RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ξένη)

Φίλιπ Λάρκιν, Στο Δουβλίνο

Esme (1919). William Clarke Wontner (British, 1857-1930). Oil on canvas.:

.

Σε σοβαντισμένα, απόμερα σοκάκια
Όπου το φως είναι γκρίζο, μολυβί
Και η απογευματινή ομίχλη
Φέρνει στα μαγαζιά τα φώτα πάνω από
Δελτία στοιχημάτων και κομποσχοίνια,
Μια κηδεία περνά.


Μπροστά πηγαίνει η νεκροφόρα
Και αμέσως μετά ακολουθεί
Ένα μπουλούκι γυναικών τού δρόμου,
Με πλατύγυρα, λουλουδάτα καπέλα,
Μανίκια μιας άλλης μόδας κι εποχής,
Φουστάνια μακριά ως τον αστράγαλο.


Κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα μεγάλης φιλικότητας
Σαν να τιμούσαν κάποιον ξεχωριστό
Αγαπημένο τους.
(Δυο τρεις χορεύουν λίγα βήματα
Ανασηκώνοντας τις φούστες επιδέξια,
Άλλη χτυπώντας παλαμάκια, κρατά τον ρυθμό).


Μα και ταυτόχρονα μεγάλης λύπης.
Και ακούγεται καθώς απομακρύνονται
Μια φωνή να τραγουδά
Για κάποια Κίτυ ή Κέητυ,
Σαν αυτό το όνομα να εσήμαινε κάποτε
Όλη την αγάπη και όλη την ομορφιά.

Μεταφραστική δοκιμή: Νίκος Λάζαρης

Πίνακας: William Clarke Wontner

.

.

 

 

 

Φίλιπ Λάρκιν, Γιατί σε ονειρεύτηκα χθες το βράδυ;

.

Τώρα που το πρωί φωτίζει τα μαλλιά μου
Με ένα γκρίζο φως,
Οι αναμνήσεις χτυπούν την πόρτα μου
Σαν δυνατά χαστούκια στο πρόσωπο.
Ακουμπισμένος στον αγκώνα μου
Καρφώνω το βλέμμα μου στην κίτρινη ομίχλη
πέρα μακριά από το παράθυρο.
Τόσα πολλά πράγματα που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει
Επιστρέφουν στο μυαλό μου
Με τη δύναμη ενός άγνωστου πόνου:
Όπως τα γράμματα που απευθύνονται σε κάποιον,
Ο οποίος έχει εγκαταλείψει το σπίτι του
Πολλά χρόνια πριν.

Μεταφραστική δοκιμή: Νίκος Λάζαρης

Πίνακας: John Atkinson Grimshaw

 

Joys Mansour, Δεν είναι από λάθος μου

.

Δεν είναι από λάθος μου
αν τα μπούτια μου είναι καλοχυμένα
μέσα στο πετσί μου
Δεν θέλησα να ξεσηκώσω το μορφασμό του πόθου σου
Όταν έβγαλα τη φούστα μου
φασκιωμένος από ευτυχία κατάχτησες τη σχισμή μου
Δεν είναι από λάθος μου
αν ήχησε ο συναγερμός
και παγιδεύτηκε το χέρι σου
ξεριζώθηκε καταδικάστηκε ανατράπηκε
κι απ’ το λαιμό κρεμάστηκε όμοιο με κούκλα από κρέμα
Δεν είναι από λάθος μου
Ήθελα να σε συγχωρήσω


Joys Mansour, Από τη συλλογή Όρνια, σελ. 118, από το βιβλίο Κραυγές, σπαράγματα, όρνια, μτφρ.: Έκτωρ Κακναβάτος, Εκδόσεις Άγρα, 1994

Photo: Boubat

.

.

 

Eva Runefelt, Ζώο

.

Όταν κλείνω τα μάτια μου στην κουκέτα ρέω σε μια αρ-
τηρία έξω από το σώμα μου, μέσα στο σκοτάδι νιώθω
τι συμβαίνει στις παρυφές του σώματός μου. Ο πόνος αλλά-
ζει χρώμα από πληγή σε μούδιασμα πριν εγκαταλείψει
το δέρμα, το δωμάτιο. Έχει χρώμα ανοιχτό καφέ, μπορείς
να παραμείνεις από πάνω του ή να χωθείς μέσα σ’ ένα
άλλο σώμα. Να είσαι μέσα σ’ έναν άλλον.


Τα μεγάλα ασπράδια των ματιών εξαφανίζονται
όταν οι στρόγγυλες κόρες μεγαλώνουν.
Tα χέρια κρυφομαζεύονται, ωραία διπλωμένα
με γούνινα μαξιλαράκια στις πατούσες τους.

.

.
Και πολύ παλιά, θυμάμαι: καθόμουν στο θρανίο
δίπλα σ’ ένα κορίτσι που έγραφε ωραία το γάμμα.
Έβλεπα το άρμενο του γράμματος να παίρνει μορφή
κάτω από τη γραμμή και ήμουν εκεί, ακολουθούσα
το ίχνος της μελάνης από το Τίποτε στα Πάντα
και γινόμουν η μπλε γραμμή που σιγόβραζε.
Τόσο εύκολο να γίνομαι αυτή η κίνηση, ξανά και ξανά.
Σαν πατήματα ζώου όταν κλείνω τα μάτια μου.

Eva Runefelt, Ζώο από τη συλλογή Στα χέρια της μνήμης, μτφρ.: Bασίλης Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2015

Πίνακας: Erika Hopper

.

.

 

Joyce Mansour, Κραυγές

.

H σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές ασίγαστες
που είναι η κόλασή μου

Joyce Mansour, Κραυγές από το βιβλίο Κραυγές, σπαράγματα, όρνια, σελ. 42, μτφρ.: Έκτωρ Κακναβάτος, Εκδόσεις Άγρα, 1994

Φωτό: Anna Ådén

 

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Εραστές δολοφονημένοι από μία πέρδικα (απόσπασμα)

.

Αφιέρωμα στον Γκύ ντε Μωπασάν

 – Ήταν πολύ απλό. Αγαπιούνταν πάνω από όλα τα
μουσεία.
Χέρι δεξί,
με χέρι αριστερό.
Χέρι αριστερό,
με χέρι δεξί.
Πόδι δεξιό,
με πόδι δεξιό.
Πόδι αριστερό,
με σύννεφο.
Κόμη,
με πατούσα του ποδιού.
Πατούσα του ποδιού
με μάγουλο αριστερό.
Ω αριστερό μάγουλο! Ω βορειοδυτικό από κα-
ραβάκια και μυρμήγκια από υδράργυρο! Δώσε μου το
μαντίλι, Γενοβέφα, θα κλάψω… Θα κλάψω μέχρι που
από τα μάτια μου να βγει ένα πλήθος από αμάραντα…
Ξαπλώναν.
Δεν υπήρχε θέαμα άλλο πιο τρυφερό…
Με ακούσατε;
Ξαπλώναν!
Μηρός αριστερός
με μπράτσο αριστερό.
Μάτια κλειστά,
με νύχια ανοιχτά.
Μέση, με αυχένα,
και με ακτή.
Και τα τέσσερα αυτάκια ήταν τέσσερις αγγέλοι
στο καλυβάκι του χιονιού. Θέλονταν. Αγαπιούνταν.
Παρά το Νόμο της βαρύτητος. Η διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα σε ένα αγκάθι από ρόδο και μια Star είναι πα-
νεύκολη.
Όταν το ανακάλυψαν αυτό, έφυγαν στην εξοχή.
Αγαπιούνταν.
Θεέ μου! Αγαπιούνταν μπροστά στα μάτια των
χημικών.
Πλάτη, με χώμα,
χώμα με γλυκάνισο.
Σελήνη, με ώμο κοιμισμένο.
Και οι μέσες τους διασταυρώνονταν με ένα θό-
ρυβο από γυαλιά.
Είδα εγώ να τρέμουν τα μαγουλά τους όταν οι
καθηγητές του Πανεπιστημίου τους έφερναν χολή και
ξύδι σ’ ένα μικρούλικο σφουγγάρι. Πολλές φορές έπρεπε
να τρομάξουν τα σκυλιά που στέναζαν στους λευκότα-
τους κισσούς του στρώματος. Αλλά εκείνοι αγαπιούνταν.

.

.

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα,
ή,
ένας άντρας
κι ένα κομματάκι γης,
ένας ελέφαντας
κι ένα μωρό,
ένα μωρό κι ένα βούρλο.
Ήταν δυο νεαροί λιπόθυμοι
κι ένα πόδι από νίκελ.
Ήταν οι βαρκάρηδες!
Ναι.
Ήταν οι τρομεροί βαρκάρηδες του Γουαδιάνα
που τσακίζουν με τα κουπιά τους όλα τα ρόδα του κό-
σμου.
Ο γερο-ναυτικός έφτυσε το ταμπάκο από το
στόμα του κι έβαλε μεγάλες φωνές για να τρομάξει τους
γλάρους. Μα ήταν πια υπερβολικά αργά.
Όταν οι γυναίκες πενθούσες έφτασαν στο σπίτι
του Κυβερνήτη αυτός έτρωγε ήσυχα πράσινα μύγδαλα
και κρύα ψάρια σ’ ένα εκλεκτό πιάτο από χρυσό. Ήταν
προτιμότερο να μην έχουν μιλήσει μαζί του.
Στις νήσους των Αζορών.
Σχεδόν δεν μπορώ να κλάψω.
Έριξα δυο τηλεγραφήματα, αλλά δυστυχώς
ήδη ήταν αργά.
Πολύ αργά.
Μονάχα ξέρω να σας πω πως δυο παιδιά που
περνούσαν στην άκρη του δάσους, είδαν μια πέρδικα
που της έσταζε μια κλωστούλα αίμα από το ράμφος.
Αυτή είναι η αιτία, αγαπητέ μου καπετάνιε, της
παράξενης μελαγχολίας μου.


Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, από το Ποιήματα σε Πρόζα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015

Πίνακες: Tarsila do Amaral

.

.

 

Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία σχεδόν

anke-merzbach-34.jpg,

Η νεκρώσιμη αηδία και η αηδία
να είσαι άνθρωπος.
Η αηδία της πέτρινης γυναίκας
που υφαίνει διαφορετικά πόδια από σκόνη.
Η αηδία του ενστίκτου
που χορταίνει στη λύπη δίχως νόημα.
Η αηδία της σκέψης
που κοχλάζει σε άχρηστες ανάσες.
Η αηδία των φυλών που ανεβαίνουν
προς το σκοτάδι.
Όλες οι αηδίες συσσωρεύονται
και γεννούν έναν νυχτερινό τύμβο
πάνω στον οποίο υψώνεται
ο οχετός του κόσμου.
Η μεγάλη κάκοσμη αηδία
σαν πυώδες έμβρυο.
Η αηδία του κόσμου σε κομμάτια.
Όπου ο άνθρωπος χάνεται
πέρα μακριά,
πνιγμένος από μια κραυγή δίχως αντίλαλο
από τον έρωτά του από την ερώτησή του
δίχως απάντηση.
Η αηδία της μοναξιάς.
Η αηδία των υπολοίπων.
Αηδία που σβήνει μονάχα
τσακίζοντας μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
τη χορταριασμένη νεκροκεφαλή
που μας σταμπάρει
ένα όνομα και μια δίψα.
Κλαίω, κλαίω, κλαίω.
Είναι ο ουρανός καλυμμένος με αγελάδες
και στο χέρι μου το πολικό αστέρι
τήκεται σε εμμηνόρροιες
κάποιας τρελής θεάς.
Αηδία.
Οι οδοκαθαριστές παραγεμίζουν τις σκούπες
ενώ φτύνουν τον Θεό απ’ το τηλέφωνο.
Ο άνεμος διαποτίζεται από σεντόνια και νιόπαντρους,
και κοιτάζω, κοιτάζω έκπληκτος,
έντρομος
γεμάτος βούρκο,
πνιγμένος από αηδία. Φοβάμαι
ο ηλιακός χορός συνεχίζεται.
Μια βοή στο αίμα μου
σβήνει,
αιωνίως αποτυχημένη.


Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία σχεδόν, μτφρ.: Κώστας Βραχνός, Eκδόσεις Κουκούτσι, 2014

Αrtwork: Anke Merzbach

.

.