RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

E. L. Doctorow, Χόμερ και Λάνγκλευ

Έλεγαν πως η ισπανική γρίπη έπαιρνε κυρίως νέους, αλλά στη δική μας περίπτωση συνέβη  το αντίθετο. Εγώ γλίτωσα, αν και για ένα διάστημα δεν ένιωθα καλά. Αναγκάστηκα να αναλάβω όλα τα διαδικαστικά σχετικά με τη μητέρα μου, όπως ακριβώς τα ανέλαβε κι εκείνη για τον άνδρα της και μετά πήγε και πέθανε, λες και δεν άντεχε να μείνει μακριά του ούτε λεπτό. Πήγα στο ίδιο γραφείο κηδειών που είχε πάει κι εκείνη. Ήταν επιχείρηση με πολλά λεφτά τότε το να θάβεις τον κόσμο· μετά από τις συνήθεις γλοιώδεις τυπικότητες τα πτώματα μεταφέρθηκαν ταχύτατα στους τάφους από άνδρες που οι πνιχτές φωνές τους μου έδωσαν να καταλάβω ότι φορούσαν ιατρικές μάσκες. Είχαν ανέβει και οι τιμές: Όταν πέθανε η μητέρα μου, η ίδια ακριβώς τελετή που είχε κανονίσει για τον πατέρα μου κόστιζε πλέον τα διπλά. Είχα πολλούς φίλους, ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, αλλά μόνο ένα δυο μακρινά ξαδέρφια εμφανίστηκαν τελικά στην κηδεία, αφού όλοι οι άλλοι έμειναν στα σπίτια τους, κλειδαμπαρωμένοι, ή είχαν να πάνε στις δικές τους κηδείες. Οι γονείς μου θα είναι μαζί εις τον αιώνα τον άπαντα στο κοιμητήριο Γούλντον, λίγο πιο πέρα από το Φόρνταμ, χωριό τότε, που σήμερα ανήκει, όπως και όλη η περιοχή στο Μπρονξ – εφόσον βέβαια δεν συμβεί κανένας σεισμός.

 

Τον καιρό της γρίπης ο Λάνγκλευ ήταν στον πόλεμο, στην Ευρώπη, με την ομάδα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Ήρθε στο σπίτι ένας αξιωματικός του στρατού για να αναγγείλει την είδηση. Είστε σίγουρος ; είπα. Πώς το ξέρετε; Μήπως έτσι μας λέτε με τρόπο ότι σκοτώθηκε; Όχι; Άρα το μόνο που λέτε είναι ότι δεν ξέρετε τίποτα. Συνεπώς γιατί είστε εδώ; Φυσικά και ήταν άσχημη η αντίδρασή μου. Θυμάμαι πως για να ηρεμήσω πήγα στο ντουλάπι που φύλαγε ο πατέρας μου το ουίσκι του και ήπια μια γερή γουλιά από κάτι κατευθείαν από το μπουκάλι. Αναρωτήθηκα μήπως πράγματι ολόκληρη η οικογένειά μου είχε εξολοθρευτεί μέσα σε διάστημα ενός ή δύο μηνών. Αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Ο αδερφός μου δεν ήταν από εκείνους που θα με εγκατέλειπαν. Η άποψη του Λάνγκλευ για τον κόσμο είχε κάτι, κάτι που ενδεχομένως εξευγενίστηκε και αναδείχθηκε πλήρως στο Κολούμπια, κάτι που μπορούσε να μπολιάσει με θεϊκή ασυλία μια μοίρα τόσο κοινότοπη όσο ο θάνατος στο πεδίο της μάχης. Οι αθώοι πέθαιναν, όχι όσοι είχαν γεννηθεί με τη δύναμη της απουσίας ψευδαισθήσεων.Έτσι, άπαξ κι έπεισα τον εαυτό μου για όλα αυτά, όποια και να ήταν η κατάστασή μου, σίγουρα δεν ήταν κατάσταση πένθους. Δεν θρηνούσα. Περίμενα.

