RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (ελληνική)

Κατερίνα Λιάτζουρα, Κακή πίστη

.

Εκχέρσωσα από μέσα μου το σύμπαν.
Μια αδιαμόρφωτη ύλη είμαι.
Εθελούσια η παραίτηση (μου) λοιπόν.
Οικειοθελώς αποποιήθηκα την ελευθερία
και στην ειμαρμένη
νομοτελειακά υποκύπτω σε τάξη.
Δίποδο κι εγώ, θηλαστικό, όρθιο και λογικό
διασκορπίζομαι σε πρόσκαιρες απολαύσεις.
Η αλήθεια είναι ανέφικτη.
Ανέφικτη είναι η αλήθεια.
(Και πόσο σχετική πράγματι είναι η αλήθεια;)
Επιχειρώ καίριο το άλμα προς την πίστη
μα εδώ και χρόνια
οι ηθικές μου αξίες χρεοκόπησαν
και η ανάγκη για μεταξίωση
ενός ηθικού βίου διαβίωσης
εκφορεί πολεμοχαρή αισθήματα.
Κρυσταλλώθηκα στο δίλημμα
και μεταβλήθηκα σε μια δυνατότητα
που προς ένα απροσδιόριστο μέλλον
διαρκώς εξελίσσεται.
Μετέθεσα το βάρος της ευθύνης
και δημιούργησα ψευδαισθήσεις
για να ξεφύγω
από την απόλυτη ελευθερία.
Η κακή πίστη βοηθά στην ανέλπιδη τελμάτωση.

Πίνακας: Dino Valls

 

Αθηνά Τιτάκη, Θαυματουργίες

     Όσο να πεις, η ιστορία προϋποθέτει προϊστορία – κάτι που επισημάνθηκε βουβά
πριν το διηγηθούμε. Έτσι που τώρα με άνεση μπορούμε να τρώμε κάρβουνα,
την πυρωμένη μας διάσταση ή και να χορεύουμε πάνω τους, μαζί με τα φίδια,
τον μεγαλοπρεπή μας φόβο. Ας τον γητεύσουμε να βγει απ’ το καλάθι του!

Εμείς οι γόητες,
Οι ανιστόρητοι,
Οι μαεστρικά ξεχνούντες πως,
Αν ο φακίρης αγαπούσε τα καρφιά
Ή έστω τις αιχμές των απολαύσεων,
Το Θαύμα θα χανόταν.

Αθηνά Τιτάκη, Θαυματουργίες από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

Αrtwork: Μaggie Taylor

 

Βασιλική Γεροκώστα, Περί βαδίσματος

.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΤΙΚΗΣ ΑΦΗΡΗΜΑΔΑΣ Ι
Άλλοτε, όταν γράφω νοητά ποιήματα, είμαι εντελώς αφηρημένη άλλοτε εντελώς συγκεντρωμένη. Υπάρχει και στην αφηρημάδα κάποια συγκέντρωση, αλλά δεν καταλαβαίνω ακόμα ποιο είναι το καλύτερο: η αφηρημάδα ή η συγκέντρωση; Νιώθω πως η υπερβολική συγκέντρωση προκαλεί μιαν αναγκαστική αφηρημάδα και η τέλεια αφηρημάδα δεν υπάρχει. Η αφηρημάδα πάντα τελειώνει σύντομα κι έτσι θα μένει ελλιπής. Δεν υπάρχει ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος. Αν τον φτιάξω, ίσως είμαι εγώ.
Ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος, θα είναι δύσκολο για όλους να πουν αν είναι ένας ευτυχής ή απόλυτα δυστυχής άνθρωπος. Ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρηθεί. Δεν μπορεί καν να αγαπηθεί. Είναι το απόλυτο κενό σε μια ιστορία εγκλήματος.
Φέγγω όσο μπορώ τον τέλεια αφηρημένο άνθρωπο.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙΙ
Νέος αλλοδαπός περιηγητής εις Αθήνας, βαδίζων ταχύτατατα, αφηρημένος, με το μέτωπο προτεταμένο και το βλέμμα ωσάν να βλέπει-δε βλέπει, επιθυμών να εισέλθει εις κατάστημα ορειβατικών ειδών, νομίζων ότι θα εισέρχετο εντός καταστήματος, προσκρούει συνοδεία τρομερού βόμβου εις παχείαν υάλινον βιτρίναν, εις την οποία αφήνει σημάδι εμφανές από 20 περίπου μέτρων. Ο υάλινος τοίχος εταρακουνήθη και οι υπάλληλοι του καταστήματος ακούοντας τη σφοδρά εκ του θορύβου σύγκρουση σπεύδουν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες εις τον πονεμένον πλέον νέον που κείτεται εις τα μάρμαρα, αρκούντως ζαλισμένος και ιλαρός ως σπάνιο είδος πανίδος πολικής.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙΙΙ
Ολόλευκη κοντή γραία κινουμένη σε πλήρη για την ηλικία της ταχύτητα, μην κοιτάζοντας πού πηγαίνει και έχουσα την κεφαλή πλαγιασμένη και εντελώς προτεταμένη, προσκρούει το κρανίο της στην κοκάλα του ώμου μου με γδούπο και τέτοια δύναμη ώστε για 43 λεπτά της ώρας αισθανόμουν το χτύπημα ακριβώς όπως το πρώτο δευτερόλεπτο που έγινε. Μου παρεκάλεσε να την συγχωρώ, ενώ σκεφτόμουν πόσο απίστευτα βαρύ είναι το κεφάλι μας όταν τρέχει μόνο του μπροστά.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙV
Δεν λέμε για έναν άνθρωπο που απλώς περπατάει ότι ισορροπεί, αλλά γι’ αυτόν που τα πόδια του στηρίζονται σε δύσκολο, μικρό σε έκταση, δυσμορφικό σημείο. Διότι είναι ευγενώς δοσμένο από τη ζωή να μπορεί ο άνθρωπος στο ίσιωμα να περπατάει. Υπάρχουν όμως οι ρημαγμένοι που δεν τους δόθηκε ορθώς άθικτο το σημείο της απλής ισορροπίας και το να περιπατούν ακόμα και στο ίσιωμα είναι θέμα ακραιφνούς προσπάθεις και πραγματική ακροβασία. Τέτοιοι είναι άνθρωποι εξωστρακισμένοι στο χάος, διότι μια πιο κοντινή εξορία θα ήταν επικίνδυνη επιστροφής. Αυτοί, λοιπόν, είναι άξιοι σιροπιαστών ισορροπιστικών λόγων.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ V
Τις αρκούδες πολύ τις θαυμάζω, πιο πολύ από όλα τα ζώα. Δηλώνω φανατική θαυμάστρια, κυρίως του βαδίσματός της: πατάει πρώτα καλά το έξω μέρος του ποδιού κι ύστερα το μέσα, κι έτσι το σώμα από το βάρος ταλαντεύεται πιο ωραία κι από βάρκα κι από κώλο. Γεμάτο πάτημα, δυνατό, ξέρεις σίγουρα που έχει πατήσει. Είναι ψηλή, χοντρή, μοναχική: ό,τι μου χρειάζεται. Επίσης της αρέσουν τα ψάρια και τον χειμώνα σιγά μην κάθεται να κρυώνει. Την πέφτει για ύπνο και μια χαρά. Πολύ μου πάει, βρίσκω. Προσοχή: θηλυκιά αρκούδα μου πάει, όχι αρσενική, διότι οι αρσενικές άμα λάχει, λέει, τρώνε τα παιδιά τους. Μην ξεχάσω να πω για τον λαιμό, τόσο χοντρός και στιβαρός! Όταν πατάει το πόδι, νιώθεις πως πατάει κι αυτός, τέτοιος λαιμός! Μόνο του βίσωνα είναι πιο δυνατός. Η αρκούδα παίζει πιο πολύ από όλα τα ζώα, πάει να πει φχαριστιέται. Το βασικό ελάττωμα είναι ότι ζει λίγο, καμιά 25αριά χρονάκια, γι’ αυτό τελικά θα προτιμήσω τη χελώνα.

.

Πίνακες: Bασιλική Γεροκώστα, 2013

 

Nιόβη Ιωάννου, Με τρόμο

Μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δυο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σκοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί απ’ τις χούφτες του
κι η μουσική έσερνε
ένα πεθαμένο ποντίκι
σ’ εκείνο το δέντρο
που δεν είχε σκιά
κάποιος επέμενε
να ξεχνά
την καρέκλα του

Nιόβη Ιωάννου, Με τρόμο, από την ποιητική συλλογή Εις άτοπον, Μανδραγόρας 2017

Πίνακας: Vania Comoretti

.

 

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία

.

Στην κούρνια επικρατεί συνωστισμός, φτερά και νύχια, μια φαντασία πως ξημερώνει. Ένα τίναγμα του κεφαλιού και πάλι μέσα. Όχι ακόμα, ας κοιμηθούμε. Έτσι κι αλλιώς θα μας ξυπνήσει το σκουλήκι. Στην τρύπα του κρύβεται η πείνα μας, ίδια με της κυράς που θα τροχίσει το μαχαίρι.
Ας περιμένουμε λοιπόν, κλειστά τα μάτια. Αργά ή γρήγορα θα έρθει κι η σειρά μας. Τιμητικά θα πουν πως χύλωσε η σούπα, κι ό,τι πληρώσαμε με σάρκα θα χαθεί, σ’ ένα νερό που μας διδάξαν αγιασμένο. Εμάς, που δεν μας χάιδεψε κανείς όπως τους σκύλους, όπως τη γάτα.
Θα ’ναι που η απαλότητα τσιμπά σαν μια δοκιμασία, γι’ αυτό την αποφεύγουνε οι άπληστοι. Ρουφούν, απολαμβάνουνε, σκοτώνουν. Κι αυτό δεν έχει τέλος –πέρα από κάθε επινόηση.

Ακόμα κι αν αναρωτηθείς
Πόση Απειλή βαστούν οι πετεινοί νωρίς πρωί όταν κρώζουν.

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

Πίνακας:Daria Petrilli

.

 

Σταύρος Ζαφειρίου, De nova insula Utopia

.

Ὅμως κι ὁ Τόμας Μὼρ ταξίδευε μὲ τραῖνο.
Χιμαιρικὰ ταξίδια ἀναψυχῆς
ἀπ’ τὰ παράλια μέχρι τὴν ἐνδοχώρα.
Μὲς στὴ δερμάτινη βαλίτσα του μὲ τάξη
ὅλες του οἱ αὐταπάτες διπλωμένες·
πιὸ κάτω τὰ κοστούμια του
κι ἕνα ζευγάρι μαλακὰ παπούτσια περιπάτου.

Σκύβοντας στὸ παράθυρο μποροῦσε
νὰ δεῖ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ τόπου ποὺ δὲν ἦταν·
τοῦ τόπου ποὺ σὲ σχῆμα φεγγαριοῦ μισοῦ
μόνο ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ τραίνου σου τὸν βλέπεις.

Ἔφτανε στὸν σταθμὸ πρὶν σκοτεινιάσει
–κανεὶς δὲν ἤτανε νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ–
μὲ πάντα κάτι ξεχασμένο στὸ κουπέ του:
γάντια, καρφίτσες, ὥρα ἐπιστροφῆς,
καμιὰ φορὰ τὴ μαύρη του κλωστή,
ποὺ εἶχε γιὰ νὰ ράβει τὸν λαιμό του.

Ὥσπου μιὰ μέρα ὁ συρμὸς ξέφυγε ἀπὸ τὶς ράγες·
κύλησαν οἱ τροχοί του στὰ χωράφια,
κύλησαν καὶ συνέχισαν σὰν μακριὰ σκιὰ
μιὰ διαδρομὴ πλάι στὴ διαδρομή τους·
ἀπ’ τὰ παράλια μέχρι τὴν ἐνδοχώρα
χωρὶς νὰ σταματᾶνε πουθενά.

Σκύβοντας στὸ παράθυρο ὁ λόρδος Τόμας Μώρ
(Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, Σφραγιδοφύλακας
καὶ Ὑπουργὸς τῶν Θησαυρῶν τοῦ Βασιλείου),
μὲ τὸ κομμένο του κεφάλι στὸν ἀέρα,
μὲ βλέμμα σὰν ὀθόνη ἀπὸ γυαλί,
κοίταζε ὅλα τὰ θαύματα τοῦ νέου ταξιδιοῦ,
ὅλα τὰ πλάσματα τῆς χώρας ποὺ δὲν ἦταν
οὔτε ἀντανάκλαση οὔτε μάταιη δωρεά.

Δὲν τὸν συνάντησα ποτὲ
ἂν καὶ ἤμουν ἐλεγκτὴς στὸ ἴδιο τραῖνο.
Ὁ χρόνος βλέπετε· μὲ μπέρδευε ὁ χρόνος
ποὺ ὁλοένα ξέφευγε ἀπ’ τὶς ράγες,
ἀκολουθώντας τὴ φορὰ τῆς ἁμαξοστοιχίας,
τρέχοντας πίσω ἀπ’ τῆς φενάκης του τὴ σκιά.
Καὶ πῶς νὰ φτάσεις μιὰ σκιὰ
γιὰ ν’ ἀκυρώσεις τὸ εἰσιτήριό της.

Σταύρος Ζαφειρίου,  De nova insula Utopia, από την ποιητική συλλογή Χωρικά,  Εκδόσεις Νεφέλη, 2007

Πίνακας: Alex Colville

 

Nιόβη Ιωάννου, Για να σωθούμε

για να σωθούμε
κρυβόμαστε κάτω απ’ το μεγάλο τραπέζι
ο ορίζοντας πλεγμένος με ψιλό βελονάκι
επαναλάμβανε την ίδια εκρού ανεμώνη ξανά και ξανά
ώσπου κατέληγε στο πάτωμα
μέσα από μια οπτική σφαιρικής εχεμύθειας
να σέρνεται πάνω σε καλογυαλισμένα παπούτσια
–ήτανε σίγουρο πως ποτέ δε θα ’φταναν στο χείλος του γκρεμού–
η Μαρία δεν ήθελε να σωθεί
βάδιζε κάθε μέρα ξυπόλυτη ως εκεί που τελείωνε το δωμάτιο
ύστερα πάλι πίσω
στο ενδιάμεσο σταματούσε να χαϊδέψει τον σκύλο
ή μάλλον το ήρεμο πουλί που κρατούσε στα δόντια του
όποτε είχε κέφια γονάτιζε στα τέσσερα και γαύγιζε μαζί του
κάθε μέρα η ίδια διαδρομή
ούτε την έβλεπε κανείς
εμείς μετρούσαμε τις εκρού ανεμώνες
που σκαρφάλωναν με τη βία στις ανάσες μας

Nιόβη Ιωάννου, Για να σωθούμε από την ποιητική συλλογή Εις άτοπον, Μανδραγόρας 2017

Artwork: Isabelle Cochereau