RSS

Category Archives: Γιάννης Τσίγκρας

Γιάννης Τσίγκρας, Σα να ’ταν μανουάλια

.

Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας, μ’ ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α, υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές
δρόμους προς το φεγγάρι.

Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν, κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να’ ταν μανουάλια.

Artwork: Katherine Boland

 

Γιάννης Τσίγκρας, Και να ξυπνήσουμε στο φώς

.

Δίπλωσες, Κύριε, προσεκτικά το μέλλον, σαν πετσέτα
Έτσι που να μην επιτρέπονται οιωνοσκοπήσεις.

Σβήσανε ήδη οι γερανοί στη δύση.

Και το παρόν μάς έμεινε στα χέρια
Όπως κομμένο αγάλματος κεφάλι
Που δε σμιλεύτηκε για να μιλάει.

Στην εποχή μάς πέταξες της δόξας
Των φρύνων, της ανεμώνης, των τρελλών πουλιών.

Ώδε η σοφία εστίν:

Να κοιμηθούμε απλά και ήρεμα
Μέσα σε ανθισμένο στίχο

Και να ξυπνήσουμε στο φως.

Αrtwork: Catrin Arno

 

Γιάννης Τσίγκρας, Το αίμα και τη μνήμη

.

Κάθε βράδυ, βγάζω έξω στη βροχή
ό,τι απέμεινε από την κατασκευή των ποιημάτων
να μουσκέψει, να το φάνε τα πρωϊνά πουλιά:
Βγάζω το πριονίδι της σκληρής στίξης,
τα επιτατικά μόρια, τα πολύχρωμα επίθετα,
τους γελοίους αρμούς,
ένα πριονίδι ύφους–

Καμιά φορά, πετώ και την ίδια την ποιητικήν ιδέα.

Ως το μεσημέρι έχουν εξαφανιστεί.

Όχι, πάντως, όλα.

Η παλιά εικόνα που έχω
των σκαμμένων από σφαίρες τοίχων,
η εικόνα που ποτέ δε μορφώθηκε σε ποίημα,
μένει πάντα στην άκρη του πιάτου.

Τα πουλιά ξεδιψούν με ουρανό
κι αφήνουνε σ’ εμάς το αίμα και τη μνήμη
που, ως γνωστόν, στάζουν αυτά τα σπίτια.

Artwork: Leon de Smet

 

Γιάννης Τσίγκρας, Στην πάντα του τοίχου

Ο ήρωας, ενίοτε, επινοεί το συγγραφέα.
Πρέπει να’ ναι κοντόχοντρος και αποτυχημένος
κυνηγός ακρίδων
στον κήπο του σπιτιού του, αφηγείται τις δυσκολίες του
σ’ ένα λοξό μενίρ, σα να προσεύχεται στην πέτρα.
Ο ήρωας είναι όμορφος και αλαζών,
ασκείται στις πολεμικές τέχνες,
τον περιτριγυρίζουν ωραίες γυναίκες
και μια μικρή αλεπού τρυπώνει στα μάτια του.
Το πρόβλημα είναι ότι ερωτεύεται
την Γκόλφω με το τρίγωνο κεφάλι, που κέντησε
η μητέρα του συγγραφέα, στην πάντα του τοίχου.

Artwork: Rusudan Khizanishvili

 

Γιάννης Τσίγκρας, Τεριρέμ

.
Ναι, υπάρχει ένα ευμήχανο τεριρέμ
για την άπνοια, τότε που ανοιγοκλείνουν οι πόρτες
του ποιήματος και συ νομίζεις ότι στέρεψες, επειδή
βλέπεις τις πέντε λέξεις να φεύγουν απ’ το παράθυρο,
να επαναλαμβάνονται τα χελιδόνια και η θάλασσα,
να εκλείπουν τα αρχαία κορίτσια,
το τεριρέμ, λένε, είναι ο ύμνος των αγγέλων,
όμως δικαιούμαι ν’ αμφιβάλλω για το δικό μου τουλάχιστον,
ένα «τετέλεσται» είναι ο λόγος, έπαψα πλέον να είμαι ποιητής,
ίσως ουδέποτε υπήρξα.

Artwork: Natalia Drepina

 

Γιάννης Τσίγκρας, Γυναίκες συνήθως

.

Κι όταν βραδιάζει κι ο φάρος τινάζεται φωτεινή κολόνα
στα νερά και τα παιδιά παίρνουν, υπό μάλης, τα παιχνίδια τους
κι αποχωρίζονται μ’ ένα «νύχτααα», σχεδιάζω τα όνειρά μου, απ’ το
παράθυρο περνούν οι νυχτερίδες που τρέφονται με τη στίξη
και τα νεκρά έμβρυα των ποιημάτων, ενδεχομένως
να λείπω εγώ, όμως το όνειρό μου θ’ ανθίζει πάντα,
έστω και ισόβιο να ’ναι – όπως κάπου σημείωσα– του άνθους κάκτου,
εφήμερο ως αυτοκτόνο, κάθονται στις βαριές πολυθρόνες, και τα
σχέδια κι οι σημειώσεις κι ο τόρνος που τα στρογγυλεύει, οι ήρωες,
γυναίκες συνήθως, εν υστερία, κι ο χαμένος ελέφαντας του Νίκου
Γκάτσου μού κάνει παρέα.

Πίνακας: Conclinfelice Casorati

.

.