RSS

Category Archives: George Le Nonce

George Le Nonce, Ἡ ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου

the barren memory of unkissed kisses

Wilde, «Silentium Amoris»

Φοβᾶται. Ὡς ἐκ τούτου προσέχει λεπτοµέρειες˙ φαντάζεται ἐπιθυµίες, φαντάζεται νοήµατα, φαντάζεται πράξεις. «Εἶσαι πολὺ κοντά, ἀγόρι µου» τοῦ λέει ἡ Ἀ. στοργικά. Θέλει νὰ τὴ ρωτήσει, κοντὰ σὲ τί, ἀλλὰ µόλις ἀνοίγει τὸ στόµα του, φυσάει µία αὔρα κι αὐτὴ ἐξαφανίζεται, διαλύεται σὰν στάχτη καὶ δὲν θὰ τοῦ ξαναµιλήσει.

Φοβᾶται. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ πεῖ τί συµβαίνει, καὶ τί σηµαίνουν αὐτὰ ποὺ συµβαίνουν ἢ δὲν συµβαίνουν. Ἂν ὑπῆρξε ποτὲ πόθος. Ἂν ὑπῆρξε ποτὲ ἔνοχο ἄγγιγµα. Ἂν ὑπῆρξαν ποτὲ λέξεις καὶ σύµβολα. Καὶ τί ἐσήµαιναν. Ποιά ἑρµηνεία θὰ ἦταν ἡ σωστή. Καὶ ποιά ἀνάγκη ἐπέβαλε τὸ σφάλµα.

Φοβᾶται. Μελετᾶ τὰ λόγια ποὺ ἔχει καταγράψει. Μὴ µὲ ἀναγκάζεις νὰ σοῦ τὸ πῶ˙ πράγµατι ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόµενο τῆς ἐρωτοπραξίας˙ σύντοµα θὰ µιλήσουµε˙ εἶµαι εὐτυχισµένος˙ κάποιος θὰ µὲ ἀγαπήσει˙ σὲ ἀγαπῶ˙ θὰ περάσουµε πολλὰ χρόνια µαζί˙ χρειάζοµαι ἕναν µεγάλο ἔρωτα. Μελετᾶ τὶς πράξεις ποὺ ἔχει καταγράψει. Ἕναν τυχαῖο ἐναγκαλισµό˙ ἕνα χάδι στὸ χέρι˙ µιὰ ἐξαφάνιση˙ µία ἀναζήτηση˙ ἕνα χάδι στὸν ὦµο˙ ἕνα φιλί˙ πολλὲς ξαφνικὲς σιωπές˙ µιὰ προµελετηµένη ἐνδυµασία˙ ἕνα ἄσεµνο χάδι. Μελετᾶ τὰ νοήµατα. Ἐπιθυµία. Θαυµασµός. Φόβος. Ἀπορία. Ἔρωτας.

Φοβᾶται. Τίποτα δὲν εἶναι σωστό. Τίποτα δὲν ὑπάρχει.

Φοβᾶται. Βρίσκεται σὲ ἕνα δωµάτιο µὲ µουσαµὰ στοὺς τοίχους. «Δὲν εἶµαι ἡ Ἀ., ἡ Ἀ. ἔχει πεθάνει» τοῦ λέει ἡ Ἀ. στοργικά. «Μὴν ἀνησυχεῖς, ὅµως, θὰ συνέλθεις σύντοµα, µπορεῖ ἀκόµα καὶ νὰ καταφέρεις νὰ θυµώσεις. Θὰ ξεχάσεις καὶ θὰ ξεχαστεῖς, δὲν ὑπάρχει ἀµφιβολία, καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά».

Ξαφνικά, ἡ ἔκφρασή της ἀλλάζει, τὸ πρόσωπό της ἀλλάζει, δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἀ., ἡ φωνή της γίνεται στριγγὴ καὶ ἀπειλητική, εἶναι ἡ µάνα του, «δὲν µπορεῖ ἀκόµα νὰ ἐπιµένουν αὐτὲς οἱ παρανοϊκὲς σκέψεις στὸ βάθος τοῦ µυαλοῦ σου» τοῦ φωνάζει, «δὲν µπορεῖ νὰ πιστεύεις πὼς ἐνδέχεται ἀκόµα µιὰ ζωὴ ἄλλη, δὲν ἐνδέχεται, δὲν θὰ συµβεῖ, ποτέ˙ σταµάτα νὰ φαντάζεσαι ἐπιθυµίες, νὰ φαντάζεσαι νοήµατα, νὰ φαντάζεσαι πράξεις˙ κατάλαβέ το, ἡ παράνοια αὐτὴ εἶναι µιὰ παρεξήγηση, µὴ σκέφτεσαι πιὰ τὴν ἐλάχιστη πιθανότητα, δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη πιθανότητα, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀπουσία οὔτε ἔλλειψη διότι παρουσία δὲν ὑπῆρξε ποτέ, ὑπῆρξε µόνον ἡ τυχαία ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόµα ὑπῆρξε κάποτε καὶ δὲν ὑπάρχει πιά».

Φοβᾶται. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ πεῖ τί συνέβη. Καὶ τί δὲν θὰ συµβεῖ. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ ἐπιβεβαιώσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ὅλο, αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή, δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Κάποιος νὰ τοῦ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο σῶµα. Κάποιος ποὺ νὰ µπορεῖ νὰ µιλᾶ ξεκάθαρα˙ ἄφοβα.

George Le Nonce, Ἡ ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου, Ὁ Ἐμονίδης, σελίδα 42, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2013

Πίνακας: Andrew Wyeth

 

George Le Nonce, Zauberberg

5320schiele

«Ἤρθανε. Ἦρθαν νὰ σὲ πάρουν.»

Κατέβηκα τρέχοντας στὸν δρόμο καὶ μπῆκα στὸ αὐτοκίνητο. Ὁδηγοῦσε ἕνας λιπαρὸς μεσόκοπος, μὲ δασὺ μουστάκι καὶ θολὰ μάτια. Στὴ θέση τοῦ συνοδηγοῦ καθόταν ἡ μάνα μου, χαμογελαστή, μὲ τὸ ἀγαπημένο της φλορὰλ ταγέρ.

Ἅπλωσα τὰ βιβλία καὶ τὰ τετράδιά μου στὸ πίσω κάθισμα. Ἤμουν ἀποφασισμένος ὄχι μόνο νὰ μὴ μιλήσω καθόλου σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς διαδρομῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν κοιτάζω κἂν γύρω μου, νὰ μὴ βλέπω τὰ τοπία ἀπὸ τὰ ὁποῖα περνούσαμε, νὰ παραμείνω βυθισμένος στὸ διάβασμα καί, ὅσο ἦταν δυνατό, στὸ γράψιμο, ὅσες ὧρες καὶ ἂν κρατοῦσε τὸ ταξίδι.

Ἔκλεισα τὰ αὐτιά μου στὰ χωρατὰ τοῦ ὁδηγοῦ, στὰ γέλια τῆς μάνας μου, στὴν ὑπόκωφη βοὴ τῆς μηχανῆς τοῦ αὐτοκινήτου.

Σὰν νὰ ἤμουν πέντε χρονῶν, σὰν νὰ ἔπαιζα στὸ πάτωμα τῆς κουζίνας μὲ τὰ lego καὶ τὰ playmobil μου, περιμένοντας νὰ νυχτώσει γιὰ τὰ καλὰ καὶ νὰ μὲ βάλουνε γιὰ ὕπνο.

Ξαφνικά, ἄνοιξε ἡ πίσω πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου. «Φτάσαμε, ἀγόρι μου, μάζεψε, σὲ παρακαλῶ, τὰ πράγματά σου», ἄκουσα ραγισμένη τὴ φωνὴ τῆς μάνας μου.

Σήκωσα τὸ κεφάλι καὶ τὴν εἶδα. Ἦταν, πράγματι, δακρυσμένη.

Δίπλα της, ὁ νοσοκόμος μοῦ χαμογελοῦσε συγκαταβατικά. Τὰ δόντια του ἦσαν ἄσπρα σὰν ἀσβέστης. «Μὴν ἀνησυχεῖτε», εἶπε.

Μιλοῦσε προφανῶς στὸν ὁδηγό, ἴσως καὶ στὴ μάνα μου, πάντως ὄχι σὲ μένα, ἐμένα δὲν μοῦ ἀπευθύνθηκε ποτέ, οὔτε μιὰ λέξη δὲν μοῦ εἶπε ὅσα χρόνια ἔμεινα ἐκεῖ.

«Ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα. Ἥσυχος θὰ ἐκμετρήσει τὸν βίο του, ἥσυχοι καὶ ἐσεῖς θὰ ζήσετε

Ἔκτοτε, κάθε φορὰ ποὺ τὴ ρωτοῦσαν γιὰ μένα, ἀπαντοῦσε πανομοιότυπα: «Μὲ τὴ θέλησή του πῆγε˙ δὲν τὸν ἀναγκάσαμε. Ἦταν πάντα ἰδιόρρυθμος».

.

.

Ὁ Ἐμονίδης, από την ενότητα “ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια”, σελίδα 25, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2013 

Πίνακας: Egon Schiele