RSS

Category Archives: Σκέψεις περί Αισθητικής και Λογοτεχνίας

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου: Κική Δημουλά, Όταν η υλικότητα διαμαρτύρεται

Η Κική Δημουλά, ανήκοντας στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, δεν ξεστρατίζει τον βηματισμό της από τον κυρίαρχο προβληματισμό αλλά και το ύφος αυτής της γενιάς, που οπωσδήποτε τη συγκλονίζουν θέματα υπαρξιακού προβληματισμού, ιδωμένα όμως υπό το πρίσμα μιας ανεπιτήδευτης και κάποτε ειρωνικής ματιάς. Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί τη γραφή της είναι, απ’ τη μια οι ιδιάζουσες γλωσσικές ακροβασίες, οι οποίες μάλιστα στοιχειοθετούνται σ’ ένα κλίμα διαρκούς πειραματισμού που αιφνιδιάζει, κι απ’ την άλλη η εξόχως διεισδυτική εισβολή που επιχειρεί σε καταστάσεις τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού χώρου. Θαρρείς και η ιδιότροπη και ανατρεπτική ονοματοδοσία που αποπειράται, δεν είναι παρά η παιγνιώδης μα και βαθιά σαρκαστική στάση που επιλέγει να τηρήσει απέναντι στη φαινομενικά δίπολη ζωή. Όχι, τέτοιες ψευδαισθήσεις μακριά από εμάς. Και βέβαια μακριά και από εκείνη. Αγαπάει τις λέξεις η Δημουλά, τις αγαπάει τόσο, που τις μεταχειρίζεται σαν πρόσωπα, σαν χαρακτήρες που έχουν τη δική τους προσωπικότητα, όντα που αποφασίζει να τα ανασύρει απ’ την αδράνειά τους, να παίξουν ρόλο σοβαρό στη μεγάλη συζήτηση που έχει ανοιχτεί μες στις σελίδες της για θέματα που αφορούν στη μνήμη, τη λήθη, το χρόνο, τη φθορά. Αν δεν υπήρχε στη γραμματική το οξύμωρο ως σχήμα, είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι εκείνη θα το επινοούσε. Το ποιητικό της ιδίωμα άλλωστε συνίσταται στην παιγνιώδη και ανατρεπτική σύνταξη, στους τολμηρούς συνδυασμούς έμψυχων και αφηρημένων, συγκεκριμένων και μεταφορικών, «ο έρωτας είναι αυτόχειρας» διαπιστώνει. Συνίσταται όμως και στις πολλαπλές αμφισημίες των λέξεων, στις μετωνυμίες, την υποκειμενοποίηση των εννοιών, στις συνεχείς επαναλήψεις, στον ελλειπτικό λόγο. Συνήθως, ουσιαστικοποιεί το επίθετο ή επιθετοποιεί το ουσιαστικό: «μεσίστιο μέλλον», «ισόγεια μνήμη», «πριονωτό ανεπίστρεπτο», «νοσταλγία δισύλλαβη», λέει αναφερόμενη στο σύζυγό της Άθω, και συνεχίζει «τοκογλύφος πλευρά του Αδάμ», «φορτηγό κλάμα», «ιστιοφόρα φωνή», ενώ αλλού συνδυάζοντας ρήματα με ουσιαστικά θα την ακούσουμε να λέει: «εκφωνείς γραμματόσημα». Κι αναρωτιέται ίσως κανείς, προς τι όλη αυτή η υποστασιοποίηση των εννοιών, η αιρετική αποδόμηση της γλώσσας, «ο υπερρεαλισμός της γραμματικής και του συντακτικού», όπως σημείωνε ο Τάσος Ρούσσος. Μα είναι προφανές. Δεν την αντέχει η Δημουλά την οριστικότητα των απωλειών, δε συμβιβάζεται με τα κοινώς αποδεκτά περί του αμετάκλητου, όπως άλλωστε και κάθε ποιητής. Διατηρεί όμως μέσα της βαθιά κι εκείνη την παιδική αθωότητα, που την γεμίζει έστω με την ψευδαίσθηση κάποιας ελπίδας. Τι κάνει λοιπόν; Αναποδογυρίζει τα πράγματα, μήπως και βρει κρυμμένο μέσα τους κάτι που της διέφυγε, κάτι που ίσως αναιρεί το προδιαγεγραμμένο, έναν κρυμμένο κωδικό αριθμό που θα ξεκλειδώσει τη σφραγισμένη μοίρα μας. Τι καταλάβαμε τόσους αιώνες, άλλωστε, με την ορθόδοξη διατύπωση και καταγραφή της διαμαρτυρίας μας;

