RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ελληνική)

Δέσποινα Καϊτατζή-Xουλιούμη, Μέσα σε γήπεδα εθνικά

 

.

Μέσα σε γήπεδα εθνικά
μας κόλλησαν στο στήθος
την κόκκινη σφραγίδα τους
σημαδεμένα αρνιά
για το τραπέζι του Πάσχα
Αμνοί εμείς σε παράταξη
χαμογελούσαμε και συντονίζαμε το βήμα
Κερκίδα επευφημίες και χειροκροτήματα
ρυθμικά έπνιγαν πνιχτές κραυγές εναγώνιες

«Αμνοί εμείς σε παράταξη… », Γυμνάσιο Θηλαίων Σερρών, Εθνικό Στάδιο Σερρών, 1969

 

.

 

Tags:

Μαρία Μανδάλου, Αποδόμηση

Παρά των ημερών το θάμβος και τη γλυκιά των ύμνων θαλπωρή, τις πασχαλιές και τις γαζίες και των χελιδονιών την άμωμον αντίφαση, «να γίνει το σκοτάδι φως», εκείνη πέτρα έμενε στο αγενές του θυμικού, στη νοσηρή νωχέλεια των αναμνήσεων, στην ηδυπάθεια μελάγχλωρης ακινησίας. Κλέος ανάκλιντρο. Τα ψυχομουνικά στο φόρτε τους. Από το στρώμα το ορθοπεδικό σε όρθρο καναπέ και τούμπαλιν προς έω, με στόμφο ανέβαζε κατέβαζε τα στόρια σαν σηκωνότανε να ξεπιαστεί, χάζευε με τα φώτα, γουλίτσες σαν πουλάκι έπινε το μεταλλικό νερό, άναβε τσιγάρο, το ’σβηνε βιαστικά, ενοχές ηγερίες… Άλλαζε θέση κι ο σελιδοδείχτης στο βιβλίο. Παραπέτασμα καπνού. Το ραδιόφωνο εν ενεργεία. Λαίμαργα σχόλια, νοσταλγικά ασμάτια, διαφημίσεις, δελτίο καιρού, έξω ο δρόμος σε αέναη βουή, ιερή συμμαχία.

Βέλαζε και τον σφάξανε. Τον κρέμασαν, αφού τον έγδαραν στο τσιγκέλι να στραγγίξει, του ’δεσαν χέρια πόδια στο παλούκι, τις αρχαίες ρωγμές γέμισαν μ’ αλατοπίπερο, τον έχωσαν με κόπο στον ξυλόφουρνο. Κι από κάτω ένα ταψί πατάκες, να πέφτουν τα ζουμιά, να νοστιμίσουν. Έρρεε από νωρίς το μπρούσκο, οι γυναίκες πήραν να φτιάσουνε τις πίτες, σπανάκι φρέσκο, λεβοδιές, καυκαλίθρες και μάραθο, είχανε πλύνει και τις αντεριές, έβαλαν τα σπληνάντερα και τα κοκορέτσια, στο λιόκαμα μέσα τις σούφλες γύριζαν οι άντρες, κι όλο που έπιναν κρασί και το πικάπ έπαιζε τα δημοτικά του Κάβουρα, που σε μεγάλη εκτίμηση τον είχαν. Το μαντρί, η Βασίλω, τα γίδια και οι αγκορτσές, οι προξενήτρες και η Χάρμαινα.

Ο πατέρας την έστειλε με δυο παγούρια για νερό, μια θλίψη δίχως όνομα την έτρωγε, άι σιχτίρι πια και τα νταούλια τους και τα κλαρίνα, ποτέ της δεν τα χώνεψε. Μωρή, κοντούλα λεϊμονιά… Νεράιδες τάχα μου την πλάνεψαν στου Γιωργαντά τη βρύση, κάτω στις καρυδιές, τήνε περπάτησαν μια στάλα στο ρουμάνι, ένα λεπτό κρεμμύδι έπαιξαν μαζί, σύξυλη την παράτησαν μετά, γινήκανε μπουχός. Με σκαμπίλια τη σήκωσαν από λήθαργο σώστη. Ρέκαζε η μάνα της κ’ η γραία μαδούσε τα μάγουλά της, που να σε κάψει ο οξαποδώ, παλιοφήλυκο! Ξεσκλίδια ο Θείος αμνός, σάρκες μπουκώναν στόματα αιθυλικά σε γλέντι δίχως έρμα. Τυφλή παρθενία εις εσμό ευωχούντων θυσία. Ανάβυσσος. Οι τύψεις την εξώθησαν στο γκρίζο. Σαράκι την έτρωγε, που δεν του κράτησε το χέρι την ώρα της φυγής, τα χλοερά μαλλάκια του στα δάχτυλά της όνειρο να πλέξει, μια λέξη να του συλλαβίσει ακριβή, σαράκι και την κουφοτρώει.

Φτάνει ως εδώ του γείτονος τώρα η κνίσα, οργή ορφανή μεταμέλειας, την ώρα που φυλάνε καραούλι οι ξωθιές να πιάσουν τον απήγανο αμνό, ξανά, στα πράσα…

Πίνακας: Antonio Donghi

.

 

 

Tags:

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δαναοί αρνί χαριστήριον

Κάποτε στο χωριό πήγαινα με τη γιαγιά στην καλύβα να ταΐσουμε τα ζωντανά της. Τόσα χρόνια οι ίδιοι κι οι ίδιοι ένοικοι, οικότροφοι από τους σπάνιους, μαχαίρι πάνω τους θαρρείς δεν έβαλαν ποτέ. Δεν μεγάλωναν, δεν γερνούσαν, δεν ψοφούσαν, ζούσαν αιώνια και βασίλευαν –έτσι πίστευα–, κάθε Πασχαλιά, πάντως, τους ίδιους συναντούσα. Μετρημένοι στα δάχτυλα, με ονοματεπώνυμο και οικόσημο δεξιά της ποτίστρας. Το γουρούνι που άκουγε σε Γουρούνι, ένα μοσχαράκι ασπρόμαυρο που ονοματίστηκε Δαντέλα με αεροβάπτισμα, τρία παπιά, οι Μου Σου Του, τρεις κότες οι λεγόμενες Κοκόνες, όλες εστεμένες με δεξιόστροφα λειριά γένους βασιλικού και ένα αρνί, Τ ο α ρ ν ί, η Χιονάτη. Άνοιγε τα αυτοσχέδια τενεκεδάκια η μπάμπω, μοίραζε το φαγητό, πάντα χωρισμένο ισόποσα να μην έχει παράπονο κανείς. Αυτά μέχρι και την προπαραμονή της Αναστάσεως, τότε που μάντρωνε τις Μις, τα παπιά, το γουρούνι και το μοσχάρι, μην τη δουν να ταΐζει παραπάνω την Χιονάτη και ζηλέψουν, του έριχνε διπλότριπλη τροφή του αρνιού, ύστερα κρυφοκοίταζε τα μαντρωμένα, τυχερά, ψέλλιζε, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.

Πάσχα στο χωριό

Οι μεγάλοι ξυπνάνε απ’ το χάραμα για να σουβλίσουν το αρνί. Κι εγώ ξυπνώ νωρίς πολύ, αλλά κάνω πως κοιμάμαι, για να μην το δω. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα σε έναν σκύλο, και σκέφτομαι τι ζώο να γίνω όταν μεγαλώσω, για να μην χωράω σε κανέναν φούρνο και σε καμία σούβλα. Κόσμος έρχεται και φεύγει. Όλοι από κάτι κουβαλούν κι όλοι μου τσιμπούν τα μάγουλα. Όλο πω πω πω και πω πω πω, ακούω, ολόκληρη κοπέλα έγινες κι ολόκληρη κοπέλα. Μόνο αυτό. Τώρα που είμαι σχεδόν οκτώ, αν προσθέσω όλα τα ολόκληρα, μέχρι να τελειώσουν οι διακοπές του Πάσχα και γυρίσουμε στην πόλη, θα έχω γίνει κορίτσι της παντρειάς. Στο κεφάλι μου φοράω μία στέκα που έχει πάνω της Παναγιάς τα μάτια. Φιογκάκια, αυγουλάκια και δύο κίτρινα πουλιά. Θαρρώ πως με τάζουν στην Αγία κάθε μέρα, γιατί πάντα φοράω στο κεφάλι κατιτίς που έχει πράγματα πολλά. Μετά το φαγητό, ο παππούς με πηγαίνει βόλτα στο ποτάμι να μαζέψουμε λουλούδια. Εκεί την πετάω και βάζω στα μαλλιά μου παπαρούνες. Όταν επιστρέφουμε, λέω πως την στέκα την έφαγε ο λύκος. Ο ίδιος λύκος, ντε, που τρώει και τα αρνάκια.
Ειρήνη, 7,5 ετών/ Καλλίθηρο 1987


Στην καλύβα στο τέλος του χωματόδρομου πήγα για λίγα λεπτά την τελευταία φορά που ήμουν παιδί. Ήταν, λέει, κάποιοι, με μπαλτάδες στα χέρια και κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω. Κι εγώ μαζί, στα κρυφά, γιατί δεν έπρεπε να ’μαι μπροστά –αυτές είναι δουλειές των μεγάλων–, είχα σκύψει πίσω απ’ το τοιχάκι και τους έβλεπα καθένας να τραβά μιαν άκρη απ’ τη Χιονάτη, να σηκώνουν το ζωντανό στον αέρα και ύστερα ο χιονοπόλεμος να σταματά, να γεμίζει κόκκινο τ’ ανοιχτό αμάξι. Έφευγαν έπειτα οι Δαναοί και έμεναν τα παιδιά να γελάνε με όλη τους την ψυχή, κι έτσι άρχιζα να γελάω κι εγώ δυνατά κι όλο δυνατότερα, γιατί οι υπόλοιποι από τα γέλια τους δεν μπορούσαν να με ακούσουν κι, όταν κάθε προσπάθεια να με κοιτάξουν έπιανε πάτο, παρατηρούσα ότι το πρόσωπό τους γέμιζε νερό. Μα είναι αστείο όνειρο, γέλα κι εσύ, έτσι έλεγαν –αυτό θυμάμαι–, κι ύστερα και για πάντα η Χιονάτη έφυγε, τα παιδιά δεν ξαναγέλασαν ποτέ, κι εγώ αποφάσισα να μην ξαναπάω στον χωματόδρομο που όλοι γελούσαν με όλους και κανείς με τον θάνατο.

Σημείωση: το κείμενο με τα πλάγια γράμματα γράφτηκε από την ποιήτρια σε ηλικία 7,5 ετών. Ήταν όντως μία έκθεση για το Πάσχα.

Artwork: Daria Petrilli

.

 

 

Tags:

Μαρία Βαχλιώτη, Εasterόγραφο

.
Μου κόπηκε η χολή
μου λύθηκαν τα γόνατα

δεν απετράπη εν τέλει
το μοιραίο

μου τ’ άδειασαν τα σωθικά
χυθήκανε στα χώματα
τα πράσινα λιβάδια μου

κι ανέμελα
όπως στροβιλίζομαι
εν μέσω διθυράμβων

έλα λοιπόν
για βάλε με στο στόμα σου

έλα τώρα κι αγάπα με
αν σου βαστάει.

Πίνακας: Leslie Peck

.

 

 

Tags:

Στέλλα Δούμου, Ο μήνας του Αρνιού

.

Εκβραχισμοί
από λαιμούς που για αιώνες
δεν είχαν καθαριστεί σπάζοντας την πέτρα της αλήθειας.
Οι γητεμένοι ως το κόκαλο κρεατογενείς
ανέμιζαν προβιές και κουδουνάκια.
Στις ποδιές τους ανατρέφονταν τα σαρκοβόρα Άλεφ των φυλών.
Κρατήθηκαν ομπρέλες κωνοφόρων.
Λίμνες σχηματίστηκαν σε αυλές
και κατέβηκε ένας θεός θλίψης να πλύνει τα πόδια του
να συγυρίσει, να μαζέψει τα σπασμένα απ’ τα τραπέζια
να σφουγγίσει αριθμούς από τα μέτωπα των χορτασμένων.
Σε πεδία καθαρτηρίων λύκοι χαρμάνηδες ετόλμησαν να βήξουν.

Ανάμεσα στα μάτια είχαν τον καιρό να αιμοστάζει.
Πρόβατα με κουκούλες τούς φίλησαν στα μάγουλα στο δρόμο για τους Εμμαούς.

Πήγαιναν να μαρτυρήσουν σε πόλεμο απορίας.
Το καθένα κρατούσε ένα κιβώτιο για το καύκαλό του.
Στα αμπέλια ολόγυρα κρέμονταν άγιοι πάντα,

οι σαστισμένοι στάζοντας φρέσκια ολόφρεσκη κοπριά.

Κι έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.
Κι ήταν ο μήνας του Αρνιού.

Πίνακας: Boyko Kolev

.

 

 

Tags:

Στάθης Κουτσούνης, Εν δόξη

 

.

Ζέστη αβάσταχτη κοντανασαίνει
στα πισινά του ο σκύλος καθισμένος
με στόμα ορθάνοιχτο και τη γλώσσα
να κρέμεται στεγνή

τα δόντια του λεπίδια

παρακεί το αρνί χαυνωμένο
μπερδεύει τον σκύλο με λύκο
κι ονειρεύεται δόξα

περίφημο το στόμα του
και προτιμότερο ζεστό
να νιώσω κάποτε το δόντι του παρά

την παγερή τη λάμα του χασάπη

Στάθης Κουτσούνης, Εν δόξη, από τη συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2014

Artwork: Tyson Grumm

.

 

 

 

Tags:

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Το αρνί, το νήπιο και το στάδιο του καθρέφτη

.

Το πλήθος των τουριστών παρακολουθεί
μέσα σε κατανυκτική σιωπή το πείραμα
Ο χώρος των θεατών στο σκοτάδι
Ο χώρος των δοκιμών μια δεξαμενή
με καθρέφτες στους τέσσερις τοίχους
Στα πρόσωπα αντανακλώνται ταχυδαχτυλουργικά
θαύματα από φως και σκιές
Το ζητούμενο του πειράματος είναι αν
το αρνί με το σημάδι στο κυρτό μέτωπο
αναγνωρίζει ή όχι το είδωλό του σε καθρέφτη
Αν ναι, τότε γνωρίζει ότι υπάρχει
Αν όχι, τότε δε νοεί όπως ο άνθρωπος,
εξήγησαν οι ερευνητές την πολιτική τους.
Εντέλει, αποφάνθηκαν με στόμφο ότι, σύμφωνα με
τα δεδομένα όλων των πειραμάτων,
τα αρνιά, όπως άλλωστε και τα άλλα ζώα,
δεν σκέφτονται, δεν νοούν
δεν μετράνε τις προθέσεις των άλλων ατόμων
δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν συμπόνια
δεν έχουν επίγνωση της ύπαρξής τους
Άρα, ο στόχος επετεύχθη
Ο άνθρωπος ως εικόνα-πρότυπο
δεν επροβλήθη στα αρνιά
Ω, τι αθωότητα, αναφώνησαν οι θεατές,
θαυμάστε και εξυμνήστε τον αμνό!
Ω, τι ευδαιμονία, αναφώνησαν οι τουρίστες,
βασανίστε και σκοτώστε τον αμνό!
Καμία ενοχή δεν μπορεί να μας αποδοθεί

.

.

Και έτσι, αποδόθηκαν στα αρνιά ονόματα ανάλογα –
«Ο αμνός γάλακτος», το σφάγιο μέχρι 4 μηνών
«Τα αμνοερίφια», τα σφάγια αρνιών, αρνάδων και προβάτων
«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει»
Όμως δε χορεύει, δε γελάει, δεν ερωτεύεται, δε θρηνεί
Η ύπαρξή του έχει αλλιώς προγραμματιστεί

Ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον καθρέφτη
το είδωλό του μέχρι τα δυο του χρόνια˙
από εκεί και πέρα πλησιάζοντας
αποστρέφει συχνά το πρόσωπό του,
παρατηρούν ερευνητές και ψυχοθεραπευτές
«εις πείραν ερχόμενοι και μετερχόμενοι»

Πίνακας: Odilon Redon 

.

 

Tags: