείνη. Είσαι καλός, έτσι δεν είναι, Αριστόδημε; Άγγιξα, τότε, με το δεξί μου χέρι, σχεδόν τυφλός από την έξαψη που μου προκάλεσε η αφή του, το φόρεμα στην άκρη, να μην ενοχλήσω και πολύ,  σαν θέρμη φλόγας ανεπαίσθητα μόνον τα ματωμένα κότσια χάιδεψαν λίγο το μηρό της.  Σύλβια!  Πρέπει όμως να  υπήρξα απρόσεκτος, ίσως να ’παιξε ρόλο και το νωπό μου ακόμη αίμα. Με βρόμικα χέρια, Αριστόδημε, αγγίζουν τις γυναίκες;

.

Hugh Shurley long-road-back

.

Αποσυντέθηκε το φόρεμα σε ίνες βαμβακιού που ράγιζαν το κεφάλι σαν κοφτεροί κρύσταλλοι από χιόνι, μα παραδόξως δεν κρύωνα καθόλου. Μόνον ένα ισχυρό ρίγος, πρώτη φορά, αισθάνθηκα, που με παρέλυσε εντελώς, και ήθελα να κλάψω τόσο πολύ αλυχτισμένος ως τις πηγές όπου γεννιόμουν, και να γελάσω, τόσο επώδυνα γενναίος μέχρι τις εκβολές όπου πνιγόμουν ζωντανός, όταν η Σύλβια, γυμνή, ξεκίνησε να ρέει πάνω στις ανοιχτές πληγές του κεφαλιού μου, σαν να ’τανε φυλακισμένη, αιώνες, σε κλεψύδρα :  άμμος λεπτή κατέρρεε σε λεία βότσαλα η Σύλβια ολόλευκα – τέτοιο γινόταν όλο το κορμί μου, άσπριζα θάλασσα στην πίσσα της ασφάλτου. Μείνε μαζί μου, Σύλβια, έχω στον ουρανίσκο ένα κρεβάτι! Και άνοιξα το στόμα διάπλατα στην άμμο, μπούκωσα από ένα σακί με κόκκους καστανούς μέχρι το λαρύγγι, έως ότου χάθηκε ο κόσμος.

.

Gilbert_Garcin_178

.

Βρέθηκα χτυπημένος και αναίσθητος από ένα φορτηγό καθαριότητας του Δήμου, έτσι μου είπαν,  διέσχιζα τη λεωφόρο, προφανώς, να παρακολουθήσω γουέστερν ή πορνό; ίσως και να πεινούσα; Ποιος θα με διηγηθεί σε κείνο το παρόν μου; Στο ασθενοφόρο φόρτωσαν ένα σακάκι κι έναν χαρτοφύλακα μαζί μου, είναι δικά σας, μου τα πρότειναν, την ώρα που ’παιρνα το εξιτήριο από το «Σωτηρία». Η μνήμη πεισιθάνατα ευλογεί το πριν από το παρελθόν του παρελθόντος μόνον: τη Σύλβια, το χώρο όπου ανήκω και που απαρνήθηκα για πάντα. Λάθεψα, μάλλον, καθώς ξέχασα ή ίσως δε θυμήθηκα; ή μήπως τρόμαξα στο βλέμμα; και δεν ξεστόμισα ένα κομπλιμάν απλό… μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Α… είμαι ένας, μάλλον, ελεεινά ασημωμένος με τούτη την ταυτότητα, που απαιτεί μιαν άριστη εκπλήρωση στα αυτονόητα που ΄χω κρυμμένα κάτω από το νεκροκρέβατο, στον ουρανίσκο, το απλό πιστεύω πλέον πως δεν είναι τίποτε άλλο από το αποκαλυπτικό απόσταγμα του τρόμου. Μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Έπρεπε απλά να πω, πριν φύγει η Σύλβια. Πριν φύγει η Σύλβια, Αριστόδημε!

.

Gizem Karayavuz media_13655475049164

.

Φωτό: JohnWimberley, Lucien Clergue, Mira Nedyalkova, Laura Makabresku, Hugh Shurley,Gilbert Garcin,

Gizem Karayavuz

.

 

Tags: ,