RSS

Category Archives: Σκέψεις περί της δημόσιας ζωής και της κοινωνικής ευθύνης

Σωτήρης Παστάκας, Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του

 Πριν μερικά βράδια καθόμασταν με τη γυναίκα μου στην Πασαρέλα και βλέπαμε το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας απολαμβάνοντας τα ποτά μας, βότκα λεμόνι και τζόνι με πάγο, όταν μεταξύ των άλλων γνωστών που έτυχε να περάσουν και να μας χαιρετήσουν πλησίασε κι ένας ποδηλάτης με αλογοουρά και βερμούδα. Ωραίος τυπάκος, αδύνατος, που μας κεντράριζε μέσα από τις δυο του παλάμες, σε σχήμα φωτογραφικής μηχανής. «Kρίμα», λέει στη γυναίκα μου, «που δεν έχω μαζί μου τη μηχανή, είστε για φωτογραφία». Δεν το θυμόμουν καθόλου, αλλά ο τυπάκος, γνωστός γνωστών, ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πριν λίγους μήνες μάς είχε φωτογραφίσει, εμένα, τη γυναίκα μου και την παρέα μας, σε ένα άλλο γνωστό μπαρ της Λάρισας, στο Μαντάτο. Δεν αμφιβάλλω πως το δικό μου κενό θα το καλύψουν κάποια στιγμή οι φωτογραφίες του τυπάκου και ποιος ξέρει ποιες άλλες φωτογραφίες σε άλλα μπαρ θα βγουν κάποια στιγμή στη φόρα. (…) 

Η Μνημοσύνη, κόρη της Γαίας και του Ουρανού, κοιμήθηκε με τον Δία για εννέα συνεχόμενες μέρες και έτσι δημιουργήθηκαν οι εννέα Μούσες. Όσοι ήθελαν να συμβουλευτούν το μαντείο του Τροφωνίου, στη Βοιωτία, έπρεπε να πιουν εναλλάξ από δυο πηγές, που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη» (προκειμένου να λησμονείται το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ’ το παρόν). Είναι υγιές να ξεχνάμε, γιατί είναι σαν να σβήνουμε τον σκληρό δίσκο και να τους προσδίδουμε νέες δυνατότητες εγγραφής. Μνήμη, ψευδής μνήμη, λανθάνουσα μνήμη, επιλεκτική λήθη, μυθοπλασίες, παραμυθίες, αλληλοεπικάλυψη προσώπων και γεγονότων και ο παππούς αγαπημένου φίλου που αναρωτιόταν: «Έκανα ανήθικες προτάσεις σ’ αυτήν ψες το βράδυ, δεν ήταν η κόρη μου, έτσι;» κι έδειχνε ντροπαλά ντροπαλά τη γυναίκα του. «Στη Θεογονία του Ησιόδου οι βασιλείς και οι ποιητές λαμβάνουν τις δυνάμεις του εξουσιαστικού τους λόγου από την κατοχή τους επί της Μνημοσύνης και των ειδικών σχέσεών τους με τις Μούσες» διαβάζω στη Μυθολογία που ξεφύλλισα έντρομος αμέσως μετά το περιστατικό στο Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Ποια σχέση έχουν οι δικοί μας ποιητές και πολιτικοί με τη Μνημοσύνη δεν νομίζω πως χρειάζεται κάποια επιστημονική εξήγηση:  έχουν παραδώσει τα κλειδιά προ πολλού σε όλους μας.

Σωτήρης Παστάκας, Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του, H μνήμη, ένα σπίτι χωρίς κλειδιά, σελ. 105-107, αποσπασματικά, Εκδόσεις Μελάνι, 2015

Artwork: Tim Walker

.

.

 

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ο Ισλαμοφασισμός και οι ναι-μεν-αλλάδες

Πηγή: Αγριμολόγος

Ευτυχώς μαζί με τα «Ναιμεναλλά» ειπώθηκαν και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις

Η επίθεση του Ισλαμοφασισμού στην Ευρώπη δεν περιορίζεται, βέβαια, στην άνανδρη σφαγή της παρισινής νεολαίας στις 13 Νοεμβρίου, ούτε στην αγγελία νέων σφαγών και χημικής-βιολογικής επίθεσης. Οι απειλές και οι συνέπειες φαίνεται να είναι πολύ ευρύτερες: αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, προοπτική πολεμικής εμπλοκής και, πάντως, ανθρωπιστική και πολιτιστική υποχώρηση. Από τη διαρκή ειρήνη, την πορεία προς την ομοσπονδιοποίηση, την ευημερία και την ελευθερία κυκλοφορίας περνάμε στην ταυτοτική σύσπαση, στα «κλειστά» σύνορα, στην έξαψη εθνολαϊκισμών, στην αναβίωση ρατσισμού και φασισμού.

