RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Έλσα Χώνια (9 ετών), Το μικρό ξωτικό

Λάμπουν τ’ άστρα μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ο Άγιος Βασίλης φορτώνει τα τελευταία δώρα στο έλκηθρό του. 3,2,1 έφυγε, πάει να παραδώσει τα δώρα! Φυσικά, έχει προετοιμαστεί να γεμίσει και το στομάχι του με γάλα και κουραμπιέδες μοσχομύριστους, που θα αφήσουν οι μικροί φίλοι του για να τον ευχαριστήσουν. Πρώτη στάση, στο σπίτι του μικρού Μάριου. Οι λιχουδιές τον περιμένουν δίπλα στο τζάκι. Μα ποιος έφαγε τον κουραμπιέ μου;; Το μικρό ξωτικό, ο βοηθός του, ίσα που πρόλαβε να σκουπίσει την άχνη από τα χείλη του. Αχ, σκέτη γλύκα αυτή η σκανταλιά !

 Πίνακας: Romualdas Petrauskas

 

Tags:

Bάνια Σύρμου, Διλήμματα άχνης

Με αμύγδαλα ή χωρίς; Στρογγυλοί ή μισοφέγγαρο; Διλήμματα του ουρανίσκου που με κρατούσαν ξύπνιο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Έπρεπε οπωσδήποτε να απαντηθούν τη νύχτα, πριν με ξυπνήσουν αξημέρωτα για τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Εκείνο ωστόσο που με παρηγορούσε ήταν ότι, μετά τη Θεία Κοινωνία, ο μπουφές στο σαλόνι θα ξεκλείδωνε και θα αποκάλυπτε επιτέλους μπροστά μου τις δυο πιατέλες με τους βασανιστικά μυρωδάτους κουραμπιέδες της μάνας μου, που την τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής την έβλεπα ξεροσταλιάζοντας να τους ξεφουρνίζει, να τους ραντίζει με ανθόνερο και να τους πασπαλίζει με άχνη, δίχως κανένα οίκτο για τους νηστευτές του σπιτιού.

Πίνακας:Sebastian Picker

 

Tags:

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Courabies

 

Αφού προσγειώθηκα στο Charleroi, τσέκαρα τους κουραμπιέδες. Μια χαρά ακούγονταν (μέσα στο μεταλλικό τους περίβλημα, σαν κανένα σπάνιο ραδιοϊσότοπο.) Μακάρι να άρεσαν και στη Mme Parmentier, που τους είχε παραγγείλει με βελγική αθωότητα: «Ένα κουτί “κουραμπί” Κονσταντάν, από Ατέν σιλ τε πλαι!» Ενώ όμως παρείχα πιστοποιητικό καλής υγείας στους κουραμπί, ένας τσόγλανος 10χρονος  που έτρεχε μανιασμένα, κατεβαίνοντας από τις κυλιόμενες με σώριασε στο πάτωμα, οι δε κουραμπιέδες εκτοξεύτηκαν σε μια παραβολική τροχιά, που τελείωσε τρία πατώματα πιο κάτω, στο πάρκινγκ. Όσην ώρα η μητέρα του με ρωτούσε αν χτύπησα, εγώ σκεφτόμουν, καημένη Mme Parmentier! αντί για το ισότοπο, θα φας τελικά τη ραδιενεργό του σκόνη!

Πίνακας: Quint Buchholzd

 

Tags:

Κατερίνα Κοσμά, Κουραμπιές σα χθες

Έφυγε χθες, πλήρης ημερών και κουραμπιέδων. Μύριζαν τα έπιπλα, τα ρούχα, τα μαλλιά της φρεσκοψημένο κουραμπιέ. Αυτή δεν έφτιαξε ποτέ. Δοκίμαζε όμως μανιωδώς. «Για να δω, είναι σαν της μάνας μου;» Έτρεμαν οι κουραμπιέδες. Και αναστέναζαν οι πιατέλες της γειτονιάς. Σπίτια, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, κατά μέτωπο επίθεση! Τι κι αν το ζάχαρο ήταν στα ύψη. «Μα δεν τρώω», έλεγε, «δοκιμάζω μόνο», και η ματιά της ήταν συνταγή γιατρού. Με τα χρόνια έγινε κατάλευκη σαν άχνη και γλυκιά σαν το βλέμμα της μάνας, που δε γνώρισε ποτέ. «Αυτό το μωρό είναι άσπρο σαν κουραμπιές», είπε η μαμή. Η μάνα χαμογέλασε κι έφυγε, χθες…

Φωτό:Josef Sudek

 

Tags:

Παπαδημητρίου Κατερίνα, Μυρωδιά κάννης

Κόκκινο, λουσάτο κι’ ό,τι περιείχε το διεκδικούσε μια ανάμνηση. Τελευταία όλα είχαν τη μυρωδιά κάννης. Δυο εκατοστά από τη μύτη του να σημαδεύει το ταβάνι. Εκείνος δυο στάλες άνθρωπος. Ίσα με μια καραμπίνα. «Θα με σκοτώσεις, μπαμπά;» Το πλησίασε. Τα Χριστούγεννα των άλλων. Και τα δικά της. Την έχασε. Και η συνταγή δική της. «Όχι εσένα, μωρό μου.» Τέντωσε τη μύτη του δειλά από πάνω του. Ένα καπάκι τον χώριζε απ’ το λευκό που μύριζε μπαρούτι. Λευκό. Πάντα φυλακισμένο στην παράνοια του πατρικού προτύπου. Άγγιξε δειλά έναν κουραμπιέ. Ενηλικίωση; Άχνη, πάχνη, τον δάγκωσε. Αργά πια. Την είχε καταπιεί.

Πίνακας: Αndrea Kowch

 

Tags:

Kατερίνα Λιάτζουρα, Η χρυσοχέρα

Το μόνο που βλέπω κολλημένη στο ταβάνι είναι ο δίσκος με τους κουραμπιέδες. Τους βλέπω να ανυψώνονται στα μισοφέγγαρα σχήματα τους, πασπαλισμένοι με αυτήν την άχνη την ολόλευκη. Σε αντίθεση με τα χέρια μου, που δεν μπορώ να κινήσω, οι σιελογόνοι μου λειτουργούν μια χαρά. Ο ουρανίσκος μου γεύεται ήδη την πυκνή σάρκα τους και η γλώσσα μου τους θρυμματίζει βασανιστικά αργά, αναζητώντας εκείνα τα ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα. Από το στόμα μου στάζει σάλιο. Οι παρευρισκόμενοι σκουπίζουν τις στάλες του σάλιου μου από το μέτωπό τους και σερβίρονται άλλον έναν κουραμπιέ. «Στην υγειά της μακαρίτισσας, της χρυσοχέρας!» λένε.

Φωτό:Steven Graber

 

Tags:

Αγγελική Λάλου, Μεθυσμένες μπουκίτσες

Το μυστικό της απόλαυσης βρισκόταν στο καβούρδισμα των αμυγδάλων. Τα έκοβε αποβραδίς με το χέρι. Προσεχτικά και σχεδόν ομοιόμορφα. Τα έβαζε στο προθερμασμένο φούρνο. Φρόντιζε να τα γυρίζει από όλες τις πλευρές. Σιγοψήνονταν σε χαμηλή φωτιά. Και μόλις ρόδιζαν τα έβγαζε. Ύστερα κι ενώ ακόμα άχνιζαν τα έσβηνε στο ρούμι. Έμεναν όλο το βράδυ και κοιμόντουσαν μέσα στο αλκοόλ. Το πρωί τα έβαζε στη ζύμη. Μπλέκονταν με το βούτυρο, τη ζάχαρη, κι ύστερα οι κουραμπιέδες έμπαιναν στην άχνη. Μικρές μεθυσμένες μπουκίτσες. Στο πρώτο δάγκωμα, γεύση ευφορίας πλημμύριζε το στόμα. Η επίγευση κρατούσε λίγο παραπάνω στη γλώσσα, που μούδιαζε από ευχαρίστηση.

Artwork: Adrienne Stein

 

Tags: