RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες λέξεις μακριά

.

Στην αίθουσα με τις μεγάλες αποστάσεις κατανόησης
Κάτω ακριβώς από τις κυλιόμενες σκάλες
Που οδηγούσαν στα οκλαδόν σημεία των εικόνων
–οι λαμπτήρες καταύγαζαν τον αιθέρα χωρίς παρεξηγήσεις
και όλα διατηρούνταν καρφωμένα σε κατάσταση προοπτικής–
Εκεί ακριβώς
Οι ανοιχτοχέρηδες της κυριολεξίας
Ονειρεύονταν συχνά το ρήμα φαντάζομαι
Να σκάζει σαν άστρο μέσα απ’ τα βλέφαρά τους
Και κάποτε συνέβη να σπάσει ο κώδωνας των περίκλειστων ματιών
Και να βρεθούν σύψυχοι μ’ ένα μπαστούνι στο χέρι
Να αναμοχλεύουν το υγρό χώμα των λέξεων μην τυχόν πήξει
Και ξαναγίνε η φρουτιέρα
Φρουτιέρα
Κι όχι ένας Κήπος που στίλβει φωτόνια
Έτοιμα να τα καταπιείς ολόγιομα και να κελαηδήσεις.

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες μακριά, από τη συλλογή το Άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Ronny Engelmann

 

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Μπήκα με λύπη στο σπίτι των ανέμων.
Μπήκα γυμνός στην πλατεία του σπιτιού
με τα λικέρ από δέρμα χωριού στους μπουφέδες
και στο ταβάνι μια λάμπα ξαστέρωνε.
Στην κουζίνα η Τζόπλιν μαγείρευε γρέζια
στους διαδρόμους συνωστίζονταν τράμ γεμάτα Σιοράν
και ιερόδουλες βοσκοπούλες με πειθαρχία στρατεύματος
βοτάνιζαν τις ημέρες που εξείχαν πανσέδες.
Εγώ ήμουν κηπουρός από κακιά συμμετρία.
Στο υπνοδωμάτιο ξαγρυπνούσαν τα σύννεφα
στα ράφια ξεφώνιζε μια κυριακάτικη θλίψη
των ξωτικών η μεταφυσική μειδιούσε
υπό Ιωάννου του Τρένου που έφυγε πάει.
Εγώ ήμουν ερωτευμένος με χάσματα.
Πέρα στους πέρα κάμπους είδα μιά νερατζούλα
με το χούι ανοιχτό να περνούν φορτηγά
ηλεκτρικά ασθενοφόρα γιά ν’ αλυχτούν στρατοκάστερ.
Εγώ ήμουν ωστόσο μνημείο που αρνιόταν τις θύμησες.
Ώσπου αφήνοντας πίσω φερ φορζέ χωματόδρομους
τραπεζάκια του χωλ και μπιντέδες
βρήκα την αίθουσα της λάσπης
βρήκα τον Χάκκα να σημειώνει στους λεκέδες.
Τα καναρίνια στο μπαλκόνι να ψοφάνε
απ’ τα κλουβιά τους να βογκούν Καισαριανές.
Ήτανε τότες που γεννήθηκα ρητός:
η Εξαρχής του Θυμού τότες με φίλησε στα μάτια
κι ύστερα μου ψιθύρισε αν ψήνομαι για κρότο.

Φωτό: Rene Groebi

.

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Η κυρία των σκοτεινών ναυπηγείων
βγάζει περίπατο στο άλσος τα εν δυνάμει
κυοφορεί τα τραύματα του αίλουρου χρόνου
μέσα στην άνοιξη των επιδέσμων.
Τα μονήρη απογεύματα φοράει λεπίδες
κόβει κλαδιά της ευθείας να χαρίσει
στους δρόμους του καθρέφτη γρατζουνιές.
Στολισμένη απουσίες την ψιθυρίζουν τα χάσματα.
Απ’ τα μαλλιά της ξετυλίγει τους ανέμους
στη δυσαρθρία της πόλης τους διαρρήκτες
ως τις αδειόσυνες καμπάνες.
Την φωνάζω Αίφνης.
Ο πυρετός της μήτρας της σηκώνει τα κοτσύφια.
Έτσι παίρνει τους αιώνες και φεύγουνε

Πίνακας:Pierre Bonnard

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Το σώμα είναι χρόνος
πολιορκούμενος
πότε χώρος πότε χρώμα
πάντα χώμα
ενίοτε η θραύση ενός κρυστάλλου
στις ευθείες τροχιές η αφύλαχτη διάβαση
ουρανός τονισμένος στο αχ.
Το σώμα είναι επανάληψη
πολλές επαναλήψεις
μιας επινόησης
ένα κατά συνθήκην ψεύδος
προσωρινότητα με σημαία ευκαιρίας
το απαγγέλλον κύμβαλο
στα γρέζια του κατσουλιέρη
το κατ’ εικόνα
όταν στοιχίζεται με τον γκρεμό.

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Μανδραγόρας 2019

Artwork: Joel Peter Witkin

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Καίγομαι, καίγομαι.

Τα χείλη της μέρας έχουν την αποφορά της νύχτας
και το φιλί ένα στοίχημα που γράφεται με ήττα
καημός ουρανός για έναν παλιάτσο ήλιο
που ήλιος δεν είναι αλλά κοινός παρονομαστής
στο μέρισμα των χαιρετισμών
που αγκαλιά δεν είναι αλλά δυο χέρια ξένα
ενεστώτας νταμάρι που σκάβουν πουτάνες
μπουλντόζες οι εποχές της σιδερένιας φτέρνας.

Νερό μου νόημα
των παρατατικών
αμάν
πυρκαγιά μου σημασία
της σκουριάς.

Καίγομαι, καίγομαι
έχω πολλή αναχώρηση
στο σώμα μου.

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Artwork: Daphne Rocou

 

Άννα Δερέκα

,

Στις μεταβατικές ώρες
Στο δειλινό
Την πιo μελαγχολική
Ώρα της μέρας
Κατά το ηλιοβασίλεμα
Γέμισε η θάλασσα Χρώματα.

Ασημένια, βαθιά μπλε,
παλλόμενα πράσινα
Και χρυσαφιά.

Ξέβαφαν
Τα ρούχα
Των πνιγμένων.

Από τη συλλογή «Υδάτινες φλέβες», 2000

Πίνακας: Maggie Taylor

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι

.

Ένα βιβλίο ανοικτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύει
ο απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει μπρος στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μεσονύχτι, από την ποιητική συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό,  Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017.

Πίνακας: Henri Matisse

 

Άννα Δερέκα, Προϊόν αρπαγής

Έτσι είμαι
Κοντά σ’ αυτούς που αγαπώ.
Μένω ακίνητη.

Αυτοί βλέπουν
Και λένε
Δεν είναι αστέρι,

Είναι λάμπα σε έρημο δρόμο
Της Λίμνης,

Δεν βλέπει κανείς
Ας πετάξουμε πέτρες.

(Νέα Υόρκη, 1988)

Από τη συλλογή «Υδάτινες φλέβες», 2000

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος (απόσπασμα)

.

[…] Σπουργίτια και κάργιες
φτύνουν στην πρώτη δοκιμή
τ’ άγρια σύκα
τους μοβ καρπούς
ανώριμης οικουμενικότητας
που σκουληκιάζουν
και πέφτουν
κάνοντας πιο γόνιμο
το έδαφος της πτώσης,
το χώμα
της αμετανόητης γερόντισσας
φωνάζοντας με τη σειρά της
«έλα εδωδά»
ν’ αναστηλώσουμε
τις πεσμένες οροφέ
με μάτια ορθάνοιχτα
και το κεφάλι
ακουμπισμένο στην καρδιά. […]

Τα μάτια αμίλητα,
μεγάλα σαν βδομάδες
διακριβώνουν πως μόνο
οι νεκροί δεν έχουν σκιές,
εξορκίζοντας έτσι το θάνατο.

Η μάνα αγριοσυκιά
στέκει αγέρωχη
μέχρι ν’ αξιωθούν
τα παρακλάδια της
πυκνό τον ίσκιο τους
να ρίξουν
παραδομένη στα χέρια τους
και το κορμί της
τροφή συνείδησης,
ως ν’ αδερφώσουν
ανίκητα τις ρίζες
απ’ τ’ άγγιγμα
ενός ευγενούς κολεόπτερου.

Έτσι μονάχα
άχρηστα πια
καταρρέουν τα σκιάχτρα.

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος, από τη συλλογή Ουλές, Ροδακιό, Αθήνα 2016

Αrtwork: Sarah Jarrett