RSS

Category Archives: Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης, Tώρα που η πόλη γέμισε τσογλάνια

.

Θαμπώνει κάποτε η οργή στα μάτια
και τον καιρό
βαριά τον ανασαίνεις
με τα ρουθούνια της μουστάρδας.
Λες είναι νύχτα• νίλα είναι.
Γιατί τον ήλιο άναψες πάλι από το φίλτρο
κι αν κάτι λάμψει
πάει να ξημερώσει
κι ήταν αστραπή.
Έχεις όμως στο μεταξύ στους δρόμους ξεχυθεί
και τρέχεις
στην πόλη αυτή που τη μαστίζουν τα τσογλάνια
να πεις για το φιστίκι
για τα δυο του τσόφλια
τη μέρα και τη νύχτα
και πώς να πεις
για τη μερόνυχτη την ψίχα
που μαραζώνει στα στενά
και δεν μιλιέται.
Τρέχεις
ενώ στα πόδια σου φυτρώσανε βατραχοπέδιλα
είσαι γελοίος γελοίος
μια ξωτικιά πιτζάμα μες στη νύχτα ή μάλλον
κίτρινο τρόλεϊ λίγο πριν σκολάσει
που βραχυκυκλωθήκανε τ’ αυτιά του στα ύψη
και τα ’χει πάρει τώρα ο διάολος κι ο χορός.
Τραντάζεσαι όλος
από ψηλά σκορπώντας
λάμψεις-λάμψεις
το θάνατο.


Γιάννης Βαρβέρης, Tώρα που η πόλη γέμισε τσογλάνια, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα, τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008

Φωτό: Iφιγένεια Σιαφάκα, επεξεργασία Vincent Lempereur, Παρίσι 2012

 

Γιάννης Βαρβέρης, Σκι

.
Ακρίδα του ρίγους
το αυτί μου μια πίστα
η γλώσσα σου εξαίσιος σκιέρ
πεταχτών ελιγμών απίθανων ψιθύρων
με τινάζει στα σλάλομ τ’ ουρανού.


Μετά παίρνεις νωθρά το σουτιέν σου απ’ το πάτωμα
κουμπώνεις τη μελαγχολία του κόσμου
στον ήχο
της κόπιτσας.

Γιάννης Βαρβέρης, Σκι, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα, τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008

 

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

.

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί –ξεχασμένοι έστω–
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

.


.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή


κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές, σελ. 139-140, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008

Πίνακας: Darthea Cross

.

.

 

Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
γελοία φτερούγα
σα φιλική γροθιά του Αμερικάνου
στα φιλμς.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
τρελή πιρόγα σκίζει το ποτάμι
σκάζοντας μύτη ο αλιγάτορας
ύστερα πάλι λείο ποτάμι
Ύστερα πάλι στρογγυλό τ’ αυγό πουλιού
που ζέστανε η φτερούγα
σαν να μην έσπασε ποτέ
σαν να μη βγήκα
μυωπική στρουθοκάμηλος.


Έλεγες: όταν οι νέγροι πίνουν
χαλκός αχός θ’ ακούγεται.
Κι όταν γευόσουνα της μαμάς
νοστιμότατες μπάμιες
το σπέρμα μου θυμόσουνα.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
με τις παντόφλες να γελάνε
και με μια φέτα κρύο καρπούζι να γελάει σα στόμα
να την καταβροχθίζω αυτή τη φέτα
όπως μικρός σε λύπη
έπαιζα φάλτσο φυσαρμόνικα.

Πίνακας: Andrea Kemp

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι

.

.