RSS

Tag Archives: Ελληνική πεζογραφία

Image

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

O Δημήτρης μου αγαπούσε ανέκαθεν τα σκυλιά. Κάθε φορά που είχε άδεια, ερχόταν λιγότερο για να δει εμάς και περισσότερο για να παίξει με τη Χιόνα. Της είχε μάθει διάφορα κόλπα: της πετούσε μια παντόφλα στην αυλή και πήγαινε τρεχάλα και του την έφερνε. Της έλεγε «Σούζα!» κι αυτός ο σατανάς σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και δεν κατέβαινε επ’ ουδενί λόγω αν δεν της έλεγε «Κάτω». Τύφλα να ’χουν τα σκυλιά των τσίρκων. Μα η στρίγκλα η νοικοκυρά δε χώνευε σκυλιά. Άρχισε την γκρίνια: τη μια παραπονιόταν πως είχε τσιμπούρια, την άλλη πως είχε εχινόκοκκους. «Βασιλάκη!» φώναζε στο γιο της επιδεικτικά για ν’ ακούσω εγώ.  «Έλα, παιδί μου, απάνω, μην πας κοντά σ’ αυτό το κοπρόσκυλο και κολλήσεις χιονοκόκκους!…» Γκρίνιαζε ότι πήγαινε το σκυλί και κατουρούσε στο περιβόλι και μαραινόντουσαν οι ήλιοι της. «Τι ήλιους και κουραφέξαλα κάθεσαι και μου συζητάς, κυρία Μαργαρίτη μου, της λέω μια μέρα. Σε κουβέντα δηλαδή να βρισκόμαστε; Φτάνει ήλιος μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για ν’ αναπτυχθούνε ήλιοι;» Για να μη νομίζεις, κυρία μου, είπα μέσα μου, πως είσαι μόνον εσύ έξυπνη και κάνεις πνεύμα και λογοπαίγνια. Στο τέλος μ’ απείλησε πως αν δεν το ’διωχνα, θα του ’δινε φόλα. «Ας τολμήσει να του δώσει φόλα», μου λέει ο Δημήτρης όταν του το ’πα, «και θα δει πόσ’ απίδια έχει ο σάκος!» «Kράτα το νταηλίκι σου για τον εαυτό σου, παλικαρά μου!» του λέω. «Δεν έχω όρεξη για μπελάδες. Αρκετά έχεις κηλιδώσει το μητρώο σου . Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ξέρω εγώ να σ’ τη συγυρίσω».

.

.

aleah Chapin This-and-That-2012-Oil-on-canvas-30-x-30-inches

.

H κατάλληλη στιγμή δεν άργησε νά ’ρθει. Μια μέρα είχε βγει στη σκάλα της υπηρεσίας και μου ’ψελνε τον αναβαλλόμενο. «Δεν μπορούμε πια να ησυχάσουμε μ’ αυτό το βρωμόσκυλο!…» και τα λοιπά και τα λοιπά. Στην αρχή έκανα τον κουφό. Μα όταν είδα ότι ήθελε σώνει και καλά να της απαντήσω, βγαίνω στην αυλή, σηκώνω τη ρόμπα μου, και δε φορούσα ούτε βρακί από κάτω, και της αμολάω μια πορδή, πρρρ!!! Πού τη βρήκα, βρε Νίνα μου; Ούτε παραγγελιά να την είχα. Και της λέω: «Iδού η απάντησίς μου, κυρία Μαργαρίτη μου, και εις την μητρικήν σας γλώσσα!» Kαι μπαίνω μέσα και της χτυπάω την πόρτα στα μούτρα…

«Το ’κανες αυτό, βρε κυρα-Eκάβη; Σήκωσες τη ρόμπα σου;»

.

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, σελ. 111-112, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

.

Πίνακες: Aleah Chapin

.

.

.

.

.

.

.

 

Tags:

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν μία εικοσάχρονη σπιρτόζα δεσποινίς, που έτρεχε πίσω μας σκύβοντας και συλλέγοντας ό,τι ξεχνούσαμε από απροσεξία να μας υπενθυμίζει στα πατώματα. Προσωπικά, βεβαίως, αν και εκτιμούσα την εργασία και το αξιομνημόνευτο φιλότιμο —που υπήρξαν πραγματική επένδυση του οβολού μας,  ήταν πολύ  επίμονη σε όλους τους λεκέδες και στα άλατα—, της είχα απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την παρκετίνη. Είχα βρεθεί πλειστάκις φαρδύς πλατύς και με τη μύτη μου χωμένη να συγυρίζω τη μούρη μου στα μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια του πατέρα, που ομολογουμένως δεν είχαν γνωρίσει τέτοιο θάμβος ποτέ στο παρελθόν. Από την άλλη όμως, αν και συνειδητοποιούσα τη θαυμαστή παρεκτροπή, ότι τα υποδήματα είχαν λάβει στο μυαλό του μια θέση που δεν απέδωσε ποτέ αυτός στον εαυτό του, θα προτιμούσα να με κατάπινε το πάτωμα από το να υπόκειμαι σε τέτοιες ταπεινώσεις και σε αυτή την ηλικία. Είμαι αδιάφορος για κάθε ψυχική ανάταση που με βουλιάζει, και γίνομαι σκληρός.

.

Αλλά, όπως και να έχει, την είχαμε προσλάβει ν’ απολυμαίνει τη σιωπή, καθότι υποχόνδριοι, οφείλω να το υπογραμμίσω. Εγώ, κυρίως, είχα μεγάλες ενοχλήσεις που είχαν παρεκτραπεί σε αϋπνίες από το τρίξιμό της, που έκανε γωνία με την κρυφή πόρτα πίσω απ’ το ερμάρι όπου φυλάω τ’ ασπρόμαυρά μου πανωφόρια. Στην πραγματικότητα, μιλάμε για ασπρόμαυρες γιγαντοαφίσες επώνυμων προσώπων σε άριστης ποιότητας χαρτί, που η επινοητικότητά μου με βοήθησε να τις μετατρέψω σε ενδύματα, σκεπτόμενος πως έτσι κι αλλιώς, αφού όλα θα λιώσουνε μια μέρα, όλοι οι νεκροί μας είχαν την ίδια τύχη, θα ’ταν ανώφελο να μπαίνω στον κόπο ν’ αντιμάχομαι με υλικά το χρόνο. Η μόνη ελαστικότητα που επιδείξαμε με αυτούς ήταν ότι τους επιτρέπαμε, έως τη μέρα που είχαμε την Κάντια, ν’ αράζουν τον ύπνο των σκιών τους στη σκάλα υπηρεσίας, Κάντια, την είχαμε προειδοποιήσει, να προσέχεις τις καταβάσεις στη σκάλα υπηρεσίας, κι εκείνη (πού να σας είχα να το βλέπατε!) πόσο σφριγηλά λιβάνιζε τη σφουγγαρίστρα τριγύρω από την εν αναπαύσει οικογένεια. Μόνον που, καθισμένος στο κεφαλόσκαλο, ο παππούς έστριβε πάντα το τσιγάρο του, και οι αγκώνες δυσκολεύανε τα αεράτα περάσματα της Κάντια∙ οι υπόλοιποι, σε ύπτια θέση, ήταν συνεπείς και δεν μας ενοχλούσαν, άλλαζαν θέση προφανώς τις νύχτες, παίρνοντας στα μουλωχτά εξεζητημένες στάσεις — έχω υποψίες από κάτι θροΐσματα ανάληψης που επισκέπτονταν τους εφιάλτες, όταν γυρνούσα μπρούμυτα στο στρώμα για να τους κόψω το κεφάλι.

John Atkinson.jpg!BlogΠάντα είχα ήσυχους εφιάλτες, μόνον λίγες φορές στίλβωναν το σεληνόφως, με αποτέλεσμα να πέφτει καρβουνιασμένο φως στη σκάλα υπηρεσίας. Ορέστη, με ρωτούσε πού και πού η Κάντια, φόρεσες μήπως απόψε τις αφίσες και κατέβηκες τη σκάλα υπηρεσίας; Άκουσα τον παππού να σου μιλάει. Όχι, απαντούσα, είχε αλλήθωρη βάρδια το φως και ο παππούς έριχνε τη σκιά του στο φεγγάρι∙ σ’ αυτές τις περιπτώσεις, Κάντια, ο παππούς κάνει ερωτήσεις για το πότε θα πεθάνει, καθόλου δεν κουνήθηκα απ’ τη θέση μου εγώ. Τι να ’λεγα; 

Ήταν πραγματικά υπέροχη η Κάντια, ίσως βοηθούσε κι ο ελαφρύς της σκελετός, τ’ ανύπαρκτα στήθη και η ανασηκωμένη της μυτούλα, συντονισμένη με τους λεπτούς της αστραγάλους και την εύρωστη καμπύλη των πελμάτων, που της επέτρεπαν να κάνει υπερβάσεις στη σκουριασμένη μπάρα της σκάλας υπηρεσίας. Ο παππούς τής έδινε κάποτε το χέρι για ένα βαλς, που το καθοδηγούσε με το πνεύμα του καπνού, κάνοντας σβούρες πάνω από τους άλλους συγγενείς μας. Εκείνη έκανε και πιρουέτες, αγγίζοντας με το μεγάλο δάχτυλο τα στόματα της οικογένειας, που τότε άνοιγαν όπως μικρή τρύπα κουμπαρά, για να ψευδίσουν μικροκακίες, μειδιάζοντας γλυκά μπρος στη χορευτική νέκυια που σπαρταρούσε στις πατούσες του ωραίου ζευγαριού.

Ίσως η Κάντια να με μιμούνταν κιόλας, ήταν παρατηρητική και δεκτική στα νέα μηνύματα, καθότι εγώ από παιδί ήμουν συνηθισμένος να κινούμαι, χωρίς να ενοχλώ, με μαθηματική ακρίβεια όταν ανεβοκατέβαινα τη σκάλα υπηρεσίας — κυνηγούσα τις γάτες με σφεντόνες τρέχοντας πάνω κάτω και κάνοντας το σιδερένιο σκελετό να τρεμουλιάζει, έσπαζα αυγά, διότι μου άρεσε πολύ ο ήχος που έκαναν τα τσόφλια, κυρίως απολάμβανα το χρώμα του κρόκου πάνω στις σκουριές, ξέσκιζα σε κομματάκια λευκές χαρτοπετσέτες κι έπαιζα «χιόνι», και τ’ ωραιότερο απ’ όλα, αμόλαγα πολύχρωμους χαρταετούς στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στον παππού.

