RSS

Category Archives: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ονειρευόμουν τις σημασίες (απόσπασμα)

.

Ο χρόνος επόπτης σε όλα τα νοήματα
πληκτρολογεί μια νιφάδα χιονιού.
Το πληκτρολόγιο αντιδρά κάτω από τα
δάχτυλα γίνεται φωλιά για μικρά ζώα. Τι
κατοικία το πληκτρολόγιο εκεί όπου
ο ουρανός είναι λέξη του αδυνάτου.
Τα δάχτυλα αγγίζουν το αδύνατον
– χαϊδεύουν.

Η λύπη μού μιλάει:
Το περισσότερο που έχεις ειν’ αυτές
οι νεαρές δεσποινίδες στα οροπέδια
–οι λέξεις– που σου γνέφουν συνεχώς
(τάχα ζωή σε στόμα που ψυχορραγεί)
κύκνεια άσματα της ζωής σου
οι συλλαβές            οι ωδές
του χρόνου
σαν ακατάληπτα χέρια και βρόγχοι.

.

.

Η σημασία είναι μια σοβαρή κυρία
η οποία θα επιθυμούσε να είναι καπέλο ή
μια τούφα μαλλιά σε κάθε κεφάλι
(ή τουλάχιστον μια φουρκέτα).
Έτσι θα τη φορούσαν όλοι.
( Αναγκαστικά.)
Το στήθος της βαδίζει πότε δω και αλλού
ξεσηκώνει τη βλάστηση             κουρνιάζει
εκεί όπου γερνάς σιγά σιγά στις μακρινές
αποστάσεις το πόδι της
έχει πολλές χρήσεις (όπως κάθε χέρι)
ανεβαίνει κατεβαίνει ή
τελοσπάντων δηλώνει.
Παραδόξως ο λάρυγγάς της
κινείται ομοίως.

 Γυμνό κρανίο
σε κεφάλι με
καπέλο
είμαι
τη σημασία θα φορέσω
για να μου αρέσω.

(Δημοσιεύτηκε στην Ποιητική)

Artwork: Rozenn Le Gall

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Αν η Έμιλυ ήταν λιγότερο λυπημένη

-9

.

Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
Έμιλυ Ντίκινσον

Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι – ίσως το
άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο
στο πάνω μέρος του πίνακα
ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις
στο πιο βαθύ σου σώμα.

Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων
αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο
επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ
γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω
(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)
γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου
σαν περιττή αλογόμυγα.

Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας
που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.
Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται
(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)
Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος
στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια
γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο
ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί
στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή.

(δημοσιεύτηκε στο πρόγραμμα του 4ου διεθνούς φεστιβάλ Τήνου 2014)

Πίνακας: Rimi Yang

.

 

 

 

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Le dur desir de durer (Περί διαρκείας και μη διάρκειας)

.

Εν δύο, εν δυο, βαδίζω πάνω στη λέξη διάρκεια. Η διάρ-
κεια είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια
είναι ιλιγγιώδης. Σαν το μηδέν ιλιγγιώδης. Τόνος του μη-
δενός και ρυθμός. Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα
κόκκαλα του χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοι-
λιά της. Ακόμα κι ο θάνατος τη φοβάται. Tα βιβλία κατά-
τροπώνουν τον θάνατο, έχει γράψει ο Τ.S.Ε. Τα βιβλία
τρώνε τα κόκαλα του χρόνου. (Για να πούμε του στραβού
το δίκιο, η αθανασία δεν πρέπει να ’ναι υπόθεση για λί-
γους• πάντα υπάρχει κάτι – μια πράξη, μια συμπεριφορά,
ένα σχέδιο – που αξίζει να περισωθεί, ν’ αθανατιστεί• ίσως
αυτό ακριβώς που δεν έχει πρόθεση να θαυμαστεί. Ενώ η
φράση, Το βασικό κίνητρο του καλλιτέχνη είναι η σταθερή
επιθυμία της διάρκειας, ποδηλατεί προς βέβαιη λακκούβα).
Άλλα ας μην πω για το κενό.

Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά – πτηνά καλλικέλαδα
οι τόσες διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες.

(Δημοσιεύτηκε στο ΚΟΡΑΛΛΙ)

Αrtwork: Tom Chambers

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Οne night stand

.

Μια κυρία μια γυναίκα δίχως φιόγκο
(εγώ)
στο λαιμό πιο δεμένη, για ν’ αρέσει
(την προτιμώ άφρονα λύκο και γάτο
στην ερημική μου έκταση)
Τι δεν στα τέσσερα σαν εκκρεμές
να φαίνεται πιο σκληρή ή νύχτα πιο
τα ποτά το μπαρ αν
κι άλλοτε από τρόμο
στις πεδιάδες του πρωινού φευγάτη
Σου ανοίγω το μάτι με ξυραφάκι βλέπω
την ίδια περιττή ενδυμασία τα λουλάκια του
σώματος δεν το μηδέν αυτοπροσώπως
(αυτόκλητο άνθος εν τη ρύμη του λόγου μου
κι άλλοτε ρύγχος της νυκτός )
O άντρας αυτός υπονοούσε o
στηθόδεσμος μας απατά –έλεγε– άλλα δείχνει
τόσες προδοσίες τα στήθη της
γυναίκας φωλιές έπρεπε
αντ’ αυτού φονικά όργανα
Τώρα ξανά πρωί σε πενθώ με το νου
στο γυμνό μου σκοτάδι
πνίγω πνίγω τον ιδεατό σου στρόβιλο
ν’ απομείνει το τίποτε πιο στυφό
(Οι αστέρες οι πλανήτες στο πάτωμα)
Μένω στο πένθος καταπίνω zantox
πάνω στη φέτα του πρωινού
τα αυγά μάτια σου με κοιτάζουν
το ζαμπόν το τηγάνι

Artwork: Beth Conklin

Πηγή: Poeticanet

.
.