RSS

Category Archives: Στέλλα Δούμου-Γραφάκου

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων

.

Κι εκεί που η νύχτα αρέσκεται στη σωστή ώρα
–σ’ εκείνη δηλαδή που χώνει στα σχήματα το δόντι της–
Φυτρώνει στον τοίχο ένα χερούλι
Και τότε η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
Περνούν ζωηρά ασθενοφόρα
Μαζεύουν αυτούς με τα κάρβουνα στα χέρια
Και τα ληγμένα κόκαλα
Τρένα ψυχρόαιμα δειπνούν ομίχλες
Κι ένα χιόνι άνευρο κυοφορεί μαύρους νάρκισσους
Εκεί και τότε είναι η στιγμή
Που λύνονται όλες μου οι απορίες
Ένα παιδί, σας λέω, με μάτια ιστορίας
Κάθεται οκλαδόν επάνω στο κεφάλι μου
Με διαβάζει ανυπεράσπιστη
Μου σπάει το σαγόνι από έρωτα
Έχοντας με τέχνη επινοήσει
Σε κάθε φράση σε κάθε ανάσα
Καρδιές αλόγων να βροντούν
Κι ευάλωτα λευκά μεσονυχτίου.

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων, από τη συλλογή Το άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Πίνακας: Philip Evergood

 

Στέλλα Δούμου, Λατρεμένο μου!

Το μαύρο ταφταδένιο φόρεμα της Λεμονίτα Μίλσαϊγ θρόισε καθώς μπήκε αργά στη μισοφωτισμένη σάλα. Κεριά διέχεαν ένα μελαγχολικά ήρεμο φως. Κοίταξε έντονα το γυάλινο λίκνο που μέσα του αναπαύονταν, με μακάρια αταραξία, αφράτα κορμάκια, ομορφοφτιαγμένα, τυλιγμένα σε ανάλαφρο, σαν ανάσα χιονιού, σκέπασμα.. Αναστέναξε. Αίφνης στα μάτια της σάλεψε κάτι απόκοσμο.

Απαλά, σήκωσε ένα. Το κοίταξε γλυκά. «Λατρεμένο μου!». Ένιωσε κόμπο στο λαιμό. Χωρίς άλλη σκέψη, το έβαλε στο στόμα, αλέθοντάς το, συνέθλιψε τα αμυγδαλένια κοκαλάκια του και γεύθηκε τη βουτυρένια σάρκα, με μια εσάνς ροδόνερου, σχεδόν σε έκσταση.

Όταν όλα τελείωσαν, υπέρκομψα τίναξε τα ίχνη άχνης απ’ το μαύρο ταφταδένιο της φόρεμα.

 

Tags:

Στέλλα Δούμου, Ο μήνας του Αρνιού

.

Εκβραχισμοί
από λαιμούς που για αιώνες
δεν είχαν καθαριστεί σπάζοντας την πέτρα της αλήθειας.
Οι γητεμένοι ως το κόκαλο κρεατογενείς
ανέμιζαν προβιές και κουδουνάκια.
Στις ποδιές τους ανατρέφονταν τα σαρκοβόρα Άλεφ των φυλών.
Κρατήθηκαν ομπρέλες κωνοφόρων.
Λίμνες σχηματίστηκαν σε αυλές
και κατέβηκε ένας θεός θλίψης να πλύνει τα πόδια του
να συγυρίσει, να μαζέψει τα σπασμένα απ’ τα τραπέζια
να σφουγγίσει αριθμούς από τα μέτωπα των χορτασμένων.
Σε πεδία καθαρτηρίων λύκοι χαρμάνηδες ετόλμησαν να βήξουν.

Ανάμεσα στα μάτια είχαν τον καιρό να αιμοστάζει.
Πρόβατα με κουκούλες τούς φίλησαν στα μάγουλα στο δρόμο για τους Εμμαούς.

Πήγαιναν να μαρτυρήσουν σε πόλεμο απορίας.
Το καθένα κρατούσε ένα κιβώτιο για το καύκαλό του.
Στα αμπέλια ολόγυρα κρέμονταν άγιοι πάντα,

οι σαστισμένοι στάζοντας φρέσκια ολόφρεσκη κοπριά.

Κι έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.
Κι ήταν ο μήνας του Αρνιού.

Πίνακας: Boyko Kolev

.

 

 

Tags:

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

.

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί, Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ, για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ την γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
πέρα απ’ το παντελόνι μου, που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα
κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα, Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων.
Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.
Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών
για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ,
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες
και τις ταμπέλες εκείνες των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο, εκδόσεις Θράκα, 2017

Φωτό: Rene Groebi

.

 

Στέλλα Δούμου, Χιονάτη στο Πικαντίλυ

Μια Χιονάτη τριγυρνά γυμνή στο Πικαντίλυ. Tο δέρμα της είναι θαμπό και γκρίζο απ’ το κρύο, τα μαλλιά της κουρτίνες από βραδινό πάγο• κάποτε κουλουριάζεται σε μια ελεεινή γωνιά, κανείς δεν την προσέχει. Κρατά στα χέρια της το μικρότερο παιδί του κόσμου. Είναι πεθαμένο. To στόμα του νιφάδα άλιωτη.
«Πέθανε το μικρότερο παιδί του κόσμου», είπε κάποιος, και το έδειξε. Κι έριξε μια πένα δίπλα στην γυναίκα. «Ήταν πολύ μικρό», είπε άλλος, «γι’ αυτό…» κι άφησε ένα ζεστό ρόφημα. «Θα έπρεπε να το φροντίζουν καλύτερα», είπε βλοσυρά ένας τρίτος, κι έριξε ένα δεμάτι εφημερίδες. Και φύγανε. Για τα ζεστά κονάκια τους. Συμβαίνουν Χριστούγεννα κι όλοι παπαγαλίζουν λέξεις που καίνε: «αγάπη, χαρά κι ευλογία στα σπίτια σας!»
Στο Πικαντίλυ μια φυσαρμόνικα ακούστηκε σε κοφτερό σι κόβοντας τα γόνατα της νύχτας. Στο μετρό κάποιος έδεσε στις ράγιες τη γυναίκα του, φεύγοντας ούρλιαξε: «μου αρέσει το φουαγκρά, διάολε!» Στην αγορά τα ξύγκια δίναν και παίρναν. Άλογα με μανσέτες επιδεικνύονταν στις γυαλισμένες λεωφόρους. Εύχυμα παράθυρα που έσταζαν λάμψεις. Πουλερικά φουσκωμένα με ζαχαρωτά, εντόσθια και γλυκάνισο, κι ασφαλώς δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς ποτά και ηδύποτα και μελωμένα χρυσαφιά βεγγαλικά τ’ ουρανίσκου κι άλλα πολλά. Και δάση από Χριστούγεννα, μήλα, μούρα, σμέουρα και φραγκοστάφυλα, καρπούς ζεστούς, ολοζώντανους, μα η Χιονάτη γυμνή στο Πικαντίλυ κρατά στα χέρια της το μικρότερο παιδί του κόσμου. Μια πεθαμένη νιφάδα.Στέλλα Δούμου,

Στέλλα Δούμου, Χιονάτη στο Πικαντίλυ, Dip Generation, Θράκα 2016

Artwork: Ray Caesar

 

Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα

 

.

IV

Πέρασες από το θαύμα ανορθόγραφος
σε ορίζει μισό γράμμα και νομίσματα
που χάθηκε η αξία τους όταν τα είδαν οι εποχές με άδειο μάτι.
Ανοίγω την πόρτα ήσυχα
–όπως ανοίγουμε ένα μικρό λακκάκι στην άμμο
να θάψουμε τη δαγκάνα ενός κάβουρα ή μια ρωγμή από ήλιο–
και γενναιόδωρη στα ψέματα φεύγω χωρίς εικόνες μάχης.
Η δυνατότητα είναι μετρήσιμη και ακριβή
και αν ακόμα βόσκω σε κείμενα χωρίς δάση αναψυχής
συχνά μπορεί κανείς
να βάλει στοίχημα σε αυτήν μ’ επιτυχία.

Για τις ζημιές, δεν σε χρεώνω, να ξέρεις.
Στα παραμύθια με κατάγματα
πάντα έδινα ασπιρίνη με ζάχαρη.

Πυριφλεγώς, Βαρβάρα

Πίνακας: Henri Manguin

Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015

.

.

 

Στέλλα Δούμου, Γκρεμίζοντας

.

Σ’ εκείνο το δωμάτιο
–που άλλοτε είχαν εξορυχθεί πουλιά–
η καθίζηση της μουσικής
έκανε τη σιωπή να πλυθεί
και να λάβει θέση στον αχνιστό αυχένα του σκοταδιού.
Ό,τι κι αν άστραψε
τώρα έχει γονατίσει μες στο κάδρο
των ασύστατων.
Κόμποι και θηλιές και βρόγχοι από νοήματα.
Δηλητήρια μεγατόνων στην ανάστροφη του σάλιου μας.
Κάποτε είπες:
«Κολλήσαμε των κεχριμπαριών την πάθηση.
Ηλεκτριστήκαμε πολυχρονεμένοι».

Τι ωραία τροχίζονται τα ελάχιστα
όταν μουντζούρες χειλιών χάσκουν παντομίμες.
Νωπός κλήρος ρίχνει αλάτι στα νώτα μας.
Δραπετεύουμε
με σημαία αιμοβόρων.
Οι πόρτες είναι από βελούδο
η μνήμη ορθή γωνία
κι εμείς τρεις μοίρες πιο ευάλωτοι στις πιστολιές
των γεγονότων.

(Η μνήμη ορθή γωνία κλίνεται μονάχα υπνωτισμένη – θα το μετρήσουμε αργότερα αυτό, καθένας με τον τρόπο του.)

Στέλλα Δούμου, Γκρεμίζοντας, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015

.

.

Να ταξιδέψει με ούριο άνεμο!

Αυτό το βιβλίο το αγαπάμε πολύ, διότι φροντίσαμε και τις λέξεις του…

Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Στράτος Φουντούλης

Πίνακας: Louis le Brocquy

.

.

 

Στέλλα Δούμου, Στο παγκάκι

.

Να με ξεχάσεις!


Είμαι μια μωβ πεταλούδα στoν Aλιάκμονα αψιμαχώ με το φως είμαι η ξαφνική γραφή των οριζόντων υγραίνομαι απ’ τη γαλαντομία του ήλιου είμαι λάμψη που τρεκλίζει σε μια γρίλια στο Νυμφαίο είμαι της ακακίας το νύχι Ρόδο βουλγάρικο στους λόφους της Βάρνα Φτερό κορμοράνων είμαι στις Πρέσπες σε κείνο το νησί που αναπαύονται εγκάρσια οι Χειμώνες.


Να με ξεχάσεις!


Είμαι το θρόισμα της γκέισας όταν σερβίρει το τσάι από νούφαρο Είμαι το τσάι από νούφαρο είμαι η αρχή και το τέλος μιας φράσης φυματικής γεμάτης σπήλαια Σκουριά που άνθισε είμαι σε πλοίο που το καταπίνει η αρμύρα στην Ίσλα Νεπόντα εκεί που η Κόρα-Λαού αφηγείται κλαίγοντας την οστρακόδερμη ζωή της.


Να με ξεχάσεις!


Χαμένο ελάφι στον Βόρα είμαι γκάιντα που ματώνει στα Highlands το κριθάρι που χορεύει είμαι όλοι οι παράλληλοι και οι Ισημερινοί είμαι ένας πίνακας που ρεύεται τοπία στο Ερμιτάζ Το τραγούδι των Ναβάχο είμαι όταν τεντώνουν το τόξο και βρίσκουν στην καρδιά τον άνεμο.

.


Να με ξεχάσεις!


Είμαι η μισή νότα που ψάχνουν οι μύστες των blues στην Ορλεάνη Κρεολή είμαι με κρεμασμένα νομίσματα από παλιές ασημένιες φυλλωσιές που φτιάχνανε οι παρθένες του Μοντεβιδέο Λευκή φωνή γιασεμιού είμαι εραλδικό σύμβολο σε ταπισερί που λιώνει στη Φιρέντζε Αυτό που περίσσεψε είμαι από το αδειανό κορμί που παράτησες σε ένα κουτσό παγκάκι στην Καμάρα και είπες: «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ! Τα λέμε…»


Να με ξεχάσεις!
Χίλιες φορές…

Από τη συλλογή Έρως αρόδο, προδημοσίευση

Πίνακες: Alexander Sigov

.

.

.

.

 

Στέλλα Δούμου, Όγκμα

 Α λογάκια από ζάχαρη
κι ευχαριστώ τα καλοκαίρια των φιλιών
γιατί είμαι ακτή γυναίκας
γεμάτη καθρέφτες.


Με τόλμη ο Θάνατος χρόνους χίλιους τριακόσιους με γιορτάζει

μέχρι από σε να με ξανακερδίσει
κι εγώ κρατώ σε μπουκαλάκι αέρα ραγισμένο
όπως η έφηβη του αγαπημένου τα μαλλιά.


«Αγαπημένου», είπα και σε γεύτηκα
υγρή αψίδα και Χειμώνα μου,
που, όταν στο βρύο της μασχάλης σου κοιμάμαι,
μπαίνουν λύκοι μες στο χρόνο, τον ξεσκίζουν


ρίζα του κέλτικου αίματός μου, ρίζα
ξανθέ μου Κόελχεν,
τραχιά Φωνή σε νύχτα παχιά στο Τάμπθαμορ,
πόσα φεγγάρια σε φοβήθηκαν
εσένα που χάλασες τους
ειρμούς της Ιστορίας
για να με καταπιείς ατσάλινη Ανδρομέδα
και τώρα μαρτυρικά που με ξερνάς απ’ τους καρπούς
γιατί με ζήτησες λυμένο κύμα καταπάνω σου.
Ναι τώρα


Α λογάκια από ζάχαρη
στα χείλη που αναβλύζουνε φαράγγια
και στο λεπίδι του παλιού μου τρόπου ν’ αγαπώ
μόνον Εσύ να κόβεσαι.
Είμαι εδώ ανείπωτη.


*Στην κελτική μυθολογία, ο Όγκμα, ρήτορας και υπερασπιστής των Τουάθα ντε Ντανάν, είναι ο θεός της γνώσης, της έμπνευσης και του ποιητικού λόγου.

Στέλλα Δούμου, Όγκμα, προδημοσίευση από τη συλλογή Έρως Αρόδο

Πίνακας: Beth Conklin

.

.

 

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου: Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Χαμηλές Οκτάβες

Presentation 3

 
Αν θέλω να μ’ αγαπήσετε για ό,τι γράφω
πρέπει να τραβήξω περόνη μέσα μου.

 

(…) Η δεύτερη ενότητα ποιημάτων που περιέχεται μέσα στο βιβλίο. Ξεχωρίζω το πεζό/ποίημα «Blue Lazarus» «Σου είπα να με περιμένεις, τι βιασύνη ήταν αυτή; Πήγες και πέθανες! Τώρα πρέπει να σε ξυπνήσω απ’ τον ξύλινο ύπνο. Με κάτι να σε δελεάσω.» Πινελλιές κάθετες κι οριζόντιες. Εκρήξεις χρωμάτων. Η γραφή εισχωρεί μέσα στους αμφιβληστροειδείς, μπαίνει στα κύτταρά μου. Όσο κι αν αντιστέκομαι με κατακτά. Σαν σουρεαλιστικός πίνακας κερδίζει το βλέμμα της ψυχής μου. Με υποχρεώνει να ακινητήσω στο χρόνο διαβάζοντας. Να συν-αισθανθώ τον καλπασμό του λεξιλογίου, της ουσίας. Με υποχρεώνει να σκεφτώ! Νίκη ξεκάθαρη! Παραδίνομαι! Στην πέμπτη ανάγνωση έχω ήδη ηττηθεί γλυκά. Διαβάζω με την χαμογελαστή εκστατικότητα της θαυμάστριας που συγκινείται. Αγγίζω το βιβλίο απαλά, όπως οφείλουμε να κάνουμε σε όλα τα πολύτιμα. «Ράψε με μέσα στο θάνατο, σ’ ένα ποίημα» διαβάζω στη Μικρή Φωλιά Περιθωρίου.
Κυρία Δούμου, δεν ξέρω τι ακριβώς σκεφτόσασταν όταν γράφατε τη φράση αυτή, αλλά με τούτο το βιβλίο σας να είσαστε σίγουρη πως μας ράψατε στέρεα σε μια καινούρια ματιά ζωής, γραφής και σκέψης. Και γι’ αυτό σας ευχαριστούμε! (…)

Μαρία Στρίγκου

 

 

( …) Στις μυητικές ιερουργίες, με τις οποίες θεωρείται ότι συνδέεται το θέμα της καταβάσεως, η κάθοδος στον κάτω κόσμο είναι ουσιαστικά μια νοσταλγική επιστροφή στη γενέθλια πατρίδα του όντος και στον αρχέγονο χρόνο, είναι ο νόστος στην Terra Mater και συμβολίζει τη διαιώνιση της ζωής.
Από την άλλη αυτή η συμβολική κατάβαση είναι μια πηγή έμπνευσης, σχεδόν αρχετυπική για την τέχνη.
Θυμίζω την Αινειάδεια του Βιργίλιου, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, τις θρησκευτικές παραστάσεις του λατινικού Μεσαίωνα με τον descensus ad inferos, τις βυζαντινές «καθόδους» και βεβαίως τον μέγιστο μυθοπλαστικό τόπο της ομηρικής Οδύσσειας.
Αυτός είναι ο κόσμος των ποιημάτων της Δούμου. Έχεις την αίσθηση πως κόσμοι που πέρασαν και κόσμοι που θα έρθουν βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση που ο ένας προσπαθεί να κερδίσει στιγμές από τον άλλον. Να πάλι η έννοια του μεταιχμίου που προλάβει εμπρός μας.
Μύθοι, παραμύθια, βικτωριανές απεικονίσεις, ομηρικά αρχέτυπα, αρχέγονες δυνάμεις, ένθεες ενατενίσεις, στοιχεία του παράλογου, άλεκτα σχήματα, ελικτές επινοήσεις των λέξεων, απεικονιστικές αναφορές, ζωγραφικές παραστάσεις και κάμποσα άλλα στοιχεία ενυπάρχουν στην ποίηση της Δούμου ως μια παλέτα μέσα από την οποία ξεπηδάει μια ποίηση ρωμαλέας αισθητικής. Μια ποίηση που όμως δεν ξεχνάει τον βασικό προορισμό της, την καταγωγική της ρίζα που δεν είναι άλλη από το να ταξιδεύσει στον κόσμο των λέξεων όσο πιο σιγανά μπορεί. Να πλεύσει ησύχως, να μην φωνάξει, αλλά να σιγανεύσει τους ανέμους. Εν μέσω σιωπής να αρθρώσει το λόγο της. Οι αρμοί της είναι οι παύσεις, άλλο ένα μουσικό στοιχείο που βρίσκουμε σε πλησμονή, ο ρυθμός της είναι σαν χτύπος καρδιάς που αναζητεί το στοιχείο της νηνεμίας. ( …)

Διονύσης Μαρίνος

( …) Η χρήση της μεταφοράς είναι έντονη, τολμηρή και ανατρεπτική. Η ποιήτρια μετουσιώνει τον χυδαίο και ανάξιο λόγου κόσμο σε κόσμιο κόσμημα, χωρίς ωστόσο αυτό το επίπεδο της γλωσσικής υπέρβασης να αποτελεί ένα απλό λεκτικό πυροτέχνημα στο χάος των ελεύθερων συνειρμών προς χάριν εντυπωσιασμού. Η Δούμου είναι ακριβής, οι στίχοι της έχουν σαφή αρχιτεκτονική δόμηση∙ κατασκευάζει, δεν εντυπωσιάζει με ανούσιες λεκτικές περικοκλάδες, για να εκτονώσει το ψυχικό πλεόνασμα, το οποίο, σε άλλες υπερρεαλιστικές αποφάνσεις και χωρίς να βρίσκει αποκούμπι, αναδεύεται ως έρμαιο στη γλώσσα. Οι δεύτεροι ήχοι, οι ήχοι που συγκρατούν τη λέξη τέμνοντάς την με τις βουλές του ασυνειδήτου βρίσκονται εδώ, για να μας δώσουν, με μαθηματική ακρίβεια, το νήμα της αποκρυπτογράφησης των ποιημάτων. Αρκεί να τους ακούσουμε. Δεν πρόκειται για αυτόματη γραφή αλλά για την ανάσυρση εκείνης της μοναδικής ασυνείδητης στιγμής, που εδραιώνει την ταυτότητα της Ποίησης, με μία μοναδική λάμψη, που ακυρώνει το θάνατο εγγεγραμμένη στο θάνατο.  ( …)

Ιφιγένεια Σιαφάκα

Ποιήματα διάβασε η Αγγελίνα Ρωμανού

.

.