Ακολουθώντας το πρωτόκολλο της σύνταξης, μήπως μπορέσαμε έστω και ελάχιστα να αποδράσουμε απ’ τη συντεταγμένη πορεία όλων των αβοήθητων, που οδεύει προς το θάνατο; Αστείο και να το συζητάμε. Ας ειρωνευτούμε και ας παίξουμε λοιπόν και προπαντός ας μην την παίρνουμε και τόσο σοβαρά την ειλημμένη απόφαση περί του μέλλοντός μας. Προς τι να παραδίδεται η φευγαλέα μας ύπαρξη στη νευρικότητα και την αμηχανία. Σοφό λοιπόν να καλυφθεί η προδιαγεγραμμένη απόσταση μέχρι το αμετάκλητο με κάποιους – έστω προσποιητά – αγέρωχους βηματισμούς. Τουλάχιστον, με τη Δημουλά να γράφει, μοιάζει σαν να διαμαρτύρεται εγγράφως η υλικότητά μας για εκείνη τη διαβεβαίωση που αργοπορεί, να καταγγέλλεται – μ’ άλλα λόγια – αυτή η βραδυπορία. Αυτός είναι και ο λόγος που η αφηγηματική γραφή της αφορίζει και γνωματεύει, μιλώντας εξ ονόματος όλων μας. Γιατί η απόγνωση είναι υπόθεση του καθενός, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας. Το σημειώνω αυτό, γιατί κατά κόρον αναφέρθηκε ότι η ποίηση της Δημουλά απευθύνεται κυρίως στις γυναίκες. Το «Λίγο» όμως αφορά όλους μας, το ανολοκλήρωτο και το ημιτελές αποδεικνύεται εντέλει η μοναδική ισότητα σε τούτη τη ζωή. Ένα παράπονο λοιπόν κι ένας θυμός διατρέχει τους στίχους της Δημουλά για «Το λίγο του κόσμου», και όλες οι επαναλήψεις που της χρεώνονται δεν είναι παρά περίτεχνες μεταμφιέσεις της ίδιας απαράλλαχτης ανάγκης της ν’ ακούσει μιαν απόκριση, ένα ψέλλισμα έστω κάποιας υποτυπώδους δικαιολογίας απ’ την πλευρά του Θεού για την ακατανόητη άλυτη αφασία του που τράβηξε σε μάκρος.Του παραπονιέται λοιπόν και του δηλώνει την παραίτησή της απ’ τον μάταιο και μονομερή αγώνα προσέγγισής του. «… αχ, πανάλαφρος απέμεινε ο θάνατος του πόθου μου για σένα/ φυσικό / έχει κλαπεί από μέσα του το σώμα / μέτρα πόσους αιώνες ήκμασε φρενήρες / σφαδάζοντας επάνω / στην παγερή απάρνησή σου γαντζωμένο / και τώρα που αποχωρούν / αι μυροφόροι μοίραι μία μία / κι έμεινα μόνη μες στο άδειο γεγονός / ανασηκώνοντας το καπάκι που σκεπάζει / αυτά εδώ τα πτώματα που γράφω / και θλιμμένη γελώ παρατηρώντας / πώς ζάρωσε τι γερόντιο έθιμο απέμεινε / ο έρως μου για σένα / αλλά και τι γραΐδιο κωμικό τι μάταιο / η μη ανταπόκρισή σου / τετέλεσται όλα Χριστέ μου. / Τήρησα ωστόσο ευλαβώς / το έθιμο της οδύνης και φέτος». (Η λύτρωση της Μαγδαληνής, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως») Δήμιος και ιεροεξεταστής του εαυτού της, με ειλικρίνεια αφοπλιστική βάζει το δάχτυλο ‘επί τον τύπον των ήλων’, εκθέτει και εκτίθεται επιδείχνοντας ωμότητα και τόλμη, που όμως στο βάθος της είναι απείρως σπλαχνική. Δεν μπορώ σαφώς να διαπιστώσω πόσος Κάλβος και πόσος Καρυωτάκης, πόσος Καβάφης και πόσος Παπατσώνης κυκλοφορούν στις φλέβες της γραφής της.

.

.

.

.

Εκείνο όμως που εμφανώς τη διατρέχει είναι η ίδια απόγνωση απέναντι στην απουσία του έρωτα, η απόγνωση από την απουσία των αγαπημένων ακόμα κι η απόγνωση, όταν η έμπνευση ή και η ευρηματικότητα τής γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη.«Άγραφων στίχων βρίσκω μισάνοιχτη την πόρτα. / Σπρώχνω ελαφρά το τρίξιμο να μπω / κι από το βάθος βάθος μού απαντά / μια αγριοφωνάρα / πως έχουνε γραφτεί». Αποφεύγοντας συστηματικά η Δημουλά τους εύκολους συναισθηματισμούς και το μελόδραμα, επιλέγει κάποτε ακόμη και το λαϊκό λεξιλόγιο, όπως: «αιώνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι», «τζαμπατζήδες θεατρόφιλοι βράχοι», για να αιφνιδιάσει όμως αμέσως παρακάτω με την οξύτητα του μελαγχολικού αποφθέγματος: «Το σκληρό έμαθα πώς χαράζει / αλλά όχι πώς χαράζεται». Πέραν των άλλων, εκείνο που καθιστά και σε ένα άλλο επίπεδο ιδιαίτερη τη γραφή της είναι η συνομιλία, ο διαρκής διάλογος που ανοίγει όχι μόνο με τον εαυτό της, όχι μόνο με τους συνήθεις ύποπτους της ποίησης, τους φίλτατους νεκρούς, αλλά και με όλους εμάς τους ζωντανούς, τους αναγνώστες της καθώς και μ’ εκείνους τους επικριτές που της χρεώνουν νοησιαρχούμενη γραφή, επαναλαμβανόμενα θεματικά και εκφραστικά μοτίβα. «Με καταγγέλλουν / η ανανέωση και η ποικιλία / πως διακινώ μπαγιάτικες ποσότητες / με αποτέλεσμα να εθίζεται η ανία».
(Πάλι σε συγχωρώ, «Ήχος απομακρύνσεων») και αλλού στην ίδια συλλογή:«Ναι δίκιο έχεις: κόπωση θεμάτων. / Ίσως να έφταιξε εν μέρει / ότι δε βγήκα παραέξω από την ίδια στάση. / Ίσως, ίσως λέω αν είχα ταξιδέψει / σ’ ένα ωραίο νησί από μακριά / να σε υποδέχεται στ’ άσπρα ντυμένος ο ασβέστης / και ριγηλό να παιανίζει το έλλην μπλε / των παραθύρων / κάποια θα βρίσκαν να νοικιάσουν αλλαγή / τα θέματά μου». (Αντιγραφείς αισιοδοξίας ΙΙ). Η Δημουλά, κινούμενη με δεδομένη την άρνηση κάθε εξιδανικευτικού πλαισίου, ρίχνει λοξές, χλευαστικές ματιές στα σοβαρά και τα συγκινημένα, και με κινήσεις τελετουργικές αφαιρεί ένα – ένα τα βαριά φορέματα που ντύνουν το δραματικό της όποιας αδυναμίας μας. Στρέφει λοιπόν τους δυνατούς της προβολείς στα ασήμαντα και καθημερινά, παρέχει στέγη και τροφή στα αθέατα και αφανή, που ξεφεύγουνε της όρασής μας και τέλος με ποιήματα σφυριά καρφώνει μικρές διακριτικές ταμπελίτσες στο κάτω – κάτω μέρος των αμελητέων, προκειμένου να σηματοδοτήσει το πέρασμά τους. Άλλωστε, έχει πολύ βαθιά συναισθανθεί πως αυτό το μάταιο παιχνίδι ερμηνειών και αποκαλύψεων, που αιώνες τώρα παίζεται ανάμεσα σ’ εμάς και όλα τα μεγάλα, μα αποκεκρυμμένα, είναι εδώ και καιρό οριστικά χαμένο. Τεμαχίζει λοιπόν τα ένδοξα αδιέξοδά μας και αναψηλαφεί τις πολλαπλές προδοσίες. Δε γλιτώνει όμως ούτε η ίδια απ’ την αναψηλάφηση και τον τεμαχισμό. Σε έναν αέναο και μαζοχιστικό – θα λέγαμε – αυτοδιασυρμό, παρατηρεί, σαρκάζει και τελικά ομολογεί.«Δυσπνέεις. Κατανοητό. / Πνιγηρή του καθενός μας η δύση. / Κάνε όμως κάτι, σκαρφάλωσε / ή / χτύπα συνθηματικά τον τοίχο / του διπλανού τρόμου / ή / έστω θυμήσου λίγο παράθυρο / άσε κουφωτό ένα λάθος / να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος / ίσα να φέγγει να διακρίνεις / να μη χτυπάς επάνω στις κόγχες / της επίγνωσης». (Δυσπνέεις. Κατανοητό, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»)

Χαρακτηριστική επίσης είναι και η τάση γνωμάτευσης που διακρίνει τη γραφή της, προσφέροντάς μας διαμάντια αποφθεγματικού λόγου πικρών διαπιστώσεων. Και είναι πικρών, αφού ανάγλυφη και έκτυπη προβάλλει πάντοτε η ίδια δραματική διαπίστωση που αφορά στην έννοια του Πάντα, του Μαζί, του Ολόκληρου. Ό,τι εμπεριέχει την αίσθηση της πληρότητας λειτουργεί στην ποίηση της Δημουλά ως λέξη «αξιολύπητη», αφού μονίμως αυτοδιαψεύδεται.«Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου. / Όλο σπάζει αυτό, / πριν καν υπάρξει σπάζει / και σαν να είναι γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, / για να μην είναι. / Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος. / Από πού ως πού ολόκληρη / μ’ ένα σπασμένο πάντα μέτρο που κρατάτε / και μετράμε; / Αξιολύπητη λέξη το Ολόκληρο. / Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται. / Γι’ αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη». (Σκόνη, «Το τελευταίο σώμα μου») Στη δέκατη τρίτη ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά, «Τα εύρετρα», ο αμφίσημος λόγος, οργανωμένος και πάλι γύρω απ’ τον υπαρξιακό πυρήνα, συνομιλεί με ό,τι αποδεικνύεται προκλητικά ανθεκτικό, τη φθαρτότητά μας. Μόνο που αυτή τη φορά η φθορά δε λειτουργεί αντανακλαστικά, ως παρατήρηση δηλαδή της σταδιακής αφαίρεσης που υφίσταται η ζωτικότητα έμψυχων και άψυχων. Στις μέχρι τώρα συλλογές η φωνή της ποιήτριας διατηρούσε τη χροιά εκείνη που παρέπεμπε σε υποκείμενο που διαπίστωνε και θρηνούσε για τις απώλειές του τόσο αναφορικά με την εξωγενή όσο και σχετικά με την εσώτερη πραγματικότητα. Μια καταγραφή των αποριών, του θυμού και της αγανάκτησης, κάτι που προσέδιδε στο σύνολο της γραφής της τον αέρα μιας καταγγελίας. Σάρκαζε, θύμωνε, ειρωνευόταν, φέρονταν σαν έφηβη που διαδήλωνε στις πλατείες με πανό και τηλεβόα. Στα «Εύρετρα» τολμά να προχωρήσει παραπέρα και όχι βέβαια να οπισθοχωρήσει. Μπορεί να βγαίνει απ’ την πορεία, να παρατάει το φωνακλάδικο συλλαλητήριο και να αποφασίζει να πάρει το δρόμο για το σπίτι. Κι αυτό βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν είναι υποχώρηση, αφού σ’ αυτή τη μοναχική πορεία προς το ένα, το για πάντα και από πάντα σπίτι, το σπίτι δηλαδή από εδώ και πέρα, το αιώνιο, δε σταματά ούτε λεπτό να ανεμίζει το ίδιο γνωστό πανό της διαμαρτυρίας της. Μόνο που τώρα είναι πιο ουσιαστική, αφού, γενόμενη η ίδια ταυτόχρονα λαός και αρχηγός μαζί, πορεύεται προς την ωριμότητα, αυτήν που κατά την άποψή της αποκτά εκείνος που παύει πλέον να απορεί. Η έφηβη λοιπόν των συλλαλητηρίων ξεντύνεται το έκπληκτο, αιφνιδιασμένο βλέμμα της – η εξοικείωση άλλωστε με τις απώλειες είναι συντελεσμένη προ πολλού – και προσανατολίζεται σε μια νέα μορφή ιδιότυπης αντίστασης. Εξηγούμαι: αφού δεν μπορεί να κατανοήσει, αφού δε στάθηκε καμιά δικαιολογία αρκούντως πειστική για το αναπότρεπτο της κατάληξής μας, αποφασίζει να έχει λόγο έστω για τα διαδικαστικά.

Ziegfeld Model - Non-Risque - by Alfred Cheney JohnstonΠροτρέχει συνεπώς και προοικονομεί, και μια και δεν της πέφτει λόγος κανένας για το «αν θα…», τουλάχιστον απαιτεί να έχει άποψη για το «πώς θα…», αρνούμενη να αφήσει το μέλλον της απουσίας της στα χέρια της τυχαιότητας: «…σταγόνες θέλω να μεταφέρουν / στον ώμο τους με ευλάβεια / όλων μαζί των μεγάλων θλίψεων / τη μικροσκοπική σωρό / αντί λουλούδια άγριες σταγόνες του αγρού / θέλω να με οδηγούν προφυλαγμένη / απ’ τις θανατηφόρες λακκούβες / της μακαρίας οδού…» (Αλλήλων τα βάρη)
και παρακάτω:«…στη στάχτη θα μ’ εμπιστευτώ / το χώμα μού πέφτει βαρύ / δεν μπορείς ν’ ανασάνεις / σε πιέζουν από πάνω και οι γλάστρες / που φέρνουν οι δικοί σου / βαραίνει και το πολύ νερό που πίνουν / εσένα σε περονιάζει η υγρασία / εχθρός για το αυχενικό σου…» Κι ενώ στο «Χαίρε ποτέ» στο ποίημα (Απροσδοκίες) το «στερνοπαίδι της όνειρο» ήταν τότε να «μη γερνάει μόνη» είκοσι δύο χρόνια μετά, στα «Εύρετρα», γράφει: «Το τελευταίο όνειρο / ξέρεις τι μου προτείνει; / να με πάει με το έλκηθρό του εκεί που ζουν οι πιγκουίνοι / εκεί ονειρεύομαι να ξενιτευτεί η θερμοκρασία του σώματός μου …ώσπου να εθιστεί σ’ αυτό το ψύχος / η αντοχή μου / και να εσωστραφώ σε πιγκουίνο / για να μην τρέμω / ό,τι και αν συμβεί / κρύο ποτέ να μην ξανααισθανθώ / ζέστη ποτέ να μην ξαναγαπήσω». (Στην ξενιτιά του σώματος). Ziegfeld Model - Non-Risque - by Alfred Cheney Johnston Από το σύνολο πάντως της ποιητικής της Δημουλά προκύπτει πως, όπου και αν στράφηκε, είτε αυτό ήταν ο ίδιος ο Θεός είτε ήταν ο έρωτας είτε ακόμα και η ζωή, εισέπραξε μια γενναιότατη προδοσία, που διέψευσε τις υψηλές της προσδοκίες. Στη συνέχεια την είδαμε να ψαλιδίζει λίγο – λίγο τα φτερά αυτών των προσδοκιών, να γίνεται πιο συγκαταβατική, να αρκείται και στα λίγα, να προτείνει μάλιστα τρόπους να βολευτούν και, αν γίνεται, ακόμη και να συνδυαστούν τα πράγματα. Θα πει απευθυνόμενη στο Θεό: «Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις / μια βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου; / Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς / να επιβληθείς στη διανομή σου».
(«Ήχος απομακρύνσεων», Μεγάλη Πέμπτη) Στα «Εύρετρα» ωστόσο, βλέποντας να μη λαμβάνεται σοβαρά η πρότασή της, Τον καταγγέλλει για την εγκατάλειψή μας και την παράδοσή μας στην αιώνια πείνα για το αιώνιο: «…αν είχες, Κύριε και συ / ευλογήσει την παρουσία σου / δε θα μας είχε αφήσει / τόσο νηστικούς / σήμερον». Απογοητευμένη λοιπόν απ’ τη ζωή – που κατ’ ευφημισμόν ή «από λεπτότητα» ονομάστηκε έτσι, αντί να αποκαλείται «συντομία» – διαψευσμένη από την παραμορφωτική τάση του έρωτα, που πάντα είναι εφήμερος και βασανιστικά μονομερής, αλλά και από τις όποιες μεταφυσικές ελπίδες της παραιτημένη, καταφεύγει οριστικά πλέον στη γραφή ανακαλύπτοντας σ’ αυτήν στοιχεία αθανασίας: «…Μεταξύ του υπάρχω και του παύω / του μιλώ και του σώπασα / η μόνη κερδισμένη είναι / η διάσημη εκείνη πολεμική ανταποκρίτρια / η γραφή. / Θρασύτατη λογοκλόπος ανίερη / αντιγράφει / και το μιλώ και το σώπασα να υπάρχω / επιδέξια παραποιημένο σε / διαρκώ / στου χαρτιού το εχέμυθο αυτί». («Τα εύρετρα», Η θρασεία λογοκλόπος) Αιχμηρά τα ποιήματα αλλά και ο χρόνος που με περιορίζει σε λιγοστές επισημάνσεις που αδικούν και την ποιήτρια και τις προθέσεις μου. Κι επειδή τίποτα δε δύναται να είναι εντέλει ολόκληρο, αναγκάζομαι να κλείσω εδώ αυτή την ανολοκλήρωτη προσέγγιση για μια ποιήτρια που μίλησε ωστόσο εξ’ ολοκλήρου για τις απώλειές μας.

Αrtwork: Angie Young; Kamil Vojnar; Julia Geiser

 

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης

O αναγνώστης διαβάζει αργά, προσπαθώντας να εναρμονίσει το ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης. Πολλές φορές απολαμβάνει δύο και τρεις φορές την ανάγνωση κάποιας σελίδας ή αφήνεται σε μία μυστική ονειροπόληση, η οποία αποτελεί μέρος της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ εκείνου και του συγγραφέα. Ο αναγνώστης έχει την ικανότητα να διαβάζει ακόμα και ανάμεσα στις γραμμές, γιατί ξέρει ότι αυτές οι μικρές σιωπές που δημιουργούνται στα κενά της αφήγησης είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογιστεί, για να δημιουργήσει, να ονειρευτεί. Ποτέ ο αναγνώστης δεν αφήνει αδιάβαστες σελίδες, για να φτάσει πιο σύντομα στο τέλος του βιβλίου. Για τον αναγνώστη σημασία έχει το ταξίδι, όχι ο προορισμός. (…)

Τυχαίνει κάποτε ορισμένα βιβλία ν’ αντιστέκονται στην πράξη της ανάγνωσης. Ο αναγνώστης πλήττει, δυσανασχετεί, χασμάται, συλλαμβάνει τον εαυτό του να παραβλέπει παραγράφους ή ακόμη και ολόκληρες σελίδες του βιβλίου. Δύο πράγματα είναι πιθανόν να συμβαίνουν: ή το βιβλίο είναι πράγματι κακό, οπότε ο αναγνώστης δικαιούται να το ενταφιάσει στη βιβλιοθήκη του αναλογιζόμενος με πίκρα την αστοχία της επιλογής του, ή ο ίδιος δεν είναι ακόμα έτοιμος για την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου. Σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ο αναγνώστης επανέρχεται μετά από μήνες ή και χρόνια και ανακαλύπτει στο βιβλίο που δεν κατόρθωσε να διαβάσει ένα αυθεντικό αριστούργημα. Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς τα βιβλία. (…)

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης, από τη συλλογή δοκιμίων Το πνεύμα του λόγου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000

Αrtwork: Anna Nemoy

.

.

 

Αστέρης Μαυρουδής, Το διήγημα (χρηστική εισαγωγή)

(…) Τι μπορεί τελικά να καλύπτει ο όρος διήγημα; Υπάρχει μια σύγχυση στην οριοθέτηση των ειδών. Παράδειγμα είναι ο «Λουκής Λάρας» που άλλοτε αναφέρεται ως νουβέλα, άλλοτε ως «πρωτότυπον μυθιστόρημα» και άλλοτε ως διήγημα. Ποιο ρόλο μπορεί να παίζει η έκταση ενός λογοτεχνήματος; Από μόνο του το στοιχείο της έκτασης είναι σοβαρό διαφοροποιητικό στοιχείο; Ο Ροΐδης όταν κάνει κριτική το 1896 και κατακρίνει τους Έλληνες πεζογράφους δεν βλέπει παρά ποσοτικές σχέσεις «…ουδ’ ελλείπουσι βεβαίως και οι γράφοντες εκτενέστερα διηγήματα, καλούμενα διά τούτο μυθιστορήματα», (Μουλλάς 2006: μα), (Ροΐδης: 354). Επίσης ο Αριστείδης Κουρτίδης είναι κατηγορηματικός και αόριστος «Εις τους νεωτέρους χρόνους το μυθιστόρημα ούτε ως προς τον σκοπόν, ούτε ως προς τα μέσα διαφέρει από το διήγημα, διαφέρει μόνον κατά την έκτασιν ή την πλοκήν», όμως αυτό συμβαίνει και στις άλλες χώρες και υπάρχουν προβλήματα πολλαπλής ορολογίας, όπως στη Γαλλία (nouvelle, count) η στην Αγγλία (short story, long short story, short novel), Gillespie, (1967:117-127) Αμέτρητες μελέτες διαπιστώνουν τη δυσκολία αν όχι την αδυναμία ενός τέτοιου ορισμού. 

Ποια λοιπόν είναι η ουσία του διηγήματος; Η ίδια η ιστορία επέβαλε ένα είδος και η ίδια καθόρισε και τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λειτουργίες του. Μας καλύπτει ο ορισμός ότι διήγημα είναι η αφήγηση, τις περισσότερες φορές, σύντομη μιας περιπέτειας συνήθως πρόσφατης και παρουσιασμένης ως πραγματικής, που κινεί το ενδιαφέρον με τον απροσδόκητο χαρακτήρα της; Ορισμός, επίσης, όπως ο επόμενος κρύβει κινδύνους: Διήγημα είτε μικρό είτε μεγάλο είναι το είδος λογοτεχνικού πεζού λόγου που δημιουργήθηκε με τη φαντασία και έχει σκοπό με αφήγηση να μας παρουσιάσει πράξεις που έγιναν, χαρακτήρες, αντιπροσωπευτικούς τύπους κοινωνικών ομάδων ή εποχών (Μουλλάς 2006: μγ). 

Claudio Martinengo  (33)Στο διαγωνισμό της Εστίας δεν ήταν ξεκάθαρο τι εννοούσαν με τον όρο διήγημα. Το μόνο που αναφερόταν ήταν η έκταση και οι περισσότερες συμμετοχές ήταν μικρής έκτασης. Η διατύπωση πως τα θέματα έπρεπε να είναι παρμένα από το Μεσαίωνα ή την αρχαία εποχή πιο πολύ συνάδει με το ιστορικό μυθιστόρημα και τη σύγχρονη εποχή, που παραπέμπει σε σύγχρονο ρεαλισμό. Παρά την ασάφεια της Εστίας, τα διηγήματα που γράφτηκαν είχαν ξεχωριστή φόρμα (αυτή του διηγήματος) και παραδοσιακά πλαίσια, και τα δύο νεοτερισμοί. Άρχισε λοιπόν μια παραγωγή διηγημάτων που τα επόμενα χρόνια πέρασε κατά πολύ την παραγωγή των μυθιστορημάτων (Beaton 1996: 105). Στοιχεία για το τι εννοούσε η Εστία ως διήγημα περιέχονται σε μια απάντηση σε διαγωνιζόμενο : «Το διήγημά σας ελήφθη και ανεγνώσθη ευχαρίστως. Κύριο προσόν αυτού είναι η ζωηρότης των διαλόγων, η λιτή ακρίβεια των περισσότερων περιγραφών και η αφελής απεικόνιση των χαρακτήρων, ενιαχού άτεχνων αλλά πάντοτε χαριεστάτων γραμμών. Φαίνεται ότι το πλείστον ελήφθη εκ του αληθούς και αυτό επιτυχώς διετυπώθη, αλλ’ ότι δεν είδετε και ηθελήσατε να μαντεύσετε, να πλάσετε, αυτό είναι άχρουν, ψευδές» (Μουλλάς 2006: μζ).

 

Στο διήγημα η πραγματικότητα είναι στο προσκήνιο αλλά κομματιασμένη σε ατομικές μαρτυρίες: Υπάρχει στροφή από τη γενική στην τοπική ιστορία, στην ντοπιολαλιά και στην αποτύπωση της παράδοσης. Ο Παλαμάς λέει για το διήγημα: «Μακριά από τη λέπρα των γενικοτήτων… πρόσωπα, όχι δόγματα, εικόνες όχι φράσεις, κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα όχι αγορεύσεις», ενώ o Παπαδιαμάντης μιλά για «βαθείαν των πραγμάτων μελέτη» (Μουλλάς 2006: μη). Η κριτική που έκανε ο Κ. Θ. Δημαράς στον Αλ. Παπαδιαμάντη και σε άλλους διηγηματογράφους βασίζεται πράγματι σε επαναλαμβανόμενα στερεότυπα. Δεν διευκρινίζεται όμως αν αυτά τα στερεότυπα έχουν να κάνουν με την οργάνωση του λογοτεχνικού κόσμου του Παπαδιαμάντη ή με την ιδεολογική ανάγνωση και την ιστοριογραφική οπτική του κριτικού. Ο κριτικός μιλάει για συντηρητικό όραμα που καθηλώνει το άνοιγμα προς εθνικό εκσυγχρονισμό. Τέτοιες θέσεις αντί να οδηγήσουν στο διαυγή προσδιορισμό του διηγήματος και των ιδιομορφιών του συντείνουν στην αύξηση της σύγχυσης των μελλοντικών ερευνητών, όπως αναφέρει ο Αλ. Ζήρας (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:50).

Ο Poe συγκρίνει την εντύπωση που δίνει ένα διήγημα μ’ αυτήν που μπορεί να προσφέρει ένας πίνακας υψηλής τέχνης, ενώ ο H. James λέει ότι στο διήγημα αποτυπώνονται εικόνες της εποχής μέσα σε μικρό χωρικό πλαίσιο. Ο Hemingway παρουσιάζει το διήγημα ως παγόβουνο του οποίου μόνο ένα μέρος βρίσκεται έξω από το νερό ορατό. Το ίδιο λέει και ο Ψυχάρης παρομοιάζοντας το διήγημα με πηγάδι με μεγάλο βάθος και μικρό στόμιο. Μιλούν και οι δύο δηλαδή για μια προσχεδιασμένη εντύπωση, η οποία λανθάνει πίσω από κάθε λέξη, πίσω από τα κείμενα κάθε διηγήματος. Αυτό το στοιχείο δίνει μια διεισδυτικότητα στο διήγημα που δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα. Υπάρχει δηλαδή ένα πλέξιμο συντομίας και εμβάθυνσης (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:121). 

Ποια, τελικά, λοιπόν είναι η δομή ενός διηγήματος;

Το διήγημα έχει μια αφηγηματική δομή η οποία εμπεριέχει μια αιφνίδια ανατροπή.

Έχει έναν κύριο ήρωα και ένα κορυφαίο γεγονός.

Εμπεριέχει την αφηγηματική οικονομία (ο Poe λέει πως πρέπει να διαβάζεται σε μια το πολύ δυο ώρες) και την μόνιμη αναζήτηση της έκπληξης και του ανοίκειου, που είναι το ζητούμενο και δομικό στοιχείο στη λογοτεχνία.

Το διήγημα δεν αναπτύσσει έναν λεπτομερή κόσμο αλλά χρησιμοποιεί την οπτική «μιας φέτας ζωής». Προτρέπει τον αναγνώστη να συμπεράνει ένα γενικότερο νόημα, μέσα από μια λιτή παρουσίαση, χρησιμοποιώντας δικές του εικασίες και εμπειρίες (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:492).

Οι χαρακτήρες είναι διαμορφωμένοι και αποκαλύπτονται σε αντίθεση με το μυθιστόρημα στο οποίο αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Γίνεται συμπίεση δεδομένων σε μια φέτα ζωής και έτσι από ασήμαντες λεπτομέρειες η εικόνα της ζωής γίνεται πειστική και πιο έντονη.

Η έκτασή του προτρέπει σε πολυμορφία και πειραματισμούς σε θεματικές αναζητήσεις, μείξη ειδών και συνομιλία με άλλα είδη και άλλα διηγήματα (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:537).

(…)

 

[…] το μυθιστόρημα μπορεί να είναι με το αιματάκι του, αλλά το διήγημα πρέπει να είναι καλοψημένο. Το μυθιστόρημα πάντα παχαίνει, αλλά το διήγημα έχει ακριβώς τις θερμίδες που χρειάζονται. Το μυθιστόρημα, αφού το ανοίξεις, διατηρείται μια χαρά στο ψυγείο, το διήγημα όμως πρέπει να καταναλωθεί αμέσως. Το μυθιστόρημα έχει συντηρητικά, το διήγημα είναι πλούσιο σε φυτικές ίνες. Το μυθιστόρημα δεν παθαίνει τίποτα αν το ξαναζεστάνεις, αντίθετα το διήγημα –παραφράζοντας την ταινία– «Το τηγανίζεις μονάχα μια φορά». Το μυθιστόρημα είναι βαρύ φαγητό που φέρνει καούρες, το διήγημα κρύο πιάτο ζαρζαβατικής πολυπραγμοσύνης. Το μυθιστόρημα σε χορταίνει, το διήγημα σου ανοίγει την όρεξη». Φερνάντο Ιγουασάκι

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Αστέρης Μαυρουδής, Το διήγημα (χρηστική εισαγωγή), Ενδυμίων, 2014

Πίνακες: Claudio Martinengo

.

.

 

Εύα Στάμου, Η επέλαση της ρoζ λογοτεχνίας

Θα άξιζε, τέλος, ν’ αναφερθούμε επιγραμματικά σε ένα είδος που, σε πρώτη ματιά, φαίνεται ίσως να διαφεύγει από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις. Πρόκειται για την κατηγορία που απαρτίζουν τίτλοι με θέμα την Τουρκία και φόντο τις γειτονιές της Πόλης, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια κατέκλυσαν την ελληνική αγορά. Τα αίτια και η λογική των βιβλίων αυτών, πάρα τις όποιες διαφορές στο σκηνικό τους διάκοσμο, είναι ίδια με των κειμένων που αναλύσαμε. Πρώτον, συνδέονται άρρηκτα με τη ροζ κουλτούρα, και μάλιστα με τρόπο πασιφανή, καθότι παράγωγα μιας τηλεοπτικής «μόδας». Πρόκειται για βιβλία που δημιουργήθηκαν με αφορμή την επιτυχία των τουρκικών τηλεοπτικών σειρών και στο τηλεοπτικό κοινό κατεξοχήν απευθύνονται.

Δεύτερον, το ζητούμενο είναι, και στη δική τους περίπτωση, η «απόδραση» από την πραγματικότητα∙ στα διεθνή ρομάντζα αυτό επιτυγχάνεται με περιγραφές πολυτελών χώρων και υπερατλαντικών ταξιδιών, στα βιβλία με θέμα την Κωνσταντινούπολη με το ταξίδι στο χρόνο και τη μεταφορά σ’ ένα «εξιδανικευμένο» παρελθόν, όπου και πάλι, ωστόσο, αναπαράγονται οι στερεοτυπικοί ρόλοι: η αθώα, όμορφη νεαρή, η δολοπλόκα αντίπαλός της, ο ισχυρός, γοητευτικός άντρας, που αποτελεί το μήλο της έριδος, και οι υπόλοιποι εύκολα αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες της ροζ κουλτούρας.