Αυτά δεν απασχολούν την αριστερή νομενκλατούρα του πολιτισμού, τη μακάρια ταμπουρωμένη στο ιδεολογικό της μπούνκερ. Κάποιοι εκλεκτοί εκπρόσωποί της όμως αισθάνθηκαν την ανάγκη να μας χαρίσουν τον ακριβό τους λόγο, τουλάχιστον για τη σφαγή των νέων. Εξέφρασαν την πολύτιμη συμπάθειά τους στα θύματα αλλά δεν ξέχασαν και τη βαριά ευθύνη της Ι.Α.Η. (Ιστορίας, Αλήθειας, Ηθικής – με κεφαλαία αρχικά) που σηκώνουν στους πνευματικούς τους ώμους. Ισορρόπησαν λοιπόν τα συλλυπητήρια με βαθιές υποκλίσεις στην «πολιτική ορθότητα» που θέλει τη Δύση δήμιο, άρπαγα, κλέφτη, και τον Τρίτο κόσμο –ιδιαίτερα τον μουσουλμανικό– θύμα εκμετάλλευσης, αγνό, ηθικά ανώτερο. Και τι δεν ακούσαμε πάλι… Από το «καλά να πάθουν» (της 11/9/2001) –τώρα επί το λαϊκότερον «όπως έστρωσαν…»– ως τις μπακαλιαρίλες* περί Μπους-Μπλερ και περί Σταυροφοριών!

Η Δύση, στο ιδεολογικό τους αμάλγαμα, είναι περίπου η «ντροπή του ανθρωπίνου γένους»· ο πλούτος της δεν είναι προϊόν εργασίας, ευφυΐας, εφευρετικότητας, είναι κλεψιμέικα, πλιάτσικο, αίμα και δάκρυα της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Και η σημερινή της υπεροχή είναι μόνο τεχνολογική, άρα και στρατιωτική. Απέναντί της λοιπόν ορθώνεται η εξέγερση των φτωχών, ληστευμένων και καταπιεσμένων, που μετατρέπονται σε εκδικητές, με την ηθική υπεροχή της αυτοθυσίας για ιδανικά!…
Ένας από τους διανοητές μας βρίσκει ότι φταίνε ο Σιράκ, ο Σαρκοζί που έκανε λίμπα τη Λιβύη και αρπάχτηκε από τη Συρία, φταίει ο Ολάντ…. αυτοί κήρυξαν τον πόλεμο, ενώ στη Συρία του Άσαντ συμβαίνει κάθε μέρα αυτό που συνέβη μια μέρα στο Παρίσι! Αλλά οι τζιχαντιστές, συνεχίζει, είναι «armee de l’ombre», «δεν τους πιάνουν σφαίρες». Εδώ ο συγγραφεύς παραβάλλει τους τρομοκράτες σφαγείς με τους «παρτιζάνους» της Αντίστασης κατά της ναζιστικής κατοχής, αυτοί ονομάστηκαν «l’ armee de l’ ombre»: ο στρατός της σκιάς. Ένας άλλος το μόνο που φοβάται, λέει, είναι μπας και την πληρώσουν οι μουσουλμάνοι του Παρισιού, μήπως δημιουργηθεί «ακόμα μεγαλύτερος ρατσισμός» στο Παρίσι.

Μια τρίτη, συγγραφεύς δοξασμένη και πολυμεταφρασμένη, αναδεικνύεται σε ισλαμολόγο της ευκαιρίας μέσω της ιστοσελίδας των τζιχαντιστών, αναπαράγοντας με δέος και ευλάβεια την ιταμή ανακοίνωσή τους μετά το ομαδικό τους έγκλημα: «…σε μια επίθεση ευλογημένη από τον Αλλάχ, χτυπήσαμε την πρωτεύουσα της βδελυγμίας και της διαστροφής». Εν συνεχεία ανασκάπτει βαθυστόχαστα «τις δικές μας ευθύνες» (των δυτικών, δηλαδή), «πολύ πιο πίσω από τον πόλεμο στο Ιράκ και τα κλεμμένα του Μπους-Μπλερ» φταίει η κατάργηση του Χαλιφάτου** και η ταπείνωση του Ισλάμ που ζητάει εκδίκηση, όπως και για το Παλαιστινιακό! Κλείνοντας αυτό το ατζέμ πιλάφ, η συγγραφέας τα ψάλλει στη σάπια (δυτική) κοινωνία, απέναντι στην οποία η Τζιχάντ είναι «όχημα αλήθειας» και «θεματοφύλακας ενός ιδανικού» ελκυστικού για τους εύθραυστους και τους απελπισμένους!


Τόση κατανόηση, τόση αλληλεγγύη (μαζί με ιστορική εμβρίθεια)! Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι οι παλαβοί τζιχαντιστές μακελάρηδες ούτε «αποκλεισμένοι» ήταν, ούτε «απελπισμένοι»· ήταν απλώς αφιονισμένοι, από θρησκευτικό μίσος και περιφρόνηση στη ζωή και επίσης αποθρασυμένοι από την ανοχή της δημοκρατίας, την οποία ονειρεύονται να καταλύσουν, όπως οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα.

Προφανώς οι πολιτισμοί δεν έχουν τις ίδιες αξίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει εξίσωση: δεν είναι όλοι εξίσου ανθρώπινοι, δεν ευνοούν το ίδιο το σεβασμό στο πρόσωπο, την ατομική ελευθερία, την πολιτική ελευθερία, την ανάπτυξη και την ευημερία ατόμων και κοινωνιών.
Ο δυτικός πολιτισμός έχει στο ενεργητικό του την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, το κράτος δικαίου, το λαϊκό κράτος, την ελευθερία, την ισότητα (την εφικτή, βέβαια, όχι την ουτοπική) και πραγμάτωσή του είναι η μεγάλη τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική.
Υπάρχει το ιδεολόγημα ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είναι φτωχοί εξαιτίας της αποικιοκρατίας, γι’ αυτό καταφεύγουν στο θρησκευτικό φανατισμό. Αλλά το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: η θρησκεία τους, ο τρόπος ζωής τους, ο πολιτισμός τους τούς κρατούν σε υπανάπτυξη, ακόμα και όταν κολυμπούν στα πετροδολάρια. Η συμβολή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη είναι το αντίθετο ακριβώς παράδειγμα στην ιστορία.


Σ’ αυτό τον πολιτισμό, της Δύσης και της δημοκρατίας, έχουν αναπτύξει τα υπαρκτά ή υπερτιμημένα ταλέντα τους οι «ναι-μεν-αλλάδες» μας. Ανήκουν στο είδος ακριβώς που έχει επωφεληθεί (νομίμως, βεβαίως βεβαίως) από τα περισσεύματα του καπιταλισμού, από τα μπερεκέτια του φιλελευθερισμού, της αγοράς, από το δημοκρατικό Μαικήνα της πολιτιστικής βιομηχανίας, από τους οργανισμούς, τους θεσμούς, τις χρηματοδοτήσεις, τα βραβεία και τις διακρίσεις –ακόμα και για τα ανατρεπτικά, αντισυστημικά έργα τους–, από τα πόστα και τις αργομισθίες, τα ταξίδια και τις φιλοξενίες και τις σχετικές εκροές… Η κακή Δύση τους παρέχει τα μέσα ακόμα και να τη φτύνουν!

Ίσως όμως προκρίνουν ως καταλληλότερο για τις κατώτερες φυλές τον ισλαμικό νόμο, τη Σαρία, που, μεταξύ άλλων, υποβιβάζει τη γυναίκα σε κατάσταση πράγματος, ιδιοκτησία του αφέντη αρσενικού (πατέρα, συζύγου, αδελφού). Γιατί αν μια γυναίκα αρρωστήσει και στο χωριό της δεν υπάρχει γιατρός-γυναίκα, τότε μπορεί να αφεθεί να υποφέρει και να πεθάνει αβοήθητη. Και αν μια γυναίκα βιαστεί, όχι μόνο δεν βρίσκει ποτέ το δίκιο της (απαιτούνται πέντε αυτόπτες μάρτυρες, άντρες!) αλλά κινδυνεύει και να καταδικαστεί στη διά λιθοβολισμού θανάτωση, αν είχε την ατυχία, ανύπαντρη ούσα, να μείνει έγκυος. Σε διά λιθοβολισμού θάνατο και το έμβρυο!

.

.
Ευτυχώς ειπώθηκαν, μαζί με τα «Ναιμεναλλά» και σοβαρότερα πράγματα, υγιείς αντιδράσεις, ταυτόχρονες. Σημειώνω εκείνες της Ελένης Καραΐνδρου, του Αλέκου Φασιανού και ιδίως την παρέμβαση του Ριχάρδου Σωμερίτη, ο οποίος καταδίκασε ακριβώς τη μεσοβέζικη στάση του ναι μεν… Και υπήρξαν, στο ίδιο φύλλο της εφημερίδες και αλλού, σοβαρές αναλύσεις και εύστοχες παρατηρήσεις.

Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, στην τακτική επιφυλλίδα του, που δεν είναι ποτέ αδιάφορη, δίνει αποστομωτική απάντηση σ’ εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, για το μίσος τους κατά του δυτικού πολιτισμού. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, εξηγεί, έχουν διαπραχθεί εγκλήματα, και φέρνει το παράδειγμα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. «Η Αθήνα εκείνη μας κληροδότησε έναν πολιτισμό που υπερβαίνει τα εγκλήματά της, μεταξύ άλλων επειδή οι αξίες του μας κάνουν να τα αναγνωρίζουμε ως εγκλήματα και να τα καταδικάζουμε». Η Δύση, συνεχίζει ο Δ. Κούρτοβικ, έχει εγκληματήσει και κατά του εαυτού της, με τις ενοχές της και τη σχετικοποίηση των αξιών της στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, με την ανοχή της απέναντι στην προπαγάνδα του μίσους, μέσα στην όλη στρέβλωση των αξιών, όπου το αγαθό της ελευθερίας εκφυλίζεται σε δικαιωματισμό!

Υπάρχει «ισλαμοφασισμός»; Μπορεί να χαρακτηριστεί με αυτό το θρησκευτικό-πολιτικό συνθετικό ο θρησκευτικός φανατισμός και ο τρομοκρατικός του βραχίονας; Δεν εκφράζεται ομοφωνία στο θέμα αυτό. Ενστάσεις προβάλλουν και σοβαρότατοι σχολιαστές, στη Γαλλία, ο Μαρσέλ Γκοσέ.

Θεωρώ ανύπαρκτες τις θεωρητικές επιφυλάξεις και θα επιμείνω στον όρο. Υπενθυμίζω ότι και οι δυο μεγάλοι ολοκληρωτισμοί του περασμένου αιώνα, και ο Ναζισμός και ο Σταλινισμός, είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, φαντασιακή διάσταση, τελετουργίες, συνθήματα, παρορμήσεις έξω από τις λογικές κατηγορίες και τη γνώση, όπως οι θρησκείες. Οι θεωρίες του αίματος και της ράτσας ήταν αντιεπιστημονικές, έκαναν επίκληση στο υπερβατικό, στον τρόμο, στο άσπρο/μαύρο, στη διαβολοποίηση της Δημοκρατίας και των δυτικών αξιών. Και οι δυο ολοκληρωτισμοί είχαν μεσσιανικό περιεχόμενο και ύφος και οι δυο επαγγέλλονταν τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου». Άλλωστε ο τζιχαντισμός ανακηρύσσεται σε κρατική οντότητα, ελέγχει μεγάλες περιοχές και επιδιώκει την παγκόσμια επικράτηση. Ως τέτοια πολιτική οντότητα, και όχι μόνο θρησκευτική, κήρυξε τον πόλεμο στη Δύση.
________________
* Η λέξη οφείλεται στον αρθρογράφο της σελ.2 της «Καθημερινής» Στέφανο Κασιμάτη (Φαληρέα), τη βρίσκω απόλυτα ταιριαστή.
**Ας σημειωθεί ότι το αρχικό Χαλιφάτο το είχαν διαλύσει οι Μογγόλοι τον 13ο αιώνα. Στους επόμενους αιώνες υπήρξαν ένα σωρό αντίπαλα Χαλιφάτα αλληλομισούμενα, με τελευταίο αυτό των Οθωμανών σουλτάνων, που το διέλυσε ο Κεμάλ το 1924. Οικογενειακή υπόθεση..

Πίνακες: Brett Lethbridge

 

Kορνήλιος Καστοριάδης, Το βαρύ προνόμιο της Δύσης

Πηγή: Αντικλείδι

Στην ιστορία της Δύσης υπάρχουν αναρίθμητες φρικαλεότητες, τις οποίες η Δύση διέπραξε τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Οι φρικαλεότητες όμως δεν αποτελούν προνόμιο της Δύσης. Παντού στον κόσμο υπάρχει συσσώρευση φρίκης, είτε πρόκειται για την Kίνα, την Iνδία, την Aφρική πριν από την αποικιοκρατία, είτε για τους Aζτέκους. H ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Eίναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων – αν και όχι μόνον αυτή. Yπάρχει, οπωσδήποτε, ένα θέμα προς συζήτηση: το θέμα του ολοκληρωτισμού. Eίναι ο ολοκληρωτισμός –όπως το νομίζω– η κατάληξη της τρέλας για κυριαρχία ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε τα μέσα εξόντωσης και χρησιμοποίησε την πλύση εγκεφάλου σε τέτοια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η Iστορία; Eίναι ο ολοκληρωτισμος ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, εγγενές στη σύγχρονη εποχή, με όλες τις αμφισημίες που τη χαρακτηρίζουν; Eίναι, μήπως, κάτι άλλο ο ολοκληρωτισμός; Για τη συζήτησή μας το θέμα αυτό, αν μπορώ να πω, είναι θεωρητικό. Kαι είναι θεωρητικό στο μέτρο που τις φρικαλεότητες του ολοκληρωτισμού η Δύση τις έστρεψε εναντίον των δικών της (των Eβραίων συμπεριλαμβανομένων).

robert-doisneau 98Eίναι θεωρητικό στο μέτρο που η φράση «σκοτώστε τους όλους, ο θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του», δεν είναι φράση του Λένιν, αλλά ενός πολύ θεοσεβούμενου χριστιανού δούκα και ελέχθη όχι τον 20ό αλλά το 16ο αιώνα. Eίναι θεωρητικό, στο μέτρο που οι ανθρώπινες θυσίες έχουν εφαρμοστεί αφειδώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα από τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες κ.λπ. Tο Iράν του Xομεϊνί οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν του Διαφωτισμού. Yπάρχει όμως κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Eλλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Eυρώπη. Aυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα –τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς– να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Mαύρων, την εξόντωση των Iνδιάνων στην Aμερική. Όμως δεν έχω δει τους απογόνους των Aζτέκων, των Iνδών ή των Kινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Aπεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Iάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.

Tις πταίει

Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν ¬εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ.¬ ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Eυρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση εκατόν τριάντα χρόνια (έτσι συνέβη στην Aλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Eυρωπαίων, είχαν υποστεί για πέντε αιώνες το ζυγό των Tούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην Εγγύς και τη Mέση Aνατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Aλλά οι Aραβες, καθώς οι Tούρκοι κατακτητές τους ήταν ομόθρησκοί τους μουσουλμάνοι, δεν μιλούν για την κυριαρχία αυτή. Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Eξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Aίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, ούτε στη Λιβύη ούτε στην Aλγερία ούτε στο Mαρόκο ούτε στο Iράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία.

Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Kατά τον αυτό τρόπο, μιλάμε βεβαίως για το δουλεμπόριο των Mαύρων από τους Eυρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Mαύρων στην Aφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν, με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων). Eπίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα. Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του της αυτοαμφισβήτησης και της αυτοκριτικής. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Aλλά όμως μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση, αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Photo: Robert Doisneau 

.

.

 

Αλέν Μπαντιού: 11 σημειώσεις εμπνευσμένες από την ελληνική κατάσταση (πηγή: tvxs)

Πηγή: tvxs

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού αναλύει, μέσω άρθρου του στη γαλλική εφημερίδα Liberation, 11 σημεία για τις επιπτώσεις που έχει το «όχι» στο δημοψήφισμα, την πολιτική συμπεριφορά και τακτική της κυβέρνησης Τσίπρα αλλά και την επόμενη ημέρα στην Ελλάδα.

Μετάφραση: Δημήτρης Στεφανής

«Είναι ύψιστη ανάγκη να διεθνοποιήσουμε το ελληνικό ζήτημα. Μόνο η συνολική διαγραφή του χρέους θα φέρει ένα «ιδεολογικό χτύπημα » στο σημερινό ευρωπαϊκό σύστημα.
1. Το μαζικό «όχι» του ελληνικού λαού δεν σημαίνει άρνηση της Ευρώπης. Σημαίνει μια άρνηση της Ευρώπης των τραπεζών, του χωρίς-τέλους χρέους και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

2. Ένα μέρος των εθνικιστών, (βλέπε της άκρας δεξιάς), ψήφισε επίσης « όχι » στις απαιτήσεις των χρηματοπιστωτικών θεσμών; Αντίθετα στις επιταγές των ευρωπαϊκών αντιδραστικών κυβερνήσεων; Γνωρίζουμε ότι ο κάθε αρνητικός ψήφος είναι εν μέρει ασαφής. Η άκρα δεξιά πάντα μπορεί να αρνηθεί ορισμένα πράγματα που αρνείται και η ριζοσπαστική αριστερά. Μόνο η επιβεβαίωση αυτού που θέλουμε είναι σαφής. Αλλά όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι αυτό που θέλει ο Σύριζα είναι αντίθετο με αυτό που επιθυμούν οι εθνικιστές και οι φασίστες. Η ψήφος λοιπόν δεν είναι μια ψήφος ασαφής ενάντια στις αντιλαϊκές απαιτήσεις του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και των ευρωπαϊκών υποτελών τους. Είναι επίσης, προς το παρόν, μια ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Τσίπρα.

3. Το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα και όχι, όπως θα ήταν φυσικό, οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, δείχνει ότι η ευρωπαϊκή «αριστερά» είναι σε κατάσταση μη αναστρέψιμου κώματος. Ο Φρανσουά Ολάντ; Η γερμανική σοσιαλοδημοκρατία; Το ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα; Το ελληνικό ΠΑΣΟΚ; Οι άγγλοι εργατικοί; Όλα αυτά τα κόμματα είναι εφεξής, ανοιχτά, διαχειριστές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει πια, ευρωπαϊκή «αριστερά». Υπάρχει μια μικρή ελπίδα, όχι ιδιαίτερα καθαρή ακόμη, στους εντελώς καινούργιους πολιτικούς σχηματισμούς που συνδέονται με τα μαζικά κινήματα ενάντια στο χρέος και την λιτότητα όπως οι Podemos στην Ισπανία και ο Σύριζα στην Ελλάδα. Οι πρώτοι, εξάλλου, αρνούνται την διάκριση μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς». Και εγώ την αρνούμαι. Ανήκει στην παλαιά εποχή της κοινοβουλευτικής πολιτικής που πρέπει να τελειώσει.


4. H τακτική νίκης της κυβέρνησης Τσίπρα είναι ένα ενθαρρυντικό στοιχείο για όλες τις καινούργιες προτάσεις στο πολιτικό πεδίο. Το κοινοβουλευτικό σύστημα και τα κόμματά της διακυβέρνησης είναι σε ενδημική κρίση εδώ και δεκαετίες, από το 80. Το γεγονός ότι ο Σύριζα επιτυγχάνει στην Ελλάδα, έστω και πρόσκαιρα, αποτελεί αυτό που ονομάζω, στην Ευρώπη, « η αφύπνιση της Ιστορίας ». Αυτό δεν μπορεί παρά να βοηθήσει τους Podemos, και όλους εκείνους που θα ακολουθήσουν μετά και αλλού, πάνω στα συντρίμμια της κλασσικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

5. Παρόλα αυτά, η κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει, κατα την γνώμη μου, πολύ δύσκολη και εύθραυστη. Τώρα είναι που αρχίζουν οι πραγματικές δυσκολίες. Μπορεί, εν όψει της δημοψηφισματικής επιτυχίας της τακτικής του, που θέτει προ των ιστορικών τους ευθυνών, τους Μέρκελ, Ολάντ και τους άλλοι ισχυρούς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, να διαφοροποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Αλλά πρέπει να δράσουμε χωρίς να τους υπολογίζουμε και τόσο πολύ. Το κρίσιμο σημείο, απ’ εδώ και στο εξής, είναι να δούμε αν η ψήφος του «όχι» πρόκειται να συνεχιστεί σε ένα δυνατό λαϊκό κίνημα που θα υποστηρίξει και/ή θα ασκεί ισχυρές πιέσεις στην ίδια του την κυβέρνηση.

6. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, πώς θα κρίναμε την κυβέρνηση Τσίπρα; Αποφάσισε πριν από πέντε μήνες να ξεκινήσει από την διαπραγμάτευση. Ήθελε να κερδίσει χρόνο. Ήθελε να μπορεί να πει ότι έκανε τα πάντα για να φτάσει σε μια συμφωνία. Θα προτιμούσα να ξεκίναγε διαφορετικά: με μια άμεση έκκληση σε μια μαζική, συνεχή, λαϊκή κινητοποίηση, που θα ένωνε εκατομμύρια ανθρώπους στo σύνθημα της ολοκληρωτική διαγραφή του χρέους. Και επίσης, σε ένα ισχυρό αγώνα ενάντια στους κερδοσκόπους, στη διαφθορά, στους πλούσιους που δεν πληρώνουν φόρους, στους εφοπλιστές, στην εκκλησία… Αλλά δεν είμαι Έλληνας και δεν θα ήθελα να δώσω μαθήματα. Δεν ξέρω εάν μια πράξη τόσο επικεντρωμένη στην λαϊκή κινητοποίηση, μια πράξη κατά κάποιο τρόπο δικτατορική, ήταν δυνατή. Προς το παρόν, μετά από πέντε μήνες διακυβέρνησης Τσίπρα, υπάρχει αυτό το νικηφόρο δημοψήφισμα, και η κατάσταση παραμένει ανοιχτή. Είναι όμως ήδη πολλά.

7. Συνεχίζω να πιστεύω ότι τα πιο δυνατά ιδεολογικά χτυπήματα που μπορούμε να φέρουμε στο σημερινό ευρωπαϊκό σύστημα εκπροσωπούνται από το σύνθημα της ολοκληρωτικής διαγραφής του ελληνικού χρέους, χρέους κερδοσκοπικού για το οποίο ο ελληνικός λαός είναι εντελώς αθώος. Αντικειμενικά, μια τέτοια διαγραφή είναι δυνατή : Πολλοί οικονομολόγοι, που δεν είναι καθόλου επαναστάτες, πιστεύουν ότι η Ευρώπη πρέπει να ακυρώσει το ελληνικό χρέος. Αλλά η πολιτική είναι υποκειμενική, σε αντίθεση με την καθαρή οικονομία. Οι κυβερνήσεις θέλουν οπωσδήποτε να αποτρέψουν μια νίκη του Σύριζα σε αυτό το θέμα. Μετά από μια τέτοια νίκη, θα έρθουν οι Podemos, μετά ίσως και άλλα ισχυρά λαϊκά κινήματα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης, οι κυβερνήσεις, ωθούμενες από τα χρηματοπιστωτικά λόμπυ, θέλουν περισσότερο να τιμωρήσουν τον Σύριζα, να τιμωρήσουν τον ελληνικό λαό, παρά να λύσουν το πρόβλημα του χρέους. Για να τιμωρήσουμε αυτούς που ζητούν αυτή την τιμωρία, η στάση πληρωμών παραμένει η καλύτερη επιλογή, όποια και αν είναι τα ρίσκα. Η Αργεντινή το έκανε πριν μερικά χρόνια, δεν πέθανε, αντιθέτως.

8. Κινητοποιεί παντού, σε σχέση με την Ελλάδα, το ερώτημα της « εξόδου » από την Ευρώπη. Αλλά στην πραγματικότητα, είναι οι αντιδραστικοί Ευρωπαίοι που έχουν κάνει σημαία τους αυτό το ερώτημα. Αυτοί είναι που κάνουν το « Grexit » μια επικείμενη απειλή. Θέλουν με αυτό τον τρόπο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Η κεντρική θέση, πού είναι μέχρι στιγμής τόσο του Σύριζα όσο και των Podemos, είναι να λέει : « Μένουμε μέσα στην Ευρώπη. Θέλουμε μόνο, και είναι δικαίωμά μας, να αλλάξουμε τους κανόνες της Ευρώπης. Θέλουμε να σταματήσουμε να είμαστε ο διαμεσολαβητής μεταξύ του φιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της συνέχισης του πόνου στους λαούς. Θέλουμε μια πραγματικά ελεύθερη και λαϊκή Ευρώπη. » Πρέπει οι αντιδραστικοί να πουν αυτό που πιστεύουν πάνω σ’ αυτό. Αν θέλουν να κυνηγήσουν την Ελλάδα, ας το προσπαθήσουν! Σε αυτήν τη φάση, η μπάλα βρίσκεται στο δικό τους γήπεδο.
9. Στο πίσω-πλάνο, νιώθουμε τους γεωπολιτικούς φόβους. Και αν η Ελλάδα στρεφόταν προς άλλους αντί στους Ευρωπαίους μπαμπούλες; Επ’ αυτού θα έλεγα: κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση έχει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Καλλιεργούνται εντελώς κυνικές φιλίες, όπως του Ολάντ με τη Σαουδική Αραβία. Η Ελλάδα, ενάντια στις πιέσεις που δέχεται, πρέπει και μπορεί να έχει μια πολιτική εντελώς ελεύθερη. Εφόσον οι Ευρωπαίοι αντιδραστικοί θέλουν να τιμωρήσουν τον ελληνικό λαό, αυτός έχει το δικαίωμα να ψάξει τα εξωτερικά στηρίγματα προκειμένου να μειώσει ή να εμποδίσει τα αποτελέσματα αυτής της τιμωρίας. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να στραφεί προς τη Ρωσία, προς τα βαλκανικά κράτη, προς την Κίνα, προς τη Βραζιλία, και ακόμη προς τον παλιό ιστορικό της εχθρό, την Τουρκία.

10. Αλλά όποια και αν είναι η κατεύθυνση, η κατάσταση στην Ελλάδα θα καθοριστεί από τους ίδιους τους Έλληνες. H αρχή της υπεροχής των εσωτερικών συνθηκών (primat des causes internes) εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Παρόλα αυτά, οι κίνδυνοι είναι σημαντικοί, πολύ περισσότερο που ο Σύριζα δεν είναι στην κυβέρνηση παρά μόνο τυπικά. Ήδη, το ξέρουμε, το αισθανόμαστε, οι παλιές πολιτικές δυνάμεις δημιουργούν ίντριγκες στο παρασκήνιο. Εκτός του ότι η κρατική εξουσία, που κατακτήθηκε με κανονικές διαδικασίες και όχι επαναστατικές, είναι εύκολα δωροδοκήσιμη, θα μπορούμε προφανώς να θέσουμε τα κλασσικά ερωτήματα : Ο Σύριζα ελέγχει ολοκληρωτικά την αστυνομία, το στρατό, τη δικαιοσύνη, την οικονομική και χρηματοπιστωτική ολιγαρχία; Φυσικά όχι. Ο εσωτερικός εχθρός υπάρχει ακόμη, είναι σχεδόν ανέπαφος, παραμένει ισχυρός, και υποστηρίζεται στην σκιά από τους εξωτερικούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένου της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και των αντιδραστικών κυβερνήσεων. Το λαϊκό κίνημα και οι οργανώσεις της βάσης του πρέπει συνεχώς να ελέγχουν τις πράξεις της κυβέρνησης. Ακόμη μια φορά, το « όχι » του δημοψηφίσματος δεν θα είναι μια πραγματική δύναμη παρά μόνο αν συνοδεύεται από ισχυρές ανεξάρτητες διαδηλώσεις.

11. Μια συνεχής, διεθνής, λαϊκή βοήθεια σε επίπεδο διαδηλώσεων και μέσω μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να στηρίζει μ’ όλη της τη δύναμη την εφικτή ελληνική ανύψωση. Σήμερα, υπενθυμίζω ότι το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 86% του διαθέσιμου πλούτου. Η παγκόσμια καπιταλιστική ολιγαρχία είναι πολύ περιορισμένη σε αριθμό, συγκεντρωτική, πολύ οργανωμένη. Απέναντί της, οι διάσπαρτοι λαοί, χωρίς πολιτική ενότητα, εγκλωβισμένοι στα εθνικά σύνορα, θα παραμείνουν αδύναμοι και σχεδόν ανίσχυροι. Όλα παίζονται σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Μετατρέποντας το ελληνικό ζήτημα σε διεθνές ζήτημα με μεγάλη συμβολική σημασία είναι μια αναγκαιότητα και άρα ένα καθήκον.

.

.

 

Walter Benjamin, Αυτοκρατορικό πανόραμα

.

.

VIII. Όποιος δεν αποφεύγει ν’ αντιληφθεί την παρακμή δεν θ’ αργήσει να επικαλεστεί κάποιαν ιδιαίτερη δικαιολογία για την παραμονή, τη δράση και τη συμμετοχή του σ’ αυτό το χάος. Όσες οι διαπιστώσεις της γενικής αποτυχίας, τόσες κι οι εξαιρέσεις για τη σφαίρα της προσωπικής δραστηριότητας, τον τόπο κατοικίας και τη στιγμή.

Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης.

Γι’ αυτό είναι και τόσο γεμάτος ψευδαισθήσεις κι αντικατοπτρισμούς κάποιου ανθηρού μέλλοντος που παρ’ όλ’ αυτά θα ανατείλει μέσα σε μια νύχτα, επειδή ο καθένας δεσμεύεται από τις οπτικές απάτες της στενά προσωπικής του σκοπιάς.

Walter Benjamin, Μονόδρομος, Αυτοκρατορικό πανόραμα, σελ. 56-57, μτφρ.: Nέλλη Ανδρικοπούλου, Εκδόσεις Άγρα, 2004.

.

.

 

Καστοριάδης: Η Φιλία και το Έλεος (Πηγή: Lifo)

Tο κείμενο του άρθρου αποτελεί απόσπασμα σεμιναρίου (1983) του Κορνήλιου Καστοριάδη, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.)

http://www.lifo.gr/team/book/38208#comment

.

.


Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική

Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση.

Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.

Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις.

Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία. Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.

Elena Bombardelli (5)Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει… Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους.

Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.

Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτοπία – και τις κοινοτοπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]

Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά• έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτόν τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.

Στην ελληνική αντίληψη φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει

Υποθέστε, τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε. Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο.

Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.

Είναι αλήθεια ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις.

Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά αλλά στο συναίσθημα, και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί!

Πρόταση απολύτως απορριπτέα

Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει.

Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει. Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική που λέει ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.

Η χριστιανική ηθική καταλήγει να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτόν τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία.

Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.

Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια, επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά.

Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.

Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα, και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.

Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές.

Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο.

Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.

Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.

Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού.

Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. “Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη• εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε”. Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: Αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης.

Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή – συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία.

Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.

Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων» (Η, 1155a 23-29), όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλία, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της. Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει ότι, αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων» («Ηθικά Νικομάχεια», Η, 1159 b 30).

Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τι πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε κανείς που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.

Πίνακες: Elena Bombardelli

 
Image

Στέλιος Συρμόγλου, Η «εν αναπαύσει» αντίδραση της κοινωνίας


Η διαφορετική φωνή πάντα ενοχλεί. Αν μάλιστα η «φωνή» ενδεδυθεί με τον μανδύα της αντίδρασης και αρχίσει να ξιφουλκεί ενάντια στην κατεστημένη νοοτροπία, τότε προκαλεί ανησυχία ή και ανομολόγητη φοβία. Και η εξόφθαλμος αλήθεια είναι πως μεγάλο μέρος των μελών της ελληνικής κοινωνίας, αν και έχουν επίγνωση της ολκής των αδιεξόδων, δεν έχουν εξοικειωθεί με τις…. διαφορετικές φωνές, δεν έχουν τόσο έντονο το πάθος για αντίδραση.

Επαναπαύονται στους εξ επαγγέλματος επιφορτισμένους με την εξεύρεση λύσεων. Προτιμούν να περιχαρακωθούν πίσω από κάθε λογής μύθους, προσδοκίες, ψευδαισθήσεις, ισάριθμες διαφυγές και τάσεις…

Έχουμε έτσι την κοινωνία της αποφυγής και της διαφυγής, που καλλιεργεί γόνιμο το έδαφος για την πολιτική της «φυγής». Και λέγοντας «φυγή» εννοώ τη μόνιμη πολιτική πρακτική της ανευθυνότητας, της ασύνειδης προσέγγισης των κοινωνικών προβλημάτων, την πολιτική των αντιφάσεων. Και στην αντίφαση καταφαίνεται ο προβληματικός χαρακτήρας της ασκούμενης πολιτικής.

Jim-Tsinganos-part2-7Αν ξεκινήσει κανείς από τα μειονεκτήματα αυτού του «χαρακτήρα» της πολιτικής, φτάνει στις αντιφάσεις του. Αν πάλι ξεκινήσει από τα λίγα έστω πλεονεκτήματα του, ο προορισμός είναι ο ίδιος: Άφιξη στις αντιφάσεις. Αν, βέβαια, παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα, χωρίς απαραίτητα να διαθέτει αναλυτικό νουν, διαπιστώνει με έκδηλη ανησυχία ότι τα μειονεκτήματα της πολιτικής έκφρασης ακολουθούν γεωμετρική πρόοδο.


Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της ελληνικής κοινωνίας, θέλουν την ησυχία τους. Τη μη διατάραξη των συνηθειών τους, από τις πιο σύνθετες μέχρι τις απλές αποχρώσεις τους. Η εθιστική αντίδραση τους αποτελούσε πάντα και αποτελεί το πεδίο δράσης της πολιτικής πονηρίας. Αν δε σ’ αυτή τη «στάση» τους προστεθεί και η ανασφάλεια ή ο φόβος για περαιτέρω απώλεια των κεκτημένων, τότε οι «φωνές» της διαφορετικότητας, της εμπεδωμένης άποψης ή και της ηχηρής αντίδρασης, ηχούν μάλλον ως υπερβολικές, γραφικές, ακόμη και επικίνδυνες. Οπότε η απήχησή τους διέρχεται από το φίλτρο των «αδυναμιών» της κοινωνίας, με αποτέλεσμα τη σταδιακή απομείωση της έντασής τους, αλλά ταυτόχρονα και την προϊούσα τελμάτωση της κοινωνίας στο μεγαλύτερο εύρος της.

Και φτάνουμε έτσι σε μια παραδοξότητα, με τη  «νοσταλγία» των αντιδράσεων να καταγράφεται πλέον μόνο στη μειοψηφία των κοινωνικών ομάδων, άρα προϊόντος του χρόνου να εξουδετερώνεται.


Παρακολουθώντας κανείς, βέβαια, με ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον την κοινωνική συμπεριφορά στη σχέση της με την πολιτική εξουσία, άρα την επαφή της με την ίδια της την πραγματικότητα, μπορεί να προσκρούσει σε μια παράδοξη βεβαιότητα: Στην «εν αναπαύσει» αντίδραση της κοινωνίας! Και μόνο να διατρέξει το διαδίκτυο, θα χαθεί στον όγκο των ανώνυμων κρίσεων και επικρίσεων, στις γνώμες και τις αντιγνωμίες, σε διάπυρες εκτιμήσεις και προκλήσεις, πάντα «καρυκευμένες» με προσχήματα και επινοήματα ή και δικαιολογίες, που επί της ουσίας συντηρούν τη μακαριότητα της κοινωνίας.

Jim Tsinganos

Μια άλλη οδυνηρή διαπίστωση συνοψίζει επίσης το μέγεθος του προβλήματος της επικοινωνίας. Για να υπάρχει κοινωνία δομημένη και με κοινή συνείδηση, χρειάζεται επικοινωνία.  Αν η «γλώσσα» που συνέχει την κοινωνία γίνεται όλο και πιο ατομική, προσωπική, ερμητικά περιορισμένη, η επικοινωνία χάνει τη δυναμική της. Και τότε έχουμε την απομόνωση. Και οι κοινωνίες δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω σε μεμονωμένα και απωθημένα άτομα ούτε πάνω σε παροδικούς παροξυσμούς του αισθήματος του αδιεξόδου, που καταθλίβει κάθε γρηγορούσα συνείδηση.


JIM TSINGANOS imagesΚαι πού καταλήγουμε; Στο μονότονο ίσως συμπέρασμα ότι η κοινωνία είναι ζοφερά αποθαρρυμένη από την ίδια της την αδυναμία να ξεπεράσει τις «αδυναμίες» της!.. Έτσι, εμφανίζεται αδύναμη και ανήμπορη να επιμετρήσει αποστάσεις και αναλογίες με βάση κάποια σταθερή αξία. Κλίμακες αξιών, αναλογίες, μέτρα και μέτρο, κανόνες ζωής, «ήθος» πολιτικής, όλα ρευστοποιούνται και διαλύονται. Αν μπούμε και στην περιοχή, όπου Καλό και Κακό εξουδετερώνονται αμοιβαία, απομένει η αυθαιρεσία όπως εσχάτως εκφράζεται από την πολιτική εξουσία. Απομένει το παράλογο. Κι αυτό το «παράλογο» το βλέπουμε να διατρανώνεται σ’ όλες τις συνειδητές και ασύνειδες μορφές του. Βιώνουμε την παραζάλη μιας κοινωνίας δίχως σημείο αναφοράς.

O κ. Συρμόγλου είναι πανεπιστημιακός και δημοσιογράφος

Πίνακες: Jim Tsinganos

.