RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ελληνική)

Mάριος Μαρκίδης, Προσήλωση

.

ΙΙ.

Μουδιάζει τα φώτα η παγωνιά σ’ αυτό τ’ απεγνωσμένο

κατάστρωμα του χειμώνα

περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο

με στίχους που κρέμονται από τ’ αυτιά της σα στηθοσκόπιο

ο γυρισμός σου χώνεψε σε μια ακατοίκητη αναμονή

κι έξω βουίζουνε αλύπητα οι χωρισμοί

πυκνών φιλιών που έσβησαν κι άλλων

που δε λένε να στεγνώσουν

.

Σκέφτομαι τους φίλους που καρφώθηκαν ξαφνικά

σ’ αυτά τα υποταγμένα παράθυρα

ψάχνοντας όλη νύχτα μνημονεύοντας

κουβέντες που τις χάραξαν αμείλικτα τα χρόνια

γυναικεία μπράτσα που ελπίζουν ακόμα στη δυναστεία του έρωτα

σε μιαν ανταπόκριση ή μια μεταμέλεια.

Νομίζω, κάποιο απόγεμα, χάιδευες το ιδρωμένο τζάμι

σα να ’ταν ένα πρόσωπο

«Λοιπόν αντίο» γυρεύοντας με τα μάτια το κλειδί

«Λοιπόν, ως εδώ». Αντίο

.

Μα πού πήγαν τόσα ονόματα της θάλασσας

τόσα ονόματα που κάηκαν με τις διεκδικήσεις του Αυγούστου

λογάριαζες ένα δέρμα καινούριο κι ο Νοέμβριος είναι πάντα ο ίδιος

μπάζει πολλά νερά λίγο θόρυβο απ’ την αυλή

και στον τοίχο σκουριάζουν αμετανόητα τα καλοκαίρια

όπως σκουριάζει μια συζήτηση στην κουπαστή

γιατί επιτέλους όσοι χώρισαν

                                             δεν πέθαναν όλοι νέοι…

.

Mάριος Μαρκίδης, Προσήλωση, από την ομώνυμη συλλογή, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Πίνακας: Henri Lebasque

.

 

Xάρης Μεγαλυνός, Ξανά κιθάρες

.

Άκουσε αυτό το βραχνό κύτταγμα

του τραγουδιστή.

Δεν τραγουδάει την αγάπη

αλλά το μακελειό

μιας ράφτρας που δεν ήθελε πληρωμή,

τους κάλους απ’ τη βελόνα και το σίδερο,

το βελούδο και τις τραγικές καρφίτσες.

Δεν τραγουδάμε την αγάπη

σ’ αυτήν τη σκοτεινιά

αλλά κάτι πολύπλοκο

από θλίψη κι ανιαρές μέρες,

τις καρφίτσες, τα ψεύτικα λουλούδια,

την τύχη μας.

Άκουσε αυτήν τη μυρωδιά του αίματος

κάτω από το σαπούνι και την οδοντόπαστα.

Μες στην ταχυπαλμία μας

για την αγάπη και λήθη

τη σαρκοβόρα καρφίτσα άκουσε

τις λουσμένες στα δάκρυα σάρκες μας.

Άκουσε αυτόν τον τραγουδιστή

των βραδυνών τσιγάρων το βρέξιμο

στα στόματα, τον πυρετό.

Δεν τραγουδάει την αγάπη.

Ενός άλλου κορμιού

δεν λαχταράει την προσοχή

αλλά μιας ράφτρας που δεν ζητούσε πληρωμή

μόνο τους κάλους απ’ το σίδερο και τις καρφίτσες.

.

Χάρης Μεγαλυνός, Ξανά κιθάρες, από τη συλλογή Το μήλον της έριδος, Εκδόσεις Οδός Πανός, 1983

Πίνακας: Anne Magill

.

 

Νίκος Φρατζέτης, Η πέτρα

.

Είναι η πέτρα που ξεριζώθηκε από το βουνό.

Κατρακυλώντας στη φιλόξενη ράχη του γενιές μετά.

Ισορροπεί σε έναν δρόμο κακοτράχαλο πριν έρθουν τα θεριά

και την κυλήσουν πάλι.

Είναι η πέτρα τόσο γεμάτη από χτυπήματα, που ψάχνεις

βαθιά μες στον πυρήνα της

να ανακαλύψεις την πρότερη μορφή της.

Σμιλεμένη στο βουνό,

Ανεμοδαρμένη και παρίας σε δρόμους σκοτεινούς.

Είναι η πέτρα που με κάνει να ελπίζω.

Παρ’ όλη τη μοίρα που τόσο τη χάραξε,

Αυτή, σκληρή, κράτησε την πρώτη ορμή της.

Πεισματικά ανέπαφη.

Σαν το τραγούδι που γράφτηκε για μιαν αγάπη,

μα φώλιασε στα λόγια ερωτευμένων μες στους χρόνους.

.

Νίκος Φρατζέτης, Η πέτρα, από τη συλλογή Η χαρτοπετσέτα, Εκδόσεις Κίχλη, 2020

Πίνακας: James Wilson Morrice

 

Αργύρης Χιόνης, Τέρατα

.

ιδ´

Έχετε ένα σπίτι που περιέχει το σώμα σας

Έχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι

Έχετε μιαν ανάγκη για σώμα

.

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας

Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας

Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

.

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει το καπέλο σας

Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας

Έχετε μόνον τέτοιες σκέψεις

.

Είσαστε ανυποψίαστοι κι ωραίοι σαν παιδιά

Γνήσια παιδιά ενός Θεού που πλάσατε κάποτε

Κι από τότε σας πλάθει

Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν σας

.

Κι είσαστε δίκαιοι:

Αγαπάτε μόνον όταν πρέπει

Σκοτώνετε μόνον όταν πρέπει

Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος

Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης

Πάντα σας αγαπώ

Και πάντα σας σκοτώνω

Αργύρης Χιόνης, Τέρατα [απόσπασμα], Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα

Πίνακας: Garric Simonsen

 

Τάσος Δενέγρης, Συνοπτικά για ένα καλοκαίρι

.

Κρατούσα στους ώμους το δόγμα,

ο Ιούλιος ήταν οικογενειακός,

Και το μυαλό εκεινής είχε χαλάσει

Από τον καύσωνα, τις σκευωρίες

Κι απ’ τη μικρή την αμοιβή.

.

Οι πυρκαγιές ρημάξανε τα δάση

Οι Έλληνες στη σύγχυση και στην ταλαιπωρία

Ο Παρθενώνας σκέτη καχεξία

Κι οι νέοι σταυροφόροι

Λυμαίνονται τη χώρα του καλού καιρού.

.

Ήρθε το τέλος του καλοκαιριού

Στον ουρανό μεγάλη ποικιλία

Και σαν τον άνεμο μέσα στην άπνοια

Της Ιπποκράτους, ο Χουαντορένα

Να τρέχει στις μικρές οθόνες

.

VENCEREMOS

.

Τάσος Δενέγρης, Συνοπτικά για ένα καλοκαίρι, από τη συλλογή Ακαριαία, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Πίνακας: Μαρία Φιλοπούλου

.

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Σπουδή νησιού

.

Νησί ολομόναχο νησί της λήθης άγαλμα

Νησί μες στου νοτιά τ’ αλάτια

Αγριοπερίστερα κι αφροί μέλι δροσάτο

Από πού θα ’ρθεις; οι βυθοί σε σφάζουν από κάτω

Και στήνουν το καρτέρι τους στα μάτια

.

Νησί ολομόναχο νησί να ’ναι από πέτρα ο νους

Να ’ναι από αλάτι όλα μας τα μέλη;

Τι να γυρεύει ο έρωτας στους ουρανούς

Και τι γυρεύει η νιότη μας και θέλει

Από νησιά κι από ερημιές το μέλι;

.

Δ. Π. Παπαδίτσας,  Σπουδή νησιού, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

.

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη

.

ΙΙ.

Γιατί το άλογο το καθρεφτίζεις σε κρύσταλλα οράσεως;

Γιατί του ορμέμφυτου το ξίφος το σπάζουν αστραπές;

.

Τα κρύα βράδια γύρεψαν το πρόσωπό σου

Η σκοτεινιά της πέτρας έγινε σκοτεινιά σου

Κι όταν δε βλέπεις ούτε και το χέρι σου

Δε βλέπεις του ματιού σου το καθρέφτισμα

Ακούς το χέρι και το μάτι σου κελαηδιστή βροχή

Πάνω σε δέντρο που μετράει πυθμένες αέρος

.

Σε θαύμασα ώρα που χωρίζεις τα δυο πρόσωπα

Και τους μοιράζεις κρίνα αθώας θάλασσας

Να γίνουν ένα

.

Ποιος κεραυνός θα σε γεννοβολήσει για να πεις

Μέσα από χίλια τραύματα: υπάρχεις

Ναι υπάρχεις φαρμακερό ξίφος πίσω απ’ τη μήνιγγα

Υπάρχεις ναι υπάρχεις νύχτα δολοφονίας στο μάτι

Που κλαίει που κερδίζει που κλέβει

Που ανεβοκατεβαίνει αψίδες ναών

Θόλους αγάπης

.

Μα τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού

Ω τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού στη γη

Που ξυπνούν το ανοιξιάτικο φίδι στο σκίνο

Που μας οπλίζουν με καθάριο μάτι

Και θερισμοί μέσα στων ήλιων τις καταπακτές

Μας διαμορφώνουν

.

Δυνατέ άνεμε μια φορά να ταπεινωθείς και τότε

Θα δει το φίδι την απελπισία του

Ο δίκαιος την παντοδυναμία του

Το μάτι θα μεθύσει από ιώδες σύμπαν

Το σάπιο χέρι θα χαθεί στο λάκκο του

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη, από τη συλλογή Εν Πάτμω και δύο ερμηνείες, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα.  

Αrtwork: Ernest Ludwig Kirchner

 

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως

.

Κάθε ποίημα ξεκινάει από τον τίτλο εάν έχει. Το αυθεντικό Ποίημα έχει το πριν και το μετά σίγουρα. Το σήμερα διεκδικείται από ένα σωρό μνηστήρες.

****

Τελικά η ποίηση μπορεί να εκτιμηθεί και ωσάν ανιδιοτελής εργασία εκτός των άλλων κανονικών-φυσιολογικών συμπεριφορών, προσήλωση «ανισόρροπη» μέχρι το τέλος.

****

Kάθε λέξη σημαίνει κάτι· ενίοτε περισσότερα, ανάλογα με τη θέση της στον στίχο. Αναντικατάστατη. Λίγο να μετακινηθεί γκρεμίστηκε το οικοδόμημα, το Ποίημα θέλω να πω.

****

Ο ρυθμός, το ρίγος κρατάει όρθιο το Ποίημα· δεν καταρρέει. Ο κάθετος άξονας του Ποιήματος, ανάλογα με το τέμπο που ο Δημιουργός προσδίδει στο κεντρικό του θέμα, χαρακτηρίζει και το αποτέλεσμά του.

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

Πίνακας: Jan Sluijters

 

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων

.

Μια χορωδία εργολάβων οικοδομών

Εκτελεί το Requiem του Χέντελ

Βουλευταί ζωγραφίζουν ορχιδέες

Ο στρατηγός εμφανίζει στα σκοτεινά

Φωτογραφίες της Παναγίας

.

Αυτός ο κόσμος δεν έγινε για μας

,

Μάιος 1967

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων, από τη συλλογή Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Artwork: Marcos Guinoza

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα

.

Υπάρχει ένας τόπος από τραγούδι

Υπάρχουν για τη φωνή μας υποσχέσεις

Όχι από θάνατο ούτε από ρέμβη

.

Χέρια αγαπημένα καθώς ακουμπούν το μέτωπό μας

Βλέμματα που σαλεύουν μέσα μας όπως πουλιά στον ουρανό

Αφήνοντας το ρίγος μιας τωρινής ευτυχίας

.

Αν αύριο μ’ έβρισκες αμίλητο

Στερημένον κι από σκιά δέντρου ακόμα

Στο δέρμα μου θα κάρπιζε ο αλλοτινός καιρός

Θα με πλησίαζες και θα έφευγες με την ανάμνησή μου

.

Να γιατί τα βήματά μου τ’ ακούς σε κάθε σκάλα

Και πίσω από κάθε πόρτα

Στέκομαι χτυπώντας.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Henri Lebasque

.