John Atkinson .jpgJohn Atkinson

Είχε πεθάνει πριν γεννηθώ εγώ, αλλά, όταν κόψανε το λώρο, μαζί μ’ ένα τρενάκι, ένα αρκούδι κι έναν πλαστικό στρατιώτη, κουβάλησαν και την κορνίζα του παππού στο παιδικό δωμάτιο, κι έτσι θεώρησα πως η ασπρόμαυρη φωτογραφία που ’βλεπα κρεμασμένη απέναντι από το παιδικό κρεβάτι  ήτανε παιχνίδι. Όσο μεγάλωνα, επειδή θαύμαζα πολύ τα πλατιά και δυνατά του δάχτυλα, που έγερναν στην αριστερή γροθιά του με ευγένεια, χαρίζοντας θαλπωρή και ασφάλεια στα χέρια, νόμιζα πως κρατούσε όλον τον κόσμο εκεί μέσα (αλλά κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως μ’ εμπόδιζε να βλέπω την εικόνα των ανθρώπων), ήθελα να κάνω εντελώς δικό μου τον παππού και, επειδή δεν επιτρεπόταν να παίρνουμε τα πράγματα των άλλων, σκεφτόμουν πως έπρεπε να πεθάνω εγώ, για ν’ αποκτήσω ό, τι μου άρεσε πολύ,  κι έτσι έβαζα στις πρίζες τα δικά μου — είχα την εντύπωση ότι, πιέζοντας την τρύπα, θα έπαιρναν το σχήμα των δαχτύλων του παππού. JOHN ATKINSON 4Όταν έσπασε η κορνίζα που είχα στο δωμάτιο, ένα βράδυ που ονειρευόμουν ότι η γάτα έπαιζε σφεντόνα μες στο σπίτι κι εμένα η μαμά με τιμωρούσε, επειδή αρνούμουν πεισματικά να φάω το αυγό μου και είχα μεγάλο άγχος, διότι ήταν αδύνατον να δραπετεύσω από τα χέρια της, καθώς η κουζίνα ήταν αποκλεισμένη από χιόνι, εκείνο, λοιπόν, το βράδυ κάποιος τον έβγαλε στη σκάλα υπηρεσίας, κι άλλαξε ο παππούς νεκροτοπίο. Ίσως να ήταν και καλύτερα, διότι οι νεκροί έχουν κι αυτοί ανάγκη από αέρα. Το σπίτι μας βρίσκεται σε ύψωμα και βασιλεύει μεγαλόπρεπα κι απεγνωσμένο,  όπως σ’ όλα τα παραμύθια, είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτήν τη τιμή της απομόνωσης, μας φέρει πιο κοντά στα ανθρώπινα λόγω της απόστασης από τη χλαλοή της μεγαλούπολης. Δεν έχουμε σχέσεις με κανέναν. Αυτός κάπνιζε, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! μου ψιθύριζε με κείνο το γάργαρο χαμόγελο, που έκανε τους χαρταετούς μου να θροΐζουν και το ρυάκι του καπνού του ν’ ακολουθεί παράλληλα το νήμα,  είχα ασκηθεί πολύ στον έλεγχο των ουρανών που ανοίγονταν όχι μόνον στον ορίζοντα αλλά και κάτω από τα πόδια. Συνέβη όμως. Και διώξαμε την Κάντια.

John Atkinson

Από μία ανεξήγητη παρόρμηση και λόγω αϋπνίας, άνοιξα το ερμάρι που οδηγεί στη σκάλα υπηρεσίας, ένα βράδυ της προηγούμενης βδομάδας, ντύθηκα τις αφίσες μου, για να γλιτώσω από την ψύχρα, και στάθηκα στο κεφαλόσκαλο της σκάλας. Ο παππούς κοιμόταν.  Εγώ ασπρόμαυρος κι επώνυμος, πολύ σοβαρός κι αναίσθητος, δεν αισθανόμουν τίποτε απολύτως, μάλλον χλωμός επίσης —διότι η Κάντια εκείνη την ημέρα δεν είχε απολυμάνει μόνον τη σιωπή, αλλά είχε γυαλίσει επιπλέον κι όλα τα δάκρυα που βάζουμε στις θήκες απ’ τα μαξιλάρια για να σκεβρώνουνε οι σβέρκοι, ήταν μια άχρωμη μέρα, δηλαδή, που μ’ είχε εξουθενώσει—, ξεκίνησα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια ένα ένα. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, παρά το γεγονός πως έκανα προσπάθειες να μην ακούγονται τα βήματα, εγώ δεν ακουγόμουνα καθόλου, πράγμα που πρέπει να σημαίνει πως επιδιδόμουν ματαίως στην προσπάθεια. Ήταν σαν να μην ήμουνα εκεί, αλλά σε είδα, Λευκοθέα, κι ας κρυβόσουν. Μου είχαν πει να μην πιστεύω στα φαντάσματα, κι όντως δεν δίνω στις φαντασιοπληξίες σημασία, όταν βλέπω ταινίες τρόμου συχνά γελάω με τα εφέ, αλλά ήσουν εκεί, και δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς ήσουν εσύ, που έτσι κατάματα με κοίταζες μέσ’ απ’ τα φυλλώματα, λες και με κρυφοκοιτούσες και πρόβαλλαν χέρια απ’ τα μάτια να μ’ αγκαλιάσουν ή να με πνίξουν, σκέφτηκα. Προς στιγμήν μού πέρασε η ιδέα πως τρελάθηκα. Λευκοθέα, είπα απαλά, να επιβεβαιώσω πως μ’ ακούς και πως δεν είχε πάθει κάτι το μυαλό μου. Ορέστη, απάντησες, μ’ ένα πυκνό σπάσιμο στα μάτια, ήξερα, λοιπόν, πως ήσουνα εκεί, διότι αλλιώς τα βλέφαρα δεν θα είχαν λόγο να προβούν σε μία τέτοια εξεζητημένη σύσπαση. Ήθελες, Λευκοθέα, να με καταπιούνε οι βολβοί σου, αλλά όμως εσύ προέβης σε κάτι εξυπνότερο, πάντα θα δήλωνες αθώα. John Atkinson 3Πήρες, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, λίγη σκουριά από τη σκάλα υπηρεσίας κι άρχισες να τρίβεις το αλαβάστρινο της μίας παρειάς σου τόσο νωχελικά, που από ευγένεια το ένα μάγουλο υποχωρούσε και το κατάπινε η νύχτα, ώσπου απέμεινες, Λευκοθέα, πρόσωπο μισό. Το άλλο σου μισό το φώτιζε η σελήνη. Εδώ και τρία χρόνια έσβηνες κι από το τελευταία σωθικό, που μαρτυρούσε πως ήσουν παρούσα στην ψυχή μου, σε είχα αναγκάσει να πεθάνεις, Λευκοθέα! Αλλά εσύ, έτσι στεκόσουν ακόμα ζωντανή, ήσουν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Σου πάνε, Ορέστη, τα ρούχα που φοράς, είπες, κι εξαφανίστηκες.

