RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ΧΑΪΚΟΥ

.

Ψηλά ο αητός

μικρό τον κόσμο βλέπει,

τον περιφρονεί.

*

Μικρό πουλάκι

έχασε τη φωνή του.

Βαλσαμώθηκε.

*

Το δίχτυ πλέκει

στη γωνιά η αράχνη.

Φυλακίζεται.

*

Μικρές ψηφίδες

θαμμένης ιστορίας

πως ευωδιάζουν.

*

Σε ράγες πάνω

κύλισε η ζωή του,

δίχως εκτροπή.

Πίνακας: Abraham Manievich

 

Στέργιος Ντέρτσας, Ήλωση 

VI

Προσκυνητής  στα νεκροταφεία   των λαθών

που τα ‘λεγε πλούτη.

Ρόμβος ακλόνητος και πεισματάρης

στους παραληρηματικούς κύκλους της ζωής.

Υποτονθορύζοντας τη συσκότιση του τυχαίου

σχεδόν ως ευλογία

Υποδεχόμενος τους κόντρα ανέμους

με δάνειες  προσευχές και με ζεμπέκικα βαριά.

Παράχορδος τόσο πολύ καθώς κοιτούσε στα μάτια  το κακό

που ήθελες κατεπειγόντως να τον κάνεις  φίλο κι αδερφό.

Αν η τροχαλία της συνήθειας δεν τον κονιορτοποιούσε

κατακρημνίζοντάς τον αίφνης στο λεκιασμένο τεφτέρι

του μαυραγορίτη,

εάν η χαρακτική των χαρισμάτων του

δεν στρεφόταν με τέτοιο μένος  στο καθαρό του βλέμμα

ήταν βέβαιο πως θα γινόταν άγαλμα

που με χέρι απλωμένο παντοτινά

θα τάιζε τις  αγρύπνιες  μας ανελλιπώς.

Αγάπησε.

Αγάπησε πολύ, παντού κατάγματα.

Οι ιαχές του μοιραίου πάνω του

ουδέποτε εισπράξανε τον αντίλαλο τους

ως έξαλλο πανηγυρισμό.

Ετάφη ταυτόχρονα

σε πολλά γυναικεία σώματα

και στο μικρό κηπάκι του, των καχεκτικών ρόδων εραστής.

Πίνουν νερό στο όνομα του πλέον

όσοι  να τον  δικάσουν βιάστηκαν.

Όμως αυτός διψά ακόμη.

Ο ίσκιος του  τριγυρνάει στα ξέφραγα αμπέλια μας

και μας χλευάζει τρώγοντας τους ώριμους ροδίτες.

Της ευγένειας  ανήμερο θεριό.

.

.

VIII

Ωγυγία για λίγο, Ωγυγία για πάντα,  Φεδερίκο.

Η καρδιά σου χτυπάει παντού.

Ραγίζει  η δήθεν αντισεισμική σιωπή μας .

Κρεπάρει.

Φοβερός ο τρόπος της αγάπης σου.

Το ματωμένο σου πουκάμισο

υψώθηκε σαν φλόγα

κι έσβησε την κίτρινη βροχή – τη  λάσπη.

Κι ωστόσο πάλι δειλιάσαμε.

Τώρα περπατάς ανάμεσα στις λεύκες,

δεν εμπιστεύεσαι πια τις λέξεις,

η ποίηση σου είναι ετούτη η ομίχλη

που μιλάει με στεναγμούς,

το στόμα της που δεν έχει ηλικία

αλλά μαντεύει με ακρίβεια τις ηλικίες

ολονών μας.

Ο αέρας υπνοβατεί μαζί σου

ανάμεσα σε  άδειες κλεψύδρες.

Σε ψάχνουμε και θα σε ψάχνουμε για καιρό ακόμη

γιατί οι πρωτοχρονιές  των ποιημάτων σου

παιδεύουν το μόνο καθαρό κομμάτι της ζωής μας,

την αφέλεια μας,

και δεν μας αφήνουν να μάθουμε ποιοι είμαστε.

Η   φωνή σου κατέρχεται  στους γκρεμούς μας,

 όλες τις βεβαιότητες μας  υφαρπάζει ,

αφήνοντας όμως το χώμα νοτισμένο.

Εκεί βεβαίως θα ζητήσουμε να γίνει κάποτε η ταφή μας

όταν ο κίβδηλος οβολός  οριστικά μας καθυποτάξει

και μας κλέψει  την τελευταία ικμάδα της θέλησης μας.

Ωγυγία για λίγο, Ωγυγία για πάντα, Φεδερίκο.

Μας σβήνει αυτό που  δεν θελήσαμε να γράψουμε ποτέ

και καμία φορά βλέπουμε τα  όμορφά  σου χέρια

σαν καθαρά φτερά στις πλάτες της εικασίας.

Δεν μπορούμε να πάμε πουθενά, πάροχοι 

μιας  πικρής ειρωνείας δίχως καταναλωτές. 

Αιχμάλωτοι είμαστε   των παρενθέσεων

και  της παραλήγουσας ισοβίτες.

.

Στέργιος Ντέρτσας, από την ποιητική σύνθεση Ήλωση 

Αrtwork: Katherine Boland

.

 

Αντώνης Σαπουντζάκης, Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

.

Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

που οι δυτικές επαρχίες τελειώνουν μ’ έναν βάσανο

καταλαβαίνω πως υπήρξα ένα λάθος της πέτρας.

.

Η γης που χορεύει

περνάει κύματα μέσ’ απ’ τα χέρια μου

ρωτάει τη φτιάξη μου

πώς τώρα με πείσμα ρωτάει ο ρυθμός

τι έμεινε απ’ τη νιότη αζύμωτο

ποιος είναι ο ναυαγός.

.

Είπες το σώμα είναι η γλώσσα του χώρου

πως είναι το σπίτι του νερού

κ’ εγώ μ’ αυτό σε κατοίκησα.

.

(Πως με τυράννησες στη γλώσσΑ).

.

Θα με γρικάει η ομίχλη και ο κρύος χειμώνας

θα με νομίζουν οι γκρεμοί στον ύπνο τους

όταν σκοντάφτουν πάνω σ’ όνειρα ερπετών

και της πνοής το ξάφνιασμα σα με λογίζεται

θα συνεχίζει ν’ αγκαλιάζει νικημένους.

.

Πως τα πουλιά είναι η βουή

που μέσα της σ’ ονόμασα.

.

(Πως στα πουλιά με γκρέμισεΣ).

.

Κι ώσπου να φύγω

θα με γλύφει το νόημα ώσπου

να γίνω βότσαλο μέσα σε χίλια βότσαλα

λείο μες στη φτηνή αλληγορία των εραστών

λευκό στη μεγάλη αναιμία του κόσμου.

.

Πίνακας: Νικόλαος Λύτρας

 

Λουκία Πλυτά, Αχνάδα

.

Η αχνάδα του πρόσκαιρου

μοιάζει με πεινασμένο λύκο.

Αποδείχθηκε πως,

όταν σκουπίζεις

με το μανίκι σου το τζάμι,

δεν σημαίνει

πως μπορείς να δεις καλύτερα.

Σπάσ’ το!

Artwork: Philippe Koubareff

 

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις

.

Πόλεις τσίγκινα δοχεία στη φωτιά

Πόλεις σημάδια από ρόδες φορτηγού στον δρόμο

Πόλεις συριγμός από άρρυθμες αναπνοές

Κοιτάζεις τον πηγαιμό σου και το έλα σου

Μια σκλαβιά αλυσοδεμένη στα πεζοδρόμια

Ποτήρια μισοάδεια που δε μέθυσες

Άσπροι πάτοι κώνεια βλέμματα

Πόλεις πατούσες θυμωμένου ελέφαντα

Πόλεις αναμμένα αναστενάρια μπούλμπερη

Πόλεις κρυφές νοσταλγίες ανόητων

Κοιτάζετε με τα γυάλινα μάτια ρινόκερου

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις από την ποιητική συλλογή Βαθύς ουρανός, βυθός θάλασσας,  Εκδόσεις Το ροδακιό, 2020

Photo: Αlexey Titarenko

 

Σοφία Περδίκη, Συντέλεια

Ονειρεύτηκα
τα μελαγχολικά δευτερόλεπτα
τ’ αμήχανα δάχτυλα
σαν ψάρια που σπαρταρούν
μες στον κουβά
από ρόγχο ή διαδοχική χαρά
κάτω από φεγγάρια πανσέληνα.
Κι ύστερα θυμήθηκα
την υπαναχώρηση
χλωμή, ψελλίζοντας πάνω στο στήθος
εξισώσεις πυρετών
ανασκαλεύοντας την κοιλιά
της εποχής των καθαρών ερώτων.
Τους πόθους να υπερασπίζονται
ουρλιάζοντας
νώτα ανυπεράσπιστα
από στόματα εκστατικά
με ήχο βογκητό
μακρινό πολύ
αιώνες πριν απ’ τη Συντέλεια
αφουγκράστηκα.

Σοφία Περδίκη, από τη συλλογή Το αιώνιο αίνιγμα, εκδόσεις Κίχλη 2020

Πίνακας: Georges Braque

 

Σοφία Περδίκη, Φθινόπωρο


.

Ο κρόκος του πρωινού χυνόταν στην πόλη. Έστριβε στην οδό των Ρόδων κι έσταζε από τ’ ανοιχτά παράθυρα πηχτές, μελάτες σταγόνες στο γυάλινο δοχείο με τις τουλίπες. Τα δύο όστρακα της χλωροφύλλης τις νιώθουν βαθιά μέσα τους να εισέρχονται, και τα φύλλα, οι μίσχοι πως αναριγούν, χάσκουν οι στήμονες, χρυσίζει το νερό το μαύρο! Κατακόκκινες πυρώνουν οι κεφαλές, στρέφονται ταυτόχρονα ανοιχτές, ευθεία προς το βέλος του ήλιου…
Στο απόγειο της διάτασης, η αιχμή της έντασης μια πράσινη χορδή που τέντωσε και σπάει. Γιατί να είναι άραγε έτσι η φύση των πραγμάτων; Ένα ένα τώρα τα φύλλα τους ξεφορτώνονται, ξερά κλαδιά φράγματα στήνουν, να βουλώσουν θέλουν το μοναδικό το λούκι, το πιο πολύτιμο. Τον νόμο να επιβεβαιώσουν.

Στο πλήρες φάσμα της ανθοφορίας ο μαρασμός.

Σοφία Περδίκη, από τη συλλογή Το αιώνιο αίνιγμα,  εκδόσεις Κίχλη 2020

Αrtwork: Konstantin Kacev

 

Κωνσταντίνος Κομιανός, Σύμπαντο μέρισμα

.

Στου ήλιου τη διάπαση φλόγα
φερέφωνα διαστήματα εκλείψεων
της γης καημοί μελανιασμένοι

Στο βουβό κλάμα των ελλείψεων
της ζωής το μάλαμα αναμένει

σαστισμένες  προσδοκίες ικετεύουν
ζωντανή ανάσα
όρθρου αστέρων ψαλμωδιών

Κι η χασμωδία ολέθρου
ευδόκιμη κορόνα λύτρωσης εξ ουρανού
τη λύση περιμένει

Κωνσταντίνος Κομιανός, από τη συλλογή Έκθετοι μονόλογοι, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018

Αrtwork: Kopp de Laney

 

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες λέξεις μακριά

.

Στην αίθουσα με τις μεγάλες αποστάσεις κατανόησης
Κάτω ακριβώς από τις κυλιόμενες σκάλες
Που οδηγούσαν στα οκλαδόν σημεία των εικόνων
–οι λαμπτήρες καταύγαζαν τον αιθέρα χωρίς παρεξηγήσεις
και όλα διατηρούνταν καρφωμένα σε κατάσταση προοπτικής–
Εκεί ακριβώς
Οι ανοιχτοχέρηδες της κυριολεξίας
Ονειρεύονταν συχνά το ρήμα φαντάζομαι
Να σκάζει σαν άστρο μέσα απ’ τα βλέφαρά τους
Και κάποτε συνέβη να σπάσει ο κώδωνας των περίκλειστων ματιών
Και να βρεθούν σύψυχοι μ’ ένα μπαστούνι στο χέρι
Να αναμοχλεύουν το υγρό χώμα των λέξεων μην τυχόν πήξει
Και ξαναγίνε η φρουτιέρα
Φρουτιέρα
Κι όχι ένας Κήπος που στίλβει φωτόνια
Έτοιμα να τα καταπιείς ολόγιομα και να κελαηδήσεις.

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες μακριά, από τη συλλογή το Άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Ronny Engelmann

 

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Μπήκα με λύπη στο σπίτι των ανέμων.
Μπήκα γυμνός στην πλατεία του σπιτιού
με τα λικέρ από δέρμα χωριού στους μπουφέδες
και στο ταβάνι μια λάμπα ξαστέρωνε.
Στην κουζίνα η Τζόπλιν μαγείρευε γρέζια
στους διαδρόμους συνωστίζονταν τράμ γεμάτα Σιοράν
και ιερόδουλες βοσκοπούλες με πειθαρχία στρατεύματος
βοτάνιζαν τις ημέρες που εξείχαν πανσέδες.
Εγώ ήμουν κηπουρός από κακιά συμμετρία.
Στο υπνοδωμάτιο ξαγρυπνούσαν τα σύννεφα
στα ράφια ξεφώνιζε μια κυριακάτικη θλίψη
των ξωτικών η μεταφυσική μειδιούσε
υπό Ιωάννου του Τρένου που έφυγε πάει.
Εγώ ήμουν ερωτευμένος με χάσματα.
Πέρα στους πέρα κάμπους είδα μιά νερατζούλα
με το χούι ανοιχτό να περνούν φορτηγά
ηλεκτρικά ασθενοφόρα γιά ν’ αλυχτούν στρατοκάστερ.
Εγώ ήμουν ωστόσο μνημείο που αρνιόταν τις θύμησες.
Ώσπου αφήνοντας πίσω φερ φορζέ χωματόδρομους
τραπεζάκια του χωλ και μπιντέδες
βρήκα την αίθουσα της λάσπης
βρήκα τον Χάκκα να σημειώνει στους λεκέδες.
Τα καναρίνια στο μπαλκόνι να ψοφάνε
απ’ τα κλουβιά τους να βογκούν Καισαριανές.
Ήτανε τότες που γεννήθηκα ρητός:
η Εξαρχής του Θυμού τότες με φίλησε στα μάτια
κι ύστερα μου ψιθύρισε αν ψήνομαι για κρότο.

Φωτό: Rene Groebi

.