RSS

Category Archives: Thomas Bernhard

Thomas Bernhard, Ξύλευση

.

Για την καθηγήτρια γυμνασίου Άνρα Σρέκερ έλεγαν πάντοτε και εννοούσαν πως είναι η αυστριακή Γερτρούδη Στάιν ή η αυστριακή Μάριαν Μουρ, ενώ εκείνη ήταν μολοταύτα πάντοτε μόνο η αυστριακή Σρέκερ, μια μεγαλομανής βιεννέζα τοπική συγγραφέας, και σκέφτηκα τώρα ότι η καθηγήτρια γυμνασίου Σρέκερ είχε αρχίσει κι αυτή να γράφει κατά τη δεκαετία του πενήντα και πήρε λίγο πολύ τον ίδιο δρόμο όπως η Τζίνι Μπίλροτ, συνεπώς το δρόμο που οδηγεί από το νεαρό ταλέντο στην αποκρουστική κρατική καλλιτέχνιδα, από τη συγγράφουσα επιγονική νεαρά στη συγγράφουσα επιγονική ματρόνα, το δρόμο της μετριότητας, όχι το δρόμο της ιδιοφυίας, καθώς τώρα σκέφτομαι, όπως λοιπόν η Τζίνι από την ιδεοληψία Βιρτζίνια Γουλφ, έτσι και η Σρέκερ από την ιδεοληψία Μάριαν Μουρ και Γερτρούδη Στάιν έφτασε στην πόζα Μάριαν Μουρ και Γερτρούση Στάιν.

Και οι δυο, η Τζίνι, καθώς και η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της, έκαναν στροφή από τα λογοτεχνικά τους αρχικά οράματα και τις αρχικές προθέσεις και τα αρχικά παθήματα πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ ουσιαστικά και μπήκαν στη βδελυρή τέχνη της κρατικής αγενούς οικειότητας ως λογοτεχνίας και έγιναν, και οι τρεις με τον ίδιο αποκρουστικό τρόπο, όμοιοι με τους πιο απίθανους δημοτικούς συμβούλους και υπουργούς και λοιπούς λεγόμενους υπαλλήλους του πνευματικού πολιτισμού και ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καθώς σκέφτομαι, πέθαναν για μένα εν μία νυκτί εξαιτίας της, εννοείται, έμφυτης σ’ αυτούς αδυναμίας χαρακτήρα και εν μία νυκτί, που λέει ο λόγος, έγιναν ακριβώς εκείνοι οι αντιπαθέστατοι και αποκρουστικοί άνθρωποι για τους οποίους μιλούσαν κάποτε οι ίδιοι με τη μέγιστη περιφρόνηση.

.

.

Η Σρέκερ, όπως και η Τζίνι έχουν προδώσει, σκέφτομαι, με την αγενή τους οικειότητα με τον κρατικό μηχανισμό, που μου έγινε ξαφνικά οφθαλμοφανής, όχι μόνον τον εαυτό τους αλλά και ολόκληρη τη λογοτεχνία, καθώς τότε σκέφτηκα και καθώς σήμερα σκέφτομαι, και αυτό δεν τους το συγχωρώ και ουδέποτε και δεν είναι σαφές ποια απ’ τις δυο με τη μεγαλύτερη χαμέρπεια. Ίσα ίσα στη βρόμα για την οποία πάντοτε ηθικολογούσαν μπροστά μου κατά τη δεκαετία του πενήντα, λέγοντας πως είναι η πιο μεγάλη και η πιο αηδιαστική, ξαφνικά, ήδη κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, με τον αποκρουστικό καιροσκοπικό τους τρόπο, έχουν κι οι ίδιες απερίσκεπτα κυλιστεί. Στο κράτος, που κι οι δυο τους κατά τη δεκαετία του πενήντα, συνεπώς όταν ήμουν στα είκοσι κάτι μου, μου το παρουσίαζαν πάντοτε ως ακαταμάχητη δυστυχία για τον ανυποψίαστο λαό μας, όπως και πραγματικά είναι μέχρι σήμερα, καθώς πρέπει να πω, υποτάχτηκαν ανενδοίαστα ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του εξήντα, του παραδόθηκαν με προδοτικό τρόπο, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 185-186, Εξάντας 1996

Πίνακας:Mike Waralld

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Και οι δυο τους, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αυτήν τη λογοτεχνική τους παραφροσύνη και αυτές τις λογοτεχνικές αρρώστιες τους, που τότε, κατά τη δεκαετία του πενήντα, ήταν πιθανόν πέρα για πέρα γνήσια παραφροσύνη και πέρα για πέρα γνήσιες αρρώστιες, τις μετέτρεψαν αιφνίδια σε πόζα, σε λογοτεχνική σκόπιμη πόζα, σε λογοτεχνική επιπλέον σκόπιμη πόζα για ανοιχτοχέρηδες πολιτικούς και σκότωσαν λίγο πολύ ανενδοίαστα εν μια νυκτί τη λογοτεχνία μέσα τους για χάρη της απόλυτα χαμερπούς κρατικής αργόμισθης ύπαρξής τους. Γιατί, βέβαια, θα πρέπει να τις χαρακτηρίσω και τις δύο εξευγενισμένες κρατικές αργόμισθες, που κατά τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες δεν άφησαν να του τους ξεφύγει καμιά ευκαιρία, προκειμένου να επωφεληθούν καιροσκοπικά από το κράτος, που προηγουμένως επί τόσα χρόνια το λοιδορούσαν, και από τη διεστραμμένη ανοιχτοχεριά του και που γενικά τις έβλεπες κατά τα δεκαπέντε αυτά χρόνια παντού όπου υπήρχε κάτι να πάρεις, καθώς θα λέγαμε, και που δεν άφησαν αδειανές τις καρέκλες τους σε καμιά απολύτως επίσημη κρατική ή δημόσια γιορτή• προπάντων δε βρίσκονται, κάθονται όπου σ’ αυτήν τη χώρα εμφανίστηκαν και εμφανίζονται οι πολιτικοί με σακιά γεμάτα με κρατικό χρήμα, οι πολιτικοί που σ’ αυτήν τη χώρα διαχειρίζονται, που λέει ο λόγος, τον πνευματικό πολιτισμό με την πιο μεγάλη ατιμία και με την πιο ξεδιάντροπη κτηνωδία.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 187-188, Εξάντας1996 Πίνακας: Gerda Wegener

 

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Φάνηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα ότι οι δυο μου μεγάλες ποιήτριες των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του πενήντα, που τις είχα λίγο πολύ θεοποιήσει, δεν ήταν μολαταύτα τίποτε άλλο παρά δύο μικροαστές που έγραφαν στο χαρτί μόνο την ψευδολόγο οικτρότητα της σκέψης τους• τώρα κάθονται απέναντί μου και οι δυο και μου φαίνονται μόνο και μόνο τα δυο θηλυκά βιεννέζικα εκτρώματα της αυστριακής λογοτεχνίας, αντιπαθέστατες η μία δίπλα στην άλλη μέσα στην επηρμένη λογοτεχνική παντοδυναμία τους. Η Μάριαν Μουρ και η Γερτρούδη Στάιν και η Βιρτζίνια Γουλφ της Βιέννης κάθονται εκεί, σκέφτηκα, και δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρές, ελαφρόμυαλες, φιλόδοξες κρατικές αργόμισθες, που έχουν προδώσει τη λογοτεχνία και την τέχνη εν γένει για ένα δυο γελοία βραβεία και ένα εξασφαλισμένο εισόδημα και που συναναστρέφονται το κράτος και το συρφετό των υπαλλήλων του για θέματα πολιτισμού και που στο μεταξύ μετέτρεψαν με ίση ατιμία το επιγονικό τους κιτς σε έξη, όπως και το ανέβασμα στις σκάλες των υπουργείων που δίνουν επιχορηγήσεις.

Πώς βροντοφώναξε πάντοτε η Σρέκερ εναντίον της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, ναι, άφριζε απ’ τον θυμό της και μολαταύτα πριν από ένα χρόνο άφησε να την τιμήσει αυτή η ίδια Σύγκλητος της τέχνης με το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Είναι ήδη πολύ αντιπαθητικό να πρέπει να βλέπεις, σκέφτηκα, πως άνθρωποι όπως η Σρέκετ και η Μπίλροτ φορτώνονται ξαφνικά σ’ εκείνον ίσα ίσα τον τέως πρόεδρο και νυν επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, τον οποίο επί δεκαετίες εξύβριζαν για τη βδελυρότητα και τη βλαβερότητά του, μόνον επειδή απ’ αυτόν τον πρόεδρο και επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης θέλουν να τους απονεμηθεί το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο, ξαφνικά, εντελώς ανενδοίαστα συναναστρέφονται ίσα ίσα αυτόν τον άντρα κι αυτούς τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, που , καθώς λέγεται, χορηγούν αυτό το βραβείο και το χρηματικό ποσό που συνδέεται μ’ αυτό.

Επί δεκαετίες ολόκληρες αυτός ο πρόεδρος της Συγκλήτου της τέχνης ήταν και για τις δυο τους μόνο ένα σιχαμερό πρόσωπο, τώρα τον αγκαλιάζει ξαφνικά η Σρέκερ στη λεγόμενη αίθουσα ακροάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού με την επιταγή στο χέρι και εκφωνεί κι ένα ακαλαίσθητο ευχαριστήριο λογύδριο. Ενενήντα χρονών είναι σήμερα αυτός ο τέως πρόεδρος και νυν επίτιμος πρόεδρος της αυστριακής Συγκλήτου της τέχνης και εξακολουθεί μονίμως να εξαρτάται μόνο απ’ αυτόν το ποιος σ’ αυτή την χώρα θα τιμηθεί με την ύψιστη τιμητική διάκριση και ποιος όχι• απ’ αυτόν τον αμβλύνουν, άξεστο, αρχικαθολικό καταχραστή της τέχνης, που είναι από πολλές δεκαετίες ο μεγαλύτερος ρυπαντής πολιτισμικού περιβάλλοντος απ’ όλους σ’ αυτήν τη χώρα, σκέφτομαι, και τελικά η Σρέκερ, με το βραβείο της στο χέρι, τον φίλησε και στο μάγουλο, πράγμα που με αναγουλιάζει και μόνο που το σκέφτομαι. […]

Η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της και η Μπίλροτ είναι, ναι, μόνο τρία παραδείγματα του λεγόμενου γενικού καλλιτεχνικού κόσμου στην Αυστρία. Καλλιτεχνικότητα θα πει στην Αυστρία για τους περισσότερους να καταντάς εξαρτημένος από το άσχετα ποιο κράτος και ν’ αφήνεσαι να σε συντηρεί εφ’ όρου ζωής. Η αυστριακή καλλιτεχνικότητα είναι ένας χυδαίος και ψευδολόγος δρόμος του κρατικού καιροσκοπισμού, που στρώνεται με υποτροφίες και βραβεία και επιστρώνεται με παράσημα και τιμητικές διακρίσεις και καταλήγει σε έναν τιμητικό τάφο στο κεντρικό κοιμητήριο. Η Σρέκερ, που δεν είναι ικανή ν’ αναπτύξει μια απλή σκέψη και που από δεκαετίες έχει γράψει μόνον ανοησίες, αξίζει ως διανοούμενη συγγραφέας όσο ακριβώς η Μπίλροτ, που είναι πολύ κουτότερη, σκέφτομαι, σκέφτηκα• το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό όχι μόνο της παρούσας ξεπεσμένης αυστριακής πνευματικής ζωής μας, αλλά και της συνολικής πνευματικής ζωής εν γένει.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 190-191, Εξάντας 1996

Artwork: Sebastian Picker

.

.

 

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

 

Έτρωγε τη σούπα του εξίσου τσαπατσούλικα με το πώς βγήκε στη σκηνή του θεάτρου, σκέφτηκα, παρατηρώντας όχι εκείνον αλλά τη συγγραφέα Τζίνι Μπίλροτ, η οποία φυσικά παρατηρούσε τον ηθοποιό ως ηθοποιό του Μπουργκ και φαινόταν να τα ρουφάει όλα όσα έπαιρνε βιαστικά με το κουτάλι και έλεγε ο ηθοποιός ως ηθοποιός του Μπουργκ και να τα θεωρεί πέρα για πέρα ασυνήθιστα, εξαιρετικά, απαράμιλλα. Τώρα, λοιπόν, καθόμουν απέναντι από τη Βιεννέζα Βιρτζίνια Γουλφ, αυτή την ακαλαίσθητη δημιουργό ποίησης και πεζογραφίας, η οποία, αυτό φάνηκε ξαφνικά καθαρά, σε όλη της τη ζωή λούστηκε μόνο με το μικροαστικό της κιτς, καθώς σκέφτομαι.

Και ένα τέτοιο πρόσωπο τολμά να λέει χωρίς περιστροφές ότι γράφει καλύτερα από τη Βιρτζίνια Γουλφ, την οποία, από τότε που μαθήτευσα στη συγγραφική σκέψη, τη θαύμαζα πάντοτε ως την καλύτερη απ’ όλες τις ποιήτριες, τολμά να λέει ότι η ίδια, η Μπίλροτ, προχώρησε στα μυθιστορήματά της πιο πέρα από τα Κύματα, πιο πέρα απ’ το Ορλάντο, πιο πέρα από το Μέχρι το φάρο. Στο Κιλμπ έδειξε η Τζίνι άλλη μία φορά την κόσμια πλευρά της, σκέφτηκα τώρα, καθώς καθόμουν απέναντί της και αναθεμάτιζα αυτό το καλλιτεχνικό δείπνο, που ξάφνου πραγματικά και με την πιο αληθινή σημασία της λέξης το μετέτρεψε ο ηθοποιός του Μπουργκ σε καλλιτεχνικό νυχτερινό συμπόσιο, και το ένιωθα τόσο γκροτέσκο και αποκρουστικό όσο πραγματικά ήταν, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, ένας ερεθισμός, σελ. 128-129, μτφρ.: Βασίλης Τομανάς, Εκδόσεις Εξάντας, 1996.

Πίνακας: Stefan Caltia

 

Thomas Bernhard, Απογοητευμένοι Εγγλέζοι

Κάποιοι Εγγλέζοι που είχαν παρασυρθεί από έναν ανατολικοτιρολέζο οδηγό και ανέβηκαν μαζί του στις Τρεις Κορυφές, όταν έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή, απογοητεύτηκαν τόσο πολύ από το φυσικό τοπίο, που σκότωσαν στο πι και φι τον οδηγό, πατέρα τριών παιδιών και σύζυγο μιας μουγκής γυναίκας. Όμως όταν συνειδητοποίησαν τι είχαν κάνει, πήδηξαν από κει πάνω στο κενό. Μια εφημερίδα του Μπέρμιγχαμ έγραψε για το συμβάν ότι το Μπέρμιγχαμ έχασε τον πιο διακεκριμένο εκδότη εφημερίδας, τον πιο εξαίρετο διευθυντή τραπέζης και τον πιο ικανό εργολάβο κηδειών.

Thomas Bernhard, Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 49, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Αrtwork: Mike-Worrall

 

Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς

.
Ένας κουρέας που τρελάθηκε ξαφνικά και έκοψε στο κουρείο του στο Λονδίνο το κεφάλι ενός δούκα που ανήκε στη βασιλική οικογένεια, με αποτέλεσμα να βρίσκεται τώρα στο φρενοκομείο του Ρέντινγκ, την άλλοτε διάσημη φυλακή, δήλωσε πως είναι πρόθυμος να διαθέσει το δικό του κεφάλι για τους επιστημονικούς σκοπούς που σύμφωνα με τη γνώμη του θα τιμηθούν σε οχτώ ή δέκα χρόνια από την Ακαδημία της Στοκχόλμης με το βραβείο Νόμπελ.


Thomas Bernhard, Για επιστημονικούς σκοπούς από τη συλλογή Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 51, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Πίνακας: Max Ernst

 

Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα

Όμως, ας έρθουμε επιτέλους στο θέμα μας: όλα άρχισαν όταν, αντί να πάρω, τον συντομότερο δρόμο που οδηγεί στο Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου αλλά προς το Παρσάλεν, δεν το γνωρίζω. Όλως αιφνιδίως, αντί για δεξιά, τράβηξα αριστερά, προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου ενδείκνυται για την κατάστασή μου. Τρέφω μια βαθιά αντιπάθεια προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου είναι άσχημο, το Παρσάλεν δεν είναι. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι στο Μπούργκαου είναι άσχημοι, ενώ στο Παρσάλεν δεν είναι. Το Μπούργκαου έχει μια φοβερή μυρουδιά, το Παρσάλεν όχι. Όμως το Μπούργκαου ενδείκνυται περισσότερο για την κατάστασή μου. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα τράβηξα προς το Παρσάλεν. Και πηγαίνοντας προς το Παρσάλεν βρήκα την τραγιάσκα. Πάτησα πάνω σε κάτι μαλακό, νομίζοντας στην αρχή ότι ήταν χέλι, ψόφιος αρουραίος, λιωμένη γάτα. Πάντα, όταν πατάω στο σκοτάδι κάτι μαλακό, νομίζω ότι πατάω πάνω σε ψόφιο αρουραίο ή σε λιωμένη γάτα… Ίσως όμως δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα, σκέφτομαι, και κάνω ένα βήμα πίσω. Με τη μύτη του παπουτσιού μου σπρώχνω το μαλακό πράγμα μέχρι τη μέση του δρόμου. Διαπιστώνω ότι δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα και ούτε στο ελάχιστο για χέλι. Αφού δεν είναι ούτε χέλι, τι είναι τότε; Δεν με βλέπει κανένας στο σκοτάδι. Το αρπάζω με το χέρι μου και καταλαβαίνω, πρόκειται για μια τραγιάσκα. Μια τραγιάσκα με γείσο. Μια τραγιάσκα με γείσο, όπως αυτές που φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες αλλά και οι υλοτόμοι και οι αγρότες, σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Μια τραγιάσκα με γείσο, σκέφτομαι, και από τη μια στιγμή στην άλλη κρατώ κι εγώ στο χέρι μια τέτοια τραγιάσκα με γείσο, που έχω παρατηρήσει να φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες και οι υλοτόμοι και οι αγρότες. Τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Τη δοκίμασα και μου έκανε. Ευχάριστο πράγμα μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όμως δεν μπορείς να τη φορέσεις, γιατί δεν είσαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε και αγρότης. Πόσο συνετοί είναι όσοι φορούν τέτοιες τραγιάσκες, σκέφτηκα. Με τέτοιο κρύο! Μήπως την έχασε κάποιος από τους υλοτόμους, σκέφτηκα, που τα βράδια κάνουν τόση φασαρία κόβοντας ξύλα ώστε ακούγονται μέχρι το Ούντεραχ; Ή μήπως κάποιος αγρότης; Ή κάποιος χασάπης; Πιθανότατα κάποιος υλοτόμος. Κάποιος χασάπης σίγουρα! Αυτό το γαιτανάκι των υποθέσεων με αναστάτωσε. (…)

Αν με δει κανένας με την τραγιάσκα στο κεφάλι, σκέφτηκα, με το σκοτάδι που επικρατεί εδώ, εξαιτίας των βουνών, εξαιτίας των βουνών και του νερού της λίμνης, θα νομίσει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται αμέσως στην ενδυμασία, στις τραγιάσκες, στα σακάκια, στα παλτά, στα παπούτσια, δεν κοιτάζουν καθόλου το πρόσωπο, το βάδισμα, την κίνηση του κεφαλιού, τίποτε άλλο πέρα απ’ την ενδυμασία δεν τραβά την προσοχή τους, βλέπουν μόνο το σακάκι και το παντελόνι, μέσα στα οποία είναι χωμένος ο άνθρωπος, τα παπούτσια και προπάντων την τραγιάσκα που φορά. Έτσι, λοιπόν, αν κάποιος με δει μ’ αυτή την τραγιάσκα στο κεφάλι, θα συμπεράνει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Επομένως, είναι ανεπίτρεπτο να φοράω την τραγιάσκα στο κεφάλι, αφού δεν είμαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε αγρότης. Αυτό θα ήταν παραπλάνηση! Απάτη! Παραβίαση του νόμου! Ξαφνικά όλοι θα πίστευαν ότι είμαι χασάπης, όχι δασολόγος, αγρότης, όχι δασολόγος, υλοτόμος, όχι δασολόγος! (…)

Eίμαι είκοσι πέντε χρονών και είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος, τίποτα παραπάνω, ναι, τίποτα παραπάνω! Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο δεν έχω το δικαίωμα να φοράω τούτη την τραγιάσκα. Δεν έχω κανένα δικαίωμα επί της τραγιάσκας! Και, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Συνεχώς αυτό σκεφτόμουν. Την κρατάω, είναι κλοπή, την αφήνω εκεί όπου τη βρήκα, είναι προστυχιά, δεν επιτρέπεται λοιπόν να τη φορέσω και να τη φέρω επί της κεφαλής μου! Πρέπει να εντοπίσω αυτόν που την έχει χάσει, μονολόγησα, θα μπω μέσα στο Παρσάλεν και θα ρωτήσω τον καθένα ξεχωριστά, αν είναι αυτός που έχει χάσει την τραγιάσκα. (…)


Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα, από το βιβλίο Πρόζα, σελ. 28-31, αποσπασματικά, μτφρ.: Bασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κριτική, 2015

Φωτό: Bischof Werner

.

.