Έμεινα εκεί όλο το βράδυ να κάνω παρέα στον παππού και να κρατάω τσίλιες μήπως αλλάξουν πλευρό οι πεθαμένοι και μου ζητήσουνε κι αυτοί τα ρέστα χωρίς λόγο. Σκέφτηκα πως έφταιγε η Κάντια γι’ αυτό κι όλες οι οικιακές της εργασίες, μαζί με την υπηρέτρια είχα πιάσει μεροκάματο κι εγώ να διανύω τις προσωπικές νεκραναστάσεις μου —άλλοτε σε δολοφονούσα κι αυτοκτονούσα, όταν η Κάντια έκανε γενική στο σπίτι, άλλοτε σε σκότωνα κι ένιωθα τόσο χαμερπής κι απαρατήρητος, που σε ανέσταινα ύστερα από λίγο, για να με δολοφονήσεις με τη σειρά σου εσύ και να πατσίσουμε στις ενοχές μ’ αυτόν τον τρόπο, η Κάντια έκανε εκείνες τις φορές λαμπίκο τους καθρέφτες∙ άλλοτε μας κρατούσα με το ζόρι και τους δυο μας ζωντανούς μες σ’ έναν κλίβανο απόγνωσης, και είχα αϋπνίες, έκανα ολονυχτίς βάρδιες στο σώμα από φόβο μη και σε κάνα ανάποδο συγύρισμα του ύπνου σωριαστούμε σκοτωμένοι κάτω απ’ το κρεβάτι και οι δυο μας— κι όλ’ αυτά ακολουθώντας την υπηρέτρια πάντα κατά πόδας, καθ’ όλη τη διάρκεια, Λευκοθέα, που έπαιζα στη σκάλα υπηρεσίας τούτο το παιχνίδι. Ώσπου αποφάσισα πως σε συρρίκνωσα στο σώμα, όταν κατάλαβα ή, μάλλον, ένιωσα πως δεν θα επέστρεφες ποτέ, κι άφησα την Κάντια να κάνει τη δουλειά της, να ανεβοκατεβαίνει μοναχή τη σκάλα υπηρεσίας.

John Atkinson autumn-john-atkinson-grimshaw

Εγώ αποδέχθηκα με γενναιότητα πως ήμουν ένα αναμνηστικό απλώς της ιστορίας, που ’χε περάσει στην άλλη όχθη, και κάπου κάπου το έφερνα στο νου, όπως τα θρίλερ, και γελούσα, τότε ήταν που αποφάσισα να φτιάχνω ρούχα τις αφίσες. Τα είχα όλα αποδεχθεί, καμία πολυτέλεια ενδυμάτων δεν με συγκινούσε, άλλωστε δεν βγαίνω κι απ’ το σπίτι, μόνο για να συλλέγω τις αφίσες και για κάνα περίπατο στον περιποιημένο κήπο, που οδηγεί η σκάλα υπηρεσίας.  Είπα ασπρόμαυρο… ασπρόμαυρο, Ορέστη… έτσι είναι! Θα ζεις με τις αφίσες, η Λευκοθέα τέρμα, ο παππούς στη σκάλα θα καπνίζει δίπλα στην παρέα του, η μητέρα θα μπουκώνεται μ’ αντίδωρα και θα ’χουμε ησυχία, ο πατέρας, με τα μαύρα καλογυαλισμένα του παπούτσια, θα μας κάνει την τιμή ν’ ασκούμαστε στις επικύψεις προσκυνήματος να μη σκεβρώνουμε εδώ μέσα,  η Κάντια φύλακας κι ευεργέτιδα των σιωπών, το σφουγγαρόπανο οικόσημο στη βρώμα που μας τρώει. Όλα τακτοποιημένα.

JOHN ATKINSON1882

Εντάξει, κύριοι! Eντάξει, τι διάολο θέλετε να κάνουμε, αφού δεν έχουμε άλλον τρόπο να μας τακτοποιήσουμε σμπαραλιασμένους κι όπως πρέπει! Και τι σας νοιάζει άλλωστε; Σας ζητήσαμε χρήματα, σας επιβαρύναμε με επισκέψεις και κεράσματα, σας κρίναμε, σας πήραμε τη θέση στο Δημόσιο, σας κλέψαμε χωράφια, σας δείραμε, σας ζητήσαμε να παρέμβετε σε θέματα που αφορούν την οικογένεια, δεν ψηφίσαμε κατά συρροήν κι όλες τις κυβερνήσεις σας, δεν είμαστε νομοταγείς;  Θα πρέπει, κύριοι, που όλο και κάτι θα κρυφολέτε πίσω από τις πλάτες μας,  γιατί σας ξέρω, να είμαστε μέγα υπόδειγμα για σας που έχουμε διευθετήσει τα θέματα των μνημοσύνων τόσο ευπρεπώς, και μάλιστα διακριτικά  στο σπίτι … στο  σπίτι  μας, ακούτε; Εμείς δεν κυκλοφορούμε όπως κι όπως μες στους δρόμους, ούτε άστεγοι είμαστε ούτε φτωχοί ούτε μετανάστες ούτε τύποι φασαριόζοι. Μήπως ο παππούς σας ενοχλεί; Απαντήστε!

_John_Atkinson_Lovers_in_a_wood_by_moonlight_1873_oil_on_card-largeΜόνον η μητέρα συχνάζει στις περιφορές των επιταφίων και των εικόνων, αλλά ευπρεπώς και οπωσδήποτε μας αντιπροσωπεύει σε θέματα πίστεως και αρχών μ’ όλη τη σοβαρότητα και την αγχίνοια που έχει εδραιώσει παγκοσμίως τις πίστεις αιώνων και τις προσωπικές μας πεποιθήσεις ως εκ τούτου. Είμαστε λαοφιλείς και δημοκράτες! Είμαστε βαθιά ευλαβείς κι ευγνώμονες σε ό, τι μας στεριώνει ηθικούς και ανεπηρέαστους από ρεύματα πρόσκαιρα κι επαναστατικά κινήματα. Μόνον τα φίδια αλλάζουνε τομάρι, όχι εμείς, κι αν μη τι άλλο, πρέπει να αποδεχθείτε την ευτολμία χαρακτήρος που μας διακρίνει, για να διατηρούμε το απαραίτητο ψυχικό σθένος, που εδραιώνει και την πνευματική μας καθαρότητα. Αντέχουμε, σμπαραλιασμένοι, αλλά αντέχουμε,  κι έτσι δεν συμμετέχουμε ούτε σε συνάξεις σε μπαρ, διαδηλώσεις με αμφίβολο πάντα αποτέλεσμα και, εν γένει, σε συγκεντρώσεις που προκαλούν κοινωνικούς ερεθισμούς και παρεξηγήσεις μεταξύ ανθρώπων, που στην ουσία δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε, εάν πάρει κανείς τις αποστάσεις απ’ τον εαυτό του. Προς τι όλες αυτές οι φασαρίες; Είσαστε ηλίθιοι ή κερματοδέκτες αντιποίνων; Δεν είμαστε γκεστάπο να παρακολουθούμε τι γίνεται στον κόσμο ούτε πολεμοχαρείς, είμαστε ήπιοι κι εμείς και οι νεκροί μας, αφού ούτε καν νεκροταφείο, κύριοι, δεν ζητήσαμε, τους κρατήσαμε δίπλα μας, να μη  φορτώνουμε τον κόσμο μ’ άλλα απομεινάρια.  Είμαστε νοικοκύρηδες! Κι αυτό τα λέει όλα! Νοικοκύρηδες!

Δεν το περίμενα όμως, Λευκοθέα, να σε δω. Δεν φανταζόμουν να με συλλάβω τόσο ασπρόμαυρο να καταρρέω σκονισμένος από τα ροκανίδια της φιγούρας σου στη σκάλα υπηρεσίας, και, μάλιστα, την ώρα που ο παππούς δεν κάπνιζε τσιγάρο. Κάπως θα με προστάτευε λίγο ο καπνός του, ίσως και να με τύλιγαν τα δαχτυλίδια, να υψωνόμουν σαν τους παλιούς χαρταετούς μου, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! ν’ αγγίξω το μάγουλό σου που ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι, να το ξεπλύνω, να σε δω ολόκληρη στο πλάι του, ολόλευκη. Έτσι, για χάρη κι εξαιτίας σου, απολύσαμε την Κάντια, και από τότε καταργήσαμε τη σκάλα υπηρεσίας, Λευκοθέα!

Πίνακες: John Atkinson

 

 

 

 

Tags: ,

Image

Ανδρέας Εμπειρίκος, Tα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων, Αργώ ή Πλους αεροστάτου

Paris 8Αίφνης, ο καβαλλάρης σήκωσεν ολίγον την κεφαλήν του, διά να ιδή το πρόσωπον της ασπαιρούσης νεάνιδος, της οποίας η έκφρασις ήτο εκστατική, όπως και προ ολίγου, όταν, ακουμπισμένη στον κορμόν του δένδρου, ητένιζε τον ουρανόν με τα μάτια της άνω εστραμμένα. Την στιγμήν εκείνη, ο ιππεύς, επιθυμών διακαώς να ασπασθή την ηδονιζομένην κόρην, παραμέρισε εν σπουδή τον κεφαλόδεσμόν του, δια να ελευθερωθούν τα χείλη του. Έτσι απεκαλύφθη τελικώς το πρόσωπόν του. Ρίγος ισχυρόν συνεκλόνισε τον καθηγητήν της ιστορίας. Αλλά την στιγμήν ακριβώς που επρόκειτο να εκσπάση εις αράς και κατάρας, μεμφόμενος εκ νέου τον εαυτόν του, ήκουσε να θροΐζουν πλησίον του τα φύλλα των δένδρων και να τρίζουν τα κλαριά, σαν να είχε σηκωθή, αιφνιδίως, άνεμος δυνατός. Ο ντον Πέντρο έστρεψε την κεφαλήν του να ιδή τι συμβαίνει. Ένα πλάσμα ευρύστερνον, ένα δασύμαλλον και ηλιοκαές πλάσμα στιβαρόν, με μάτια γαλανά εκτάκτου και εκθαμβωτικής στιλπνότητος, σταμάτησε πίσω από τους θάμνους, εις μικράν απόστασιν από τον εξώστην, και τον εκοίταξε καρφωτά, με ένα παράξενο πλατύ μειδίαμα στα χείλη. Ανάμεσα από τα σκέλη του ξεφύτρωνε σαν ογκώδης ωρθωμένη ράβδος, μέσα από κόκκινες τρίχες σγουρές, ένα μεγάλο και βαρύ πέος σηκωμένο, βαρύ και ωστόσο ελαφρύ συγχρόνως, ένα μεγάλο πέος με πορφυρένια κεφαλή. Έπειτα σαν ξαφνικό ραγάνι που ξεσπά σε πλήρη νηνεμία, ή σαν φωνή αλέκτορος που διακόπτει απότομα τη σιγαλιά ενός κάμπου, ξέσπασαν γέλωτες σαν ήχοι από πνευστά και επανωτές κραυγές θριάμβου. Για ένα λεπτό σταμάτησε ο Παν.

redon.eye-balloonΈπειτα, με ένα πελώριο πήδημα, δρασκέλισε τους θάμνους και εξηκολούθησε το δρόμο του, με απίστευτα σκιρτήματα και αφάνταστες ιαχές. Ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ, που ευρέθη προ ενός λεπτού εις το μεταίχμιον της λιποψυχίας, εις το μεταίχμιον της αυτοκατηγορίας, ησθάνθη πάλι το αίμα του να σφύζη σαν σίφουνας θερμός, και ρίχνοντας γύρω του μια ματιά, με το ηράκλειον σώμα του ωρθωμένο, με το μεγάλο πέος σηκωμένο, με τα ρουθούνια του διάπλατα ανοικτά, εκραύγασε εις την σιγήν του κτήματός του, ενώ η ψυχή του ανέβαινε στα χείλη του: «Kαρλόττα μου! Καρλόττα μου! Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» και έξαλλος ώρμησε προς τα χωράφια, με γέλωτας, με ιαχάς.

                                    

                                     Πίνακας: Odilon Redon

Ανδρέας Εμπειρίκος, Tα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων,Αργώ ή Πλους αεροστάτου, σελ. 85- 87. Εκδόσεις Άγρα 2012. Εισαγωγή- επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης

.

 

Tags:

Image

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Μελετούσα τότε πολύ. Και μολονότι είχα αποτραβηχθεί από κείνο το ανεκδιήγητο μουσικοθρησκευτικό σύλλογο, οι λέξεις εξακολουθούσαν να είναι για μένα τα μόνα υπάρχοντά μου, ο μόνος τρόπος που ερχόμουν σε κάποια επαφή με τα πράγματα. Μ’ αυτές άγιαζα και μ’ αυτές αμαρτούσα. Δε φρόντιζα καθόλου να τις επιβεβαιώσω και μερικές, αλίμονο, δε θα τις επαληθεύσω ποτέ. Όταν έπιανα στο χέρι μου λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες, αμέσως άνοιγα τις λέξεις τις αμαρτωλές. Νομίζω πως η τάση μου αυτή δεν ήταν από ψυχική φθορά ή παρακμή, προερχόταν μάλλον απ’ τη φοβερή ηλικία. Είχα βρει κι εγώ κάποια διέξοδο, μια κι είχα τόσο τρομοκρατηθεί για τις πράξεις.

Θα ’ταν κατά το τέλος της περιόδου αυτής, όταν σταμάτησα μια μέρα εκστατικός μπροστά στο λατινικό ρήμα munio, που σημαίνει οχυρώνω, προφυλάγω, σκεπάζω. Ο ήχος του, μα και το νόημά του, μου έκαναν εντύπωση βαθιά. Δεν το ομολογούσα όμως σε κανέναν απ’ τους ελάχιστους γνωστούς ή φίλους μου. Ruth ORKINΦύλαγα ζηλότυπα το εύρημά μου, αμαρτάνοντας διαρκώς μαζί του πνευματικά. Ακόμα και στον ύπνο μου ψιθύριζα  με αγαλλίαση τους αρχικούς χρόνους: munio, munivi ή munii, munitum, munire. Και δώσ’ του κάθε τόσο να κοιτάζω τη γραμματική για πώς κλίνεται το ένα και το άλλο, με αποτέλεσμα την τέταρτη συζυγία να τη μάθω καλύτερα απ’ όλες τις άλλες. Πάντως, ο νους μου δεν πήγαινε στο κακό ή σε τίποτε συγκεκριμένο. Λίγο αργότερα, όταν άρχισαν εναντίον μου οι ερωτικές επιθέσεις και οι προξενιές, το ρήμα αυτό το έκανα μυστηριωδώς αμυντικό σύνθημά μου, όχι βέβαια για τον ήχο του μα για την έννοια του. Μόλις πρόφερα μυστικά munio, όλα τα κακά θαρρείς και διακορπίζονταν από μπροστά μου.  (…) Πάντως ωραίος δεν ήμουν για να πολυπιστέψω πως με επιθυμούσαν όλες αυτές που μου ρίχνονταν. Άλλωστε,  μου το λέγαν πλάγια κι οι ίδιες, όταν κάθε τόσο δήλωναν πως στον άντρα η ομορφιά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Επομένως άλλα προσδοκούσαν. Κι όμως εμένα τίποτε άλλο δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Μόνον αν έβλεπα στα μάτια τους την αληθινή ερωτική λάμψη, θα παρατούσα ίσως και τα ξόρκια και τους ενδοιασμούς και όλα.  (…) Όταν καταλάγιασαν κάπως οι ερωτικές, ας πούμε, επιθέσεις, άρχισαν απανωτές οι προξενιές. Μόλις αρραβωνιάζονταν ή παντρεύονταν καμιά από τις πολυάριθμες αδερφές μου, φούντωνε για αρκετό διάστημα το ενδιαφέρον πολλών και για το μέλλον το δικό μου.

Ruth Orkin 3Άνθρωποι απλώς γνωστοί ή και άγνωστοι δεν μπορούσαν, λέει, να ησυχάσουν εξαιτίας μου νύχτα και μέρα. Όταν μάλιστα παντρεύτηκε κι η τελευταία αδερφή μου, τότε ήρθαν σχεδόν για να με παραλάβουν. Και δεν το χωρούσε το μυαλό τους, πώς δεν ήμουν ολοπρόθυμος, τώρα που έκανα το χρέος μου το αδερφικό, να φορτωθώ και τα δικά τους βάρη, που ειδικώς για μένα τόσα χρόνια κόντευαν να πουν ότι τα κουβαλούσαν. Και τι υποσχέσεις ήταν εκείνες, τι γαλιφιές, τι οικειότητες και ταξίματα! Ευτυχώς σ’ αυτό το θέμα δεν υπήρξα διόλου ευγενικός. Μόλις οσμιζόμουν τον κίνδυνο, σήμαινα συναγερμό σ’ όλη την επικράτεια, έριχνα το μαγικό σύνθημα munio, το έκλινα σαν επωδή σ’ όλους τους χρόνους, τις φωνές και τις εγκλίσεις, κι άρχιζα να μάχομαι στα munimenta, παναπεί στα οχυρωματικά. Μαχόμουν από γραμμή σε γραμμή, προσέχοντας τη στιγμή της ξεκάθαρης πρότασής τους να μην τους θίξω. Όταν όμως επιμέναν πολύ, οπισθοχωρούσα στον τελευταίο και απόρθητο προμαχώνα μου, κραυγάζοντας με πείσμα: «Δεν τη θέλω!» (…)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια), σελ. 52-54 (αποσπασματικά), εκδόσεις Κέδρος, 1988

Φώτο: Ruth Orkin  http://www.orkinphoto.com/

.

 

Tags:

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

.

Σύντας το ευνίον των θηλυκών είναι από φυσικού του μυστικόν, κρυψίνου και χαώδες και την μία σε κουκουλώνει υγρότατα ωσπού να σε κρούψη εις την κοίτην του και την άλλην σε έχει πάνυ στεγνόν και αυχμηρόν, ως εν τη ερήμω, κάμνε ετούτο και θέλεις ευφραίνεσαι παντοτινά όπως ο έγχελυς χαίρεται εις τα ποταμάκια και τα πτερωτά εις τα λοφάρια. Απόγδυσε τη γυναίκα καλά και εισέ κάθε ρουχαλάκι όπου αφαιρείς από πάνω τση λέγε της ασιγανά τον ύμνον της ραφής και το τραγώδιον του βελονίου και το άσμα του μεταξωτού και του καμουχά, όπου επτά ημέρας το εποιούσαν και δεν αποτέλειωνε. Απείτις την εγδύσης και τήνε τραγωδήσης ως πρέπει, σταύρωσέ την από πάνω ίσαμε κάτω, και από κοιλίας έως εις τα οστάρια των πλευρών της να φύγη ο εσφιγμένος άνεμος των ενδυμάτων και των λωρίων. Ύστερα πες τση είτε να σου έρθει ανάσκελα και ανοικτά είτε μπρούμυτα και κλειστά και σάλιωσέ την πλήρως και ευλαβικά και είτα (μετά ώρας β’) έβαλε το δακτυλάκι της εις τα χείλεά σου και δος τη να πίη καλώτατα διά την ομοίωσιν των υγρών, όπου οι παλαιοί το έλεγαν αμοιβαδόν.  

Βιβλίον καλούμενον «Ερωτικόν », συντεθέν παρά Γεωργίου Γιατρομανωλάκη του Κρητός. (σελ. 99, κεφ. 19 Πώς να κάμνης ευνίον να υγραίνεται έως ρεύσεως μυστικής/ απόσπασμα).

Φωτό: Sheila Metzner

.

.

 

Tags:

Image

Σωτήρης Δημητρίου, Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη (Ο καταμετρητής)

Evelyn Williams (46)

Στα μπορντέλα έμπαινε σαν σε ιερό καθαγιασμένο. Όλοι εκείνοι οι φαντάροι των πρόσω σκεφτικοί, με κείνη τη λύπη στην αναμονή της πληρωμένης χαράς, του φαίνονταν όσιοι, μετουσιωμένοι. Η μυρουδιά του πορνείου, κείνο το κράμα από εκκρίσεις αντρικές και γυναικείες, ούρων και «κόκκινου» σαν θυμίαμα. Οι σφυγμοί του γίνονταν άτακτοι, η φύση του ζάρωνε, τα πόδια του κόβονταν και του ερχόταν να σωριαστεί. Τον έπιανε τρομερή ανησυχία σε τούτο το παραξένεμα της ψυχής του, πιο πολύ γιατί τον φόβιζαν οι αντιδράσεις που θ’ ακολουθούσαν. Ένιωθε την ψυχή του, το κορμί του να αυτονομούνται απ’ τη θέλησή του. Τα δάχτυλά του μουδιάζανε, του ’ρχόταν εμετός. Το σβήσιμο των αισθήσεων, ο μαρασμός της νύχτας κατά παράλογο τρόπο αντιστρεφόταν τις εκκλησίες. Τα επίπεδα μελαγχολικά πρόσωπα στις εικόνες γινόνταν αιμάσσοντες, αρπαχτικοί ηδονιστές, που μ’ επίμονα ακόλαστα βλέμματα φόρτιζαν το ταπεινό εκκλησίασμα. Έπιανε ένα στασίδι απόμερο, γαντζωνόταν γερά και πότε επαναλάμβανε μέσα του παρακλητικά «θεέ μου, θεέ μου», πότε φανταζόταν στη σχισμή των γυναικών αίματα, ξερατά, περιττώματα και στα πρόσωπά τους, στα χείλη τους, φλέγματα, βλέννες και σπυριά πυορροούντα. Του κάκου! To κορμί του ανυπάκουο δημιουργούσε το όραμα, που κάθε φορά τώρα το έβλεπε με ενάργεια πιο πολύ από αληθινό. Όλες εκείνες οι ταλαιπωρημένες γυναίκες, γυμνές με τρεμίζοντα μεγάλα βυζιά, άπληστα χοντρά χείλη, ολότριχες πυκνά μέχρι τον αφαλό, με μάτια κίτρινα απ’ τη λαγνεία, αγκαλιάζονταν αναμεταξύ τους.

EVELYN 2

Άφωνοι οι άντρες και οι ιερείς, ανήμποροι ολωσδιόλου να αντισταθούν, έμπαιναν στο κουβάρι με παλλόμενους φαλλούς κι άρχιζε στα μάτια και στ’ αυτιά του ένα παιχνίδι κόλασης και παραδείσου, με ήχους και εικόνες αλλόκοτες. Βογκητά κι αλαλαγμοί, βρισιές, ψίθυροι τρυφεροί κι αναθέματα, αίματα και λάμψεις από στιλπνά τριχώματα και ρώγες ορθωμένες, αχόρταγες. Σάρκες αυτεξούσιες, που εξευτέλιζαν κι ανέβαζαν στα ουράνια όλους αυτούς τους άρρωστους, αγαλήνευτους ανθρώπους, που κείνη την κόχη είχαν στερνό καταφύγιο και παρηγοριά. Όλα τούτα γίνονταν μέσα του μια σκοτοδίνη, κι ένας βόμβος ψιλός∙ σειρήνα απελπισίας που μπλοκαρίστηκε στο χάος.

Σωτήρης Δημητρίου, Ντιάλιθ’  ιμ, Χριστάκη (Ο καταμετρητής), σελ. 23-25,  5η έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Πίνακες: Evelyn Williams

http://kima-aroma.blogspot.gr/2010/09/blog-post_30.html

.

 

Tags:

Image

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες

—Σμαράγδα, φώναζα μέσα μου χωρίς να βγαίνει ήχος από το στόμα μου, τα περίμενες αυτά, τα φανταζόσουν; Παρίσι! τι είναι αυτό που σου συμβαίνει, πώς το έπαθες, έτσι να σβήνεις μονομιάς, να εξαφανιστείς, να γίνεις βυθισμένη πολιτεία, σπαράζεται η καρδιά μου που το λέω, πολιτεία νεκρή. Είναι δυνατό, είναι νοητό τέτοιο πράγμα; Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα ικανό να αντέξει στη φθορά και τον αφανισμό; Κι όλη η συζήτηση που κάνουμε για αιώνια έργα και αθάνατες μνήμες είναι λοιπόν γράμμα κενό, ματαιότητα, αυταπάτη ή, πιο απλά, απάτη;  Ώστε εδώ έμελλε να καταλήξει ο μόχθος, η θέληση, η σοφία, η μεγαλοφυΐα, η ανταρσία, το αίμα τόσων γενεών, τόσων αιώνων; Σμαράγδα, έλεγα και ξανάλεγα, καλή μου Σμαράγδα, παλιά μου αγάπη, μήπως πνιγόμαστε κι εμείς και δεν το πήραμε είδηση ακόμα; Πώς θα ζήσουμε, πού θα στηρίξουμε πια τα πόδια μας, μες σ’ έναν τέτοιο κόσμο που εξαφανίζεται εμπρός στα μάτια μας; PARIS - EXPOSITION UNIVERSELLEΠαρίσι, γλυκό, αγαπημένο μου Παρίσι, πάνε λοιπόν όλα; οι αστείρευτοι θησαυροί σου, η πατίνα του χρόνου που σε σκέπαζε, η χάρη σου, η τρυφερότητά σου, η ζεστή θύμηση των ερώτων σου, η φλόγα των παθών σου, τελείωσαν όλα για πάντα; Tόσο τάχα ήτανε το θαύμα του Παρισιού, τόσο το λουλούδισμα του πολιτισμού μας, ως εδώ και τίποτε άλλο; Κι αυτό που είτανε δε θα ξαναγίνει πια ποτέ;  Όπως όταν αφήνει τη ζωή ένα πλάσμα πολυαγαπημένο, όταν σβήνει, μια θερμή, μοναδική στον κόσμο παρουσία, μία έκφραση προσώπου, ένα βλέμμα, μια φωνή που δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν άλλη φορά, και δεν μπορούμε να το πιστέψουμε, δεν το χωρεί ο νους μας, κι ύστερα, όταν το δούμε καθαρά και το πάρουμε απόφαση και μας συντρίψει ο πόνος, έτσι αισθάνθηκα κι εγώ. Μια τέλεια συντριβή, μια εξουθένωση, μια απόγνωση χωρίς γιατριά. Δε θυμούμαι πια άλλο τίποτα από τα γεγονότα εκείνης της ημέρας παρά μια απέραντη, σκοτεινή λίμνη μες στην ομίχλη, τα νερά σταματημένα στο παραπέτο της ταράτσας, όπου είχα ακουμπήσει, κι εμένα, με το κεφάλι μες στα χέρια, να κλαίω, να κλαίω με λυγμούς.

Θεοτοκάς

.

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες, σελ. 60-61, Εκδόσεις της Εστίας

.

.

.

 

Tags: ,