RSS

Category Archives: Παλιές κάρτες

Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες

Salonik 2

Salonik 1

Ό, τι θυμάμαι χαίρομαι… αλλά μου λείπουν και η πόλη και οι φίλοι εκεί. Όμως τώρα που βρίσκομαι μόνιμα στην Ελλάδα, θα τη φάω με το κουτάλι. Εκκρεμεί από πέρυσι ακριβώς τέτοια εποχή… μάλλον τέτοια μέρα,  και μία παρουσίαση του βιβλίου μου εκεί, την  οποία, ανωτέρα βία, την ανέβαλα.

————————————————–

.

 
Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες

cartes f981153d2bee5862e40e6e7d5ba7ce7d

cartes 7c31bc64e0cdc8c6cb3a2312b88a9857

cartes 50f782c76ffe380bc925b77127341698

cartes

cartes

———————————————————————————————————————————————

 

Tags:

Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες

661_001

267_001

229_001

463_001

454_001

nouvelleexpositioncouplxh9

——————————————————————————————————————————————-

 

Tags:

Image

Ειρήνη Οντόγκ Κατωπόδη, Η γιαγιά μου

Ειρήνη Οντόγκ Κατωπόδη, Η γιαγιά μου

Και θέλω να μου φτιάξεις ξανά παραδοσιακή φανουρόπιτα και να σου πω πως μ’ αρέσει να σε βλέπω να μετράς τα υλικά, να είναι εφτά ή εννιά, μονός αριθμός έτσι μου έλεγες, έτσι είναι το σωστό και να κάνεις άνω κάτω την κουζίνα με τ’ αλεύρια κι όλο το σπίτι να μοσχομυρίζει κανέλα, μοσχοκάρυδο και γαρύφαλλο και μετά να με κρατήσεις στα γόνατά σου και να μου ξαναπείς παραμύθια, το παραμύθι της Μαρούλας που τελειωμό δεν έχει και να μου μιλήσεις για ’κείνα τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής

διαφ hist_mpiskotouκαι πως όταν ήσουνα μικρό παιδάκι δούλευες στα χωράφια, στους αγρούς και στα κτήματα μαζί με τ’ αδέλφια σου και τους γονείς σου και πως κουβαλούσες τα δέματα με το στάχυ και το στάρι που ήταν τόσο βαριά κι ασήκωτα αλλά εσύ πάντα τα κατάφερνες και μετά γύρναγες σπίτι να συγυρίσεις και ν’ ανάψεις το τζάκι και μετά έπαιρνες τη στάμνα και ξανά έβγαινες έξω για να φέρεις νερό κι εκεί συναντούσες τις φίλες σου την Έλενα την Κατερίνα και τη Μυρτώ και γελάγατε και τραγουδάγατε και πως όταν πλησίαζε η γιορτή του Αη Νικόλα ήταν και η μέρα που γιόρταζε ο πατέρας σου και το σπίτι ήταν στολισμένο και από τις προηγούμενες μέρες κάνατε γενική καθαριότητα με τη μαμά σου και τ’ αδέλφια σου κι αγοράζατε και λικέρ και κόκκινο και λευκό κρασί και η μητέρα σου έφτιαχνε μπακλαβά και το φύλλο ήτανε τραγανιστό και μοσχομύριζε ο τόπος φρέσκο βούτυρο

διαφ ion

και το απόγευμα ανοίγατε την σάλα κι ερχόντουσαν οι γείτονες κι η θεία σου σου έλεγε να πας ν’ αγοράσεις καπνό για τον μπαμπά σου και να προσέχεις να μην σε κοροϊδέψουν με τα ρέστα κι εσύ αγόραζες και καραμέλες κι άλλες μικρολιχουδιές και για σένα και για τ’ αδέλφια σου κι ότι στα δεκαέξι σου παντρεύτηκες με προξενιό τον παππού και πως ήταν ο πιο όμορφος κι ο πιο λεβέντης άντρας του χωριού και θέλω να σου πω πόσο πολύ σ’ αγαπώ γιαγιά που μου λες τις καλύτερες ιστορίες του κόσμουκαι ότι οι ιστορίες σου είναι απ’ την πραγματική ζωή κι όχι ψεύτικα παραμύθια και πως μ’ αρέσει πολύ να ακούω ιστορίες για τη μαμά και τη θεία μου και ιστορίες από τον πόλεμο και την Κατοχή και να κάθομαι ν’ ακούω να μου διηγήσαι για την αγριότητα των Τούρκων και πάντα θυμάμαι όταν ήμουνα ακόμα πολύ μικρή, πέντε, έξι, εφτά χρονών κι είχαμε πάει στα Καμμένα Βούρλα για να κάνεις ζεστά μπάνια και μέσα στο λεωφορείο έπιασες κουβέντα με μια άλλη κυρία που καθόταν δίπλα σου και της είπες πως είσαι απ’ τη Μάνη και καθόμαστε στο λεωφορείο και μου κράταγες το χέρι και με το άλλο μου χέρι κράταγα ένα παγωτό χωνάκι που μου το είχες αγοράσει απ’ το ζαχαροπλαστείο «Ρωσσικόν» στη Σταδίου κι όλο μίλαγες με την κυρία στο διπλανό κάθισμα αλλά είχες και το νου σου να μου σκουπίζεις κάθε τόσο τα χέρια και το στόμα μου που είχαν λερωθεί απ’ τις σοκολάτες

