RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ελληνική)

Αλόη Σιδέρη, Φορείο

.

ΙΙΙ.

Η Καλλιόπη πέθανε τρελή
όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές
ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι
τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις
θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα
φάντασμα το καταμεσήμερο
με τα πολύχρωμα φουστάνια σου
με τα φουσκωτά σου μανίκια
και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς
με τι κύματα με τι φωτιές
ύστερα από τον μεγάλο σεισμό
που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά
και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια
τι να παίξουμε πια
γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα
άλλοι αλλιώτικοι τώρα
κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια
πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο

Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και το πιο μακριά, Ποιήματα και διηγήματα, από τη συλλογή Φορείο, Συγκεντρωτική έκδοση, Εκδόσεις Άγρα, 2019

 

Αλόη Σιδέρη, Επιβίωση

,

Μετά την τελευταία ομοβροντία
μετά τη χαριστική βολή
σηκώθηκε ήσυχα και συνέχισε τη ζωή του
ολόιδιος όπως πριν
μόνο που περπατούσε κάπως πιο προσεκτικά
σα να περνούσε μέσα από αλλεπάλληλες
περιστρεφόμενες πόρτες

Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και το πιο μακριά, Ποιήματα και διηγήματα, από τη συλλογή Πλήρης ημερών, Συγκεντρωτική έκδοση, Εκδόσεις Άγρα, 2019

 

Δημήτρης Φύσσας, Το αντίο της αφής

X.

Αγγίγματα, δέρμα, μαλλιά των μακρινών απόντων
Οι λεπτομέρειες πια ασαφείς μες στους αχνούς της μνήμης
Ακαριαία εικάσματα, σχηματισμοί μιας φήμης
Νυχτερινά ερεθίσματα του σκοταδιού των όντων.

Δημήτρης Φύσσας, Το αντίο της αφής από τη συλλογή Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους, Ποιήματα 1972-2008, Εκδόσεις ΓΙΑΚΟΥ.ΚΕ, Αθήνα 2008.

Artwork: Catrin Welz Stein

 

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία 

I.

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία :
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Kαι ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Kαι –σπάνια πια– τ’ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος πια», παρατημένα.

II.

Δε λέω «καφετέριες », προσοχή, λέω « καφενεία»
Eκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες μουσικές
Δε λέω «cafè» τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –εσχάτη πτώση– τα «ρακομελάδικα».
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

 

.

IX

Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό –
(Δε σ’ το ’μαθα, ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς).
Προέκταση του γραφεί μου,
Πολύ σωστά μου το ’λεγες, γαλαζομάτα,
–Α, ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοικό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (και δίνοντας για μια φορά:
Γεια σου, βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

[…]

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία από τη συλλογή Εμένα μου λες, Ποιήματα 1997-2016,  Εκδόσεις Α Ω,  γ’ έκδοση, Μάρτιος 2019

Oι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ιφιγένειας Σιαφάκα, Πανελλήνιον, Ιούνιος 2019 σε συνάντηση με τον Δημήτρη Φύσσα.  Στην πρώτη φωτό ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης του καφενείου.

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Προσευχή (666)

.

Θε μου. Στο σκοτάδι αυτό που ρουφάει τις επιθυμίες.
Σε φωνάζω. Αυτουργέ. Εγκληματία.

Κάτω απ’ τα σεντόνια. Μιαν αιμάτινη γραμμή.
Τρέχει. Φυγάς. Με σταγόνες κόκκινες. Ολόγιομες. Να
στάζουν. Από τα νύχια που μπήγω στην πλάτη Του.
Σκαλίζοντας. Ανασκαφές ερώτων. Παρελθόντων.
Ψεμάτων. Παρόντων. Εν εξελίξει. Σεναρίων. Και
μουντζουρωμένων επιθανάτιων εξομολογήσεων. Στα
χέρια σου. Στο μαχαίρι σου. Στη λάμα που σχίζει
στα δύο. Τη σάρκα. Την ενοχή. Την προσποίηση.
Την επουράνια νουθεσία σου.

Θε μου. Παντοκράτορα. Μονομανή.

Φοράω κι απόψε το αστέρι στο μέτωπό μου. Ο
σημαδεμένος σου. Ο ανυπότακτος. Ο αδαής περί
των γεγραμμένων επάνω εις το όρος Σινά. Εντολών.
Πιστώσεων. Με τον τοκογλύφο φόβο τσιράκι στα ιερά
σφαγεία σου. Εξαγοράζεις. Πουλάς. Νταβατζιλίκι.
Ενώπιον ευθυμούσης στρατοκρατίας.

Θε μου. Στο αλισβερίσι σου αυτό.

Άσε με κουφάρι σηπόμενο. Τροφή για ποιήματα.
Καταραμένων. Αυτοκαταστροφικών. Οδοιπόρων.
Ποιητών. Ή κάνε με δέντρο. Σε κάποιο μακρινό
βουνό. Που χέρι ανθρώπου να μην μπορεί να μ’
αγγίζει. Μήτε και το δικό σου. Χέρι-Νυστέρι.

Θε μου. Μέσα στη σιωπή.

Ζωγραφίζω για σένα ετούτη την ύστατη προσευχή.
Σαν δώρο. Βασιλικό. Που κοστίζει όλο το αίμα που
χύθηκε στο όνομά σου. Στη δικαιοσύνη σου. Στην
παντοτινή απουσία σου.

Θε μου. Εχθρέ μου.

Μήπως εάν μας αγάπαγες λιγότερο. Η βρώση και
η πόση σου. Εξασφάλιζε στο ανθρώπινο γένος. Τον
αιώνιο Έρωτα;

Αυτά.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Προσευχή (666), από τη συλλογή “Εγώ το Χάος”, Eκδόσεις Καμβάς. 2019.

Artwork: Yevgenia Nayberg

 

 

Βασίλης Καραβίτης, Προβλήματα όχι μόνο αισθητικής

.

Αντί να χαιρόμαστε έναν ωραίο πίνακα
στεκόμαστε και ψάχνουμε για τεχνοτροπίες.
Αντί ν’ αγαπάμε ένα μικρό σκυλί
μάς απασχολεί η σπάνια ράτσα του.
Αντί να φροντίζουμε μια ταπεινή λουίζα
μάς κόφτει η αρμονία του κήπου.
Στο τέλος, καθόλου
φιλότεχνοι, φιλόζωοι ή φιλανθείς.
Με τέτοιο έντονο πρόβλημα αισθητικής,
περίεργο που διακρίνουμε ακόμα ανθρώπους,
ιδίως εκείνους με τα σημάδια ακόμα
από φτερούγες στην πλάτη τους.
Κι ούτε κατανοούμε για λίγο
το μέλλον της ειδικής αναπηρίας τους,
το γεγονός ότι δεν πρόκειται να πετάξουν
έχοντας νιώσει κάποτε
κάπως σαν άγγελοι ή σαν πουλιά.

Ούτε φιλάνθρωποι, λοιπόν.

Bασίλης Καραβίτης, Προβλήματα όχι μόνο αισθητικής, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Artwork: Stephanie Rubiano

 

Γιάννης Τσίγκρας, Σα να ’ταν μανουάλια

.

Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
ζητώντας, μ’ ένα του χεριού του τίναγμα,
την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
την ουσία της αθωότητας,
όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α, υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές
δρόμους προς το φεγγάρι.

Υπήρξεν η εποχή που οι γυναίκες
έψαχναν, κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
σα να’ ταν μανουάλια.

Artwork: Katherine Boland