RSS

Category Archives: Faulkner

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Straw hatO καινουργιοφερμένος έκανε μεταβολή δίχως να πει λέξη. Οι άλλοι τον κοιτούσαν που εξαφανίστηκε πίσω από το σωρό τα πριονίδια, κι ύστερα ξανάρθε μ’ ένα φτυάρι κι έπιασε δουλειά. Ο επιστάτης και ο διευθυντής μιλούσαν στην πόρτα. Χώρισαν κι ο επιστάτης γύρισε μέσα. «Τον λένε Χριστούγεννα», είπε.
«Πώς;» έκανε κάποιος.
«Χριστούγεννα»
«Ξένος είναι;»
«Άκουσες ποτέ κανένα λευκό να τον λένε Χριστούγεννα;»
«Μωρ’ ούτε λευκό ούτε αράπη δεν έχω ματακούσει με τέτοιο όνομα».
Και, κατά πώς θυμάται ο Μπάιρον, ήταν η πρώτη φορά που του πέρασε η σκέψη ότι τ’ όνομα ενός ανθρώπου –που υποτίθεται πως δεν είναι παρά το υποκατάστατό του σε ηχολόγημα– μπορεί ν’ αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο χρησμό του τι πρόκειται να κάνει αυτός ο άνθρωπος στο μέλλον, φτάνει μόνο να ξέρεις να ερμηνέψεις τη σημασία του έγκαιρα. Του φαινόταν πως κανείς τους δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στον ξένο μέχρι που άκουσαν τ’ όνομά του.

Straw hatΌμως μόλις τ’ άκουσαν, θαρρείς και υπήρχε μες στο ηχολόγημα τούτης της λέξης κάτι που προσπαθούσε να τους προειδοποιήσει για το τι να περιμένουν• λες και κουβαλούσε μαζί του ο Χριστούγεννας το δικό του αναπόδραστο προμήνυμα, όπως κουβαλάει ένα λουλούδι την ευωδιά ή ο κροταλίας το κροτάλισμά μου. Μονάχα που κανένας τους δεν είχε τότε το μυαλό να τον αντιληφτεί. Νόμισαν απλά πως ήταν ένας ξένος, και όπως τον περιεργάζονταν τις υπόλοιπες ώρες εκείνης της Παρασκευής, εκεί που δούλευε με το σιδερωμένο πανταλόνι του και τη γραβάτα και το ψαθάκι στο κεφάλι, συμφώνησαν αναμεταξύ τους πως έτσι θα συνήθιζαν να δουλεύουν στον τόπο του• μολονότι ήταν και μερικοί που είπαν: «Μωρέ θ’ αλλάξει απόψε, να μου το θυμηθείς. Δεν θα μας έρθει κι αύριο με τα κυριακάτικά του».

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ.: Βικτώρια Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

 

Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Έστεκε κάτω από το σκοτεινό παράθυρο, βλαστημώντας την αργά, με μελετημένη χυδαιότητα. Δεν κοιτούσε το παράθυρο. Στο ημίφως τούτο, που δεν ήταν ακόμα φέγγος της μέρας, έμοιαζε να χαϊδεύει το κορμί του, σαν να το παρατηρούσε πως γινόταν μεμιάς ράθυμο και λάγνο χάρη στα ψιθυριστά, βρόμικα προστυχόλογά του, που θαρρείς και τον νότιζαν ολόκληρον, όπως νοτίζουν το κουφάρι ενός πνιγμένου τα μαύρα, γεμάτα ακαθαρσίες νερά του λάκκου όπου κείτεται νεκρός. Άρχισε να χαϊδεύεται χώνοντας τα χοντρά χέρια του κάτω απ’ τα εσώρουχα και σέρνοντάς τα πάνω στην κοιλιά και το στήθος του. Το σώβρακό του βαστιόταν από ένα μοναδικό κουμπί, ψηλά στη μέση. Κάποτε τα ρούχα του είχαν όλα τους τα κουμπιά. Μια γυναίκα τού τα έραβε. Αυτό ήταν κάποτε, για κάποιο διάστημα. Μετά τα πράγματα άλλαξαν μέσα του κι έτρεχε να μαζέψει την πλύση του από το μπουγαδόσκοινο, προτού προλάβει εκείνη να την πάρει και ν’ αντικαταστήσει τα χαμένα κουμπιά. Κι άμα τον πρόφταινε καμιά φορά, καθόταν κι έσπαζε το κεφάλι του να θυμηθεί ποια ήταν τα κουμπιά που έλειπαν κι είχαν ξαναραφτεί. Τότε έβγαζε το σουγιά του και με την παγερή, προσεκτική σχολαστικότητα του χειρουργού, τα ξανάκοβε όλα από την αρχή.

Το δεξί του χέρι ανέβηκε γοργά κι ανάλαφρα, ίδια όπως η λεπίδα του σουγιά, ψηλά στο άνοιγμα του εσώρουχου. Άρπαξε το μοναδικό κουμπί και το έκοψε τραβώντας το δυνατά. Το αεράκι τον τύλιξε ολόκληρο, καθώς γλίστρησε το σώβρακο στους αστραγάλους του, θαρρείς και τον χάιδευε η ίδια η ανάσα της νυχτιάς, το παγερό στόμα του σκότους, η απαλή, παγερή του γλώσσα. Έκανε ένα βήμα μπροστά, κι ένιωσε τη νυχτιάτικη ατμόσφαιρα γύρω του να τον ζώνει σαν θαλασσινό νερό.

Faulkner, Φως τον Αύγουστο, σελ. 111, μτφρ.: Βικτωρία Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας 1987

Φωτό: Logan Zillmer

.

.