RSS

Category Archives: Άννα Μπουτσουριδου

Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Φως

Christian Schloe946086_508487142544053_1754454400_n

Στον τοίχο του δωματίου, υδάτινο ρέμα, το φεγγαρίσιο φως κυλάει μέσ’ απ’ το παράθυρο και πάλλεται, φέρνει μια πεταλούδα. Κάνει λίγους κύκλους στο χώρο, προσγειώνεται πάνω στον πολύβουο στρόβιλο, σβήνεται η δίνη, γραπώνονται από το περβάζι του παράθυρου τα χρώματα της ανατολής, αρνούμενα να εγκαταλείψουν ξανά την σκέψη που τα αγάπησε, την απώλεια που τα γέννησε.

Πίνακας: Christian Schloe


 

 
Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Φύλλα

Δεν τον είχε γνωρίσει τον παππού της η ίδια, τον ήξερε και τον ζούσε όμως μέσα από τις περιγραφές της γιαγιάς και της μητέρας της. Οι λεπτομερείς εξιστορήσεις τους και οι τακτικές αναφορές τους σκιαγραφούσαν, στις σελίδες της καθημερινότητάς της, μια προσωπικότητα άμεμπτη, ένα χαρακτήρα ισχυρό και επιτυχημένο, τα απίθανα επιτεύγματα και οι ικανότητες του οποίου την έκαναν καμιά φορά να φοβάται ότι εκείνος βρισκόταν ακόμη ανάμεσά τους, κρυμμένος κάπου στα δωμάτια του μεγάλου οικήματος, στα τριξίματα των διαδρόμων και στις ανάσες του νυχτερινού αέρα, που έκανε τις κουρτίνες να τρεμουλιάζουν.

 andrey remnev tumblr_md4atxBWHE1rcaop7o1_500Ένιωθε το βλέμμα του να την παρακολουθεί, όταν διέσχιζε τον μακρύ διάδρομο, για να πάει στο υπνοδωμάτιο της, αλλά, περισσότερο, τη διαπερνούσε μέσα από το μεγάλο του πορτραίτο, που δέσποζε στην ησυχία του καθιστικού. Της προκαλούσε σύγκρυο ο αυστηρός πίνακας, έτσι όπως την εξέταζε συνοφρυωμένος, τις φορές που, τιμωρημένη μέσα στην αποστειρωμένη σάλα, έπρεπε να απολογηθεί μπροστά του για τα λάθη της ή να συνειδητοποιήσει τις παρατυπίες της, ενώπιον αυτού του δικαστή, που ο ζήλος του την εξέταζε με την πανταχού αόρατη παρουσία του. Αναπνέοντας συγκρατημένα τις φορές εκείνες, προσήλωνε κάποια στιγμή το βλέμμα της στο βάζο με τα φρέσκα τριαντάφυλλα − που άφηναν ευλαβικά οι δικοί της κάτω από το πορτραίτο − ,ψάχνοντας καταφύγιο στην όμορφη ανθοδέσμη.

Η ματιά της ζητούσε φιλοξενία μέσα στο ευωδιαστό μπουκέτο, γύρευε άσυλο στα ντελικάτα του πέταλα, τα οποία, άγνωστο πώς, άνοιγαν αναπάντεχα ένα μυστικό πέρασμα, που την έβγαζε μισοκοιμισμένη σ’ έναν χώρο άλλο, ένα σκηνικό θεάτρου, μιαν άδεια αίθουσα, ένα ξέφωτο γητεμένο από απόκοσμο φως, να ακούει αποσπάσματα διαλόγων ενός έργου,ANDREY REMNEV 8db2757797b128581fa024ffd1cb1de3 η ονομασία του οποίου της διέφευγε την κρίσιμη στιγμή, την τυραννούσε κολλημένη στην άκρη της θύμησής της, γλιστρούσε στο λαιμό της, εμποδίζοντάς την να καταπιεί. Το χέρι της ψηλάφιζε τότε μια ταυτότητα κρεμασμένη στο λαιμό της, μιαν αλυσίδα που την τραβούσε γρήγορα ν’ αναδυθεί κάτω από την μπλούζα της, να την φέρει στο ύψος των ματιών της, ώστε να προλάβει να τη δει, και ήταν τότε που η ταυτότητα εκείνη μεγάλωνε και την τράβαγε σαν βαρύς κάβος σε βάθη, όπου δεν υπήρχε πια αέρας, όπου έπρεπε να ξυπνήσει ή να κοιμηθεί για πάντα.

Ζούσαν στη μεγάλη κατοικία, που είχε χτίσει ο παππούς της, για να καταλαμβάνουν ελάχιστα από τα πολλά δωμάτια, τα κλειδιά των οποίων παρέδιδε η γιαγιά της στην ηλικιωμένη οικονόμο, που γέμιζε με τον όγκο της την κουζίνα κάθε πρωί. Η υπομονετική γυναίκα με το χαμόγελο  κατάφερνε, μερικές φορές, να κάνει τη Μαρία να περνάει το κατώφλι της διστακτικότητάς της, να βγάζει στην επιφάνεια δείγματα μιας πτυχής, που σαν άλλος εαυτός βρισκόταν σε νάρκη εντός της, να ανασύρει ευρήματα που διψούσαν να συγκροτηθούν και να γίνουν συμπαγή − τα ίδια που προσπαθούσαν να πατήσουν στα πόδια τους και συχνά κατέρρεαν ενώπιόν της σαν χωμάτινοι σωροί, αφού είχαν ακροβατήσει, για λίγο διάστημα, σ’ ένα γλιστερό μεταίχμιο.

.

.

Πήγαινε στο σχολείο, ντυμένη με σχολαστικότητα τη στολή της, με τα βιβλία της δανειστικής βιβλιοθήκης στα χέρια, τόμους που την καθοδηγούσαν να επιλέξει απ’ το σπίτι και που διάβαζε όπως εάν είχε κάνει αφηρημένη έναν περίπατο στο δάσος, χωρίς να θυμάται τίποτε ιδιαίτερο απ’ αυτόν κατόπιν.

ANDREY Remnev1

Η μητέρα της, τηρώντας με ακρίβεια το πρόγραμμα των καθηκόντων, έπαιρνε θέση πλάι της, στο μακρόστενο κάθισμα για το μάθημα του πιάνου, με παλάμες προσηλωμένες στα ασπρόμαυρα πλήκτρα. Το άρωμά της, αναμεμειγμένο με τη μυρωδιά του δέρματός της, άπλωνε τις δροσερές του νότες ολόγυρά τους, καταργώντας για λίγο την επιβεβλημένη μεταξύ τους απόσταση, που σαν άλλη παρτιτούρα άπλωνε τα δικά της φύλλα.

Όταν ο χτύπος του ρολογιού σηματοδοτούσε τη λήξη του μαθήματος, η μητέρα της απομακρυνόταν γοργά, ενώ τα τακούνια της αντηχούσαν σαν άλλος μετρονόμος. Γύριζε τότε και κοίταζε με περιέργεια το ελαφρύ βούλιαγμα που είχε μείνει στο παλιό δερμάτινο κάθισμα ακριβώς δίπλα της, όπως θα προσπαθούσε να διακρίνει, μέσα από έναν καθρέφτη θαμπό ή μια λίμνη, τη νύχτα, εικόνες που της έλειπαν∙ να συμπληρώσει ένα πάζλ, τα κενά του οποίου της καταλόγιζαν μιαν ανομολόγητη ενοχή, ένα μυστικό φταίξιμο: το ίδιο που κατάπινε, στα μυστηριώδη κομμάτια του, την ύπαρξη του πατέρα της, εκείνου του νεαρού άντρα, που τόσο πολύ του έμοιαζε στα μάτια, στο στόμα και στο ξάφνιασμα της στάσης, έτσι όπως είχε αποτυπωθεί σε μια φωτογραφία-λάφυρο που ανακάλυψε παλιά, κρυμμένη σ’ ένα χαλασμένο μουσικό κουτί.

andrey-remnev-1337965318_bΣαν να είχε τρυπώσει ο φωτογράφος στ’ άδυτα της σκέψης του και νά ’πρεπε ν’ απαντήσει το ίδιο πράγμα που τον ρώταγε επίμονα και η ίδια: τι θα προτιμούσε αν γινόταν να διαλέξει ξανά, το ενδεχόμενο να εξαφανιστεί για πάντα ή να επιστρέψει κάποτε. Τι; μα εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάει ξαφνιασμένος, με την ταλάντωσή του νά ’χει μείνει, το μόνο ξεκάθαρο στοιχείο του πάνω στη φωτογραφία.

Διένυαν τις τελευταίες ημέρες ενός καλοκαιριού που είχε πρώιμα ψυχράνει, με τον ήλιο να αποδυναμώνεται αισθητά μέρα με τη μέρα. Στην τελευταία εκδρομή τους, στην κοντινή ακτή, η υγρασία βάραινε την ατμόσφαιρα. Τα γλαροπούλια πετούσαν χαμηλά, βουτώντας κάθε τόσο στη θάλασσα, ιπτάμενες παρέες που προμήνυαν με άτακτα κρωξίματα την αποκαθήλωση της εποχής. Τα χάζευε η Μαρία, όπως έκανε και με τα μεγάλα σχήματα που σκάλιζε μ’ ένα ξύλο στην άμμο, σχήματα που έφτανε το ήσυχο κύμα, που έσβηνε ο σταθερός παφλασμός του. Andrey Remnev - (9)

Τα βράδια, στο τραπέζι της κουζίνας, ακούγοντας την οικονόμο να σιγοτραγουδάει παλιούς σκοπούς της πατρίδας της, πάλευε νυσταγμένη ν’ αδειάσει την υποχρεωτική κούπα με το βραδινό γάλα. Ένας απόηχος εντυπώσεων αναμόχλευε τα δικά του γεννήματα μέσα στο μυαλό της, εξέπεμπε, σαν ομιχλώδες τοπίο, το παρόν στο προσκέφαλό της∙ τα δικά του σινιάλα, μαζί με τις ειδήσεις μιας ξενιτιάς, που έρχονταν με όνειρα τις νύχτες. Ένα πρωινό κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου της. Μερικά χελιδόνια ψαλίδιζαν με τα κοφτά τους τινάγματα τον ουρανό και, για μια στιγμή, φαντάστηκε τον εαυτό της ξαπλωμένο στην λευκή κοιλιά ενός από αυτά, να αποδημεί μαζί τους. Ύστερα βγήκε έξω, στο σημείο του κήπου που προτιμούσε. Ξάπλωσε στο χώμα κάτω από το δέντρο, με το κεφάλι της να ακουμπάει το γέρικο κορμό. Λίγο πιο πάνω απ’ το πρόσωπό της, μεγάλα φύλλα σαν αειθαλείς παλάμες διάπλατες, μισοκλεισμένες, δισταχτικές, αποφασισμένες, διακλάδιζαν ήδη με χειραψίες οικείες, άγνωστες και επερχόμενες, μια ιστορία, ένα μέλλον.

ANDREY REMNEV tumblr_mcmqnkoJNE1qmmb4to1_500

Πίνακες: Andrey Remnev

.

.

 
Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Στραβός γιαλός σε βάφτισε

Άννα Μπουτσουρίδου, Στραβός γιαλός σε βάφτισε

Εγώ αγαπώ την Ευλαμπία, και θα την κλέψω για γυναίκα μου! Αυτή μου λέει, αποκλείεται! αλλά μήπως ξέρει αυτή; Εγώ την πήρα καβαλούρα στο μηχανάκι και πήγαμε στ’ ακρογιάλι, και ήταν ωραίο τ’ ακρογιάλι, αλλά αυτή έπαθε ηλίαση, γιατί δεν είναι μαθημένη στις ελιές, όπως εγώ. KATYA Fairy tales (13)Φορούσε και μπανιερό, την τήραγα που ’τανε ασπρουλιάρα ολούθε της και τήνε πλατσούριζα μπε και μπε με τα νερά και αυτή μη μη μη, και τρέχαμε στο περιγιάλι, που πιάνει από εδώ ίσαμε το πέρα χωριό, και έτσι εντομάτιασε το χρώμα της, αλλά μετά πόναγε σαν αρνί που το σουβλίζανε, κι εγώ γέλαγα, Ευλαμπία, της είπα είσαι αστεία, και αυτή μο ’λεγε, σκάσε, Θύμιο! αλλά μ’ άρεσε που πείσμωνε και δώσ’ του εγώ μπε μπε, μωρέ προβατίνα καψερή, και αυτή  σκάσε, Θύμιο! τσούζομαι, και της ετσίγκλησα το κωλομέρι, μ’ αρέσεις, Ευλαμπίτσα, κι έτσι χάλια που ’γινες, αυτή στρίγκλισε κι έφαγα μπάτσο, με γαργάλισες, της λέω, σιγά το χτύπημα, αλλά αυτή μούσκλωσε και, όταν γυρίσαμε και φτάσαμε στης μάνας της και απέ την είδε έτσι, τη γιαούρτωσε και με είπε κακοχρονεμένο που της έκανα ηλίαση,

.

KATYA Fairy tales (5).

και εγώ της είπα κυρα-Γιώργαινα ήταν μακρύς ο γιαλός όπου τρέχαμε, την επρόσεχα, εγώ δεν την άφηκα ούτε στη θάλασσα να μπει μην κινδυνέψει όπως το ξαδέρφι μου, που έλεγε πατώνω εδώ, και τον KATYA Fairy tales22αρώταγε η θεια μου, πατώνεις, βρε, κει; και έλεγε, πατώνω! αλλά μετά του ’φυγε από κάτω του το πάτημα και εβάθιασε! και τον σύρανε έξω, και αυτός είχε γκλουκιάσει θάλασσα. Τον αρώτησα πώς σου φάνηκε, και μου είπε είναι αρμυρή. Γι’ αυτό στην Ευλαμπία θα φτιάξω σκάφη να χωράει και να λούζεται μ’ άνεση που ’ναι νταρντανεμένα τα καπούλια της, και μου λέει η κυρα-Γιώργαινα, βρε, άμε στο διάολο, και συ και η σκάφη σου! αλλά δεν της θύμωσα, γιατί αφού θα παντρευτώ την Ευλαμπία, και δεν είναι σκοπός να μαλώνω από τώρα με την πεθερά μου.

.

KATYA Fairy tales (6)

Αrtwork: Katya Guseva

 

 

Tags: ,

Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Η φωνή της (απόσπασμα)

Τα έλεγε όλα αυτά μιλώντας αργά, πετραδάκια οι λέξεις, που δεν βιάζονταν να κυλήσουν στις πλαγιές∙ που άλλοτε κατηφόριζαν νωχελικά στην πρωινή δροσιά των φύλλων, άλλοτε τίναζαν με το πέρασμα τους τη μυρωδιά των λουλουδιών, άλλοτε έπαιρναν τη ζέστη μιας ερήμου στο σώμα τους, φορές που άνοιγαν περάσματα μέσα από αγκάθια ή παράκαμπταν πεσμένα κομμάτια από ξύλο, ενθύμια παλιά ξυλοκόπων πεθαμένων.

ANNA 8270804866_3511193473_z

Μίλαγε χωρίς βιασύνη οπωσδήποτε. Χαρακτηριστικές οι παύσεις. Σταματούσε τότε το ρυάκι της φωνής, κρατούσε το κελάρυσμά της, και άνοιγαν τα βλέφαρα, μεγάλωναν αλλιώτικα οι όχθες των ματιών, ήταν γαλαζοπράσινα τα νερά τους, άσπρη απάτητη η άμμος, και η κόρη στο κέντρο μια αστραφτερή μινιατούρα πλανήτη, μια εξέδρα στρογγυλή κατοικημένη από ζωή. Και οι κάτοικοι εκείνοι αγαπούσαν τα ταξίδια

 

Πίνακες: Duy Huynh

 

Tags: ,

Image

Άννα Μπουτσουρίδου, Και συ μου λες τόνε θες! (απόσπασμα)

Άννα Μπουτσουρίδου, Και συ μου λες τόνε θες!

.Το κέρατό του το τράγινο, να του πεις, αυτά να τα πουλήσει αλλού! Αυτός δε θέλει γάμους, κορόιδα γυρεύει! Που σου μπλέκει ταρανδοστέφανο να σ’ το βάνει για στέμμα! Όλη η Κρέστενα τον έχει πάρει χαμπάρι τι κουμάσι είναι, τι… νομίζεις πώς κρύβεται; Δεν ξέρω τι μου λες εσύ, πώς ήτανε, μπορεί όντως να ’τανε και ν’ άλλαξε. Ένα το παραπάνω, από τότε που πέθαναν οι γέροι. Ούτε για τα μάτια του κόσμου δεν συγκρατιέται από τότε.Και συ μου λες τόνε θες! Ε, τι να σου πω άλλο, άμα θες να περάσεις μαύρη ζωή, πάρ’ τονε!  Άσπρη μέρα δε θα δεις! Ένα τεμπελόσκυλο είναι, ένας χαραμοφάης είναι, χαρτοπαίχτης είναι, γυναικάς είνα ! Πρώτος πελάτης στα ποταναριά! Δεν έχει αφήκει ούτε θηλυκιά γάτα.Και συ μου λες τόνε θες! Μα στάσου, παιδί μου, είσαι με τα καλά σου; Έχεις κοιταχτεί πώς είσαι; Άλλαξες, το πήρες πρέφα; Ούτε μάγουλα σου ’μειναν, θα πιει το μπόι σου απ’ το μαράζι, σώνει πια! Τι βάλθηκες να τον φτάσεις τον κοντό; τον γύφτο που κλάνεται απάνω του και σηκώνει χώμα; Γι’ αυτό σε ανάθρεβαν με του γιαουρτιού τις πέτσες; Τι περιμένεις, μήπως να πιάσει αυτός σκερπάνι στα χέρια; Μόνο για το χαρτί έχει δάχτυλα αυτός, ντάκα ντούκα τα κοπανάει τα φύλλα στου Σάκη, και σκορπάει τα λεφτά του γέρου. Θα σε βάλει να καθαρίζεις σπίτια, κακομοίρα μου, σε λίγο καιρό. Albert Rudomine tumblr_mgy3p4xF4k1r1w31so1_500Θα ξενοπλένεις να τον ταΐζεις, όπου νά ’ναι! πόσο θα κρατήσει να τρώει απ’ τα έτοιμα; Το σκέφτηκες; Σου ’μεινε καθόλου νιονιό στο κεφάλι; Άκου και το άλλο: Στη Ζαχάρω, μου είπε η Καλλιόπη προχτές, με δυο ήτανε, ξένες πρέπει να ήσαντε, δεν τις είχε ξαναδεί, μου είπε, ωστόσο, μπορεί η μια να ’τανε της Φιλιώς η κόρη, της χωρισμένης, ξέρεις.Σκουπίσου! σου τρέχει η μύτη. Ήτανε στις ξαπλώστρες, και τις άλειβε και τις πασάλειβε, δώσ’ του τα λάδια και τα ξύδια, και ο κώλος της αλληνής όλος έξω ήτανε, γούρλωσε η παραλία τα μάτια της, όχι δεν φόραγε το στριγκ, ένα κορδόνι φόραγε όλο κι όλο. Και ούτε ντροπή ούτε τίποτα! διάπλατη καθόταν. Χαϊβάνα! που κάθεσαι και ζηματιέσαι, αντί να πας να δροσιστείς.
 
Photo: Albert Rudomine

 

 Ξέρεις ακόμα πόσοι σε ζητούν; Όλο και κάποιος θα βρεθεί, άνοιξε μόν’ τα γκαβά σου, και τήρα που πρήστηκες σαν το βόδι απ’ το κλάμα. Νισάφι! Δε σου ’πα και το άλλο. Πέτυχα τον Τάση. Γύρα γύρα με φέρνει αυτός. Θεια, μου κάνει, τι κάνεις; και τέτοια μου κάνει, και με αρώταγε για σένα. Μια χαρά παιδί ειν’ ο Τάσης, δεν είναι; Και σε νοιάζεται! Όπου σταθεί, το Ειρηνάκι και το Ειρηνάκι είναι. Ο Μπάμπης μού είπε πως του είπε “εγώ το παίρνω το Ρηνάκι, και παιδί να κάνει”. Σε θέλει! Πάρ’ το απόφαση! ο Τάσης σε θέλει, είναι τρελός για σένα! Ξέχνα τον τον άλλο, θα σε κάψει! Να πω μια φορά ξεστράτισε, δυο, τρεις, άντε να το πάρει ο διάολος, να πάει στο καλό. Όμως, έχει σταματημό αυτός; Δεν έχει. Με την τραγουδίστρια, που τα είχε μπλεγμένα, πάει αυτό, το ’σβησες; Για σου ζήτησε συγγνώμη; άρπαξες και το ξύλο σου από πάνω, όταν τους βρήκες να μαδιώνται. Σου ζήτησε και τα ρέστα! Και συ μου λες τόνε θες!

 .


 543187_154296388045967_1442693696_n

.

Βρε, τ’ αδέλφια του δεν τα ’ριξε; Τον ένα στα χτήματα, τον άλλο στο σπίτι στον Πύργο, δεν τα πήρε με το έτσι θέλω; Σεβάστηκε ιερό και όσιο, αδέρφια, ξαδέρφια; Τη διαθήκη του γέρου δεν την κουμαντάρησε κατά πως τόνε βόλευε; Ξεψύχαγε ο μπάρμπας του, τον ένοιαξε; Αυτός και τον παπά ξεγέλασε. Πάτερ μου, και δώσ’ του χειροφίλημα σα παιδάκι του Δημοτικού, και όταν δεν ένευσε το ναι ο παπα-Διομήδης για τα κληρονομικά, δεν τον είπε τραγόπαπα μες στη λειτουργία; δεν του πε να ψάλει, καλύτερα, τις πομπές του και ν’ αφήσει τα ευαγγέλια; Δεν βούιξε το μέρος; Δεν έμεινε σέκος ο παππούλης; Έχει πυγμή αυτός; Έχει δικαιοσύνη; Ο νταής! Και συ μου λες τόνε θες! Ωστόσο, δε σου τέλειωσα για τον Τάση. Μου λέει, κυραΛένη, άμα θες να σε βοηθήσω στη μετακόμιση… Μπορείς, Τάση, του λέω; είναι πολλά τα πράγματα, και μου ζητάνε κοντά πόσα ευρώ η μεταφορική. Το ρωτάς, κυραΛένη; μου λέει. Και ήρθε το παιδί. Και είχε και το έλκος του. Δυο-δυο τα κατέβαζε τα ζαντάκ. Τι να σου πω, αφού το λυπήθηκα. Πόναγε, και άχνα δεν έβγαζε! Βρε, Τάση, αγόρι μου, άσ’ το! άλλη φορά, του είπα, δε σε βλέπω καλά. Όχι, κυραΛένη, μου λέει, ’ντάξει είμαι! μόνο τα ζαντάκ δε με πιάνουνε καλά, γιατί κοντεύουν να λήξουν… μου ’πε, έχουνε λήξει; μου ’πε;  είπε, τέλος πάντων, δεν τον επιάνανε πάντως! το ήβλεπα. Και μου την τέλειωσε την μετακόμιση, ήφερε και το τρυπάνι του, και μου κρέμασε και τα κουρτινόξυλα.Βούρλο! Και συ δεν τόνε θες!Άντε, φάει λίγο τσουρέκι, δε το άγγιξες…φέτος τα πέτυχα καλύτερα απ’ όλες τις χρονιές,είναι και γευστικά κι έχουνε κι εμφάνιση.

.

558129_3597155006839_1520713471_n
 
 

Tags: ,