RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Ασημίνα Λαμπράκου, Έλα να παίξουμε τους κλέφτες

 

Κάποτε
η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα ψηλά και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε, πιες, έλεγε και έδινε στο μικρό κορίτσι κάτι που γλύκαινε στο φάρυγγα σα νέκταρ από αγιόκλημα
μέσα η θερμοκρασία έπιανε κορυφή, ακίνητη
με βλέφαρα μισά κατεβασμένα, σαν κουρτίνες στο παράθυρο, γινόταν κάτι που το έξω να μένει δροσερό
πιο έξω, οι κήποι ανθισμένοι
έξω από τους κήπους κάποια Πασχαλιά κι οι άνθρωποι στα χωράφια
φάε, είπε η Μαριάνθη προς το μεσημέρι και στον ουρανίσκο μπερδεύτηκαν όλοι οι νεκταροφόροι στήμονες που έγλειψε στη ζωή της να τους πιει το ανθόμελο τα λευκά νερόβραστα μακαρόνια
έξω, οι άνθρωποι στα χωράφια μια Πασχαλιά, οι χαρές κι οι μυρωδιές τους

αργά το απόγευμα εκεί που οι χαρές αποσύρονται ιδρωμένες κι οι μυρωδιές σκορπίζουν σύννεφο αραιό, οι άνθρωποι θυμούνται τα μέσα και τα συναντούν με όποιο τρόπαιο απόδειξη της ευφρόσυνης συνύπαρξης τους
κοίτα! χαμογελάει! είπε ένας κι έδειχνε με βλέμμα το κεφάλι του αρνιού κι από το κεφάλι τα δόντια
στάθηκε λίγο η Μαριάνθη απ’ το χορό, γύρισε, κοίταξε κι αυτή
μαύρα μεγάλα δόντια σφιγμένα πάνω σε μια γλώσσα μισοβγαλμένη να κοροϊδεύει, χείλη τραβηγμένα προς τα πάνω, καμένα
τι λύκος αρνί, έστυψε τα μάτια της η Μαριάνθη στα μάτια του παιδιού
κι εκείνο: έτσι θάν’ ο θάνατος, είπε μέσα της
και έτσι πρωτόμαθε το κορίτσι πως ο θάνατος είναι χαρά ή πως θάνατος είναι η χαρά ή πώς οι άνθρωποι χαίρονται τον θάνατο ή πώς τον περιμένουν για να χαρούν ή πώς η χαρά δεν πρέπει να δείχνεται πριν να είναι η ώρα να συμβεί ο θάνατος και πάντως ο θάνατος έχει μεγάλα καμένα δόντια και χείλη ένα τραβηγμένο χαμόγελο αρνιού

1973
αγία σκοτεινιά
η παρουσία του πρωταγωνιστή(1) στην πρώτη σκηνή κι η απουσία του στην τελευταία: όλο το δέος του ανθρώπου που αμφισβητεί για το αόριστο ή το ποθούμενο που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ροής ή το ανείδωτο ή το ανεξήγητο ή το

το; το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά με χείλη τραβηγμένο χαμόγελο καμένο και δόντια όσες οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

2017
όλα γίνονται για την έξοδο, είπε ο ηθοποιός(2) κι ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
ο ηθοποιός ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
έπαιζε με την πλάτη στο πλήθος
η σκηνή πιο κάτω από εμάς ή στην ευθεία μας
εκείνος έπαιζε στη σκηνή με την πλάτη στο πλήθος
ένας καθρέφτης τον παρέδιδε πρόσωπο σε αυτούς που είχε πίσω του
εμείς τον βλέπαμε στο πλάι
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά ή εκείνος με έψαξε για να μου πει:
όλα γίνονται για την έξοδο(2)
χτυπώντας το μπαστούνι στο πάτωμα, κατέβασε το γενειοφόρο πρόσωπό του βαραίνοντας τον λόγο
έπειτα γύρισε το κεφάλι ίσια για να βλέπει τους πίσω από μπροστά
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά για να του επιτρέψω να μου απευθυνθεί
έτσι κι εγώ ένευσα: πάμε ξανά από την αρχή, και σιγουρεύτηκα πώς με αισθάνθηκε από μια κίνηση του ώμου κάτω από το παλτό που καλούσε: έλα να παίξουμε τους κλέφτες(3)

η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε
το αγιόκλημα στο λαρύγγι
έξω οι κήποι
πιο έξω μια Πασχαλιά
ο θάνατος έχει τα δόντια του αρνιού που δείχνεται ως τρόπαιο ευφρόσυνης συνύπαρξης
το δέος του ανθρώπου: η καμένη σπηλιά που ανοίγεται το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά
τα δόντια του αρνιού: οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

(1) αναφορά στην ροκ όπερα: Jesus Christ Superstar
(2) αναφορά στη θεατρική παράσταση του θεάτρου της οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής: Πλατεία Ηρώων του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ
(3) αναφορά στο άνθος « κλέφτης»

Φωτό: Romina Ressia

.

 

 

Tags:

Ιωάννα-Ροδάνθη Σκουνάκη, Αθανάσιος-αρνί

Και τον Αθανάσιο τον σουβλίσανε με τη μανία τους οι Τούρκοι.
Την εποχή εκείνη, για μένα, τιμωρία, που το καντηλάκι του έκαιγε σ’ ένα στενό της Λαμίας. και ψήνανε εκεί, δεν νήστευαν. «Τα ’χουν για τη Λαμπρή!» με κοροϊδεύανε, μα οι μέρες ακόμα πολλές ως τότε, άκουγα που σκεφτόμουν –και δώσ’ του πάνω κάτω το στενό– «πώς είναι να σουβλίζουν έναν άνθρωπο;» Ποιο επίθετο να κάτσει, ποιος προσδιορισμός από την Αλαμάνα και τη γέφυρα• σαν περνάγαμε να σου! πεταγόταν ο σουβλισμένος, με τη φουστανέλα στη στήλη τη θυμητική – ξεβράκωτος ίσως, που μαρτυρούσε.

Κρακ έκανε το κρανίο του αρνιού της αγοράς, και τα αίματα ποτάμια στ’ αυλάκι των σφαγείων, πόσα κρακ η κεφαλή του Αθανάσιου; πόσα ν’ αντέξει το στομάχι ενός παιδιού που φρόντιζε κάθε Πάσχα να παθαίνει διάρροια και να τρώει μόνο ρύζι;

 

Πίνακας: Holly Farrell

.

 

 

Kατερίνα Παπαδημητρίου, Αριστερό κλίτος

Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα ήταν και τότε, κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια, που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον· για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του μεθαύριο, που ήταν Λαμπρή;

Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι, και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι». Άλλο δεν ήθελε κι αυτός. Σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος, κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται». Της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά εκείνη στα κτήματα, και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της, και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην, μια υποχρέωση, που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα – ποια θα την άντεχε την τόση του ελευθερία; εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε, κι οι μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα.

Μέχρι απόψε, Μ. Παρασκευή, που ξημερώματα, πολύ πριν ανατείλει, λίγο πριν ακούσει στην πόρτα το κλειδί, βρέθηκε τ’ ανάσκελα· ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της, που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη; Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε, κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τι να σου κάνει· δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί ζεστό δικό της. Και η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνον κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή, και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες, κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν του είπε: «Αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι, κι εκείνης που τις νύχτες με συμπληρώνει άρωμα να βάζει να της πεις, γιατί χωρίς… τη σιχαίνομαι την παρουσία της.»

Πήρε να χαράζει κι ο ήχος απ’ τα κλειδιά, βήματα βαριά, και η ικανοποίηση βαριά να στάζει απ’ το μουστάκι. Στάθηκε καταμεσής στην κουζίνα. Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος, κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί μοσχοβολούσε παράπονο. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα”, ανέμιζε, “κι αν δεν κρεμούσα την ψυχή μου στο τσιγκέλι, αντί για αρνί, λεπίδα· κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να το σέβεστε!»

Artwork: Daria Petrilli

.

 

Tags:

Σοφία Περδίκη, Αναστάσιμη σφαγή

.

Η Μπιάνκα σαν ήτανε παιδί
και οι γύρω της πολύ μεγάλοι
τους κοίταζε πάντα σοβαρή
καθώς αρμόζει σ’ ένα παιδί

Δεν βλέπανε στο πρόσωπό της
εύκολα γκριμάτσα
είχε την ψυχή της
αρυτίδιαστη η μικρή
έπαιζε στα δάχτυλα
του ενός χεριού τ’ ακόρντα
και σας κοιτούσε θυμωμένα
έτσι και γινόσασταν φαιδροί

Πώς φυσούσε κάθε της τσουλούφι
πώς τσίριζε μαζί με το αρνί.
Το βοήθαγε πάντα να ξεφύγει
απ’ τη φριχτή σφαγή
της Ανάστασης τη μέρα.
Γελοίοι, που τα βάζατε με ποια;
Με μια tabula rasa, την Μπιάνκα;

Σας κατέγραψε όλους
με άνω-κάτω ρίμα
στα μαύρα της κατάστιχα.

Πίνακας: Yana Movchan
.

 

 

Tags:

Αγγελίνα Ρωμανού, Τρίζει το ξυλάκι

Τρίζει το ξυλάκι. Σαν το ποδάρι που κουράστηκε να περπατά. Σαν το χορό εκείνον που δεν τέλειωσε. Σαν το φιλί που έμεινε μισό. Δεν μπάζει το τζάκι τις σελίδες μου να το γιατρέψει. Λάδι. Καρφί. Και σανταλόξυλο. Τρεις κόσμους παρακεί γελάει το παραπαίδι μου.
~ Σύρε, μάνα, το αλεύρι να γλυκάνουμε ~
Βελάζει το αρνί που κρέμεται. Τσιγκελωτό και μπάνικο. Στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Ούτε την προβιά λαχτάρησα ούτε και το κεφάλι. Το μάτι του μονάχα να βάλω στο λαιμό μη με πλησιάζουν. Τα νύχια έγιναν γαμψά, καραβοκύρη μου, κι απόψε κλαίει ο ουρανός. Φοβήθηκε κι αυτός τα άστρα του.
Ξέρεις τι είναι να σου γελούν κατάματα οι οργασμοί;
Θέλεις να πας και να κρυφτείς. Μη σώσεις και μερέψεις. Να δώσεις μια να γίνει γάλα το τυρί. Να το χωνέψεις. Περνάει το γιορτάσι χωρίς ένα φιλί. Μισή μπογιά που ξέβαψε, κρύφτηκε στο πατάρι. Κι ένα στρωσίδι, απ’ τα προικιά, γέμισε ποντικοκούραδα. Έτσι δεν γίνεται παντοτινά;
Να δεις που θα γυρίσει σε νοτιά και θα γεράσουμε.
Βάζω τη λεμονιά να στύψει. Σφηνάκια για ξεπέταγμα κι ένας σουγιάς στο μπούτι. Αμέ! Όσα κι αν γίνουν φονικά, θα είμαι ο ληστής. Αυτός που κλέβει παπαρούνες απ’ τον κήπο. Δίνει μία στην κοπελιά, τις άλλες στα λυκόσκυλα. Κι ύστερα τρώει, απ’ το τραπέζι, το πιο πικρό ψωμί.
Έτσι περνούν οι μέρες μου χωρίς σκοινί. Αετωμένες. Χάρτινες. Σα δεκατέσσερις ζωές. Δυο γάτες οιστρογόνες, δηλαδή. Μαζί με τα μουστάκια.
Εσύ, μωρό μου, μην κιοτάς.
Βάλε καφέ, και ξέχνα με.

Πίνακας: Giuseppe Piovesan

.

 

 

Tags:

Μαρία Πετρίτση, Είμαι κούκλα ζωντανή

Τις βροχερές μέρες δεν τις αντέχω. Όχι για τη σκοτεινιά ή την υγρασία – αυτά δεν με πειράζουν. Απλώς πρέπει να περνάω τον περισσότερο καιρό στο σπίτι, να μη βραχεί η στολή και τα ρούχα μου. Όχι, η ομπρέλα δεν μου φτάνει. Αν βραχεί το πρόσωπο, τα μαλλιά ή τα χέρια μου, παρότι είμαι αδιάβροχη είναι δύσκολο να βεβαιωθώ πως δεν χάλασε κάτι στην εμφάνισή μου.
Μια φορά περπατούσα στο δρόμο και ο αέρας μου σήκωσε την περούκα. Τραγική στιγμή. Οι περαστικοί έκαναν πέρα, τρόμαξαν. Λες και έβλεπαν κροκόδειλο που ξέφυγε από το τσίρκο. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί – τέτοιο ρεζιλίκι. Κανονικά κάτι τέτοια θα έπρεπε να τα βλέπω ως υποθέσεις ρουτίνας, είμαι όμως καινούριος στο χώρο και δεν έχω προσαρμοστεί. Σιγά σιγά θα συνηθίσω.
Άρχισα να μεταμφιέζομαι εδώ και δυο μήνες. Όταν φοράω το ολόσωμο δεύτερο δέρμα μου και νιώθω το πλαστικό να κολλάει πάνω μου, είμαι ευτυχισμένος. Το πλαστικό είναι αχόρταγο, αγκαλιάζει σφιχτά το ανθρώπινο δέρμα. Τα πρόσθετα στήθη μου τα αγαπώ, τις καμπύλες μου το ίδιο. Όνομα και πρόσωπο δεν αλλάζω συχνά, προσπαθώ να διατηρώ σταθερή τη γυναικεία ταυτότητά μου. Περούκες έχω κάμποσες, με διάφορα χτενίσματα και αποχρώσεις. Κοσμήματα δεν φοράω ποτέ, προτιμώ η εμφάνισή μου να είναι λιτή και μετρημένη. Να έχει ένα κάποιο class.
Δεν νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στην πανοπλία μου. Όχι. Είναι το προστατευτικό μου πέπλο που με θωρακίζει απέναντι στον κόσμο. Το θερμότερο καταφύγιό μου. Μόνο με τη μάσκα μου αισθάνομαι πως τολμώ να δείχνω στους άλλους το πραγματικό μου πρόσωπο. Μόνο με την ολόσωμη στολή μου. Κάθε άνθρωπος έχει μια άμυνα που προτιμά. Που είναι η αγαπημένη του. Τον κλείνει μέσα της και τον στηρίζει. Τον εμποδίζει να διαλυθεί σε χίλια κομμάτια και να καταρρεύσει μπροστά στους άλλους. Όταν σπας το πόδι σου δεν στο βάζουν σε γύψο; Έτσι κι εγώ, όταν νιώθω τσακισμένος, ευάλωτος και μόνος μου, μπαίνω μέσα στο σιλικονένιο μου κορμί και τίποτε δεν μπορεί να με βλάψει. Ησυχάζω.
Είμαι πολύ τρυφερός άνθρωπος, κουράζομαι εύκολα. Κατά καιρούς έχω ανάγκη από λίγη ξεκούραση απέναντι στα βλέμματα των άλλων. Και όχι μόνο. Πότε πότε έχω ανάγκη να με βλέπουν διαφορετικά, είναι λίγο σαν παιχνίδι. Όσα καλύπτει και ταυτόχρονα όσα αποκαλύπτει η στολή μου μού είναι αδύνατον να τα συζητήσω ανοιχτά. Έτσι βρίσκω έναν τρόπο να τα εκφράζω χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσω γι’ αυτά, και αυτό με λυτρώνει. Ελάχιστοι άνθρωποι με καταλαβαίνουν. Οι υπόλοιποι με λοιδορούν. Δεν με πειράζει.
Απόψε θα φορέσω την κόκκινη περούκα μου, το μακρύ μαύρο φουστάνι και τις γόβες μου, και θα βγω βόλτα στην κρεαταγορά. Στα σφαγεία, το μικρό κουκλόσπιτό μου. Ανάμεσα στα σφαχτάρια που κρέμονται στα τσιγκέλια των χασάπηδων νιώθω πάντοτε ποιητικά. Είναι ρομαντική εικόνα. Αραιά και πού μπορεί μέχρι και να κλάψω στη θέα τους. Από συγκίνηση, συμπόνια κι ευτυχία.
Ευτυχώς η μάσκα δεν αφήνει τα δάκρυα να φανούν, με καλύπτει. Για τους κρεατέμπορους και τις νοικοκυρές που ψωνίζουν μπριζόλες και εντόσθια είμαι απλώς μια κινητή παράσταση. «Darling, you’ re a freaky moving installation», μου είχε πετάξει κάποτε ένας αγγλομαθής πελάτης και είχε γελάσει πολύ. Ακόμα θυμάμαι το φθαρμένο σμάλτο των δοντιών του.
Μόνο τα κατακρεουργημένα ζώα με εμποδίζουν να νιώθω μοναξιά. Ακούγεται διαστροφικό, όμως έχει μια πολύ συγκινητική τρυφερότητα αυτή η σχέση. Σχεδόν ερωτική, με τη θεολογική έννοια του όρου. Φταίει που πολύ συχνά δεν φοβάμαι να παραδεχτώ πως βρίσκομαι στην ίδια μοίρα μαζί τους.

Artwork: Mike Worrall

.

 

 

Κατερίνα Παπαδημητρίου, Σκιές σε αντιπαράθεση

anna-bodnar-99107_nΆνδρας ΑΒ, 45 ετών, κατηφής, ύψους 1,55 μ., βαδίζει πλάι σε άνδρα ΒΓ, πρώτου βαθμού συγγενείας, 48 ετών, ύψους 1,75 μ., ώρα δωδεκάτη μεσημβρινή, κατά το μήνα Μάιο, με προορισμό συνοικία της πόλης που εκτείνεται δυτικά, βορειοδυτικά. Αιτία της κατήφειας του άνδρα ΑΒ, στάθηκε η δυστυχής συγκυρία της αναγκαστικής συνεύρεσης και κοινής πορείας των δύο ανδρών, με στόχο, την κοινή παρουσία τους σε συμβολαιογραφικό γραφείο στα βορειοδυτικά της πόλης.
Είναι γνωστό ότι τα συναισθήματα του άνδρα ΑΒ, δεν προέρχονται από κάποια ακούσια αρνητική συμπεριφορά του αδερφού του, αλλά πηγάζουν ακριβώς απ’ το γεγονός, ότι σήμερα τυχαίνει να έχει ανατείλει ένας λαμπρός ήλιος, που σε συνδυασμό με το γεγονός ότι συμβαδίζουν με τα νώτα τους στραμμένα προς την Ανατολή, επιτρέπει στον άνδρα ΑΒ να βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σκιά του, μήκους 0,78 μ., η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη σκιά του ΒΓ, μήκους 0,88 μ., του προκαλεί έντονα συναισθήματα κατωτερότητας.
Ο άνδρας ΑΒ βαδίζει με το κεφάλι κατεβασμένο. Κάνει σκέψεις οι οποίες τον οδηγούν αναπόφευκτα σε προειλημμένες αποφάσεις, που για πρώτη φορά στη ζωή του δείχνουν εύκολα υλοποιήσιμες, αφού έως και σήμερα δεν είχε την οικονομική άνεση να τις πραγματοποιήσει.
Η σημερινή επίσκεψη αφορά την αποδοχή κληρονομιάς, ποσού 580.000 ευρώ σε ακίνητα και 420.000 ευρώ σε ρευστό. Κληρονομιά που αγγίζει το ποσό του 1.000.000 ευρώ, επιμερισμένο δίκαια και στους δύο αδερφούς, γεγονός που τους καθιστά δικαιούχους του ποσού των 500.000 ευρώ έκαστος, αφού θα λάβει ο καθένας ακίνητα αξίας 290.000 ευρώ και το χρηματικό πόσο των 210.000 ευρώ. Στην περίπτωση δε, που το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία των ακινήτων, δεν επιμερίζεται ισόποσα, θα πραγματοποιηθεί πώληση ή την ανταλλαγή ακινήτων έτσι, ώστε το ποσό που θα δικαιούται ο καθένας να μοιραστεί ακριβοδίκαια.
anna-bodnar-99107_nΣυνεπώς, ο ΑΒ, εύλογα παρασέρνεται σε υπολογισμούς, βασιζόμενος βεβαίως σε προηγούμενη έρευνα, την οποία διεξήγαγε ενδελεχώς, καθώς και στην επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφορία, προερχόμενη απ’ τον ίδιο τον θεράποντα ιατρό του, περί επιμηκύνσεως των κνημών για δεύτερη φορά, με στόχο την αύξηση του ύψους του. Διότι, αν υποτεθεί ότι επιμηκύνονται εκ νέου οι κνήμες του κατά 0,05μ., τότε, κάθε φορά που θα εξαναγκάζεται να βαδίζει δίπλα στον ΒΓ του οποίου τη γονιδιακή τύχη με ζήλεια μακαρίζει, το μήκος της σκιάς του θα έφτανε πια στα 0,81μ. Μόλις 0,07μ. κοντύτερη από τη σκιά του αδερφού του.
Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο ΑΒ κάνει σήμερα όλες αυτές τις σκέψεις, είναι ότι μέχρι σήμερα, εκτός του ότι ήταν αναγκασμένος ν’ ανέχεται την λιτότητα του ύψους του, είχε ν’ αντιμετωπίσει και την οικονομική του εξάρτηση απ’ το βαλάντιο του πατέρα του, ο οποίος με καμία δύναμη δεν μπορούσε ν’ αποδεχτεί το αίσθημα κατωτερότητας του πρωτότοκου γιου του. Έτσι, ο άνδρας ΑΒ αναγκάστηκε προκειμένου να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του, να υποπέσει στο ολίσθημα του δανεισμού, του ποσού των 200.000 ευρώ, ώστε να υποβληθεί στην πρώτη επιτυχημένη μεν, αρκετά οδυνηρή δεν επέμβαση επιμήκυνσης των οστών της κνήμης κατά 0,05 μ., η οποία εκτός των άλλων, απαίτησε μεγάλη περίοδο ανάρρωσης κι αποκατάστασης. Γεγονός που επιβάρυνε κι άλλο το βαλάντιό του, καθώς δεν ήταν σε θέση να εργαστεί. Συνεπώς το ανεξόφλητο, κατά ένα μεγάλο μέρος, χρέος του δεν του άφησε και πολλά περιθώρια πένθους.


anna-bodnar-99107_nΟ ΒΓ ρίχνει κοφτές, φευγαλέες ματιές στον ΑΒ. Συλλογίζεται πως αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη ο αδερφός του, είναι η ψυχοθεραπεία. Υποψιάζεται την αιτία της κατήφειας του και διαβάζει τους μαθηματικούς υπολογισμούς στο πρόσωπό του. Τέλος, αποφασίζει να παραβλέψει το γεγονός της συνύπαρξης με την χαμηλή αυτοεκτίμηση του αδερφού του, εξαιτίας του θλιβερού καθήκοντος της διευθέτησης της κληρονομιάς του αποθανόντος γονιού τους κι αφήνεται να απολαύσει τον ανοιξιάτικο ήλιο.
Πριν την πρώτη επέμβαση το ύψος του άνδρα ΑΒ έφτανε τα 1,50 μέτρα κι έτσι η πιθανότητα να συμβαδίσει απομεσήμερο, έχοντας δίπλα του τον αδερφό του ΒΓ ήταν από ένα σημείο κι ύστερα μάλλον απίθανη. Κυρίως μετά το σχόλασμα του σχολείου κι από τότε σε κάθε παρόμοια περίσταση, ήταν σχεδόν μηδενική, αφού ο ΑΒ, ακριβώς μετά το τελευταίο κουδούνι, άρπαζε τη σάκα του κι έφευγε τρέχοντας για το σπίτι, όπου έφτανε πάντα πρώτος. Κι αυτό, διότι την πρώτη φορά που συνειδητοποίησε τη διαφορά ύψους μεταξύ αυτού και του ΒΓ, ήταν ένα απομεσήμερο που σύγκρινε τη σκιά του με εκείνη του ΒΓ αδερφού του, τότε το μήκος της σκιάς του ήταν μόλις 0,75μ., ενώ του αδερφού του 0,88μ., 13 ολόκληρα εκ. του μέτρου περισσότερο. Ο άνδρας ΑΒ περιέπεσε σε τέτοια θλίψη και αδυνάτισε τόσο, ώστε να περνάει άνετα απ’ το κενό που άφηνε η καγκελόπορτα, λόγω κακοτεχνίας του σιδερά, απ’ το ντουβάρι της περίφραξης. Δηλαδή 18 εκατοστά αδικαιολόγητο κενό.
anna-bodnar-99107_nΟι δύο άνδρες, που ένας τυχαίος επιμερισμός γονιδίων, μιας τυχαίας απόφασης της κληρονομικότητας, αποφάσισε να έχουν αυτήν τη διαφορά του ύψους, συνέχισαν να συμβαδίζουν σιωπηλοί και βυθισμένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Ξαφνικά, ένα οικοδομικό τετράγωνο ακριβώς πριν τον προορισμό τους, ακούστηκε ένα «κρακ» ταυτόχρονα με μία κραυγή πόνου που άφησε ο ΑΒ, ο οποίος είχε πέσει στο κράσπεδο χάνοντας 0,05μ. από το μελλοντικό του ύψος και όλη του την αξιοπρέπεια. Γνώριζαν άλλωστε και οι δύο, πως μετά την πρώτη εκείνη ριζοσπαστική επέμβαση, όντως ελλόχευε ο κίνδυνος θλάσης του οστού, με μη αναστρέψιμες βλάβες.
Ο άντρας ΒΓ, έσκυψε προς το πεσμένο και συντετριμμένο αδερφό του ΑΒ, αφήνοντας να κυλήσει ένα δάκρυ στο μπατζάκι που κάλυπτε τη δεξιά κνήμη με το ματαιωμένο ύψος. Για πρώτη φορά σήμερα του απευθύνει το λόγο: «Τώρα, δεν θα μπορείς πια να τρέχεις μακριά μου κι έτσι, θα μπορέσω επιτέλους να χαρώ τη συντροφιά του αδερφού που τόσο στερήθηκα».
Ο ΑΒ, δεν ξανάκανε καμία αριθμητική πράξη που να αφορά στο ύψος του σώματός του. Η μόνη απόσταση που υπολόγιζε πια, ήταν η εγγύτερη προς στο σώμα του αδερφού του.

(Το διήγημα περιλαμβάνεται στο Ανθολόγιο “Οδός δημιουργικής γραφής” εκδ. Γραφομηχανή)