RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Pierre Michon, Βίος Αντωνίου Πελυσέ

.

Tι συνέβη στην πραγματικότητα κανένας δεν το γνωρίζει· οι γέροι μπορεί να το έμαθαν (δεν το λέω με βεβαιότητα), ύστερα από την παράξενη επίσκεψη του αγγελιαφόρου με το ημίψηλο: αλλά τίποτα δεν θα μας πληροφορήσει ποιος ήταν ούτε ποιο ήταν το μήνυμά του. Ο Αντώνιος υπήρξε ίσως ευτυχής και αμερικανός· ή, ως τρόφιμος κατέργου, εξόχως ενδεδυμένος το ριγωτό σκουφί, μοχθούσε στο λιμάνι του Ροσφόρ «όπου οι κατάδικοι πέθαιναν σωρηδόν»· ή υπήρξε και τα δύο, με τη σειρά που προτιμάτε: μπορεί να μπαρκάρισε κάτω από την απειλή του μαστιγίου στο Σαιν-Μαρτέν-ντε-Ρε με προορισμό την Καγιέν της Αμερικής, για να κάνει πραγματικότητα εκεί μακριά την πατρική μυθοπλασία, καθώς και τις σωφρονιστικές προφητείες τις διάσπαρτές μέσα στη Μανόν Λεσκώ, που είχε διαβάσει με πάθος. Μπορεί όμως και να εξαφανίστηκε μέσα στη χυδαία μοναξιά μιας ταπεινής εργασίας, εμποροϋπάλληλος ή γραφιάς σε ένα ξεθωριασμένο δωμάτιο ξενοδοχείου που το φως ξεχνάει να επισκεφτεί, στα περίχωρα της Λιλ ή του Ελ Πάσο· η αχρησιμοποίητη έπαρσή του δεν θα τον έχει εγκαταλείψει. Ή, τέλος, συγγραφέας αποτυχημένος πριν την ώρα του και που κανένας δεν θα διαβάσει τα κακόμοιρα γραφτά του, θα τελειώσει τη ζωή του όπως και ο νεαρός Λουσιέν Σαρντόν, εάν δεν τον είχε σώσει από τον πνιγμό το στιβαρό χέρι του Βωτρέν: δηλαδή πάλι στο κάτεργο.

.

.

Διότι πιστεύω ότι διέθετε σχεδόν τα πάντα για να γίνει ένας ξεροκέφαλος συγγραφέας: τη γεμάτη αγάπη και τραγικά συντομευμένη παιδική ηλικία, τη θηριώδη περηφάνια, έναν ισχυρογνώμονα άγιο προστάτη, μερικά ζηλόφθονα και εκκλησιαστικά αναγνώσματα, τον Μαλαρμέ και τόσους άλλους ως σύγχρονους, τον εξοβελισμό και την άρνηση του πατέρα· και ως συνήθως δεν έλειπε παρά μια τρίχα, δηλαδή μια διαφορετική παιδική ηλικία, πιο αστική ή πιο εύπορη, θρεμμένη με αγγλικά μυθιστορήματα και με εκθέσεις εμπρεσιονιστών, όπου μια καλλονή μητέρα κρατάει μέσα στο γαντοφορεμένο της χέρι το δικό του, ώστε το όνομα του Αντωνίου Πελυσέ να ηχεί στη μνήμη μας παρόμοια με το όνομα του Αρθούρου Ρεμπώ. Pierre Michon, Βίος Αντωνίου Πελυσέ από το βιβλίο Βίοι ελάσσονες, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000

Πίνακας: Βασίλης Πέρρος

 

Benjamin Péret, Η γη

.

O κόσμος αποτελείται από νερό, γη, αέρα και φωτιά, η δε γη δεν είναι σφαιρική, παρά έχει το σχήμα μπωλ. Είναι το ένα από τα στήθια του ουρανού· το άλλο βρίσκεται στο κέντρο του Γαλαξία. Η γη γεννά τις μύγες, ημερόβια φαντάσματα επιφορτισμένα με τη φύλαξή της όταν κάμνει ζέστη, αφού, όταν πιάσει κρύο, η γη ξηραίνεται, γίνεται κολοκύθα και δεν έχει πλέον χρεία φυλάκων, ενώ κατά το θέρος βγάνει καπνό από τ’ αυτιά και, δίχως τις μύγες που την οδηγούν προς τα ουράνια, τα νέφη θα σέρνονταν πάνω της σαν πατσαβούρες. Όταν ποτίζεται η γη παράγει:

1. To κραγιόν εκ του οποίου εξάγεται το φιλί. Υπάρχουν δύο είδη κραγιόν: το κραγιόν μακρών κυμάτων απ’ όπου προκύπτουν δι’ αποστάξεως οι σημαίες, και το ελαφρύ κραγιόν, που από το άνθος τους γίνεται το φιλί. Το εν λόγω φιλί παράγεται εξ άλλου με δύο διαφορετικούς τρόπους, είτε διά της αποξηράνσεως του κομμένου άνθους κατά την στιγμήν ακριβώς που ανοίγει, είτε διά του αλέσματος του σπόρου, ο οποίος αναδίδει ένα άρωμα εξόχως πτητικό που μετά βίας διατηρείται.

2. Το χαμάμ, που προκύπτει από την ζύμωση της υγρής γης με ξυνόγαλο και κάμνει τέτοιον θόρυβο που έχει σταδιακά περιορισθεί στις ερημικές και μόνον περιοχές.

3. Το βατράχι, που σιγά-σιγά τρώγει τη γη.

4. Το βιολοντσέλο, που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα για τη θεραπεία της αρθρίτιδος, και που, όταν τριφτεί σε σκόνη, έχει μεγάλη ζήτηση για την πλύση φίνων εσωρούχων, καθ’ ότι δεν αλλοιώνει τα χρώματα.

5. Τα γυαλιά μυωπίας, που τα παράγουμε χαυνώνοντας τη γη μες σε κοχλάζον αφέψημα κινέζικου τεΐου και κατόπιν σιγοβράζοντας το όλο μείγμα σε μπαιν μαρί.

Από την υγρή γη παράγονται επίσης πολλά ακόμη πράγματα, όπως η πυξίδα, το λουκάνικο, ο μποξέρ, το σπίρτο, ή πρόταση κ.ά. τα οποία χρησιμοποιούνται ακόμη από τις γιαγιάδες μας, αλλά που πλέον δεν εντοπίζονται παρά μόνον σε παλαιοπωλεία.

Benjamin Péret, Η γη, από το αφήγημα Τα τέσσερα στοιχεία, μτφρ: Σωτήρης Λιόντος, Νίκος Σταμπάκης, περιοδικό Κλήδονας, τχ 1, Σεπτέμβριος 2006 

 Artwork: Diego Max

 

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί

.

Γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος την περπάτησε όλη τη νύχτα, εγώ τα παράτησα, να κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, ανάμεσα στο δρόμο και το χαντάκι, στο λιγοστό χορτάρι, μικρά αργά βήματα, ήχος κανείς, σταματώντας ξανά και ξανά, ας πούμε κάθε δέκα βήματα, μικρά διστακτικά βήματα, για να μη λαχανιάσει, έπειτα ν’ ακούσει, γη σπαρμένη με ερείπια, εγώ τα παράτησα πριν από τη γέννηση,  δεν γίνεται αλλιώς, έπρεπε όμως να υπάρξει γέννηση,  ήταν εκείνος, εγώ ήμουν εντός, τώρα εκείνος σταματά ξανά, ας πούμε για εκατοστή φορά αυτήν τη νύχτα, τούτο δείχνει και την απόσταση που έχει διανύσει, είναι η τελευταία, σκυφτός πάνω στο μπαστούνι του, εγώ είμαι εντός, εκείνος ήταν που έκλαιγε γοερά, εκείνος που είδε το φως, εγώ δεν έκλαψα γοερά, εγώ δεν είδα το φως, το ένα πάνω στ’ άλλο τα χέρια ζυγιάζονται  στο μπαστούνι, το κεφάλι ζυγιάζεται στα χέρια,  έχει  βρει ξανά την αναπνοή του, μπορεί ν’ ακούσει τώρα, ο κορμός οριζόντιος, τα πόδια ανοιχτά, πεσμένα στα γόνατα, το ίδιο παλιό παλτό, άκαμπτες οι άκρες προβάλλουν από πίσω, η μέρα χαράζει, δεν έχει παρά να σηκώσει τα μάτια του, να ανοίξει τα μάτια του, να σηκώσει τα μάτια του, γίνεται ένα με τον φράχτη, μακριά ένα πουλί, ένα λεπτό μετά γραπώνεται και το βάζει στα πόδια, ήταν εκείνος που είχε ζωή, εγώ δεν είχα ζωή, μια ζωή που δεν άξιζε, εξαιτίας μου, αδύνατο να είχα μυαλό  κι εγώ έχω, κάποιος με μαντεύει, μας μαντεύει, εκεί κατέληξε εκείνος, κατέληξε στο τέλος, τον βλέπω με τον νου μου, εκεί να μας μαντεύει, χέρια και κεφάλι ένα μικρός σωρός, οι ώρες περνούν,

εκείνος είναι ακίνητος, αναζητά μια φωνή για μένα, είναι αδύνατο να είχα φωνή, και δεν έχω καμιά, θα  βρει εκείνος  για μένα, δεν θα μου ταιριάζει, θα εξυπηρετεί την ανάγκη, τη δική του ανάγκη, αλλά αρκετά  γι’ αυτόν, εκείνη η εικόνα, ο μικρός σωρός από χέρια και κεφάλι, ο οριζόντιος κορμός, οι αγκώνες που προεξέχουν, τα μάτια κλειστά, και το πρόσωπο ανέκφραστο ν’ ακούει, τα μάτια κρυμμένα κι όλο το πρόσωπο κρυμμένο, εκείνη η εικόνα και τίποτ’ άλλο, να μην αλλάζει ποτέ, γη σπαρμένη με ερείπια, η νύχτα χάνεται, εκείνος το ’χει βάλει στα πόδια, θα οδηγηθεί στον θάνατο, εξαιτίας μου, θα τον ζήσω μαζί του, θα ζήσω τον θάνατό του, το τέλος της ζωής του κι έπειτα τον θάνατό του, βήμα βήμα, τώρα, πώς θα τα βγάλει πέρα, είναι αδύνατο να το γνωρίζω, θα το γνωρίζω, βήμα βήμα, είναι που θα πεθάνει, εγώ δεν θα πεθάνω, δεν θα απομείνει τίποτα από κείνον παρά μόνο κόκαλα, εγώ θα είμαι εντός, τίποτα παρά μόνο λίγα πετραδάκια, εγώ θα είμαι εντός, δεν γίνεται αλλιώς, γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος το ’βαλε στα πόδια μέσα από τον φράχτη, όχι άλλες στάσεις πια, δεν θα ξαναπεί ποτέ εγώ,

εξαιτίας μου, δεν θα μιλήσει σε κανέναν, κανείς δεν θα του μιλήσει, δεν θα μιλήσει στον εαυτό του, δεν έχει απομείνει τίποτα στο κεφάλι του, θα το γεμίζω εγώ με ό,τι χρειάζεται, ό,τι χρειάζεται για να τελειώνει, για να μη λέει πλέον εγώ, για να μην ανοίγει πλέον το στόμα, σύγχυση μνήμης και θρήνου, των αγαπημένων και της ανέφικτης νιότης, κρατώντας γερά το μπαστούνι στη μέση, σκοντάφτει σκυφτός πάνω απ’ τους αγρούς, για μια ζωή δική μου προσπάθησα, μάταια,  ποτέ καμιά παρά μόνο η δική του, χωρίς να αξίζει τίποτα, εξαιτίας μου, εκείνος είπε ότι δεν ήταν ζωή, ήταν, ακόμα είναι, η ίδια, εγώ είμαι εντός, ο ίδιος, θα βάλω πρόσωπα στο κεφάλι του, ονόματα, τόπους, θα τα ανακατέψω όλα μαζί, όλα όσα χρειάζεται για να τελειώνει, φαντάσματα για να τους ξεφύγει, τελευταία φαντάσματα για να τους ξεφύγει και να τα καταδιώκει, θα μπερδέψει τη μητέρα του με πόρνες, τον πατέρα του μ’ έναν εργάτη δρόμων ονόματι Balfe, θα του δώσω ένα γέρικο κοπρόσκυλο, ένα ψωριάρικο κοπρόσκυλο, που να μπορεί να  αγαπήσει ξανά, να χάσει ξανά, γη σπαρμένη με ερείπια, μικρά βήματα πανικού.

Τίτλος πρωτοτύπου: Samuel Beckett, «Αfar a bird» από το The complete short prose 1929-1989

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί, από το βιβλίο, Κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, 7 διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου,  2020

 

Tags:

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια

.

Έντεκα η ώρα. Χτύπημα στην πόρτα. …Ελπίζω να μη σας ενόχλησα κυρία. Δεν κοιμόσαστε, έτσι δεν είναι; Μα τώρα μόλις σέρβιρα το τσάι στην κυρά μου και περίσσεψε ένα  φλυτζάνι  τόσο ωραίο τσάι  που σκέφτηκα , ίσως… Κάθε  άλλο κυρία. Πάντα το τελευταίο που κάνω είναι να της ετοιμάσω ένα φλυτζάνι τσάι . Το πίνει στο κρεβάτι μετά την προσευχή για να ζεσταθεί. Βάζω το τσαγερό στη φωτιά κι  όταν εκείνη γονατίζει του λέω: «Τώρα εσύ δε χρειάζεται να βιαστείς να πεις τη δική σου προσευχή». Μα αυτό πάντα βράζει προτού η κυρά μου φτάσει στα μισά. Βλέπετε, κυρία, γνωρίζουμε τόσο κόσμο και πρέπει να προσευχηθούμε για όλους. Η κυρά μου κρατά μια λίστα με ονόματα σ΄ ένα μικρό κόκκινο βιβλίο. Ω, Θεέ μου! Κάθε φορά που κάποιος καινούριος θα ’ρθει να μας δει, η κυρά μου μού λέει μετά: «Έλεν, δώσε μου το κόκκινο βιβλιαράκι», και εγώ τρελαίνομαι, πραγματικά. «Να, ακόμα ένας», σκέφτομαι, «που θα την κρατάει ξάγρυπνη βρέξει χιονίσει». Και δεν βάζει, ξέρετε κυρία, μαξιλάρι˙ γονατίζει πάνω στο σκληρό χαλί. Την ξέρω καλά και με εκνευρίζει πολύ που τη βλέπω έτσι. Προσπάθησα να τη ξεγελάσω˙ έβαλα χάμω το πουπουλένιο πάπλωμα. Την πρώτη όμως φορά που το έκανα – ω! μου ’ριξε ένα  βλέμμα – σαν αγίας, κυρία. «Είχε ο Κύριός μας πουπουλένιο στρώμα, Έλεν;» είπε. Μα εγώ, που ήμουν νεότερη τότε, ένιωσα την ανάγκη να της πω: «Όχι, αλλά ο Κύριός μας δεν είχε την ηλικία σας και δεν ήξερε πώς είναι να έχει κανείς το λουμπάγκο σας». Χυδαίο, ε; Μα είναι τόσο καλή, ξέρετε, κυρία. Τώρα που την τακτοποίησα στο κρεβάτι και την είδα ξαπλωμένη με τα χέρια έξω απ’ το σεντόνι και το κεφάλι της στο μαξιλάρι –τόσο όμορφη– δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ: «Τώρα μοιάζεις σαν την αγαπημένη σου μητέρα  όταν την ετοίμασα νεκρή».

.

.

Ναι κυρία, τ’ άφησαν όλα πάνω μου. Αχ, πράγματι  έδειχνε τόσο γλυκιά. Της χτένισα τα μαλλιά, αφήνοντας γύρω από το μέτωπό της απαλές μπουκλίτσες και μόνο στη μια πλευρά του λαιμού της έβαλα ένα μπουκετάκι όμορφους μωβ πανσέδες. Αυτοί οι πανσέδες την έκαναν να μοιάζει με ζωγραφιά, κυρία. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Και απόψε που κοίταξα την κυρά μου σκέφτηκα: «Αν τώρα υπήρχαν και οι πανσέδες, κανείς δεν θα τις ξεχώριζε»… Μόνο πέρσι, κυρία. Μόνο πέρσι που, όπως  λέμε, τα ’χασε λιγάκι. Βέβαια, ποτέ δεν έγινε επικίνδυνη˙ ήταν μια γλυκύτατη γριά κυρία. Μα σαν να της μπήκε η ιδέα πως κάτι είχε χάσει. Δεν μπορούσε να κάτσει σε ησυχία, δεν είχε στασιό. Όλη μέρα πάνω κάτω, πάνω κάτω˙ τη συναντούσες παντού, στις σκάλες, στη βεράντα, πηγαίνοντας για την κουζίνα. Και σε κοιτούσε στα μάτια και σου ’λεγε σαν μικρό παιδί: «Το έχασα, το έχασα». «Ελάτε τώρα», της έλεγα, «ελάτε και θα σας ρίξω εγώ την πασιέντζα σας». Μα μ’ έπιανε απ’ το χέρι, ήμουν βλέπετε η συμπάθειά της, και μου ψιθύριζε: «Βρες το μου Έλεν. Βρες μου το». Λυπηρό, δεν είναι;  …Όχι, δεν συνήλθε ποτέ, κυρία. Στο τέλος έπαθε εγκεφαλικό. Τα τελευταία της λόγια ήταν – πολύ σιγανά: «Κοίταξε μέσα – στο– Κοίταξε  μέσα –». Και ξεψύχησε.

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια, από το βιβλίο Εξ αρχής το πρόβλημα, δύο διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου, 2019

Artwork: Βrand Kunkle

 

Tags:

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη

.

Τη φορά αυτή θυμάμαι πως ήμουν ξαπλωμένος στο δρύινο καμαράκι και άκουγα καθαρά τον άνεμο που λυσσομανούσε και τη χιονοθύελλα. Άκουγα επίσης το κλωνάρι του έλατου να επαναλαμβάνει τον μονότονο ήχο του, και απόδωσα τον θόρυβο στο ακριβές αίτιο. Αλλά με ενοχλούσε τόσο ώστε αποφάσισα, αν γινόταν, να το σιγάσω. Και φαντάστηκα πως σηκώθηκα και δοκίμασα να ξεμανταλώσω το δίφυλλο. Αλλά ο γάντζος είχε συγκολληθεί στο σίδερο της βάσης, γεγονός που το είχα παρατηρήσει όταν ήμουν ξύπνιος, αλλά το είχα ξεχάσει. «Και όμως θα το σταματήσω», μουρμούρισα, σπάζοντας με τη γροθιά μου το τζάμι, και τέντωσα το χέρι για ν’ αδράξω το ενοχλητικό κλαδί. Έκπληκτος ένιωσα τα δάχτυλά μου να κλείνουν γύρω από τα δάχτυλα ενός μικρού, παγωμένου χεριού. Η ανείπωτη φρίκη του εφιάλτη με κυρίεψε. Έκανα να τραβήξω πίσω το χέρι μου, αλλά το χεράκι δεν μου το άφηνε, και μια βαθύτατα θλιμμένη φωνή είπε κλαίγοντας:

«Άσε με να μπω! Άσε με να μπω!» «Ποια είσαι;», ρώτησα πασχίζοντας να ελευθερωθώ. «Η Κάθριν Λίντον», απάντησε τρέμοντας –(Πώς ήρθε στο μυαλό μου το Λίντον και όχι το Έρνσω, που το είχα διαβάσει περισσότερες φορές;) «Γύρισα σπίτι, χάθηκα στα χερσοτόπια!»

Καθώς μιλούσε, διέκρινα θολά το πρόσωπο ενός παιδιού που κοίταζε μέσ’ απ’ το παράθυρο. Ο τρόμος μ’ έκανε άσπλαχνο. Βλέποντας πόσο μάταιες ήταν οι προσπάθειές μου ν’ αποσείσω το πλάσμα, έσυρα τον καρπό του χεριού του μπρος-πίσω πάνω στα σπασμένα τζάμια, ωσότου το αίμα έτρεξε και μούσκεψε τα στρωσίδια του κρεβατιού. Κι ακόμη θρηνούσε «άσε με να μπω!»

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Άγρα, 2011.

Πίνακας: Caspar David Friedrich

 

Έντγαρ Άλλαν Πόε, Λίγα λόγια για τις μυστικές γραφές

.

[…] Ορισμένοι πιστεύουν πως δεν είναι καθόλου εύκολο να παραχθούν μυστικές γραφές που ανθίστανται στην αποκάλυψη των μεθόδων τους. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να δημιουργήσει γρίφους τους οποίους δεν θα μπορούσε να προσπελάσει η ανθρώπινη διάνοια. Μολαταύτα, η ευχέρεια με την οποία αποκρυπτογραφούνται τέτοιου είδους κείμενα καταδεικνύει ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές από διάνοια σε διάνοια. Συχνά, ενώ δύο άτομα έχουν καταφανώς την ίδια πνευματική ικανότητα στην επίλυση συνηθισμένων προβλημάτων, το ένα σαστίζει μπροστά στον πιο κοινότοπο γρίφο, σε αντίθεση με το άλλο, που δεν κομπιάζει ούτε στιγμή μπροστά στον πιο δυσνόητο. Γενικά, μπορούμε να πούμε πως σε τέτοιου είδους έρευνες, η αναλυτική ικανότητα ενεργοποιείται με εξαιρετική δριμύτητα. Γι’ αυτό η αποκρυπτογράφηση θα έπρεπε να εισαχθεί στις ακαδημίες, ως μέσο τόνωσης της υψηλότερης ανθρώπινης δύναμης. […]

Έντγαρ Άλλαν Πόε, Λίγα λόγια για τις μυστικές γραφές/ άρθρο του Πόε που δημοσιεύτηκε το 1841 [από το επίμετρο της έκδοσης]Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος, μτφρ.: Π. Ακριβός, επιμέλεια: Αλέξανδρος Μωραΐτης , εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004

Artwork: Βrand Kunkle

 

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος

.

Με βαριά καρδιά συνόδευσα το φίλο μου. Ξεκινήσαμε κατά τις τέσσερις· ο Λεγκράν, ο Δίας, ο σκύλος κι εγώ. Ο Δίας κουβαλούσε μαζί του το δρεπάνι και το τσαπί, επιμένοντας να τα κρατάει αυτός, περισσότερο από φόβο –όπως μου φάνηκε– να τα εμπιστευτεί στα χέρια του αφέντη του, παρά από υπερβολική εργατικότητα ή διάθεση εξυπηρέτησης. Το πείσμα του είχε κορυφωθεί κι αυτό το «καταραμένο ζουζούνι» ήσαν οι μόνες λέξεις που ξέφευγαν από τα χείλη του σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.  Εγώ κρατούσα δύο συσκοτισμένα φανάρια, ενώ ο Λεγκράν περιοριζόταν αν έχει το σκαραβαίο, που τον μετέφερε γαντζωμένο στην άκρη ενός μαστιγίου, στριφογυρίζοντάς το μπρος πίσω, σαν ταχυδακτυλουργός. Όταν είδα αυτό το τελευταίο απτό δείγμα της παραφροσύνης του φίλου μου, μόλις που κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Πάντως, θεώρησα προτιμότερο να συμμορφωθώ με τη φαντασία του –τουλάχιστον προς το παρόν– ώσπου να μπορέσω να πάρω δραστικότερα μέτρα, με μια κάποια ελπίδα επιτυχίας. Στο μεταξύ, μάταια προσπάθησα να τον βολιδοσκοπήσω σχετικά με το αντικείμενο της εκστρατείας μας. Από τη στιγμή που πέτυχε να με καταφέρει να τον συνοδεύσω, φαινόταν απρόθυμος να συζητήσει οποιοδήποτε θέμα μικρότερης σημασίας, και αποκρινόταν σ’ όλες μου τις ερωτήσεις μ’ ένα «θα δούμε».

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος, μτφρ.: Π. Ακριβός, επιμέλεια: Αλέξανδρος Μωραΐτης  σελ. 42-43, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004  

Artwork: Βrand Kunkle

 

Xavier de Moulins, O γατούλης πέθανε

Σ’ αρπάξαμε απ’ τη μητέρα και την αδελφή σου σε λιγότερο από δέκα λεπτά, στην αρχή πόνεσε λιγάκι η καρδιά μας, κι ύστερα ασχοληθήκαμε με άλλα πράγματα, ασχοληθήκαμε με σένα. Ταξίδεψες μια χαρά μέσα στο κλουβί σου. Ήσυχος. Και τρομοκρατημένος. Η Κλαιρ σε χάιδευε μέσα από τα καγκελάκια και καθώς έτρεμες από τον φόβο και τη φρίκη στο βάθος του κλουβιού σου, άνοιξε το παράθυρό της για να μπει το αεράκι και να σου φέρει λίγο άρωμα συντροφικότητας. Για να χαλαρώσεις, σου έβαλα να ακούσεις τις Γυμνοπαιδίες του Ερίκ Σατί και την αγαπημένη μου Γκνοσιέν αριθ. Ι. Η βροχή έπεφτε ορμητικά· τα φορτηγά βροντούσαν υπόκωφα στις λακκούβες του δρόμου, καθώς τα προσπερνούσαμε για να φτάσουμε πιο γρήγορα, ανυπομονώντας να σου δείξουμε το σπίτι σου και να σε συστήσουμε στις άλλες κόρες μου που σε περίμεναν αδημονώντας. Τη Ζελί, τη μικρότερη αδελφή της Κλαιρ και την Άλμα, την πρωτότοκή μου, που γνωρίζει τα πάντα για τις γάτες, αφού στο σπίτι της μητέρας της, της πρώτης μου γυναίκας, οι κεραμιδόγατοι συγκατοικούν μ’ ένα μπασταρδόσκυλο τεραστίων διαστάσεων. Μαζί της δεν θα νιώσεις έξω από τα νερά σου.

Η βροχή σταματάει. Το ουράνιο τόξο σχεδιάζει μιαν αψίδα, κι εμείς περνάμε από κάτω. Η καρδιά μου ανοίγει, βλέπω την τύχη, την ευτυχία να μου χαμογελάει. Ακόμη ένα σημάδι. Δεν είναι γραμμένο στο μικρό σου κεφαλάκι, ωστόσο κάτι ξέρεις ήδη απ’ τη ζωή. Ότι οι ανθρώπινοι έρωτες είναι πολύ πιο περίπλοκοι από τους γατίσιους. Ότι αντίθετα από μας, οι γάτες έχουν μια τρομερή αυτοεκτίμηση, αγαπούν τον εαυτό τους πάνω απ’ όλα και δεν περιμένουν κάποιον άλλον να τις αγαπήσει για δύο, να καλύψει τα κενά τους, τις ανοιχτές πληγές του παρελθόντος τους, τα βαθουλώματα στους προφυλακτήρες της ψυχής τους που έχουν γίνει από άλλους, πολύ πριν. Και λίγα λέω. Οι γάτες δεν παίζουν τέτοια καταστροφικά παιχνίδια, οι γάτες δεν κάνουν ποταπούς υπολογισμούς, οι γάτες δεν αναμειγνύουν αγάπη και ενοχές, οι γάτες δεν σε υποχρεώνουν να πληρώσεις τον λογαριασμό, οι γάτες δεν απογοητεύονται ποτέ, οι γάτες δεν περιμένουν ανταλλάγματα όταν δίνουν, οι γάτες δεν εκδικούνται, οι γάτες αγαπούν παραμένοντας ανεξάρτητες, ανάμεσά τους δεν υπάρχει σχεδόν ζήλια κι ακόμα λιγότερο διατροφή λόγω διαζυγίου, δεν καταφεύγουν σε δικηγόρο για την επιμέλεια των παιδιών ούτε σε ψυχαναλυτή για να μάθουν να αγαπούν λιγάκι τον εαυτό τους. Οι γάτες αγαπούν εκτός συμβολαίου. Όλα είναι πιο εύκολα, λιγότερο ή περισσότερο, στον κόσμο τους. […]

Δεν είναι παρά μια γάτα. Δεν θα δακρύσουμε πάνω από έναν τάφο, δεν θα κλάψουμε για τη μοίρα σου. Δεν είναι παρά μια γάτα. Και για τα παιδιά, όλα θα πάνε καλά. «Τα πιτσιρίκια τα καταφέρνουν πάντα», συμπληρώνει Εκείνη στο τέλος. Ανακάθομαι και καταπιανόμαστε με σοβαρά πράγματα, για μια ακόμα φορά και για πάντα: η βία των ανθρώπων είναι καλύτερο θέμα από το πένθος για έναν γατούλη. Δεν σταματάω να φωνάζω το όνομά σου μέσα στο κεφάλι μου, και δεν της απαντώ. Την αγαπώ πάρα πολύ για να της θυμώσω, οπότε τη λυπάμαι. Εκείνη είπε αυτήν τη φράση για σένα, επειδή δεν σε γνώριζε. Εκείνη είναι η απόδειξη πως δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Εκείνη έχει πολλά προτερήματα αλλά όχι γάτα στο σπίτι, δεν δοκίμασε ποτέ αυτή την εμπειρία, αυτή την υπέροχη χαρά να έχεις στα πόδια σου έναν διώκτη της μελαγχολίας, έναν υπέροχο καρδιοκατακτητή, έναν θωπευτή της ψυχής, ένα ζώο της λύπης. Εκείνη αγνοεί ότι οι γάτες σώζουν τον κόσμο. Αν μετρούσες την έκταση των πραγμάτων για τα οποία μιλούν οι άνθρωποι χωρίς να γνωρίζουν, θα διαπίστωνες πως είναι μεγάλη όσο το άπειρο. Ενώ εσύ, γατούλη, δεν μιλούσες ποτέ χωρίς να ξέρεις, αφού, πριν ανοίξεις το στόμα σου, ένιωθες. Αν οι άνθρωποι ένιωθαν πριν να μιλήσουν ή να γράψουν, το αποτέλεσμα θα ήταν η σιωπή και ίσως η γαλήνη. Εκείνη τη μέρα, η πετρωμένη μου καρδιά νιαούρισε μέσα στο κεφάλι μου τη θύμησή σου. Δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς, παρά μόνο γουργουρίζοντας. Δεν είσαι παρά μια γάτα. […]

Xavier de Moulins, O γατούλης πέθανε, αφήγημα, σελ. 35-37 και 57-58, Εκδόσεις Στερέωμα, 2021

Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό μου αρχείο. Εικονίζεται ο Τσάρλυ. Έφυγε για τον γατοπαράδεισο τον Φεβρουάριο του 2021.

.

 

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη

.

Πρώτα πρώτα είχε χάσει ό,τι καλό είχε κερδίσει κάποτε από τα μαθήματα. Η αδιάκοπη και σκληρή καθημερινή εργασία, από το πρωί ως το βράδυ, τού είχε σβήσει κάθε έφεση για γνώση και κάθε ενδιαφέρον για τα βιβλία και τη μάθηση. Το αίσθημα ανωτερότητας που είχα σαν παιδί, αποτέλεσμα της εύνοιας που του έδειχνε ο γερο-Έρνσω, είχε χαθεί. Πάλεψε για πολύν καιρό να διατηρήσει την ισοτιμία με την Κάθυ στη μελέτη, ωσότου τελικά παραιτήθηκε με πικρό και βουβό παράπονο. Αλλά παραιτήθηκε εντελώς, και τίποτε δεν τον ώθησε να κάνει ένα βήμα να ανορθωθεί όταν κατάλαβε ότι, κατ’ ανάγκην, θα έπεφτε ακόμη πιο χαμηλά. Και τότε η εμφάνισή του άρχισε να συμφωνεί με την πνευματική του εξαχρείωση. Έσερνε το βήμα του, καμπούριαζε, και γενικά το παρουσιαστικό του ήταν άθλιο. Η φυσική επιφυλακτικότητά του εξελίχθηκε σε υποχονδριακή ακοινωνησία και κατήφεια, μέχρι του σημείου να αντλεί ευχαρίστηση προκαλώντας την αντιπάθεια μάλλον παρά κερδίζοντας την εκτίμηση των λίγων ανθρώπων που τον γνώριζαν. Με την Κάθριν έκανε ακόμη παρέα τις ώρες της σχόλης, αλλά είχε πάψει να εκφράζει την αγάπη του με λόγια, και απωθούσε με θυμό και καχυποψία τα κοριτσίστικα χάδια της, σαν να πίστευε ότι αυτές οι θερμές εκδηλώσεις δεν μπορεί να ήταν γνήσιες. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, ενώ βοηθούσα τη δεσποινίδα να ντυθεί, ο Χήθκλιφ γύρισε στο σπίτι για να αναγγείλει την πρόθεσή του να τεμπελιάσει. Η Κάθυ δεν το είχε υπολογίσει και, με τη σκέψη ότι θα είχε όλο το σπίτι στη διάθεσή της, είχε καταφέρει να μηνύσει στον κύριο Έντγκαρ ότι ο αδελφός της θα έλειπε και ετοιμαζόταν να τον υποδεχθεί.

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη, μτφρ.: Άρης Μπερλής,σελ. 134-135 εκδόσεις Άγρα, 2011

Πίνακας: Edvard Munch

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Καθότι τόσο ντελικάτες, τόσο μυστηριακές οι γυναίκες, είπε ο Πατέρας. Μια λεπταίσθητη ισορροπία περιοδικού ρύπου ανάμεσα σε δυο φεγγάρια σ’ εκκρεμότητα. Σελήνη. Σελήνες, είπε, φεγγάρια στη γέμιση, κίτρινα όπως η σελήνη του θερισμού και του Αυγούστου οι γοφοί της οι γλουτοί της. Έξω έξω απ’ αυτούς πάντοτε πλην όμως. Κίτρινο. Σαν πατούσες ποδιών απ’ το περπάτημα κάπως. Ύστερα πληροφορείσαι πως όλα αυτά τα μυστηριακά και τα επιβλητικά κάποιον άντρα έκρυβαν. Πως όλα αυτά τα εσώτερα σχημάτιζαν μία εξωτερική τρυφερότητα που προσδοκά ένα άγγιγμα για να. Υδαρής σήψη σαν πνιγμένα αντικείμενα που επιπλέουν, σαν ξεπλυμένο ελαστικό μισογεμισμένο, και αρχίζει να κολλάει μυρωδιά από αγιόκλημα όλα μαζύ ανάκατα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 153, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Daria Petrilli

.

Σε αυτό το λινκ η πρόσφατη ταινία