RSS

Tag Archives: Επιλογές από δοκίμια

Image

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=21888

http://www.arisgrandman.com/bibliography–web.html

.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την τέχνη γενικότερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος, παράδειγμα, «διαβάζει» τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα βιβλία που μετά μανίας καταβροχθίζουν ανορεξικές και αγάμητες κυρίες) κατανοεί τη ζωή του σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Διαβάζει μια πλοκή, διαβάζει μια ιστορία, καταπίνει το ένα μετά το άλλο βιβλία της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας λες και είναι επεισόδια σε τηλεοπτική σειρά. Τα συζητάει εξίσου ανάλαφρα στα social media, λες και είναι ιστοριούλες από τα παρασκήνια των ειδήσεων. Κάνει zapping ανάγνωση των βιβλίων και, τελικά, του κόσμου. Ειδικά, όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις διαφορετικής ανάγνωσης του κόσμου, πέρα από την κυρίαρχη των Μέσων, το κείμενο/έργο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.

Alexej Alexejewitsch Harlamoff  tumblr_mhakufDJyo1r74hw1o1_1280Μεγάλη μερίδα αναγνωστών έχει εθιστεί να διαβάζει τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που εμπνέει την Επιθυμία για την αλήθεια και την ομορφιά, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Είναι σχεδόν φυσιολογικό να διαβάζεις έτσι. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση διδάσκει η κυρίαρχη ανάγνωση του κόσμου: ένα ρεπορτάζ του Πραγματικού που δεν έχει καμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και τη διατυπώνω δίχως καμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου η Επιθυμία του Αισθητικού, η Επιθυμία της όποιας ομορφιάς, αλλά και το κριτήριο που επιτρέπει να την αναγνωρίζεις όταν τη συναντάς.

CARL Detail_2Με αυτή την απώλεια της Επιθυμίας συνδέεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της Τέχνης: η αληθοφάνεια. H σχέση του Έργου με το Πραγματικό. Η Ιστορία διδάσκει ότι η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα υπονοεί: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για το βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε, π.χ., τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί στην πραγματικότητα αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού[1].


Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν. Η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην αληθοφανή απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική/καλλιτεχνική: είναι μια σχέση που απορρέει από τη λιγότερο ή περισσότερο γνήσια επιθυμία του καλλιτέχνη να καταβροχθίσει, να σπαράξει, να πονέσει, να χαθεί μέσα στο Πραγματικό – με την ερωτική έννοια του όρου.

Zούμε, εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό ενώ στην ουσία παράγει ένα αθλητικό ρεπορτάζ του Πραγματικού [2].


CARL DSCN0994.-JPG
Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Aλλά αυτή η παραγωγή δεν οικοδομεί τέχνη του λόγου, δεν οικοδομεί καμία τέχνη. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό [3], έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι. Αυτός ο ρεαλισμός δεν ταράζει τίποτε και κανέναν. Δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει, δεν πληγώνει, δεν αρνείται, δεν κρίνει, δεν σκέφτεται, δεν κινητοποιεί τις ψυχές, την Επιθυμία. Αναπαράγει μηρυκαστικά τη ζωή λες και αυτή η κοινωνική ζωή έχει πάψει να επιθυμεί, λες και η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μικροσυμβάντα που αφορούν πάντα τους άλλους, αλλά ποτέ τον Άλλο. Έχοντας, επιπλέον, αποσυνδεθεί από την όποια Θεωρία που εμπνέει το όποιο Όραμα, την όποια Επιθυμία, έχει επιστρέψει εν πλήρη συγχύσει στη ρωπογραφία της ατομικής εμπειρίας ανάγοντάς την, μέσα από στερεότυπες συνταγές, σε παγκοσμιοποιημένη version του Πραγματικού.

Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, ο σύγχρονος αναγνώστης, πνιγμένος στο ρεπορτάζ, πνιγμένος στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια που περνιέται/πουλιέται για τέχνη, χάνει από τα μάτια του την Επιθυμία. Την επιθυμία για την ομορφιά του κόσμου. Την επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασκήμια όπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζει να απέχει από τον έρωτα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη έχει εθίσει τον αναγνώστη/θεατή του έργου τέχνης στην παραίτηση από την Επιθυμία.

CARL 6186508988_e2db6c2918_z

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ πριν από την έκρηξη του Μεταμοντέρνου, το 1977, διέκρινε προφητικά την ανάγκη για έναν νέο ρεαλισμό ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού [4] και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού.
Ήδη από τότε ο οξυδερκής θεωρητικός έβλεπε την πιθανή διαλεκτική σύνθεση των δύο ρευμάτων στη σύγχρονη συγκυρία: σύνθεση ενός παρεμβατικού ρεαλισμού που ανασυνθέτει, μέσα από το μεγάλο μέτωπο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, την ενότητα του κατακερματισμένου κόσμου με έναν μοντερνισμό που ανανεώνει/επαναστατικοποιεί δραστικά τις μορφές αναπαράστασης του Πραγματικού [5].

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν «Ρεαλισμό μετά τον Ρεαλισμό», κατά το όραμα του Τζέιμσον. Έναν ρεαλισμό που θα εμπνέει ξανά την Επιθυμία, έναν ρεαλισμό που θα διεγείρει από την αρχή το χαμένο κριτήριο του Αισθητικού. Έναν ρεαλισμό που θα παράγει ξανά ομορφιά (μορφή) στη θέση της ασχήμιας (α-σχήμα) και Ουτοπία στη θέση της Δυστοπίας.

 

Εγώ σ’ αυτή την κατεύθυνση δουλεύω. Κάμποσα χρόνια τώρα. Με οδηγό την Επιθυμία.


1]Bλ. ως προς τους μοντερνιστές, τη διαπίστωση του Tζωρτζ Στάινερ στο τέλος της Bαβέλ: «H Έρημη Xώρα, το Ulysses, τα Kάντο του Πάουντ, αποτελούν σκόπιμα assemblages, σοδειά από ένα πολιτισμικό παρελθόν που έδινε την αίσθηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. […] Όσοι έδειχναν εικονοκλάστες αποδείχτηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, αγχωμένοι επιστάτες που τρέχουν πάνω-κάτω μέσα στο μουσείο του πολιτισμού, αναζητώντας τάξη και καταφύγιο για τους θησαυρούς του, πριν έρθει η ώρα να κλείσει. […] Tο νέο, ακόμη και στη σκανδαλωδέστερη εκδοχή του, στήθηκε με φόντο τη γνώση και το πνεύμα της παράδοσης. O Στραβίνσκι, ο Πικάσο, ο Mπρακ, ο Έλιοτ, ο Tζόις, ο Πάουντ –οι “δημιουργοί του νέου”– υπήρξαν νεοκλασικοί, που συχνά έδειξαν τόση φροντίδα για τα προηγούμενα κανονιστικά πρότυπα όση και οι πρόγονοί τους κατά τον 17ο αιώνα» (George Steiner, AfterBabel, Aspects of languageand translation, Oxford Univiversity Press, Οξφόρδη, Νέα Υόρκη, 1998, 3η έκδ., σ. 490 – πρβλ. και την ελλ. μτφρ.: George Steiner, Mετά τη Bαβέλ, μτφρ.: Γρηγόρης N. Kονδύλης, επιμ.: Άρης Mπερλής, Scripta 2004, σ. 733 – η υπογράμμιση δική μας).

Andrey Remnev - (6)[2]Eπ’ αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στη φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες): «Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια το βράδυ».

[3] Βλ. εκτενέστατα επί του θέματος στο δοκίμιο του γράφοντος Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες, Ελληνικά Γράμματα 2006.

[4] Εκείνες που ανέλυσε θαυμάσια ο Ντάνιελ Μπελ στο βιβλίο του Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (Τhe cultural contradictions of capitalism, 1978).

[5] Φρέντρικ Τζέιμσον, «Afterword», στη σύμμεικτη έκδοση Aesthetics & Politics, Verso 1980.

.

Πίνακες: Alexej Alexejewitsch Harlamoff, Carl Heinrich Bloch, Andrey Remnev

.

Σημείωση: Ως εκ τούτου, η  λίστα στο παρόν μπλογκ των φιλοξενουμένων, όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, θα είναι εξαιρετικά μικρή. Δεκτές οι υποδείξεις, ωστόσο, όσων έχουν κοινά κριτήρια με αυτά του Άρη Μαραγκόπουλου, τα οποία συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς και με τα δικά μου. Δεν αποκλείεται να έχω χάσει κάτι αξιόλογο… Μου αρκούν και δύο καλογραμμένες παράγραφοι! Ως δείγμα… γενναιοδωρίας των κατεχόντων τα εκδοτικά. Διότι, ασφαλώς, και υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον που γίνονται αντιληπτοί ως… “ινδιάνοι” και πόσο μάλλον όταν απουσιάζουν… οι συστάσεις! Tα κείμενά τους δεν διαβάζονται καν. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η αλήθεια! H εκδοτική πραγματικότητα, στο πλείστο των περιπτώσεων, ασπάζεται τα κριτήρια της μη επιθυμίας και της δημοσιογραφικής ανάπλασης του κόσμου, που κάθε άλλο πάρα κόσμο συνιστά, καθότι α:κοσμος και α:τοπος!

.

.

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

Γιώργος Λίλλης, «H Δίκη» του Κάφκα… επίκαιρη

Γιώργος Λίλλης, H «Δίκη» του Κάφκα… επίκαιρη

Το αμάρτημα του Γιόζεφ στο μυθιστόρημα η Δίκη του Κάφκα είναι ότι δεν παραδέχεται το έγκλημά του. Ο ήρωας δείχνει με ποιο τρόπο μπορεί να εξαρθρωθεί με σχετική ευκολία το όριο του ατομικού με του συλλογικού, αλλοίωση μέσα στα πλαίσια του κόσμου, ο οποίος όχι μόνο μας περιβάλλει, αλλά και μας διαμορφώνει. Κάποιος πρέπει να παίξει το ρόλο του κακού, για να υπάρχουν καλοί, κάποιος πρέπει να καθοδηγήσει, για να υπάρχουν καθοδηγούμενοι, κάποιος πρέπει να νομοθετήσει, για να υπάρχουν τηρητές νόμων.

Το σύστημα, έκδηλα απορροφά και αφομοιώνει την ατομική ουσία, δεσμεύει την ελευθερία κινήσεων, καταχράται όσους αντιστέκονται.

Ο Γιόζεφ Κ δεν γνωρίζει το έγκλημα που διέπραξε. Οι υπόλοιποι όμως έχουν αποδεχθεί την άποψη ότι το διέπραξε. Από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία, ούτε και για τον ίδιο ακόμα, η συγκεκριμένη εγκληματική πράξη, αλλά η αποδοχή της ενοχής, η δημόσια κατάθεση ότι είναι πράγματι ένοχος και πως εκείνος δεν ήταν έτοιμος, ώστε να συνειδητοποιήσει το ειδικό βάρος που έπαιρνε η δίκη του, η απολογία του, η ίδια του η ζωή και ο αντίκτυπός της στη κοινωνία.

Δεν είσαι λοιπόν αυτός που πίστευες ότι είσαι, δεν είσαι ούτε καν αυτό που ονειρεύτηκες ότι είσαι, αλλά είσαι αυτό που οι άλλοι έχουν προσδιορίσει ότι είσαι.

Chiharu ShiotaMP0609_ART_003

Η προσωπικότητα του Γιόζεφ, η αδιάφθορη ψυχή του έχει πίσω από τις λέξεις έναν ευγενή δημιουργό, ο οποίος καλείται να απολογηθεί στον ίδιο του τον εαυτό και κατ΄ επέκταση στον ιδιωτικό χώρο όπου δρα αυτός ο εαυτός. Σαν τυφλός ξιφομάχος που προσπαθεί απεγνωσμένα να πετύχει το στόχο του. Αν ο στόχος αυτός δεν είναι ούτε καν προσδιορισμένος τότε η κατάσταση γίνεται πιο τραγική, αφού οι αντίπαλοι μπορεί να είναι πολλοί και οπουδήποτε. Ο Γιόζεφ Κ αυτοτραυματίζεται, αγωνιά, προσπαθεί να αποβεί σε μια καίρια κίνηση για να τον οδηγήσει σε συμπεράσματα τα οποία θα του δώσουν το έναυσμα να προσδιορίσει το περιβάλλον του και τον εαυτό του μέσα στο περιβάλλον του. Η αυτογνωσία είναι μια ψευδαίσθηση ή μια ετυμηγορία; Η διορατικότητα είναι ωριμότητα; Η αντισυμβατικότητα; Ποιος από εμάς τους δυο θα παίξει τον Γιόζεφ και ποιος τον φύλακα που τον συλλαμβάνει;

«Το μόνο που μπορώ τώρα να κάνω», σκέφτεται ο Γιόζεφ, «είναι να διατηρήσω ως το τέλος το μυαλό μου νηφάλιο. Επεδίωκα πάντα να αδράξω τον κόσμο με είκοσι χέρια, και μάλιστα για ένα σκοπό όχι και τόσο αθώο. Ήταν λάθος. Θ΄ αφήσω λοιπόν να με κατηγορήσουν ότι, έναν ολόκληρο χρόνο που κράτησε η δίκη μου, δε διδάχτηκα απολύτως τίποτα;»

Chiharu Shiota adee

Τα λόγια αυτά, λίγο πριν οι δύο φύλακες τον δολοφονήσουν, αποτελούν την κορύφωση της δραματικής γλώσσας του Κάφκα. Πόσο επίκαιρα λόγια στις μέρες μας. Σήμερα ζούμε στην Ευρώπη μια παρόμοια κατάσταση. Η πολιτική και το οικονομικό λόμπι μας φόρτωσαν μια ζωή που δεν θελήσαμε να ζήσουμε. Μια ζωή από δεύτερο χέρι. Και τώρα πληρώνουμε. Σε μια κοινωνία όπου η κοινή γνώμη παίζει τον ρόλο του δημοδιδάσκαλου, ποιος θα αντισταθεί; Ποιος θα αλλάξει ρότα ψάχνοντας σε άλλους δρόμους την ουσία της πραγματικής ζωής;

Αrtwork: Chiharu Shiota

http://www.thinkfree.gr/opinions/%CE%B7-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BA%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B7

 

Tags: ,

Image

Yves Bonnery, Ο ποιητής των σιωπηλών ήχων

Yves Bonnery, Ο ποιητής των σιωπηλών ήχων

Να λοιπόν ποια είναι για τον Μπονφουά η ουσία του ποιητικού φαινομένου: o Ἠχος. Όπως ένα όνειρο δεν το βλέπουμε με τα μάτια μας, αφού τα μάτια μας είναι κλειστά, κι εντούτοις τις εικόνες του, εικόνες τις λέμε πάλι, γιατί εικόνες είναι και ας μην απευθύνονται στα μάτια μας, έτσι υπάρχουν και ήχοι που δεν απευθύνονται στ’ αυτιά μας και άρα δεν ακούγονται με αυτά. Αμέσως, αμέσως η ποίηση είναι μια μηχανή που παράγει τέτοιους ήχους.

Yves Bonnery, Ο ποιητής των σιωπηλών ήχων, Μετάφραση: Μ. Καλεώδης, Περιοδικό Ποιητική.

Φωτογραφία: Catrin Welz Stein

 

Tags:

Image

Παύλος Μάτεσις

Παύλος Μάτεσις

– Oι κεντρικοί χαρακτήρες σας ωστόσο στο νέο βιβλίο σας διαθέτουν αρκετά χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που μπορούμε να αναγνωρίσουμε γύρω μας.

Τα στοιχεία της πραγματικότητας είναι το ένδυμα με το οποίο καλύπτεται ή καμουφλάρεται η ψυχή και αποτελούν σύνεργα του δημιουργού. Παράδειγμα: Σε ορατή και κοινότατη πραγματικότητα κινούνται οι ήρωες του Κάφκα. Επειδή, μας παραγγέλνει ο Ηράκλειτος, τα πέρατα της ψυχής δε θα τα μάθεις ποτέ, απ’ όποιο δρόμο και αν την περιτρέξεις, και επειδή το ορθό έργο αποτελεί κατάδυση στον ψυχικό χώρο ο οποίος είναι επικίνδυνος, γι’ αυτό και ο συγγραφέας που θα επιχειρήσει την κατάδυση, πρέπει να διαθέτει ψυχική υγεία και ισορροπία. Είναι λάθος να θεωρούμε τη διαταραγμένη πνευματική ισορροπία ως ευαισθησία και ταλέντο.

Παύλος Μάτεσις, απόσπασμα από μία συνέντευξή του για το Αλδεβαράν, εκδόσεις Καστανιώτη 2007

 

Tags:

Image

Ένα σχόλιο στον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ

Ένα σχόλιο στον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ

«Ο παράλογος άνθρωπος είναι ένα κλασικό έργο που γράφτηκε για το παράλογο και κόντρα στο παράλογο.Ο παράλογος άνθρωπος δεν έχει τίποτα να δικαιολογήσει». Ζαν Πολ Σαρτρ, για τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ.

