RSS

Category Archives: Μαρία Μανδάλου

Μαρία Μανδάλου, Του κουραμπιέ άσμα πρώτο και έσχατον

Λευκός και πασπαλένιος, με αμυγδάλου ψήγματα τραγανιστά στο στήθος και στον αφαλό, και σ’ άλλα μέρη απόκρυφα, γλυκάνισου σημάδια πιπεράτα στα χλωρά του σπλάχνα, λευκός και άμωμος στα μάτια της Κυράς του, που μ’ έγνοια παρήγορη στον κόρφο της τον έπλαθε, γάλα οργή τον βύζαινε με βιάση χεροκάμωτη, ανά έτος η θυσία στον Αϊ-Πειρασμό, και ποιo του λοιπού το αποτέλεσμα, που όλο αυτός τριβόταν άμμος και χιονιάς και πάλι μέσα της χανόταν, σφραγίζοντας ετούτη την αλλόκοτη μοιχεία με την περίσσια των δακρύων του, αγνά και βουτυράτα, ενδελεχώς και αεί ανακυκλούμενος προς τέρψιν πιστών τε και απίστων…

Πίνακας:James Abbott McNeil Whistler

 

Tags:

Μαρία Μανδάλου, Αποδόμηση

Παρά των ημερών το θάμβος και τη γλυκιά των ύμνων θαλπωρή, τις πασχαλιές και τις γαζίες και των χελιδονιών την άμωμον αντίφαση, «να γίνει το σκοτάδι φως», εκείνη πέτρα έμενε στο αγενές του θυμικού, στη νοσηρή νωχέλεια των αναμνήσεων, στην ηδυπάθεια μελάγχλωρης ακινησίας. Κλέος ανάκλιντρο. Τα ψυχομουνικά στο φόρτε τους. Από το στρώμα το ορθοπεδικό σε όρθρο καναπέ και τούμπαλιν προς έω, με στόμφο ανέβαζε κατέβαζε τα στόρια σαν σηκωνότανε να ξεπιαστεί, χάζευε με τα φώτα, γουλίτσες σαν πουλάκι έπινε το μεταλλικό νερό, άναβε τσιγάρο, το ’σβηνε βιαστικά, ενοχές ηγερίες… Άλλαζε θέση κι ο σελιδοδείχτης στο βιβλίο. Παραπέτασμα καπνού. Το ραδιόφωνο εν ενεργεία. Λαίμαργα σχόλια, νοσταλγικά ασμάτια, διαφημίσεις, δελτίο καιρού, έξω ο δρόμος σε αέναη βουή, ιερή συμμαχία.

Βέλαζε και τον σφάξανε. Τον κρέμασαν, αφού τον έγδαραν στο τσιγκέλι να στραγγίξει, του ’δεσαν χέρια πόδια στο παλούκι, τις αρχαίες ρωγμές γέμισαν μ’ αλατοπίπερο, τον έχωσαν με κόπο στον ξυλόφουρνο. Κι από κάτω ένα ταψί πατάκες, να πέφτουν τα ζουμιά, να νοστιμίσουν. Έρρεε από νωρίς το μπρούσκο, οι γυναίκες πήραν να φτιάσουνε τις πίτες, σπανάκι φρέσκο, λεβοδιές, καυκαλίθρες και μάραθο, είχανε πλύνει και τις αντεριές, έβαλαν τα σπληνάντερα και τα κοκορέτσια, στο λιόκαμα μέσα τις σούφλες γύριζαν οι άντρες, κι όλο που έπιναν κρασί και το πικάπ έπαιζε τα δημοτικά του Κάβουρα, που σε μεγάλη εκτίμηση τον είχαν. Το μαντρί, η Βασίλω, τα γίδια και οι αγκορτσές, οι προξενήτρες και η Χάρμαινα.

Ο πατέρας την έστειλε με δυο παγούρια για νερό, μια θλίψη δίχως όνομα την έτρωγε, άι σιχτίρι πια και τα νταούλια τους και τα κλαρίνα, ποτέ της δεν τα χώνεψε. Μωρή, κοντούλα λεϊμονιά… Νεράιδες τάχα μου την πλάνεψαν στου Γιωργαντά τη βρύση, κάτω στις καρυδιές, τήνε περπάτησαν μια στάλα στο ρουμάνι, ένα λεπτό κρεμμύδι έπαιξαν μαζί, σύξυλη την παράτησαν μετά, γινήκανε μπουχός. Με σκαμπίλια τη σήκωσαν από λήθαργο σώστη. Ρέκαζε η μάνα της κ’ η γραία μαδούσε τα μάγουλά της, που να σε κάψει ο οξαποδώ, παλιοφήλυκο! Ξεσκλίδια ο Θείος αμνός, σάρκες μπουκώναν στόματα αιθυλικά σε γλέντι δίχως έρμα. Τυφλή παρθενία εις εσμό ευωχούντων θυσία. Ανάβυσσος. Οι τύψεις την εξώθησαν στο γκρίζο. Σαράκι την έτρωγε, που δεν του κράτησε το χέρι την ώρα της φυγής, τα χλοερά μαλλάκια του στα δάχτυλά της όνειρο να πλέξει, μια λέξη να του συλλαβίσει ακριβή, σαράκι και την κουφοτρώει.

Φτάνει ως εδώ του γείτονος τώρα η κνίσα, οργή ορφανή μεταμέλειας, την ώρα που φυλάνε καραούλι οι ξωθιές να πιάσουν τον απήγανο αμνό, ξανά, στα πράσα…

Πίνακας: Antonio Donghi

.

 

 

Tags: