RSS

Category Archives: Faulkner

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Κατόπιν φάνηκε η πυροσβεστική, ζυγώνοντας καμαρωτά, μες σ’ ένα πανδαιμόνιο από σειρήνες και κουδουνίσματα. Ήταν καινούργια, βαμμένη κόκκινη, με χρυσαφιά πλουμίσματα, μια χειροκίνητη σειρήνα κι ένα καμπανάκι –χρυσαφί κι αυτό– με ήχο γαλήνιο, αγέρωχο και περήφανο. Άντρες ξεσκούφωτοι και νέα παλικάρια κρέμονταν από το όχημα, αψηφώντας τους νόμους της φύσης μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό, όπως οι μύγες μόνο ξέρουν να τους αψηφούν. Η πυροσβεστική είχε μηχανικές σκάλες που πετιούνταν σε ύψη θεόρατα μ’ ένα απλό άγγιγμα· αλλά τούτη τη φορά δεν είχαν πού να υψωθούν. Κι η καλοκουλουριασμένη, παρθένα ακόμη μάνικα, η οποία θύμιζε διαφημίσεις της τηλεφωνικής εταιρείας στα λαϊκά περιοδικά, δεν είχε επίσης από πού να πάρει νερό. Έτσι, οι ξεσκούφωτοι άντρες, που είχαν εγκαταλείψει πάγκους και γραφεία για να ’ρθουν εδώ, πήδηξαν από το όχημα και μπλέχτηκαν με τον κόσμο – όλοι, ακόμα και ο χειριστής της σειρήνας. Και το πλήθος άρχισε να τους δείχνει διάφορα σημεία για το πού ήταν ακουμπισμένο το σεντόνι, κι ορισμένοι, με τα πιστόλια κιόλας στην τσέπη, άρχισαν να γυρεύουν κάποιον για να σταυρώσουν. Όμως δεν υπήρχε κανείς. Τούτη η γυναίκα είχε ζήσει μια ζωή τόσο ήσυχη, τόσο αποτραβηγμένη, ώστε στην πόλη που είχε γεννηθεί κι είχε περάσει όλα της τα χρόνια σαν ξένη, σαν αλλοφερμένη, άφηνε για κληρονομιά σάστισμα κι οργή, πράγμα που ποτέ δεν θα της συγχωρούσαν, για να την αφήσουν πια ήσυχη στον τάφο της, μολονότι τους είχε προσφέρει με το τέλος της τουλάχιστον μια τέτοια έντονη συγκίνηση, μια συγκίνηση σχεδόν γιορτινή. Μα παρ’ όλα αυτά, όχι, δεν θα την άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία της. Κανέναν δεν θ’ άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία του. Γι’ αυτό στριμώχνονταν και σπρώχνονταν εκεί δα, πιστεύοντας πως οι φλόγες, το αίμα, το κορμί που είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν κι είχε μόλις αρχίσει να ζει ξανά, φώναζαν όλα γυρεύοντας εκδίκηση, και δεν τους περνούσε απ’ το μυαλό ότι η εκστατική λύσσα της φωτιάς κι η ακινησία του πτώματος αποτελούσαν και τα δυο τη μαρτυρία πως η ύπαρξη τούτη είχε περάσει σε κάποιον τελικό προορισμό πέρα από τη δυνατότητα των ανθρώπων να τη βλάψουν ή να την αγγίξουν. Αυτό δεν τους περνούσε διόλου απ’ το μυαλό. Γιατί το άλλο ήταν πιο ωραίο να το πιστεύουν. Ομορφότερο και από τα ράφια και τους πάγκους τους, που έστεκαν μπρος τους φορτωμένα με γνώριμα από πολύ καιρό αντικείμενα, αγορασμένα όχι επειδή τα είχαν ζηλέψει ή τα είχαν λιμπιστεί, όχι γιατί τους έδινε καμιά χαρά το να τα έχουν δικά τους, μα για να τα πουλήσουν σε κάποιον άλλον, βγάζοντας παραπανίσιο κέρδος μ’ απατεωνιές και λοβιτούρες· και κάθε τόσο να κοιτάνε τα απούλητα ακόμη αντικείμενα κι εκείνα τα άτομα που θα μπορούσαν να τ’ αγοράσουν, μα δεν το είχαν κάνει ακόμη, με θυμό, ίσως κι οργή, μπορεί και μ’ απόγνωση. Ομορφότερο απ’ τα σκονισμένα γραφεία όπου περίμεναν οι δικηγόροι παραμονεύοντας ανάμεσα σε φαντάσματα παλιών πόθων και ψεμάτων, ή τα ιατρεία όπου περίμεναν οι γιατροί με κοφτερά μαχαίρια και καταστροφικά χαπάκια, λέγοντάς σου, απαιτώντας να τους πιστέψεις, δίχως ν’ ανατρέξεις σε τυπωμένα φυλλάδια, πως πάσκιζαν για το σκοπό εκείνο που η πραγμάτωσή του θα τους άφηνε δίχως δουλειά. Κι έρχονταν και οι γυναίκες, οι αργόσχολες γυναίκες με τα λουλουδάτα και κάποιες φορές τα βιαστικά ριγμένα πάνω τους ρούχα, τα μάτια τους παθιασμένα ν’ αστράφτουν, γεμάτα μυστικές σκέψεις και στήθια απογοητευμένα, εξίσου γεμάτα μυστικά (στήθια που πάντοτε αγάπησαν το θάνατο παραπάνω από τη γαλήνη), για να προσθέσουν με τα μυριάδες σκληρά, αδύναμα τακ τακ των τακουνιών τους μες στο αδιάκοπο μουρμουρητό. Ποιος το ’κανε; Ποιος το ’κανε; ερωτήματα ένθετα όπως ίσως Δεν τον έχουνε πιάσει ακόμα; Α, ναι Λεύτερος είναι; Λεύτερος;

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 296-298, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Φωτογραφία:Jamie Heiden

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Καθόταν ανακούρκουδα καταμεσής στ’ απαλά, μυρωδάτα γυναικεία φουστάνια και τα παπούτσια. Είδε με το πασπάτεμα μονάχα το κάποτε κυλινδρικό σωληνάριο να ’χει ζουλιχτεί απ’ όλες τις μεριές. Με τη γεύση μονάχα, δίχως να το βλέπει, παρακολουθούσε το δροσερό, αόρατο σκουλήκι να κουλουριάζεται στο δάχτυλό του και να πασαλείβεται μετά, γλυκερό, με μια κίνηση αυτοματική, στη γλώσσα και το στόμα του. Κανονικά θα είχε φάει μια και μοναδική μπουκιά κι έπειτα θ’ άφηνε το σωληνάριο στη θέση του και θα έφευγε από το δωμάτιο. Μολονότι πέντε μόλις χρονών, ήξερε πως δεν έπρεπε να τρώει παραπάνω. Ίσως ήταν το ζώο που του έλεγε πως το περισσότερο θα τον αρρώσταινε· ίσως ο άνθρωπος, που τον προειδοποιούσε πως πάνω από μια μπουκίτσα τη φορά θα φαινόταν, και θα το έπαιρνε είδηση η διαιτολόγος. Τούτη ήταν η πρώτη μέρα που είχε φάει πιο πολύ. Πολύ πιο πολύ, εκεί που καθόταν κρυμμένος, περιμένοντας. Ψηλαφώντας το με τα δάχτυλα, ένιωθε το σωληνάριο να κοντεύει ν’ αδειάσει. Άρχισε να ιδρώνει. Κι έπειτα κατάλαβε πως ίδρωνε από κάμποση ώρα, ότι εδώ και κάμποση ώρα δεν έκανε άλλο από το να ιδρώνει. Δεν άκουγε το παραμικρό τώρα πια. Το πιο απίθανο ήταν πως και ντουφεκιά να έπεφτε πίσω από την κουρτίνα, εκείνος δεν θα την άκουγε. Ήταν θαρρείς κι είχε στραφεί ολόκληρος προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, και κοιτούσε τον εαυτό του να ιδρώνει, να χώνει στο στόμα ακόμη ένα σκουλήκι οδοντόκρεμας που το στομάχι του αρνιόταν να δεχτεί. Σίγουρα πράματα, αρνιόταν να το κατεβάσει κάτω.

Ασάλευτος τώρα, εντελώς προσηλωμένος, έμοιαζε να σκύβει πάνω από τον εαυτό του σαν χημικός στο εργαστήρι του, περιμένοντας. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μεμιάς η οδοντόκρεμα που είχε κιόλας καταπιεί πετάχτηκε ξανά επάνω, πασχίζοντας να ’βγει έξω, στην ατμόσφαιρα όπου είχε δροσιά. Δεν ήταν πια γλυκερή η γεύση της. Στη φορτωμένη πράγματα κρυψώνα, πίσω από την κουρτίνα, στη γεμάτη ροδαλές, γυναικείες μυρωδιές κρυψώνα όπου κούρνιαζε έπιασε ν’ αφουγκράζεται τα σωθικά του, προσμένοντας με το στόμα πλημμυρισμένο ροδόχρωμους αφρούς και την καρδιά σφιγμένη αυτό που ήταν να συμβεί. Και που τελικά συνέβη. Μουρμούρισε μόνος του, παραδομένος, απόλυτα υποταγμένος, με μια μοιρολατρική, μολονότι σαστισμένη, καρτερικότητα: «Nα ’το!» Όταν άνοιξε η κουρτίνα δεν σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει. Όταν τον έσυραν κάποια χέρια από τον εμετό του, δεν έφερε αντίσταση. Αφέθηκε σ’ αυτά, άψυχος, κοιτώντας, με το στόμα ορθάνοιχτο και μια ηλίθια απλανή έκφραση στο βλέμμα, το πρόσωπο τούτο αντίκρυ του που δεν ήταν πια βελούδινο και ροδαλό παρά τριγυρισμένο από ανάκατα μαλλιά, τα ίδια μαλλιά που οι όμορφες κορδέλες τους του έφερναν άλλοτε ζαχαρωτά στο νου. «Σκατόπαιδο!» σφύριξε στ’ αυτί του η στριγκή, οργισμένη φωνή. «Σκατόπαιδο! Να κάθεσαι να με κατασκοπεύεις! Παλιομπάσταρδο, σκατοαράπη!»

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 126-127, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Αrtwork: Richard Morin

 

.

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Straw hatO καινουργιοφερμένος έκανε μεταβολή δίχως να πει λέξη. Οι άλλοι τον κοιτούσαν που εξαφανίστηκε πίσω από το σωρό τα πριονίδια, κι ύστερα ξανάρθε μ’ ένα φτυάρι κι έπιασε δουλειά. Ο επιστάτης και ο διευθυντής μιλούσαν στην πόρτα. Χώρισαν κι ο επιστάτης γύρισε μέσα. «Τον λένε Χριστούγεννα», είπε.
«Πώς;» έκανε κάποιος.
«Χριστούγεννα»
«Ξένος είναι;»
«Άκουσες ποτέ κανένα λευκό να τον λένε Χριστούγεννα;»
«Μωρ’ ούτε λευκό ούτε αράπη δεν έχω ματακούσει με τέτοιο όνομα».
Και, κατά πώς θυμάται ο Μπάιρον, ήταν η πρώτη φορά που του πέρασε η σκέψη ότι τ’ όνομα ενός ανθρώπου –που υποτίθεται πως δεν είναι παρά το υποκατάστατό του σε ηχολόγημα– μπορεί ν’ αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο χρησμό του τι πρόκειται να κάνει αυτός ο άνθρωπος στο μέλλον, φτάνει μόνο να ξέρεις να ερμηνέψεις τη σημασία του έγκαιρα. Του φαινόταν πως κανείς τους δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στον ξένο μέχρι που άκουσαν τ’ όνομά του.

Straw hatΌμως μόλις τ’ άκουσαν, θαρρείς και υπήρχε μες στο ηχολόγημα τούτης της λέξης κάτι που προσπαθούσε να τους προειδοποιήσει για το τι να περιμένουν• λες και κουβαλούσε μαζί του ο Χριστούγεννας το δικό του αναπόδραστο προμήνυμα, όπως κουβαλάει ένα λουλούδι την ευωδιά ή ο κροταλίας το κροτάλισμά μου. Μονάχα που κανένας τους δεν είχε τότε το μυαλό να τον αντιληφτεί. Νόμισαν απλά πως ήταν ένας ξένος, και όπως τον περιεργάζονταν τις υπόλοιπες ώρες εκείνης της Παρασκευής, εκεί που δούλευε με το σιδερωμένο πανταλόνι του και τη γραβάτα και το ψαθάκι στο κεφάλι, συμφώνησαν αναμεταξύ τους πως έτσι θα συνήθιζαν να δουλεύουν στον τόπο του• μολονότι ήταν και μερικοί που είπαν: «Μωρέ θ’ αλλάξει απόψε, να μου το θυμηθείς. Δεν θα μας έρθει κι αύριο με τα κυριακάτικά του».

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ.: Βικτώρια Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

 

Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Έστεκε κάτω από το σκοτεινό παράθυρο, βλαστημώντας την αργά, με μελετημένη χυδαιότητα. Δεν κοιτούσε το παράθυρο. Στο ημίφως τούτο, που δεν ήταν ακόμα φέγγος της μέρας, έμοιαζε να χαϊδεύει το κορμί του, σαν να το παρατηρούσε πως γινόταν μεμιάς ράθυμο και λάγνο χάρη στα ψιθυριστά, βρόμικα προστυχόλογά του, που θαρρείς και τον νότιζαν ολόκληρον, όπως νοτίζουν το κουφάρι ενός πνιγμένου τα μαύρα, γεμάτα ακαθαρσίες νερά του λάκκου όπου κείτεται νεκρός. Άρχισε να χαϊδεύεται χώνοντας τα χοντρά χέρια του κάτω απ’ τα εσώρουχα και σέρνοντάς τα πάνω στην κοιλιά και το στήθος του. Το σώβρακό του βαστιόταν από ένα μοναδικό κουμπί, ψηλά στη μέση. Κάποτε τα ρούχα του είχαν όλα τους τα κουμπιά. Μια γυναίκα τού τα έραβε. Αυτό ήταν κάποτε, για κάποιο διάστημα. Μετά τα πράγματα άλλαξαν μέσα του κι έτρεχε να μαζέψει την πλύση του από το μπουγαδόσκοινο, προτού προλάβει εκείνη να την πάρει και ν’ αντικαταστήσει τα χαμένα κουμπιά. Κι άμα τον πρόφταινε καμιά φορά, καθόταν κι έσπαζε το κεφάλι του να θυμηθεί ποια ήταν τα κουμπιά που έλειπαν κι είχαν ξαναραφτεί. Τότε έβγαζε το σουγιά του και με την παγερή, προσεκτική σχολαστικότητα του χειρουργού, τα ξανάκοβε όλα από την αρχή.

Το δεξί του χέρι ανέβηκε γοργά κι ανάλαφρα, ίδια όπως η λεπίδα του σουγιά, ψηλά στο άνοιγμα του εσώρουχου. Άρπαξε το μοναδικό κουμπί και το έκοψε τραβώντας το δυνατά. Το αεράκι τον τύλιξε ολόκληρο, καθώς γλίστρησε το σώβρακο στους αστραγάλους του, θαρρείς και τον χάιδευε η ίδια η ανάσα της νυχτιάς, το παγερό στόμα του σκότους, η απαλή, παγερή του γλώσσα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, κι ένιωσε τη νυχτιάτικη ατμόσφαιρα γύρω του να τον ζώνει σαν θαλασσινό νερό.

Faulkner, Φως τον Αύγουστο, σελ. 111, μτφρ.: Βικτωρία Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας 1987

Φωτό: Logan Zillmer

.

.