Ο θάνατος – ήλιος: Ο ήλιος, που είναι η πηγή ζωής, παίζει εδώ το ρόλο του θανάτου. Και εδώ επομένως έγκειται η θεωρία του παραλόγου. Ο ήλιος διατρέχει όλο το έργο. Στην ακολουθία της πομπής της μητέρας του ο ήλιος είναι τόσο διαπεραστικός, που δυσκολεύει όλους αυτούς που την ακολουθούν. Λίγο πριν από το φόνο του Άραβα, ο ήλιος είναι αυτός που αποκλείει την επιλογή της επιστροφής του ήρωα στη σωτηρία του. Παρουσιάζεται ως ο αναπόδραστος παράγοντας για το αναπόφευκτο. Πυρώνει το βλέμμα του και τυφλώνει την σκέψη του. Η κυριολεκτική τύφλωσή του γίνεται και μεταφορική. Ο ήλιος είναι τόσο κυρίαρχος και η παρουσία του είναι τόσο καταλυτική που εύλογα κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι αν το έργο διαδραματιζόταν χειμώνα, τίποτα απ’ αυτά δεν θα συνέβαιναν στον ήρωα. Η λάμψη του ήλιου είναι αυτή τέλος, που ο ήρωας αναζητά μέσα στη φυλακή. Εκεί πλέον ως σωτηρία, ως αίσθηση ελευθερίας.

Έφη Παυλογεωργάτου

Το απόσπασμα προέρχεται από τον παρακάτω σύνδεσμο, όπου μπορείτε να βρείτε όλη τη σημειολογία του θανάτου σε ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας:

http://www.logotexnia.net/index.php?option=com_content&view=article&id=56%3A–l-r–&Itemid=55

 

Tags:

Image

Παρανοϊκός ιδεασμός

Παρανοικός ιδεασμός

H συνομωσιολογία είναι μια δημοφιλής ενασχόληση, διότι η ιστορία είναι γεμάτη συνομωσίες, έλεγε ο Oυμπέρτο Έκο. Έτσι κι εμείς οι ελαφρώς παρανοϊκοί άνθρωποι χρειαζόμαστε μία με δύο επιβεβαιωμένες συνωμοσίες το εξάμηνο προκειμένου να μπορέσουμε να επιβιώσουμε χωρίς να χρειάζεται να αμφισβητήσουμε την ψυχική μας υγεία. Το άλλο πρόβλημα με τις συνωμοσίες είναι πως η χαρά της ανακάλυψης, είναι αντιστρόφως ανάλογη του X factor τους. Όπου X factor, βάλτε το πόσο απίθανο είναι να πιστέψουν οι κανονικοί άνθρωποι την ιστορία σας. Έτσι, δυστυχώς, η σημερινή μας συνωμοσία έχει χαμηλό X factor, αν και παρόλα αυτά θα φέρει τους πιο “αθώους” από εσάς στο στρατόπεδό μας. Κι έτσι παρέα με κάποιους άλλους συνομωσιολάγνους συντρόφους στο adslgr.com σας προσφέρουμε την εξής ιστορία.

http://www.techiechan.com/?p=217

 

Tags:

Image

Μποστ

Κόστα μου,

Με μεγάλη χαρά σού αναγγέλω την απονομή του Νόμπελ στο Σεφέρη. Επικρατέστεροι υποψήφιοι ήσαν δύο. Ο Σεφέρης και ο Χιλιανός ποιητής Νερούντα, ο οποίος όμως απεκλείσθη ως αναρχοκουμουνιστής. Είναι το πρώτον Νόμπελ που εισπράττει η Ελλάς, μετά το Όσκαρ το δικό σου. Προς στιγμήν, δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Ήταν τόσο μεγάλη η τιμή, που μας εφαίνετο απίστεφτον. Συνηθισμένοι να μας περιφρονούν οι Τούρκοι, Άγγλοι και Αμερικανοί, όχι μόνον εις την Ποίησιν αλλά και εις άλλα ζητήματα, εξεπλάγημεν δια την Σουηδικήν αβρότητα. Κυκλοφόρησαν πολλαί κακοήθεις διαδόσεις ότι δηλαδή εστάλη λανθασμένον Σουηδικόν τηλεγράφημα, αναφέρον ότι το βραβείον λαμβάνει ο Σεφερούντα και όχι ο Σεφέρης, και ο ίδιος ο ποιητής προς στιγμήν εκλονίσθη.

Η συνέχεια στον παρακάτω σύνδεσμο

http://www.sarantakos.com/asteia/mpost/allhlosefer.html

 

Tags: