RSS

Category Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος (απόσπασμα)

.

[…] Σπουργίτια και κάργιες
φτύνουν στην πρώτη δοκιμή
τ’ άγρια σύκα
τους μοβ καρπούς
ανώριμης οικουμενικότητας
που σκουληκιάζουν
και πέφτουν
κάνοντας πιο γόνιμο
το έδαφος της πτώσης,
το χώμα
της αμετανόητης γερόντισσας
φωνάζοντας με τη σειρά της
«έλα εδωδά»
ν’ αναστηλώσουμε
τις πεσμένες οροφέ
με μάτια ορθάνοιχτα
και το κεφάλι
ακουμπισμένο στην καρδιά. […]

Τα μάτια αμίλητα,
μεγάλα σαν βδομάδες
διακριβώνουν πως μόνο
οι νεκροί δεν έχουν σκιές,
εξορκίζοντας έτσι το θάνατο.

Η μάνα αγριοσυκιά
στέκει αγέρωχη
μέχρι ν’ αξιωθούν
τα παρακλάδια της
πυκνό τον ίσκιο τους
να ρίξουν
παραδομένη στα χέρια τους
και το κορμί της
τροφή συνείδησης,
ως ν’ αδερφώσουν
ανίκητα τις ρίζες
απ’ τ’ άγγιγμα
ενός ευγενούς κολεόπτερου.

Έτσι μονάχα
άχρηστα πια
καταρρέουν τα σκιάχτρα.

Πόπη Αρωνιάδα, Ήσκιος ασήκωτος, από τη συλλογή Ουλές, Ροδακιό, Αθήνα 2016

Αrtwork: Sarah Jarrett

 

Ρογήρος Δέξτερ, “Τέτλαθι δή, κραδίη”

Δεν ξέρω αν θα με ξαναβρούν να γράφω
Τα μεσημέρια τού Αλωνάρη
Να σπέρνω λόγια σαν τραγούδια
Σε κόρφους κοριτσιών
Να με τραντάζει η αχτένιστη φυλλωσιά τού δάσους
Και τα τζιτζίκια με τους χάλκινους χιτώνες
Ν’ αψιμαχούν ηλεκτρισμένα
Δυο πουλιά που φτερούγισαν ψηλά
Και χρώματα στα ράμφη τους
Ένα πανί που χώνεψε στον ορίζοντα
Φωνές μαζεμένες σαν κουβάρι από ζητωκραυγές
Νεράιδες ή άλλες αισθήσεις
Σαν άνεμοι που λογοφέρνουν τα παράδοξα•
Μα προπαντός να ξέρω
Ότι θα πέσουν ωραίοι οι ώριμοι καρποί
Στα στήθη και στα δάχτυλά σου
Ότι θα σκάσει και πάλι γλυκά
Στα σωθικά σου ο γαλαξίας
Και τ’ αφρισμένα του νερά
Θα σε γυρίσουνε στο μέλλον
Με γλυτωμούς ιδανικούς στις κορυφώσεις
Μόλις λαλήσουν τού ήλιου των αλαλαγμών οι αλέκτορες
Αν στήσω αφτί στο ανείδωτο
Την αφουγκράζομαι την αυταπάτη•
Πως τάχα θα συγυρίσουν οι στίχοι τις πληγές
Που χάσκουν μέσα μου αιώνες
Και ποιος ξέρει
Τι άλλα ανέφικτα κατάντησα να νοσταλγώ
(“Θλίψη μου οικότροφη και πίκρα μου κατοικίδια”)
Εδώ στην άκρη μιας παραμυθίας
Πριν τα μισάνοιχτα τής νύχτας
Μετά τα μεσάνυχτα που ξαγρυπνώ
Σα να πηδώ μες στο κενό
Που όλο βαθαίνει στο φτωχό μυαλό μου.

Artwork: Gerhard Richter

.

 

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Γκρίζο/ βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 

γκρίζο

βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 
γατάκι μου ήρθες κι εγώ σε ήξερα σκύλο
που το καλοκαίρι ολόκληρο με δάγκωνε
και με πονούσε να μου δείξει πως με
αγαπούσε στο παιχνίδι να με τραβάει
και πως από σκηνή του Καραβάτζιο τον Νέστορα
έβλεπα μόνο κατάμονο να μένει ήθελα να σου πω
όταν εκείνο το σελοφάν χαμόγελου
στην άκρη της ζωής του περασμένο
παραμέριζε και το βλέμμα του στοίβαζε
στο δικό μου να δει τι δεν ήθελα να ξέρω
προχωρημένη η ώρα βλέπεις και βλέμμα
που η ίδια ήθελα να χειρουργώ όταν δεν
μου απευθυνόταν κι όταν με χαμόγελο το
κάλυπτε κι ας μ’ έβλεπε τότε μεσ’ απ’ αυτό
μα εσύ το νύχι έδειξες κι έφυγες στους
κόσμους σου γατάκι που σκύλο σε ήξερα
και τι θέλω εγώ εδώ στις αγορές των στίχων
και της εύνοιας που ασπρόμαλλη η ανάγκη
στο μπρος της βιτρίνας συνανάτροφους γυρεύει
και δεν είναι ο κόσμος μου αυτός δεν είναι που
μάτια κάρβουνο και φλόγα και ο πόλεμος
άνθρωπε είναι μια στιγμή μακριά και
“gimmie shelter or let me go back to the ones I belong to”
αλλά σάρκα χειλιών στο χέρι μου ο Νέστορας
που τόση η κόπωση τόση που μήτε την Ηλέκτρα
των τοξωτών φρυδιών και των χειλιών μήλα
δεν έβλεπε δίπλα του στο βαγόνι γερμένος
στη μέση των ονείρων του βαριά και τα σηκώνει
και τρέμισμα στη κίνηση και στο χαμόγελο
εκείνο που θα έγραφε σε χαρά μου και φίλοι
δίπλα μου κι έτσι ξεχασμένη στη χαρά έμεινα
μέχρι που αστραπές άναψαν τα μάτια μου
και μ’ έφεραν αχάραγα να σκέφτομαι
ασπρόμαλλη την ανάγκη στο μπρος της βιτρίνα
και πως την ανάσα της να πάρω δεν ήθελα δεν ._
&nbsp

[***]

Χλωμά πουλιά·
Πουλιά απουσία σωμάτων
Και φύλλα δίχως κλαδιά.
Παραπέφτουν από κλαδί σε κλαδί
Των αηδονιών οι λαρυγγισμοί του έρωτος·
Δροσίζεται έτσι κι ο δικός μας ο κήπος
Αφύλακτος· κι από κελαϊδισμούς ακλόνητος ._

μνήμη Ε. Χ. Γ.

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Στην οδό Αλαμάνας ξημέρωνε επίσης, Εκδόσεις Καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, 2017 

Φωτό: Raymond Depardon

 

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, Νυμφεύτηκα!

.

 

[…] Nυμφεύτηκα…

Με την Κασσάνδρα έτοιμη
Να δώσει στους νεόνυμφους τις πιο θερμές ευχές της
Με την Εκάβη
Ανάμεσα
Σε πλήθος Τρωαδίτισσες που μόλις κατασπάραξαν
Τους γιους του Πολυμήστορ
Και δίνουν τα στολίδια τους στην Πολυαγαπημένη
Που βλέπει τόσες αυλακιές
Το αίμα να σκάβει γύρω της
Που νιώθει ότι έρχεται μια νύχτα ματωμένη.

Nυμφεύτηκα…

Με την Ηλέκτρα να θρηνεί ξανά τον Αγαμέμνονα
Με τον Ορέστη να χτυπά τον Αίγισθο κατάστηθα
Με τις κυρίες της τιμής πενθηφορούσες κι άκλαυτες
Με τη Μαιρούλα να αγρυπνά στα σκοτεινά ανάκτορα
Με τη γαμήλια πομπή
Να αποτελείται μοναχά
Από τους μελλοθάνατους και τους εκτελεστές τους
Και επιπλέον μάρτυρες
Δυο σπουδαγμένους της σιωπής
Δυο απογόνους γνήσιους του βλοσυρού Αισχύλου
Σχεδον υπομνηματιστές
Μιας τραγωδίας που άρχισε

Το δάγκωμα ενός σκύλου

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, Νυμφεύτηκα! από τη συλλογή Η ωραία κοιμωμένη (δύο μονόλογοι σε ένα όνειρο), Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012

Πίνακας: Αndrei Remnev

 

Kωνσταντίνος Λουκόπουλος, Βόλγκογκραντ

Τον ουρανό αποδέχτηκα, όταν είπα θα σε κοιτώ μέσα από τον ύπνο των πουλιών, θα σε κοιτώ τις νύχτες κι οι φιλύρες θα είναι ένας σταθμός των διψασμένων γερανών, θα είναι ένα αιώνιο στασίδι της ψυχής μου, κι ένα εξαπτέρυγο. Κι ας μη σε πιστεύω. Κι όταν θα λειτουργείσαι, το ξέρω πως θα μαχαιρώνεις το ποίμνιό σου με μιαν αγάπη που θα σε ξεπερνά σε σύλληψη, ως ύπαρξη και ως ουσία, διότι η ουσία σου έφτιαξε τούτο το όνειρο από ψωμί, κι έπειτα σιώπησε για να το ακούσεις να φουσκώνει. Και το μαχαίρι που έφερα για να το κόψω, το εγκατέλειψα στο τέμπλο της Παναγίας του Καζάν κάτω από τη λέξη “Παντάνασσα”. Έπειτα ο Ρουμπλιόφ καλέστηκε και ζωγράφισε – αντί εσένα – εκείνον τον άφυλο άγγελο που το φύλο του εκκρεμεί. Συν μιαν εικόνα του ψωμιού όπου έσπαζε ο Υιός σου τις μερίδες με τα δάχτυλα, και μοίραζε εκ του Όρους. Μα εδώ, ο άνεμος ήταν πάντα ο αδερφός του ποταμού, ένας Ερμής που έπαιρνε τις ψυχές κι έφερνε τα όνειρα και την ατέλειωτη, παγωμένη στέπα στα μάτια των πουλιών. Γι’ αυτό σαν ξάπλωσα στο Στάλινγκραντ Χριστούγεννα στο χιόνι, άκουγα τούτο το ποτάμι που ανέβαινε από την Κριμαία, ανάποδα, σα να ήταν Υπερσιβηρικός, ενώ στο Δημαρχείο ένα γραμμόφωνο έπαιζε τη Διεθνή, όπως την τραγουδούσε η Χορωδία του Κόκκινου Στρατού πάνω στο τραγούδι “Βόλγα, Βόλγα”, πριν σκοτωθούν σε εκείνο το αεροπορικό. Κι όλοι οι Νέοι Πρωτοπόροι, που τρίβαν τα πηλίκια αμήχανα στη σκάλα, ανέβαιναν μια οκτάβα στο ρεφρέν, σαν αδέξιοι καστράτι. Ως τ’ Αη Γιαννιού, καβάλησε τα ρείθρα κι έπνιξε την πόλη στο λασπόχιονο. Μα σαν έφτασε εμπρός σου βροντοφώναξες “τας Θύρας, τας Θύρας” και με μιας, χωρίστηκε στα δυο, ενώ ακούγονταν χίλιοι ψαλτάδες που υμνούσαν τη Υπερμάχω. Έκτοτε κυλά εκατέρωθεν. Λες και χρωστούσε ο Θεός και στον Βόλγα μια Κροστάνδη.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ – 5. ΒΟΛΓΚΟΓΚΡΑΝΤ

Photo: Hugh Shurley

.

 

 

Άννα Μπουτσουρίδου, Πόλεμος

Χιόνι. Αλαλαγμοί στο σπίτι. Βουρ! στην αυλή. Το είχε στρώσει κανονικά. Χιονόμπαλες, πάρε να έχεις, χιονοπόλεμος, βουρ και στον δρόμο, καρτέρι με το πυρομαχικό στο χέρι για περαστικά αυτοκίνητα. Στο πάρκο της γωνίας η μάχη κόρωσε. Επιστροφή στο σπίτι. Ο καλός ο πόλεμος ανοίγει την όρεξη. Η πιατέλα με τους κουραμπιέδες στο τραπέζι, αθώοι σαν την χαζομάρα. Ένας άπλωσε το χέρι, πήρε τον πρώτο και τον εκσφενδόνισε στον διπλανό του. Βουρ! όλοι στην πιατέλα. Έπεφταν οι κουραμπιέδες βροχή σε κεφάλια και έπιπλα, έγλειφαν την άχνη από τα δάχτυλα τους, «μμμ, νόστιμοι!», έπαιρναν δύναμη. Ο κουραμπιεδοπόλεμος καλά κρατεί, είναι αθάνατη η συνταγή.

Πίνακας: José Rodríguez

 

Tags: