RSS

Category Archives: Ασημίνα Λαμπράκου

Aσημίνα Λαμπράκου, Tango

.

I.

αυτό το κορίτσι
κυριεύω τη ζωή του και τη χαλάω
στα μάτια της βλέπω δυο λίμνες
στέκομαι μπροστά τους να με βάλει μέσα τους
είμαι εγώ που κολυμπώ στις λίμνες της
το κάτω χείλος της κεράσι
ανεβαίνω το κορμί της να το δαγκώσω
πιο πάνω από τη κοιλιά της δυο αγκάθια οι ρώγες της
πιο πάνω το κεράσι
σταλάζει αίμα
το στραγγίζω με το χέρι μου
το καταπίνω
οι λίμνες της βάφονται κόκκινο
σαρκωμένος αιμάτινος τρέμων υποχωρώ
είσαι όνειρο φωνάζω
θα σε σβηστώ
κι ανάβω το φως
έξω Κυριακή

.


II.

αυτός ο άντρας
με στύβει
οι λίμνες μου τον ρουφούν
κολυμπάει μέσα τους
τα χείλη του ψάρια σπαράσσοντα
στη θέα τους σαρκώνομαι γυναίκα
τα δόντια μου σεντόνι από δίχτυα να τα πιάσω
τα μπράτσα του από ξύλο και μέταλλο
κατεβαίνω το πρόσωπό του να τα πειράξω
κλείνομαι μέσα τους
πιο κάτω η κοιλιά του δυο σύννεφα από ανάσα και μολύβι
αναπνέω πάνω τους
τα χέρια μου την κατεβαίνουν στους μυώνες των μηρών του
νοιώθω τις συσπάσεις τους
είσαι όνειρο φωνάζω
θα σε σβηστώ
κι ανάβω το φως
έξω Κυριακή

Photo: Anke Merzbach

.

.

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Δρόσω, η γυναίκα με τα γκρι μάτια (e-περιοδικό bibliothèque)

 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και βαθούλωσαν τα μάτια της τα κακοζορισμένα από τη μοίρα και πήρε το γκρι τους εκείνο το παράπονο τ’ ουρανού πριν το χειμωνιάτικο δείλι σε μοναχική κορυφή βουνού ξεχασμένου στο μέσο του
κάμπου.
 
Σφίχτηκαν και τα δάχτυλα στο βελόνι, κόμπους να βγάλουν τα χέρια στα προικιά του κόσμου την αγνωμοσύνη και τη λησμοσύνη, να μη στρώσει η φόδρα κι η ραφή και τα τρία τα μεταξωτά κουμπιά στην άκρη της ζακέτας .
Ως κι ο σφάχτης στη μέση κούφωσε να μ’ ακούσει από περιέργεια και μένος τη λέξη που της έδωσα να μασήσει το πικραμένο της μυαλό πως χρέος το χε να μη φανερώνει τη μιζέρια κι έκανε μπραφ κι απόδρασε απ’ το μπάλωμα η κλωστή για να μ’ απογελάσει η τρύπα στο βρακί της πώς να! αποτάσσω τη μιζέρια που καθόλου δεν δικαιούμαι κι άλλοι μου την επέρασαν στέμμα βασίλισσας ξεδοντιάρας στα 60 μου από νοικοκυρά στο σπίτι μου να γίνω κι έχασκε προς στιγμή το στόμα της απ’ ανάγκη να βεβαιώσει την αλήθεια. Κι άλλο δεν έχω να σε φιλέψω παρά την πρόστυχη τρύπια απόδειξη πως μίζερη είν’ η ζωή μου κι όχι αυτά που μαρτυράω αφού καλά τα κρύβω το πρωί φορώντας τ’ άλλα τα βρακιά μου μη τύχει τίποτα που θα αποδείξει την αλήθεια.  
 
 
 
 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και με πάγωσε η εικόνα της πιο πολύ απ’ τη φωνή της που αντάμωσε τ’ αφτιά μου γλυκόλαλη να ειρωνευτεί με ήχο παρά λέξεις την γραμματοσύνη μου που ξετσίπωτη αποθρασύνθηκε να την ορμηνέψει τ’ ανορμήνευτα στον πόνο τον ανεπίστροφο. Και σαν ο σβέρκος σηκώθηκε να στηρίξει πιο ψηλά κι απ’ το ψηλά εκείνο το κεφάλι, με το γκρι της θάλασσας του χειμώνα στο χωριό της, βλέμμα, υποκλίθηκα αμαρτωλή στη ζωή που από περηφάνια  πορεύτηκε μοναχική, τόσο που κι ο θάνατος περίσσεψε φορές πολλές, τη μοναξιά να μη χαλάσει.
 
Artwork: Julia Geiser
 
 
bibliotheque.gr/?p=35150
 
.
.