διαφ floka

κι όταν φτάσαμε στα Καμμένα Βούρλα, στο σπιτάκι που είχαμε νοικιάσει,  το τακτοποίησες και το περιποιήθηκες και σχεδόν όλες τις ημέρες που ήμασταν εκεί ξεκουράστηκες και τα βράδια αφού τρώγαμε μαζευόντουσαν κι άλλες γειτόνισσες απ’ τα γύρω σπίτια στην αυλή την δικιά μας κι είχανε κι εκείνες παιδιά κι εγγόνια κι έπαιζα μαζί τους κι εσύ μίλαγες με τις φίλες σου κι έπλεκες ή κένταγες και συγχρόνως τους έλεγες γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή σου και για την εκκλησία του χωριού όπου μεγάλωσες και για όλα όσα έχασες χωρίς ούτε κι εσύ να καταλάβεις το γιατί, αυτό όμως που δεν έχασες σίγουρα ποτέ γιαγιά μου ήταν οι σοφές κουβέντες σου και οι παροιμίες σου και τα παραμύθια σου κι οι παλιές πονεμένες ιστορίες σου κι οι μύθοι σου και τα πεντανόστιμα φαγητά σου και να μου δίνεις φρέσκο ζυμωτό ψωμί μ’ ένα κομμάτι κεφαλοτύρι φτιαγμένο απ’ τα χέρια σου και να περπατάμε παρέα και να λες η εγγονή μου είναι και να μαζεύουμε δαμάσκηνα και να φτιάχνουμε μαρμελάδα και να μαζεύουμε βύσσινα και να φτιάχνουμε γλυκό και ξέρω ότι με προστάτευε και με φρόντιζε ενώ πάντα μου κράταγες λιχουδιές και κεράσματα και ξέρω πως τις στιγμές εκείνες που βρισκόσουνα στην κλινική θα έπρεπε να φανώ δυνατή και παρακάλαγα να ξαναγίνω παιδί και να μπορέσω να ρωτήσω την μαμά μου: «Μαμά που πήγε η γιαγιά τώρα που πέθανε;»

διαφ12

και γνωρίζω πως και η απουσία σου θα είναι φανερή στην ζωή μου και οι γλυκιές σου κουβέντες και οι προσευχές σου και οι αγωνίες σου να είμαστε πάντα όλοι καλά και θέλω να σου πω γιαγιά πως η δική σου η ζωή ήταν που έδωσε νόημα στην δική μου κι όλες τις ευχές και τις συμβουλές που μου είχες δώσει κατά καιρούς τις φυλάω ως πολύτιμη κληρονομιά, μια κληρονομιά που ευελπιστώ κάποτε να πάρουν και τα δικά μου τα παιδιά.

διαφ 1247088654_image001

http://www.dimiourgikigrafionline.com/2012/10/blog-post_30.html

https://www.facebook.com/yiorgospandis

Σημείωση: Oι παραπάνω σύνδεσμοι είναι άκρως ενδιαφέροντες. Το ότι κατόρθωσα να διαβάσω πάνω από τρεις σειρές στην πρώτη παράγραφο και να συνεχίσω την ανάγνωση του κειμένου, τουλάχιστον για μένα, συνιστά δείγμα ποιότητας. Όλα τα κείμενα είναι καλά, και μάλιστα, πολύ καλύτερα από αυτά που κυκλοφορούν σωρηδόν υπό μορφή βιβλίου. Ο Γιώργος Παναγιωτίδης επίσης έχει πραγματικά πάρα πολύ ενδιαφέρουσα γραφή.Τουλάχιστον για τα δικά μου αισθητικά κριτήρια… Αλλά εγώ είμαι και μονήρης άνθρωπος, οπότε μη με παίρνετε και στα σοβαρά, διαβάστε ό, τι προβάλλεται κατά κόρον!

http://www.yiorgospanayiotidis.com/

Μάλλον πρέπει να γράψω κι εγώ ένα κείμενο για τα σαλιγκάρια γιαχνί της δικής μου γιαγιάς, που τα έτρωγα σε πλαστικό καρό τραπεζομάντηλο, χαζεύοντας την ίδια στιγμή τον ελαιώνα της Άμφισσας και το λιμάνι της Ιτέας μέσα από μια μισάνοιχτη διπλή ξύλινη πόρτα. Ο άνηθος και το κρεμμύδι μου σπάζουνε τη μύτη ακόμη. Δεν πήγαινα καν στα νήπια, αλλά είχα βρει τον τρόπο να τα τρώω περίφημα. Ζητούσα και δεύτερο πιάτο.

 
Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες

 
Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες

 
Image

Παλιές κάρτες

Παλιές κάρτες