RSS

Category Archives: Γκυ ντε Μοπασάν

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού

Η γυναίκα, μια «εύκολη» που λένε, ήταν διάσημη για το πρώιμο πάχος της, στο οποίο και όφειλε το παρατσούκλι η Χοντρομπαλού. Κοντούλα, ολοστρόγγυλη, όλο λίπος, με δάχτυλα παχουλά, που κόβονταν στις φάλαγγες κι έμοιαζαν με αρμαθιά μικρά λουκάνικα, με δέρμα γυαλιστερό και τσιτωμένο, λαιμά και στήθια πελώρια, που ξεχείλιζαν απ’ το φουστάνι της, ήταν πάντα παρ’ όλα αυτά ορεχτική και περιζήτητη, χάρη στην τόση φρεσκάδα της. Το πρόσωπό της ήταν ένα κόκκινο μήλο, ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει και πάνω κει ξάνοιγαν, ψηλά, κάτι υπέροχα μαύρα μάτια, που τα ίσκιωναν μακριά πυκνά ματόκλαδα. Και πιο κάτω, ένα στόμα λαχταριστό, λεπτό, υγρό κι έτοιμο για φίλημα, με μικροσκοπικά κι αστραφτερά δοντάκια. Ακόμα λέγανε πως είχε πλήθος ανεκτίμητα προσόντα.(…) Έβγαλε πρώτα ένα πιατάκι από πορσελάνη, ένα κομψό ασημένιο κύπελλο κι ύστερα μια τεράστια γαβάθα, όπου δυο ολόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σε μερίδες, είχανε μελώσει μέσα στο ζελέ τους. Ακόμα ξεχώριζε κανείς μες στο καλάθι πολλά ωραία πράγματα, τυλιγμένα προσεκτικά, διάφορα πατέ, φρούτα, λιχουδιές, προμήθειες για ταξίδι τριών ημερών έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη την κουζίνα των πανδοχείων. Ανάμεσα στα πακέτα με τα τρόφιμα ξεπρόβαλλαν κι οι λαιμοί τεσσάρων μπουκαλιών. Πήρε μια φτερούγα κοτόπουλου και με λεπτότητα άρχισε να τη μασουλάει μαζί μ’ ένα από κείνα τα φουσκωτά ψωμάκια που στη Νορμανδία τα είχαν βαφτίσει «αντιβασιλέα». Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ύστερα η μυρωδιά απλώθηκε παντού, τα ρουθούνια ανοιγόκλεισαν και γεμίσανε σάλιο τα στόματα, ενώ τα σαγόνια σφίγγονταν οδυνηρά κάτω απ’ τα αυτιά. Η περιφρόνηση των κυριών για το κορίτσι ήταν τώρα τόσο άγρια που ευχαρίστως θα τη σκότωναν ή θα την πέταγαν απ’ το παράθυρο της άμαξας, μες στο χιόνι, αυτή, το κύπελλό της, το καλάθι της και όλες τις προμήθειές της μαζί. Μα ο Λουαζό καταβρόχθιζε με τα μάτια τη γαβάθα με τα κοτόπουλα και είπε: «Ας είναι, η κυρία στάθηκε πιο προνοητική από μας. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα τα σκέφτονται». Σήκωσε το κεφάλι της προς αυτόν: «Θα θέλατε λίγο, κύριε; Είναι δύσκολο να μένει κανείς νηστικός απ’ το πρωί». Εκείνος υποκλίθηκε : «Μα την πίστη μου, δεν θ’ αρνηθώ, ειλικρινά δεν αντέχω άλλο. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, καλά δεν λέω, κυρία;» Και ρίχνοντας τριγύρω ένα βλέμμα πρόσθεσε: «Είναι παρήγορο σε τέτοιες στιγμές να βρίσκεις ανθρώπους που σε υποχρεώνουν». Είχε μια εφημερίδα και την άπλωσε για να μη λερώσει το παντελόνι του, και με τη μύτη ενός σουγιά που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, τσίμπησε ένα μπούτι κουκουλωμένο με το ζελέ του, το κομμάτιασε με τα δόντια του κι ύστερα το μάσησε με τόσο φανερή ευχαρίστηση που μέσα στο αμάξι ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός δυσαρέσκειας.

Η Χοντρομπαλού, με γλυκιά και ταπεινή φωνή, πρότεινε στις δύο καλόγριες να μοιραστούν το κολατσιό της. Εκείνες δέχτηκαν αμέσως και δίχως να σηκώσουν τα μάτια βάλθηκαν να τρώνε γρήγορα γρήγορα αφού ψέλλισαν κάμποσες ευχαριστίες. Μήτε ο Κορνιντέ αρνήθηκε την προσφορά της διπλανής του, κι έτσι, μαζί με τις μοναχές, έφτιαξε ένα είδος τραπεζιού, απλώνοντας εφημερίδες πάνω στα γόνατα. Τα στόματα ανοιγόκλειναν αδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδώς.

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού, σελ. 21-22 και26-27, μτφρ.: Αμαλία Τσακνιά, Εκδόσεις Νεφέλη, 1996

Πίνακες: Jean Lorioz

.

.

 
Image

Guy de Maupassant, Λόγια του έρωτα

Weegee (Arthur H. Fellig) 168181367304974562_AKvf3wuo_c

«…και τι παράξενο, ασυνήθιστο θέαμα: ο σύζυγος κι εγώ να την εκλιπαρούμε, εγώ για να μ’ εγκαταλείψει κι αυτός για να την ακολουθήσει. Εκείνη ξεστόμισε μόνο τα λόγια: “Eίστε δυο άθλιοι! “, κι έφυγε. Ο σύζυγος πήρε το καπέλο του, με χαιρέτησε, μου είπε “σας λυπάμαι, κύριε“ μέσα από την καρδιά του και αναχώρησε. Την κράτησα μαζί μου άλλα έξι χρόνια. Ήταν σαν μητέρα μου. Μετά πέθανε.»

Guy de Maupassant, Λόγια του έρωτα, μτφρ. : Γ. Αραμπατζής, εκδόσεις Ροές, 2000

Φωτό: Weege (Arthur H. Fellig)

 

Tags: , , , , ,