RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα

.

«Όλα τα πλοία μου είναι άσπρα», είπε η Ρόντα. «Δεν θέλω κόκκινα πέταλα από γεράνια ή δεντρομολόχες. Θέλω άσπρα πέταλα που πλέουν όταν γέρνω τη λεκάνη. Έχω έναν στόλο που ταξιδεύει από τη μιαν ακτή στην άλλη. Θα βάλω κι ένα κλαδί, σχεδία για τον καραβοτσακισμένο θαλασσινό. Θα ρίξω μια πέτρα και θα δω φυσαλίδες ν’ ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της θάλασσας. Ο Νέβιλ έφυγε κι η Σούζαν έφυγε· η Τζίννυ είναι στο περιβόλι, μαζεύει φραγκοστάφυλα, μπορεί με τον Λούις. Έχω λίγη ώρα να μείνω μόνη, τώρα που η μις Χάντσον απλώνει τα τετράδιά μας στο τραπέζι, στην αίθουσα διδασκαλίας. Έχω ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας. Μάζεψα όλα τα πεσμένα πέταλα και τα ’βαλα να κολυμπήσουν. Σε μερικά έβαλα σταγόνες βροχής. Θα βάλω κι ένα φάρο εδώ, το κεφαλάκι μιας μαργαρίτας. Και τώρα θα κουνήσω την καφετιά λεκάνη πέρα-δώθε, έτσι που τα πλοία μου να καβαλήσουν τα κύματα. Μερικά θα βουλιάξουν. Μερικά θα τσακιστούν στα βράχια. Ένα μονάχα αρμενίζει. Είναι το πλοίο μου. Μπαίνει σε παγωμένα σπήλαια, όπου η πολική άρκτος μουγκρίζει και οι σταλακτίτες κραδαίνουν πράσινες αλυσίδες. Τα κύματα σηκώνονται· η κορφή τους κουλουριάζεται· κοίτα τα φώτα στα κατάρτια. Σκόρπισαν, βούλιαξαν όλα, μόνο το καράβι μου καβαλικεύει τα κύματα κι ανοίγεται με το μελτέμι και φτάνει στα νησιά όπου οι παπαγάλοι φλυαρούν και τ’ αναρριχητικά…»

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα, σελ. 15,  μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις Ύψιλον, 1994.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

 

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ

Σύντομα ο Χουντίνι, μ’ όλες του αυτές τις δραστηριότητες, άρχισε να ξαναμπαίνει στο κλίμα της δουλειάς του. Νιώθω πιο δυνατός, είπε στον μάνατζερ. Αρχίζω ξανά να αισθάνομαι ο παλιός μου εαυτός. Δεν άργησε να κλείσει μερικά συμβόλαια. Όσοι παρακολούθησαν παραστάσεις του αυτήν την περίοδο της σταδιοδρομίας του λένε πως ξεπέρασαν καθετί που είχε κάνει στο παρελθόν. Έφερε στη σκηνή οικοδόμους που έχτισαν έναν τούβλινο τοίχο τρία μέτρα ψηλό, και πέρασε από μέσα του. Εξαφάνισε έναν ολόκληρο ελέφαντα μ’ ένα χτύπημα των χεριών. Από τα δάχτυλά του κυλούσαν άφθονα τα νομίσματα. Μέσα από τ’ αυτιά του πετάγονταν περιστέρια. Μπήκε σ’ ένα κιβώτιο που προηγουμένως πέρασε από τον έλεγχο των θεατών. Το σφράγισαν με καρφιά και το ’δεσαν με χοντρό σκοινί. Δεν μπήκε κουρτίνα μπροστά από το κιβώτιο. Το άνοιξαν με λοστό. Ήταν άδειο. Όλοι οι θεατές έβγαλαν μια κραυγή βλέποντας τον Χουντίνι να μπαίνει μέσα στο θέατρο από το φουαγέ. Πήδηξε πάνω στη σκηνή. Τα μάτια του έλαμπαν σαν γαλάζιες διαμαντόπετρες. Σήκωσε αργά αργά τα χέρια. Τα πόδια του ανυψώθηκαν από το έδαφος. Στάθηκε δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Οι γυναίκες κοντανάσαιναν. Ξαφνικά σωριάστηκε κάτω. Ακούστηκαν κραυγές ανθρώπων που δεν πίστευαν στα μάτια τους και μετά, παρατεταμένα χειροκροτήματα. Οι βοηθοί του του ’δωσαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο Χουντίνι ζήτησε ένα ποτήρι κρασί, να πάρει λίγη δύναμη. Κράτησε το κρασί ψηλά στο φως του προβολέα. Το κρασί έγινε άχρωμο. Το ήπιε. Το ποτήρι εξαφανίστηκε από το χέρι του.  Oι παραστάσεις του έβγαζαν τέτοιαν ένταση κι είχαν μια τόσο περίεργη και ανησυχητική επίδραση στο κοινό, που μερικές φορές τα παιδιά τα ’βγαζαν έξω πριν τελειώσει ένα νούμερο. Ο Χουντίνι δεν το πρόσεξε ποτέ αυτό. Έσπρωχνε τον εαυτό του πέρα από τις φυσικές του ικανότητες κει έκανε οκτώ ή δώδεκα από τα σπουδαιότερα νούμερα σε μια και μόνο παράσταση, που υποτίθεται πως δεν σήκωνε πάνω από τρία. Με τα νούμερα αυτά αψηφούσε τον θάνατο, έτσι έγραφε στις αφίσες και στα προγράμματα των παραστάσεων, και αυτήν τη φορά οι δημοσιογράφοι των νεοϋορκέζικων εφημερίδων, με την προσδοκία ότι θα ξεπερνούσε τον εαυτό του, τον ακολούθησαν στις παραστάσεις που έδωσε σε τρεις συνεχόμενες νύχτες, από το Μπρούκλιν στο Φοξ Γιούνιον Σίτυ, κι από κει στο Νιου Ροσέλ, στο Θέατρο της Κεντρικής Οδού. […]

Μια νύχτα, στη μοναδική παράσταση που έδωσε στο Νιου Ροσέλ, η επιθυμία του θανάτου έγινε τόσο φανερή που ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει και ο ιερέας της περιοχής σηκώθηκε όρθιος και φώναξε, Χουντίνι, πειραματίζεσαι με τον διάβολο. Ίσως ήταν αλήθεια πως δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τη ζωή του από τα νούμερά του. Όπως στεκόταν με τη μακριά του ρόμπα και γυάλιζε από ιδρώτα, με το βρεγμένο του μαλλί κατσαρωμένο, έμοιαζε πλάσμα από άλλον κόσμο. Κυρίες και κύριοι, είπε μ’ εξασθενημένη φωνή, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ήθελε να εξηγήσει ότι κατείχε μια πανάρχαια τεχνική αναπνοών της Ανατολής, που του επέτρεπε να αναστέλλει τις φυσιολογικές ζωτικές λειτουργίες. Ήθελε να εξηγήσει πως τα κατορθώματά του φαίνονταν πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Σήκωσε τα χέρια του κάνοντας έκκληση να του δώσουν προσοχή. Τη στιγμή όμως εκείνη έγινε μια έκρηξη τόσο δυνατή που το θέατρο τραντάχτηκε συθέμελα κι από την αψίδα του προσκηνίου έπεσαν μεγάλα κομμάτια σοβάδες. Κι οι θεατές, σαστισμένοι όπως ήταν και με τεντωμένα νεύρα, νόμισαν πως η έκρηξη δεν ήταν παρά ένα ακόμα σατανικό κόλπο του Χουντίνι, και το ’βαλαν στα πόδια τρομοκρατημένοι.

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ, σελ. 226 και 227, Εκδόσεις Επιλογή, 1993

Artwork: Quint Buchholz

 

.

 

Malcolm de Chazal, Σκέψεις

ΣΚΕΨΕΙΣ

Η τρέλα ρίχνει όλα τα χαρακτηριστικά της όψης από τη μια πλευρά του προσώπου. Όλοι οι τρελοί έχουν ύφος μονόφθαλμου.

Τα μάτια που φαρδαίνουμε με μακιγιάζ φαρδαίνουν τους ώμους. Τα χείλη που φαρδαίνουμε κατά τον ίδιον τρόπο στενεύουν τους γοφούς.

Φυσικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος του προσώπου; Η μύτη και τ’ αυτιά.

Ψυχικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος του προσώπου; Τα μάτια και το στόμα.

Το κίτρινο είναι ο παγκόσμιος κορσές των χρωμάτων. Όταν η φύση θέλει να εμποδίσει ένα χρώμα να «ξεχειλίσει» το περισφίγγει με κίτρινο—πράγμα που μας εξηγεί γιατί οι άνθρωποι έχουν επιλέξει το κίτρινο, προτιμώντας το απ’ οποιοδήποτε άλλο χρώμα, ως σύμβολο της καραντίνας.

Το νερό είναι το ταμπούρλο του ανέμου.

Η αυτοκτονία είναι η αιμομιξία του εγώ.

Το νερό έχει χέρια, μπράτσα, αλλ’ όχι και καρπούς.

 

Το σεξ είναι ένας λαβύρινθος που κανείς δεν έχει ιδεί τον Μινώταυρό του. Αυτή η μάταιη αναζήτηση της ολοκληρωτικής σαρκικής ικανοποίησης στον έρωτα εξηγεί την παρουσία στα όνειρά μας κείνων των άγριων ταύρων που μας κυνηγούν δίχως ποτέ να μας φτάνουν—αντιστροφή ρόλων τόσο οικεία στα όνειρα.

Είναι πιο εύκολο να έχεις παρθένο γέλιο παρά παρθένο χαμόγελο, αφού το γέλιο είναι διανοητικό και το χαμόγελο σεξουαλικό.

Μελάνη της κόρης του ματιού, μελανοδοχείο της ίριδος, στυπόχαρτο του ασπραδιού, γραφείο του προσώπου, καρέκλα του στόματος, δωμάτιο του κορμιού, σπίτι της ψυχής. Η γραφή είναι μια ολική αντανάκλαση του ανθρώπινου όντος.

Ταραγμένα κύματα: το νερό έχει χάσει όλη τη σάρκα του, και δεν είναι πια παρά ένας σωρός από εξαγριωμένα κόκαλα, τένοντες και μύες. Καταρράχτης: τένοντες και μύες έχουν φύγει˙ το νερό εφ’ εξής δεν είναι παρά σκελετός που προσπαθεί ν’ αποδράσει μες από γυάλινο φέρετρο

Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Πίνακες: Anne Moore

 

Tags:

E. L. Doctorow, Χόμερ και Λάνγκλευ

Έλεγαν πως η ισπανική γρίπη έπαιρνε κυρίως νέους, αλλά στη δική μας περίπτωση συνέβη  το αντίθετο. Εγώ γλίτωσα, αν και για ένα διάστημα δεν ένιωθα καλά. Αναγκάστηκα να αναλάβω όλα τα διαδικαστικά σχετικά με τη μητέρα μου, όπως ακριβώς τα ανέλαβε κι εκείνη για τον άνδρα της και μετά πήγε και πέθανε, λες και δεν άντεχε να μείνει μακριά του ούτε λεπτό. Πήγα στο ίδιο γραφείο κηδειών που είχε πάει κι εκείνη. Ήταν επιχείρηση με πολλά λεφτά τότε το να θάβεις τον κόσμο· μετά από τις συνήθεις γλοιώδεις τυπικότητες τα πτώματα μεταφέρθηκαν ταχύτατα στους τάφους από άνδρες που οι πνιχτές φωνές τους μου έδωσαν να καταλάβω ότι φορούσαν ιατρικές μάσκες. Είχαν ανέβει και οι τιμές: Όταν πέθανε η μητέρα μου, η ίδια ακριβώς τελετή που είχε κανονίσει για τον πατέρα μου κόστιζε πλέον τα διπλά. Είχα πολλούς φίλους, ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, αλλά μόνο ένα δυο μακρινά ξαδέρφια εμφανίστηκαν τελικά στην κηδεία, αφού όλοι οι άλλοι έμειναν στα σπίτια τους, κλειδαμπαρωμένοι, ή είχαν να πάνε στις δικές τους κηδείες. Οι γονείς μου θα είναι μαζί εις τον αιώνα τον άπαντα στο κοιμητήριο Γούλντον, λίγο πιο πέρα από το Φόρνταμ, χωριό τότε, που σήμερα ανήκει, όπως και όλη η περιοχή στο Μπρονξ – εφόσον βέβαια δεν συμβεί κανένας σεισμός.

 

Τον καιρό της γρίπης ο Λάνγκλευ ήταν στον πόλεμο, στην Ευρώπη, με την ομάδα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Ήρθε στο σπίτι ένας αξιωματικός του στρατού για να αναγγείλει την είδηση. Είστε σίγουρος ; είπα. Πώς το ξέρετε; Μήπως έτσι μας λέτε με τρόπο ότι σκοτώθηκε; Όχι; Άρα το μόνο που λέτε είναι ότι δεν ξέρετε τίποτα. Συνεπώς γιατί είστε εδώ; Φυσικά και ήταν άσχημη η αντίδρασή μου. Θυμάμαι πως για να ηρεμήσω πήγα στο ντουλάπι που φύλαγε ο πατέρας μου το ουίσκι του και ήπια μια γερή γουλιά από κάτι κατευθείαν από το μπουκάλι. Αναρωτήθηκα μήπως πράγματι ολόκληρη η οικογένειά μου είχε εξολοθρευτεί μέσα σε διάστημα ενός ή δύο μηνών. Αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Ο αδερφός μου δεν ήταν από εκείνους που θα με εγκατέλειπαν. Η άποψη του Λάνγκλευ για τον κόσμο είχε κάτι, κάτι που ενδεχομένως εξευγενίστηκε και αναδείχθηκε πλήρως στο Κολούμπια, κάτι που μπορούσε να μπολιάσει με θεϊκή ασυλία μια μοίρα τόσο κοινότοπη όσο ο θάνατος στο πεδίο της μάχης. Οι αθώοι πέθαιναν, όχι όσοι είχαν γεννηθεί με τη δύναμη της απουσίας ψευδαισθήσεων.Έτσι, άπαξ κι έπεισα τον εαυτό μου για όλα αυτά, όποια και να ήταν η κατάστασή μου, σίγουρα δεν ήταν κατάσταση πένθους. Δεν θρηνούσα. Περίμενα.

E. L. Doctorow, Χόμερ & Λάνγκλευ, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013

Artwork: Christopher Nevinson

 

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Andrei Remnev280Ήμουνα πιο ευτυχισμένος τότε. Όμως, ήμουνα ο ίδιος; Ή, τώρα είμαι αυτός που είμαι; Είκοσι οχτώ χρόνων. Αυτή ήταν είκοσι τριών όταν φύγαμε από την οδό Λόμπαρτ. Κάτι άλλαξε. Ύστερα από τον Ρούντυ δεν εύρισκε καμία ευχαρίστηση όταν το κάναμε. Δεν μπορείς να φέρεις πίσω τις παλιές μέρες. Σαν να θες να κρατήσεις το νερό στις φούχτες σου. Θα ήθελες να ξαναγυρίσεις στα περασμένα; Τότε που μόλις αρχίζαμε. Θα το ήθελες; Δεν είσθε ευτυχισμένος σπίτι σας, καημένο άτακτο μικρό παιδί; Θέλει να μου ράβει τα κουμπιά. Πρέπει να απαντήσω. Θα της γράψω στη Βιβλιοθήκη. Η οδός Γκράφτον, χαρούμενη, με ανοιγμένες τις τέντες της, ερέθισε τις αισθήσεις του. Σταμπαρισμένες μεταξωτές μουσελίνες, κυρίες και χήρες, κουδουνίσματα από χάμουρα, γδούπος οπλών πάνω στο ζεστό πλακόστρωτο. Παχιές πατούσες που έχει αυτή η γυναίκα με τις άσπρες κάλτσες! Εύχομαι η βροχή να τις γεμίσει λάσπες ίσαμε πάνω. Άξεστη χωριάτισσα. Όσο βοδινό κρέας έφαγε, της κατέβηκε όλο στις πατούσες. Η Μόλλυ δεν έχει καλές αναλογίες. Πέρασε χασομερώντας μπροστά από τις βιτρίνες του Μπράουν Τόμας, εμπορία μετάξης. Καταρράχτες από κορδέλες. Μετάξια της Άπω Ανατολής, ελαφριά σαν ατμός. Ο λαιμός μιας γερμένης υδρίας ξέχυνε μια πλημμύρα από κατακόκκινη σαν αίμα ποπλίνα: λουστραρισμένο αίμα. Οι Ουγενότοι την έφεραν στα μέρη μας. La causa è santa! Τάρα, τάρα. Εκπληκτικό αυτό το χορικό. Τάρα. Πρέπει να την πλένεις σε βρόχινο νερό. Του Μέγιερμπηρ. Τάρα ρα μπουμ μπουμ μπουμ.

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, Κεφ. 8, Λαιστρυγόνες, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 206-207, Κέδρος 1990

Artwork:Andrei Remnev

 

Tags:

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Είμαι, λόγου χάρη, τρομερά εγωπαθής. Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σα νάνος, μα, σας βεβαιώνω, μου ’τυχαν κάτι τέτοιες στιγμές, που, αν τύχαινε να μου ’διναν μια φάπα, ίσως να ευχαριστιόμουν γι’ αυτό. Μιλάω σοβαρά: ασφαλώς θα μπορούσα να ’βρισκα και εδώ ένα είδος απόλαυσης. Εννοείται την απόλαυση της απόγνωσης, μα και στην απόγνωση υπάρχουν οι πιο καυτερές απολαύσεις, ιδίως όταν πια νιώθεις βαθιά το αδιέξοδο της κατάστασής σου. Όταν όμως κάποιος φάει μια φάπα, τότε κατακλύζεται από την επίγνωση της ταπείνωσης. Το κυριότερο δεν είναι, όπως κι αν τα πω, ότι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: πως πάντα εγώ βγαίνω πρώτος φταίχτης σ’ όλα και, σαν να λέμε, κατά τους νόμους τους φυσικούς. Γιατί, εν πρώτοις, φταίω με το να είμαι σοφότερος απ’ όλους όσοι με περιτριγυρίζουν. (Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ’ όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι’ αυτό. Τουλάχιστον, σ’ όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.) Και τέλος πάντων φταίω, γιατί, κι αν είχα μεγαλοψυχία, αυτή μονάχα αύξαινε το μαρτύριό μου απ’ τη συναίσθηση τού πόσο ανώφελη ήταν. Βλέπετε, ασφαλώς, τίποτε δεν θα μπορούσα να ’κανα με τη μεγαλοψυχία μου. Μήτε να συγχωρέσω, γιατί κείνος που με πρόσβαλε, μπορεί να το ’κανε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, κι αυτούς πώς να τους συγχωρέσει κανείς; Μήτε να ξεχάσω, γιατί, όσο και να ’ναι φυσικοί νόμοι, η προσβολή είναι προσβολή. Τέλος, κι αν ακόμη ήθελα να μην είμαι μεγαλόψυχος, αλλά απεναντίας πεθυμούσα να εκδικηθώ κείνον που με πρόσβαλε, ούτε τότε θα μπορούσα να εκδικηθώ κανέναν, γιατί, βέβαια, δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι, κι ακόμη μπορούσα.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014

Artwork: Julia Geiser

 

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο

Κι έτσι μ’ όλα τα φώτα σβησμένα, το φεγγάρι βυθισμένο, και μια ψιλή βροχή που χτυπούσε μονότονα στη στέγη, ένα απέραντο σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Τίποτα, καθώς φαινόταν, δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ την πλημμύρα του ερέβους, το κατακλυσμιαίο σκοτάδι, που, γλιστρώντας, μες από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες, τρύπωνε απ’ τα παντζούρια, έμπαινε στις κρεβατοκάμαρες, κατάπινε εδώ μια κανάτα και μια λεκάνη, εκεί ένα βάζο με κόκκινες και κίτρινες ντάλιες, παραπέρα τις αιχμηρές κώχες και τον συμπαγή όγκο μιας σιφονιέρας. Δεν ήταν μόνον τα πράγματα συγκεχυμένα. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, κανένα γνώρισμα σωματικό ή ψυχικό, κανένα σημάδι για να πεις αυτός είναι ή αυτή είναι. Μερικές φορές ένα χέρι σηκωνόταν, σαν να ’θελε ν’ αρπάξει κάτι ή ν’ αποφύγει κάτι ή κάποιος αναστέναζε ή γελούσε, σαν να μοιραζόταν ένα αστείο με το τίποτα. Τίποτα δε σάλευε στο σαλόνι ή στην τραπεζαρία ή στις σκάλες. Μόνο μες απ’ τους σκουριασμένους μεντεσέδες και τα σκεβρωμένα απ’ τη νοτιά ξύλα, κάποιοι αέρηδες, αποκομμένοι από το σώμα του ανέμου (το σπίτι άλλωστε ήταν ξεχαρβαλωμένο), γλιστρούσαν στις γωνιές κι αποτολμούσαν να μπουν στο σπίτι. Μπορούσε κανείς να τους φανταστεί να μπαίνουν στο σαλόνι, ν’ απορούν και ν’ αναρωτιούνται, παίζοντας με την ταπετσαρία που ’χε ξεκολλήσει, να ρωτούν θα κρατήσει κι άλλο; πότε θα πέσει; Και μετά, χαϊδεύοντας τους τοίχους, να περνούν σε βαθιά συλλογή, σαν να ρωτούν τα κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία αν θα ξεθωριάσουν, σαν να ρωτούν ήρεμα, γιατί είχαν όλον τον καιρό στη διάθεσή τους τα σχισμένα γράμματα στο καλάθι των αχρήστων, τα λουλούδια, τα βιβλία, που ήσαν όλα ανοιχτά τώρα μπροστά τους, σαν να ρωτούν είναι σύμμαχοι; είναι εχθροί; πόσο θα κρατήσουν;


Έτσι κι ενώ κάποιο τυχαίο φως από κάποιο ακάλυπτο αστέρι ή πλοίο περιπλανώμενο ή ακόμη κι απ’ το Φάρο, τους οδηγούσε με το χλωμό του πάτημα στο σκαλί και το χαλάκι, οι μικροί αέρηδες ανέβηκαν τη σκάλα και προχώρησαν προσεκτικά προς τις κρεβατοκάμαρες. Αλλά εδώ, βέβαια, έπρεπε να σταματήσουν. Όλα τ’ άλλα μπορούν να σβήσουν και να χαθούν, ό,τι βρίσκεται εδώ είναι ακλόνητο. Εδώ μπορεί κανείς να πει σ’ αυτό το φως που ολισθαίνει, σ’ αυτούς τους αέρηδες που ψηλαφούν, που χουχουλίζουν και γέρνουν πάνω απ’ το κρεβάτι, ενώ δεν μπορείς ν’ αγγίξεις ούτε να χαλάσεις . Οπότε, σαν φαντάσματα, σαν να ’χαν πουπουλένια δάχτυλα και την ανάλαφρη επιμονή του πούπουλου, βαριεστημένα θα κοιτάξουν μια φορά τα κλεισμένα μάτια και τα χαλαρά σφιγμένα δάχτυλα, θα κουκουλωθούν και θα φύγουν. Κι έτσι, ψαύοντας, πασπατεύοντας, προχώρησαν κατά το παράθυρο στο πλατύσκαλο, στις κρεβατοκάμαρες των υπηρετών, στα κασόνια στις σοφίτες• κατεβαίνοντας, ξάσπρισαν τα μήλα στη φρουτιέρα, ψηλάφισαν τα ροδοπέταλα, άγγιξαν τον πίνακα στο καβαλέτο, σκούπισαν το χαλάκι και σκόρπισαν λίγη άμμο στο πάτωμα. Στο τέλος, παρατημένοι, έπαψαν όλοι μαζί, μαζεύτηκαν μαζί, στέναξαν μαζί• όλοι μαζί άφησαν ένα μάταιο, λυπητερό συριγμό. Μια πόρτα στην κουζίνα απάντησε• άνοιξε διάπλατα• στο βρόντο• και βρόντηξε. [Εδώ ο κ. Καρμάικλ, που διάβαζε Βιργίλιο, έσβησε το κερί του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.]

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 142-143, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Εξάντας 1995

Artwork:Jamie Wyeth

.