Εύα Στάμου, Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας, σελ. 60-61, Εκδόσεις GUTENBERG, 2014

Πίνακας: Erika Yamashiro

.

.

 

Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων

Υπάρχουν δύο είδη ιστορίας – η ιστορία της πολιτικής και η ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η μία είναι η ιστορία της βούλησης, η άλλη η ιστορία της νόησης. Ως εκ τούτου, η πρώτη εμπνέει πάντοτε ανησυχία, αν όχι τρόμο: απειλές, αγωνίες, απάτες και αποτρόπαιοι φόνοι, κατά κόρον. Αντίθετα, η άλλη είναι σε όλες της τις εκφάνσεις ιλαρή και αμέριμνη, όπως η απομονωμένη νόηση, ακόμα και όταν τυχόν αποτυπώνει λαθεμένες διαδρομές. Ο κύριος κλάδος της είναι η ιστορία της φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι το θεμελιώδες μπάσο της, το οποίο συνηχεί ακόμα και στο άλλο ιστορικό είδος, όπου κατευθύνει επίσης τη σκέψη∙ αλλά αυτή είναι που κυβερνά τον κόσμο. Επομένως, εφόσον κατανοηθεί σωστά, η φιλοσοφία είναι κατά βάθος η πιο ισχυρή υλική δύναμη, έστω και αν έχει εξαιρετικά αργή δράση.

Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων, Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση, σελ. 19-20, μτφρ.: Γιάννης Καλιφατίδης, Εκδόσεις Άγρα, Ο άτακτος λαγός, 10, Σειρά Β’.

Πίνακας: Armen Gasparian

.

.

 

Eύα Στάμου, Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας

Στο Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς πρωταγωνιστεί μία συνηθισμένη Αγγλίδα μικροαστικής καταγωγής που προσπαθεί να κάνει καριέρα σε εκδοτικό οίκο. Εκεί, αντιμετωπίζει ποικίλα εμπόδια επιστρατεύοντας την υπομονή, την πονηριά και το χιούμορ της. Η Μπρίτζετ, που, από άποψης εμφάνισης, ταλέντου και σπουδών, δεν είναι κάτι ιδιαίτερο –έτσι ώστε η μέση εργαζόμενη γυναίκα να μπορεί να ταυτιστεί μαζί της με ευκολία, νιώθοντας ίση ή ανώτερή της –, κρατά ένα καθημερινό ημερολόγιο, όπου σημειώνει, με θρησκευτική ευλάβεια, σχόλια για τα θέματα που η συγγραφέας θεωρεί ότι απασχολούν εκατομμύρια γυναίκες με κοινό τρόπο ζωής και παρόμοιες επιδιώξεις: τη δίαιτα και τα κιλά της, τον αριθμό των τσιγάρων που κάπνισε και των ποτηριών αλκοόλ που κατανάλωσε, τα πάρτι στα οποία παρευρέθηκε, τα ρούχα και τους άντρες που δοκίμασε. Το γεγονός ότι στο τέλος του ρομάντζου η Μπρίτζετ κατακτά τον άντρα των ονείρων της οφείλεται περισσότερο στην απίστευτη καλοσύνη, στην εκπληκτική αθωότητα, στην ανεξήγητη αύρα ελκυστικότητας (το sex appeal) που ακτινοβολεί και φυσικά στη θεά Τύχη, και λιγότερο στην ευφυΐα, στο ταλέντο ή στην ομορφιά της. Το μήνυμα είναι σαφές: Με όπλα την επιμονή, τη σκληρή δουλειά, την ευτράπελη διάθεση και τη γλυκιά αθωότητα που αναζητούν οι άντρες στις γυναίκες, μπορείς κι εσύ να πετύχεις το στόχο: να παντρευτείς τον ιδανικό άντρα. Δεν χρειάζεται να έχεις ταλέντα και γνώσεις, να καταγίνεσαι με κάποια σοβαρή εργασία ή να μοιάζεις με μοντέλο. Όλα είναι δυνατά, αρκεί να πιστέψεις στον εαυτό σου – και στο «παραμύθι» των ροζ βιβλίων.

Eύα Στάμου, Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας, Δοκίμιο για την ευδοκίμηση μιας μορφής αφηγηματικού λόγου, σελ. 48-49, Εκδόσεις GUTENBERG, 2014

Πίνακας: Erika Yamashiro

.

.

 

 

Μπωντλαίρ, Επιλογή από τα Journaux Intimes

Όποιος δεν είναι ελαφρά δύσμορφος περνά απαρατήρητος∙ απ’ αυτό προκύπτει ότι το ακανόνιστο, δηλαδή το απροσδόκητο, η έκπληξη, το θάμβος συνιστούν ουσιώδες μέρος και το χαρακτηριστικό της ομορφιάς.

Μπωντλαίρ, Επιλογή από τα Journaux Intimes, Μύδροι, σελ. 29 μτφρ.: Ευρυδίκη Παπάζογλου, Εκδόσεις Στιγμή, 1993

Πίνακας: Hamish Blakely