RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ελληνική)

Quote

.

Πάνω δεξιά ο ήλιος. 

Η μακρόστενη σάλα με τους θολωτούς ουρανούς

τα ψεύτικα σύννεφα των φωτιστικών

και τις αστραπές από μαλαχίτη

.

έκθετη στη σπατάλη και το μούχρωμα  

που διαβάζεται απ’ την τετράφυλλη βιτρίνα

ανάμεσα στους πορφυρούς σελιδοδείκτες

της αυλαίας

.

μπαρ με ημικυκλικά σκαμπό κι επάργυρη υδρόγειο

και σαν να γνωριζόμαστε από παλιά my dear

το πιάνο παίζει μαύρα φορέματα με κρόσσια  

χοντροί αστράγαλοι σαν γροθιές με κοκτέιλ

.

το καλειδοσκόπιο μιας σφαίρας ντίσκο

που ιριδίζει στο πλανητάριο του τρούλου

ανάμεσα σε οικόσημα και ρήσεις του Πυθαγόρα

.

αθλητικοί χοροί ευρύστερνα σώματα σκαρπίνια

ένα είδος ρυθμού και βελούδινης έξαρσης 

ένα λαχάνιασμα από κιννάβαρι οι γόβες

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

.

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

ζωγραφισμένα με κιμωλίες

στο μαρμάρινο ρείθρο κάτω απ’ τα λουκέτα 

του έρημου πεζόδρομου των μαγαζιών.

.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή  Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Catrin Arno

Αλέξιος Μάινας, Το πάρτι των απρόσκλητων

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Ματωμένη Κοκκινοσκουφίτσα

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ I

.

Ολονύχτια αιώρηση

– ξερό και παγωμένο το χαμόγελο

πέρα δώθε στον ουρανό.

.

Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου

έβγαλε προσεχτικά από την αγχόνη το κεφάλι

μετά το κόκκινο κασκόλ

τα ματωμένα ρούχα.

Ντύθηκε το κοστούμι της δουλειάς

το φρέσκο χαμόγελο

την ευτυχία της ημέρας.

Της παρωδίας άνοιξε την αυλαία

μπήκε στο δεύτερο λεωφορείο

–το πρώτο μ’ άλλους ευτυχείς αυτόχειρες γεμάτο

ανάσανε βαθιά.

.

Και τράβηξε κατά τον ημερήσιο πόνο.

.

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ II

.

Έβγαλε το κόκκινο σκουφάκι

από την τσέπη το περίστροφο

το έστρεψε στο τέταρτο του φεγγαριού

και του αιώνα

ύστερα

στον από χρόνια τρύπιο κρόταφο.

Τίναξε τα μυαλά και τη ζωή της στον αέρα

θα ’λεγαν.

Στον παγωμένο της νύχτας αέρα.

.

Η κρύα κάννη θα περνούσε απαρατήρητη.

.

Όπως και η αρχαία αυτοχειρία

ήδη απ’ την αρχέγονη σπηλιά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων 2019

Αrtwork: Frank Rodick

 

Tags:

Αλέξιος Μάινας, Ο Χάιντεγκερ αποφασίζει ν’ ανοιχτεί στη σόμπα

.

Εσχάτη Θούλη.

(IV. Επίφραση και απομύθιο)


Τα είπε όλα. Κι όμως.
Το νόημα της τουλίπας
δεν είναι ότι μαραίνεται.


Εξέχει τόσο σύντομα ο λαιμός και γέρνει,
δεκτόν. Εύθραυστο τ’ αγαθό, σαν ψευδαδάμας.
Τέτοια η φύση μας. Και σίγουρα δεν είναι θείος νόμος,
μα ως θνητός κι ως άνθρωπος επιθυμώ και εικάζω:
η ομορφιά υπάρχει προς εμάς, υπάρχει για να φαίνεται!


Αν είχαμε νόημα, θα είχαν και τα πράγματά μας.
Μα ούτε αυθεντία υπάρχει, ούτε Ρώμη, ούτε Γάγγης.


Έτσι, το νόημα κάθε έργου –πράξης ή ποιήματος–
δεν πρέπει να ορίζεται και να εξαντλείται
από μας. Είτε το νιώσει κάποιος άλλος είτε
όχι, ο τρόπος πάνω απ’ όλα του κλεισίματος
εξέχει πάντα προς τον δέκτη από το βάζο
της μορφής. Κι είναι καλό να παίρνει,
απαλύνοντας, το χρώμα της δικής του ανάγκης,
το σχήμα της δικής του τρύπας.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Ambrosius Bosschaert the Young

 

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία


.

Με κάθε ρουφηξιά πυρώνει
το βλέμμα σου στα δάχτυλα
Το τραγούδι μου γλιστρά
Πίσω απ’ την ομίχλη γαντζώνεται
σε φτερούγες αποδημητικών πτηνών
Οι νεφέλες στενάζουν
Λικνίζουν τα νεκρά πλοία
Κι εσύ, σ’ ένα λιμάνι χιονισμένο,
σφυρίζεις τον σκοπό
που πέφτει από τα δέντρα

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία, από τη συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας

.

Είχε έναν δικό της τρόπο να διασχίζει τη νύχτα

.

όταν γυρνούσε σπίτι ξημερώματα

με αλειμμένες τις παλάμες μαύρο φως κι αρχαίο χιόνι

στίλβωνε με μικρούς οργασμούς το πρωινό κελάηδημα των πουλιών

ύστερα έβγαζε τη μάσκα της άγριας ομορφιάς

γινόταν καθημερινή νοικοκυρά

έψηνε κουλουράκια, τα δάχτυλά της έψηνε

στον φούρνο την καρδιά της όσο να ροδίσει

δάκρυα αφυδάτωνε χυμούς

ένα βράδυ μπήκε μέσα του ολόκληρη

.

τέφρα

.

μάταια την περίμεναν όλη τη νύχτα θηρία ανήμερα του σκότους

να τα δαμάσει, να μπήξει στο κορμί τα δόντια της

να κομματιάσει το κενό τους

μάταια την άλλη μέρα τα πουλιά στα ράμφη τους να ψιθυρίσει στίχους.

.

Στο σπίτι είπαν, ας κρατήσουμε τις στάχτες

τόσο καθαρές άμμος διάφανη θα τρίζουνε στο στόμα.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας, από την ποιητική συλλογή Φυτρώνει άγρια ζάχαρη, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Casa Jordi

 

Tags:

Αλέξιος Μάινας, Η Ντίκινσον αποφασίζει να στεφθεί ο εαυτός της

.

Ένα ταξίδι απ’ την κουρτίνα ως τα κλαδιά. 

Βουερή καρδιά μου,

ανάξια! Μελάνι πέρα ως πέρα! 

Έρωτα τρίκλισμα και ζάλης. 

Και συμπονάς και περιβάλλεις. 

Τον πόνο σου μην τον κοιτάζεις, δράσε!    

Υπήρξες δίχως ταίρι. Παρηγορήσου ότι υπήρξες.  

Σε σένα δόθηκε φτερό – παράτα το μαχαίρι.    

.

Τέτοιο βαθύ στα μύχια σκάψιμο

είσαι, ποίηση. Οχιά της άσπρης άμμου     

στη μήτρα αυτή καιρό λαθροκοιμάσαι.  

Στο άσπιλο δοχείο μου κολυμπάνε Κίρκες.

Οι εραστές μου χάρτινοι. Κάθε παιδί μου νόθο.    

Είμαι μια θάλασσα. Τα κύματα τα νιώθω

εδώ στο χέρι. 

.

Σκληρή ζωή το γράψιμο.

Μα δεν θα γίνω αλλιώς μητέρα.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Antonio del Pollaiuolo

 

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε


.

Δεν μ’ αγαπούν τα πουλιά
σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
συντρίμμια γίνεται το ταβάνι
Ζητιανεύω τσουρέκια στον ουρανό
να χορτάσω το πεινασμένο φάντασμα
που δίχως πόδια
παίζει μιαν εξαντλητική φλογέρα

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε, από την ποιητική συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Beksinski

 

Τζένη Μαστοράκη, Ωραία κομμάτια στάζοντας

.

Καλά που τελειώσαν όλα, κι έσκυβε, ως μέσα βρέχοντας τα χέρια σκύβει, και στη λεκάνη που καλά καθρέφτιζε, μη με λησμόνει, τέλειωσαν, κι ο χρόνος θέλω, και με το πείσμα λιθοξόου που καλεί το μαύρο του λιθάρι ν’ ανατείλει, παλεύει ακόμη, πολεμά τη φοβερή χλωρίδα που τον έτρεφε, σώμα που εγνώρισε, τα δάχτυλα βυθίζοντας στις εσοχές, στις κόχες που θρασομανούν τα αιμοφόρα, σπαράζοντας, τα δάχτυλά του, άνθη αρπαχτικά μιας αραπιάς ευδαίμονος, τις κρατερές ταξιανθίες των νευρώνων, όργανα μιας λιποθυμιάς που διαρκεί, τις χλωρασίες, με ιαματική μανία ξεριζώνοντας, τις μαλακές τους απολήξεις, κι αναρριχάται, και συλλαβιστά συλλάβιζε τα λόγια θεραπείας σκοτεινής, μιας ξέφρενης υπνοβασίας που τον κάρφωνε στο ίδιο πάντοτε σημείο, ψηλά ψηλά οι ετησίες των νεφρών, στον πάτο σαρκοβόρο βάμμα προμηνώντας άλλα, τα κατιόντα εκεί που ησύχαζε η καρδιά, οστάρια μαρμάρινης λεκάνης που καθρέφτιζε, κυρτώνοντας τα δάχτυλά του ανασύρει τους φυλλοφόρους οφθαλμούς, τους έλικες, θρύμματα υμένες που τον παίδευαν, θρόμβους, κλωστές, γλυκύτατες κλωστίτσες των ονείρων, κι από το βάραθρο του εγκεφάλου σιγαλιά, όπου για πάντα έχουν καταφύγει τα φαντάσματα, όπου κοπάζοντας για πάντα το λευκό τους φύσημα, και αναψάχνει, και τραβά, ασπαίροντα σαν τη φιάλη που τα περιείχε, ωραία κομμάτια στάζοντας στην έρημη ανωνυμία, ταριχευτής και κρημνοβάτης, πυλωρός, ως τις πολύφυλλες εσχατιές των ανδρογόνων, ως το λημέρι της αρκούδας που τον τρέλαινε, ούτε ανατόμος ούτε νεκρομάντης, μόνο δραγάτης που σε κήπο αφύλαχτο ξεφάντωνε, και σαλεμένος απ’ την εκθαμβωτική ζωοτομία, στον μελανό του αιμοστάτη δέεται, σαν πρώτα, και στα αίματα φιλοκαλεί.

Τζένη Μαστοράκη, Ωραία κομμάτια στάζοντας, από τη συλλογή Μ’ ένα στεφάνι φως, εκδόσεις Κέδρος, 1989

Πίνακας: Balthus

 

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Λέξις

.

Αυτό που κρεμιέται με τα νύχια

στη διάστικτη στενή λωρίδα

ανάμεσα σε δυο μαύρα σύρματα

.

διασχίζοντας την απόσταση

μεταξύ ετών φωτός

και ετών σιωπής

.

τη γάζα στο ανεντόπιστο

τραύμα, με το αόρατο

αίμα, αυτό που ισορροπεί

στην άκρη της γλώσσας

αμέριμνα, με άγνοια κινδύνου

πάνω απ’ τα μαύρα στόματα

.

της σιωπής, αυτό που σε διαπερνά,

αστραπιαία ενώνοντας

το πριν και το τώρα,

.

τον κεραυνό της κατανόησης

μες στη βροχή των τόνων

πάνω απ’ αυτά τα αλλόκοτα δέντρα

.

αναζητώ.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Λέξεις, από τη συλλογή Πολλαπλότητες του μηδενός, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2020

Πίνακας: Christopher Richard Wynne Nevinson

 

Tags:

Βαγγέλης Ασημένιος, Η αγία Υ.

.

Η αγία Υ. έφεγγε ένα ντρίλινο γέλιο

Στιβαρό στα πειράματα της ήβης

Υφάλμυρη σαν βρώση των τζιτζικιών

Μίαν άνυδρη εσπέρα του Ιούλη.

.

Μου ζήτησε μια πρέζα ταμπάκο

Κι έστριβε άφιλτρα παράθυρα φωτός

Φωλιές κυμάτων κι οπαλίων

Που θα ξεψυχούσαν ανάντρεια, σιμά στις Αργινούσες.

.

Γουργούριζε ένα σταθμισμένο ένστιχτο

–Φρόνιμη γάτα με τον θάνατο στα νύχια–

Που τράνευε σπειροειδώς

 Αντίρροπα της χαίνουσας Σελάνας.

.

Της το είχαν επισημάνει ψίθυροι σφενδάμων

Κι ασπασμοί της ενυδρίδας

Ότι η επιθυμία είναι καρπός

Δεν είναι σπόρος να θαφτεί.

.

Ώσπου στην εκδορά του κύκλου –ούσα η ίδια η διδαχή–

Ασπαίρουσα να ψηλαφεί

Την τρωτή γραμματική του οργασμού

Και πώς αχνώνει το πρωί του γιασεμιού το αίμα.

.

Βαγγέλης Ασημένιος, Η αγία Υ.,  από τη συλλογή Μάνα λησμονιά, εκδόσεις Περισπωμένη, 2016

Πίνακας: Mary Fedden