RSS

Category Archives: Eιρήνη Καραγιαννίδου

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δαναοί αρνί χαριστήριον

Κάποτε στο χωριό πήγαινα με τη γιαγιά στην καλύβα να ταΐσουμε τα ζωντανά της. Τόσα χρόνια οι ίδιοι κι οι ίδιοι ένοικοι, οικότροφοι από τους σπάνιους, μαχαίρι πάνω τους θαρρείς δεν έβαλαν ποτέ. Δεν μεγάλωναν, δεν γερνούσαν, δεν ψοφούσαν, ζούσαν αιώνια και βασίλευαν –έτσι πίστευα–, κάθε Πασχαλιά, πάντως, τους ίδιους συναντούσα. Μετρημένοι στα δάχτυλα, με ονοματεπώνυμο και οικόσημο δεξιά της ποτίστρας. Το γουρούνι που άκουγε σε Γουρούνι, ένα μοσχαράκι ασπρόμαυρο που ονοματίστηκε Δαντέλα με αεροβάπτισμα, τρία παπιά, οι Μου Σου Του, τρεις κότες οι λεγόμενες Κοκόνες, όλες εστεμένες με δεξιόστροφα λειριά γένους βασιλικού και ένα αρνί, Τ ο α ρ ν ί, η Χιονάτη. Άνοιγε τα αυτοσχέδια τενεκεδάκια η μπάμπω, μοίραζε το φαγητό, πάντα χωρισμένο ισόποσα να μην έχει παράπονο κανείς. Αυτά μέχρι και την προπαραμονή της Αναστάσεως, τότε που μάντρωνε τις Μις, τα παπιά, το γουρούνι και το μοσχάρι, μην τη δουν να ταΐζει παραπάνω την Χιονάτη και ζηλέψουν, του έριχνε διπλότριπλη τροφή του αρνιού, ύστερα κρυφοκοίταζε τα μαντρωμένα, τυχερά, ψέλλιζε, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.

Πάσχα στο χωριό

Οι μεγάλοι ξυπνάνε απ’ το χάραμα για να σουβλίσουν το αρνί. Κι εγώ ξυπνώ νωρίς πολύ, αλλά κάνω πως κοιμάμαι, για να μην το δω. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα σε έναν σκύλο, και σκέφτομαι τι ζώο να γίνω όταν μεγαλώσω, για να μην χωράω σε κανέναν φούρνο και σε καμία σούβλα. Κόσμος έρχεται και φεύγει. Όλοι από κάτι κουβαλούν κι όλοι μου τσιμπούν τα μάγουλα. Όλο πω πω πω και πω πω πω, ακούω, ολόκληρη κοπέλα έγινες κι ολόκληρη κοπέλα. Μόνο αυτό. Τώρα που είμαι σχεδόν οκτώ, αν προσθέσω όλα τα ολόκληρα, μέχρι να τελειώσουν οι διακοπές του Πάσχα και γυρίσουμε στην πόλη, θα έχω γίνει κορίτσι της παντρειάς. Στο κεφάλι μου φοράω μία στέκα που έχει πάνω της Παναγιάς τα μάτια. Φιογκάκια, αυγουλάκια και δύο κίτρινα πουλιά. Θαρρώ πως με τάζουν στην Αγία κάθε μέρα, γιατί πάντα φοράω στο κεφάλι κατιτίς που έχει πράγματα πολλά. Μετά το φαγητό, ο παππούς με πηγαίνει βόλτα στο ποτάμι να μαζέψουμε λουλούδια. Εκεί την πετάω και βάζω στα μαλλιά μου παπαρούνες. Όταν επιστρέφουμε, λέω πως την στέκα την έφαγε ο λύκος. Ο ίδιος λύκος, ντε, που τρώει και τα αρνάκια.
Ειρήνη, 7,5 ετών/ Καλλίθηρο 1987


Στην καλύβα στο τέλος του χωματόδρομου πήγα για λίγα λεπτά την τελευταία φορά που ήμουν παιδί. Ήταν, λέει, κάποιοι, με μπαλτάδες στα χέρια και κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω. Κι εγώ μαζί, στα κρυφά, γιατί δεν έπρεπε να ’μαι μπροστά –αυτές είναι δουλειές των μεγάλων–, είχα σκύψει πίσω απ’ το τοιχάκι και τους έβλεπα καθένας να τραβά μιαν άκρη απ’ τη Χιονάτη, να σηκώνουν το ζωντανό στον αέρα και ύστερα ο χιονοπόλεμος να σταματά, να γεμίζει κόκκινο τ’ ανοιχτό αμάξι. Έφευγαν έπειτα οι Δαναοί και έμεναν τα παιδιά να γελάνε με όλη τους την ψυχή, κι έτσι άρχιζα να γελάω κι εγώ δυνατά κι όλο δυνατότερα, γιατί οι υπόλοιποι από τα γέλια τους δεν μπορούσαν να με ακούσουν κι, όταν κάθε προσπάθεια να με κοιτάξουν έπιανε πάτο, παρατηρούσα ότι το πρόσωπό τους γέμιζε νερό. Μα είναι αστείο όνειρο, γέλα κι εσύ, έτσι έλεγαν –αυτό θυμάμαι–, κι ύστερα και για πάντα η Χιονάτη έφυγε, τα παιδιά δεν ξαναγέλασαν ποτέ, κι εγώ αποφάσισα να μην ξαναπάω στον χωματόδρομο που όλοι γελούσαν με όλους και κανείς με τον θάνατο.

Σημείωση: το κείμενο με τα πλάγια γράμματα γράφτηκε από την ποιήτρια σε ηλικία 7,5 ετών. Ήταν όντως μία έκθεση για το Πάσχα.

Artwork: Daria Petrilli

.

 

 

Tags:

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Πι και Φι

.

Έτσι ξεκίνησε η τραγωδία
Αντίθετα στις αλώσεις κεραυνών
στην πυρπόληση του πάπυρου
και της σφηνοειδούς γραφής
στις δίβουλες προφάσεις του Κρόνου και του Δία
τις δολοφονίες των πελεκάνων
και της λευκής αρκούδας
Όλο και κάποιος προλαβαίνει το φεγγάρι
Μέσα σ’ έναν καθρέφτη
Χρόνια γυρεύοντας να ξεπεράσει
Τη γραμμή που ορίζει το απόμακρο
Εντοιχίζοντας στο μέτωπο το μάτι

Αντίθετα στην ασάφεια περιγραφής των φόνων
στα αδηφάγα στόματα χορτάτων
και τις αυθαιρεσίες που φυτρώνουν αυθαίρετα στους στίχους

Ώσπου ο Πολύφημος να σπάσει χίλια δυο κομμάτια
Πρέπει να αγαπιόμαστε μονόφθαλμα πολύ.

.

.

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Γράφεις

.

Γράφεις.
Τα σανατόρια ιδρώνουνε στα χέρια
Όπου πηδούν ποτάμια λέξεις Τις χαίτες
ανεμίζοντας
Αδιαφορώντας για τις αιμοπτύσεις,
Τα φαγωμένα σου πλευρά Αφού


κανείς ποτέ δε βούλιαξε στις παύσεις
Παρά οι ποιητές
στα δόντια του Μινώταυρου


Ώσπου ν’ ανακαλύψουν τα σφραγίσματα.

Πίνακας: Shipra Bhattacharya

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Ο σκοποβόλος

.

Στήσου στον ακρόλιθο της μνήμης


αγάλματα ήρθαν
να μας αντικαταστήσουν
και στόχευε
να ραγίσει συθέμελα
η κρύα μονοτονία της πέτρας
σωτήρια μουγκρίζοντας
για καινούρια ταξίδια
με τις προπέλες προς πάσα κατεύθυνση
σ’ εκείνα τα μέρη
τα ξανθά
της ζωής ή της φαντασίας.


Αν φύτρωναν λουλούδια από σκάγια στα βράχια
θα ήσουν Εσύ.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Οι τέσσερις εποχές του [Α], Εκδόσεις Λογότεχνον, 2013

Artwork: Mary Daniel Hobson

.

.