E. L. Doctorow, Χόμερ & Λάνγκλευ, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013

Artwork: Christopher Nevinson

 

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Andrei Remnev280Ήμουνα πιο ευτυχισμένος τότε. Όμως, ήμουνα ο ίδιος; Ή, τώρα είμαι αυτός που είμαι; Είκοσι οχτώ χρόνων. Αυτή ήταν είκοσι τριών όταν φύγαμε από την οδό Λόμπαρτ. Κάτι άλλαξε. Ύστερα από τον Ρούντυ δεν εύρισκε καμία ευχαρίστηση όταν το κάναμε. Δεν μπορείς να φέρεις πίσω τις παλιές μέρες. Σαν να θες να κρατήσεις το νερό στις φούχτες σου. Θα ήθελες να ξαναγυρίσεις στα περασμένα; Τότε που μόλις αρχίζαμε. Θα το ήθελες; Δεν είσθε ευτυχισμένος σπίτι σας, καημένο άτακτο μικρό παιδί; Θέλει να μου ράβει τα κουμπιά. Πρέπει να απαντήσω. Θα της γράψω στη Βιβλιοθήκη. Η οδός Γκράφτον, χαρούμενη, με ανοιγμένες τις τέντες της, ερέθισε τις αισθήσεις του. Σταμπαρισμένες μεταξωτές μουσελίνες, κυρίες και χήρες, κουδουνίσματα από χάμουρα, γδούπος οπλών πάνω στο ζεστό πλακόστρωτο. Παχιές πατούσες που έχει αυτή η γυναίκα με τις άσπρες κάλτσες! Εύχομαι η βροχή να τις γεμίσει λάσπες ίσαμε πάνω. Άξεστη χωριάτισσα. Όσο βοδινό κρέας έφαγε, της κατέβηκε όλο στις πατούσες. Η Μόλλυ δεν έχει καλές αναλογίες. Πέρασε χασομερώντας μπροστά από τις βιτρίνες του Μπράουν Τόμας, εμπορία μετάξης. Καταρράχτες από κορδέλες. Μετάξια της Άπω Ανατολής, ελαφριά σαν ατμός. Ο λαιμός μιας γερμένης υδρίας ξέχυνε μια πλημμύρα από κατακόκκινη σαν αίμα ποπλίνα: λουστραρισμένο αίμα. Οι Ουγενότοι την έφεραν στα μέρη μας. La causa è santa! Τάρα, τάρα. Εκπληκτικό αυτό το χορικό. Τάρα. Πρέπει να την πλένεις σε βρόχινο νερό. Του Μέγιερμπηρ. Τάρα ρα μπουμ μπουμ μπουμ.

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, Κεφ. 8, Λαιστρυγόνες, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 206-207, Κέδρος 1990

Artwork:Andrei Remnev

 

Tags:

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Είμαι, λόγου χάρη, τρομερά εγωπαθής. Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σα νάνος, μα, σας βεβαιώνω, μου ’τυχαν κάτι τέτοιες στιγμές, που, αν τύχαινε να μου ’διναν μια φάπα, ίσως να ευχαριστιόμουν γι’ αυτό. Μιλάω σοβαρά: ασφαλώς θα μπορούσα να ’βρισκα και εδώ ένα είδος απόλαυσης. Εννοείται την απόλαυση της απόγνωσης, μα και στην απόγνωση υπάρχουν οι πιο καυτερές απολαύσεις, ιδίως όταν πια νιώθεις βαθιά το αδιέξοδο της κατάστασής σου. Όταν όμως κάποιος φάει μια φάπα, τότε κατακλύζεται από την επίγνωση της ταπείνωσης. Το κυριότερο δεν είναι, όπως κι αν τα πω, ότι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: πως πάντα εγώ βγαίνω πρώτος φταίχτης σ’ όλα και, σαν να λέμε, κατά τους νόμους τους φυσικούς. Γιατί, εν πρώτοις, φταίω με το να είμαι σοφότερος απ’ όλους όσοι με περιτριγυρίζουν. (Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ’ όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι’ αυτό. Τουλάχιστον, σ’ όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.) Και τέλος πάντων φταίω, γιατί, κι αν είχα μεγαλοψυχία, αυτή μονάχα αύξαινε το μαρτύριό μου απ’ τη συναίσθηση τού πόσο ανώφελη ήταν. Βλέπετε, ασφαλώς, τίποτε δεν θα μπορούσα να ’κανα με τη μεγαλοψυχία μου. Μήτε να συγχωρέσω, γιατί κείνος που με πρόσβαλε, μπορεί να το ’κανε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, κι αυτούς πώς να τους συγχωρέσει κανείς; Μήτε να ξεχάσω, γιατί, όσο και να ’ναι φυσικοί νόμοι, η προσβολή είναι προσβολή. Τέλος, κι αν ακόμη ήθελα να μην είμαι μεγαλόψυχος, αλλά απεναντίας πεθυμούσα να εκδικηθώ κείνον που με πρόσβαλε, ούτε τότε θα μπορούσα να εκδικηθώ κανέναν, γιατί, βέβαια, δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι, κι ακόμη μπορούσα.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014

Artwork: Julia Geiser

 

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο

Κι έτσι μ’ όλα τα φώτα σβησμένα, το φεγγάρι βυθισμένο, και μια ψιλή βροχή που χτυπούσε μονότονα στη στέγη, ένα απέραντο σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Τίποτα, καθώς φαινόταν, δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ την πλημμύρα του ερέβους, το κατακλυσμιαίο σκοτάδι, που, γλιστρώντας, μες από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες, τρύπωνε απ’ τα παντζούρια, έμπαινε στις κρεβατοκάμαρες, κατάπινε εδώ μια κανάτα και μια λεκάνη, εκεί ένα βάζο με κόκκινες και κίτρινες ντάλιες, παραπέρα τις αιχμηρές κώχες και τον συμπαγή όγκο μιας σιφονιέρας. Δεν ήταν μόνον τα πράγματα συγκεχυμένα. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, κανένα γνώρισμα σωματικό ή ψυχικό, κανένα σημάδι για να πεις αυτός είναι ή αυτή είναι. Μερικές φορές ένα χέρι σηκωνόταν, σαν να ’θελε ν’ αρπάξει κάτι ή ν’ αποφύγει κάτι ή κάποιος αναστέναζε ή γελούσε, σαν να μοιραζόταν ένα αστείο με το τίποτα. Τίποτα δε σάλευε στο σαλόνι ή στην τραπεζαρία ή στις σκάλες. Μόνο μες απ’ τους σκουριασμένους μεντεσέδες και τα σκεβρωμένα απ’ τη νοτιά ξύλα, κάποιοι αέρηδες, αποκομμένοι από το σώμα του ανέμου (το σπίτι άλλωστε ήταν ξεχαρβαλωμένο), γλιστρούσαν στις γωνιές κι αποτολμούσαν να μπουν στο σπίτι. Μπορούσε κανείς να τους φανταστεί να μπαίνουν στο σαλόνι, ν’ απορούν και ν’ αναρωτιούνται, παίζοντας με την ταπετσαρία που ’χε ξεκολλήσει, να ρωτούν θα κρατήσει κι άλλο; πότε θα πέσει; Και μετά, χαϊδεύοντας τους τοίχους, να περνούν σε βαθιά συλλογή, σαν να ρωτούν τα κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία αν θα ξεθωριάσουν, σαν να ρωτούν ήρεμα, γιατί είχαν όλον τον καιρό στη διάθεσή τους τα σχισμένα γράμματα στο καλάθι των αχρήστων, τα λουλούδια, τα βιβλία, που ήσαν όλα ανοιχτά τώρα μπροστά τους, σαν να ρωτούν είναι σύμμαχοι; είναι εχθροί; πόσο θα κρατήσουν;


Έτσι κι ενώ κάποιο τυχαίο φως από κάποιο ακάλυπτο αστέρι ή πλοίο περιπλανώμενο ή ακόμη κι απ’ το Φάρο, τους οδηγούσε με το χλωμό του πάτημα στο σκαλί και το χαλάκι, οι μικροί αέρηδες ανέβηκαν τη σκάλα και προχώρησαν προσεκτικά προς τις κρεβατοκάμαρες. Αλλά εδώ, βέβαια, έπρεπε να σταματήσουν. Όλα τ’ άλλα μπορούν να σβήσουν και να χαθούν, ό,τι βρίσκεται εδώ είναι ακλόνητο. Εδώ μπορεί κανείς να πει σ’ αυτό το φως που ολισθαίνει, σ’ αυτούς τους αέρηδες που ψηλαφούν, που χουχουλίζουν και γέρνουν πάνω απ’ το κρεβάτι, ενώ δεν μπορείς ν’ αγγίξεις ούτε να χαλάσεις ούτε να χαλάσεις. Οπότε, σαν φαντάσματα, σαν να ’χαν πουπουλένια δάχτυλα και την ανάλαφρη επιμονή του πούπουλου, βαριεστημένα θα κοιτάξουν μια φορά τα κλεισμένα μάτια και τα χαλαρά σφιγμένα δάχτυλα, θα κουκουλωθούν και θα φύγουν. Κι έτσι, ψαύοντας, πασπατεύοντας, προχώρησαν κατά το παράθυρο στο πλατύσκαλο, στις κρεβατοκάμαρες των υπηρετών, στα κασόνια στις σοφίτες• κατεβαίνοντας, ξάσπρισαν τα μήλα στη φρουτιέρα, ψηλάφισαν τα ροδοπέταλα, άγγιξαν τον πίνακα στο καβαλέτο, σκούπισαν το χαλάκι και σκόρπισαν λίγη άμμο στο πάτωμα. Στο τέλος, παρατημένοι, έπαψαν όλοι μαζί, μαζεύτηκαν μαζί, στέναξαν μαζί• όλοι μαζί άφησαν ένα μάταιο, λυπητερό συριγμό. Μια πόρτα στην κουζίνα απάντησε• άνοιξε διάπλατα• στο βρόντο• και βρόντηξε. [Εδώ ο κ. Καρμάικλ, που διάβαζε Βιργίλιο, έσβησε το κερί του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.]

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 142-143, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Εξάντας 1995

Artwork:Jamie Wyeth

.

 

Aλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι

Εκείνη θα έπρεπε να είναι η τελευταία φορά που πηδιόντουσαν η Εμιλία και ο Χούλιο. Αλλά συνέχισαν, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της Ανίτας και την αλλόκοτη δυσφορία που τους είχε προκαλέσει το διήγημα του Μασεδόνιο. Ίσως για να μετριάσουν την απογοήτευση ή απλώς για ν’ αλλάξουν θεματολογία, από τότε και στο εξής κατέφευγαν αποκλειστικά στους κλασικούς. Συζήτησαν, όπως κάποια στιγμή τα έχουν συζητήσει όλοι οι εστέτ του κοσμου, τα πρώτα κεφάλαια της Κυρίας Μποβαρύ. Ταξινόμησαν τους φίλους και τους γνωστούς τους με κριτήριο το αν έμοιαζαν με τον Σαρλ ή με την Έμμα, και συζητήθηκαν ακόμη κι αν αυτοί οι ίδιοι μπορούσαν να συγκριθούν με την τραγική οικογένεια Μποβαρύ. Στο κρεβάτι δεν υπήρχε πρόβλημα, μια και οι δυο έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μοιάζουν με την Έμμα, για να είναι σαν την Έμμα, για να πηδιούνται σαν την Έμμα, γιατί, χωρίς καμιά αμφιβολία, όπως πίστευαν και οι δυο, η Έμμα πηδιόταν ασυνήθιστα καλά, και μάλιστα θα πηδιόταν ακόμη καλύτερα στις παρούσες συνθήκες: στο Σαντιάγο της Χιλής, στα τέλη του εικοστού αιώνα, η Έμμα θα πηδιόταν ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι στο βιβλίο. Εκείνες τις νύχτες το δωμάτιο μετατρεπόταν σε θωρακισμένη άμαξα που διέσχιζε χωρίς οδηγό, στα τυφλά, μια όμορφη και εξωπραγματική πόλη. Οι άλλοι, ο λαός, ψιθύριζαν ζηλόφθονα λεπτομέρειες του σκανδαλώδους και γοητευτικού ειδυλλίου που λάμβανε χώρα κεκλεισμένων των θυρών. Αλλά σε όλα τα επόμενα ζητήματα δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν. Δεν κατάφεραν να αποφασίσουν αν εκείνη συμπεριφερόταν σαν την Έμμα κι εκείνος σαν τον Σαρλ ή μήπως και οι δυο, χωρίς να το θέλουν, έπαιζαν το ρόλο του Σαρλ. Κανένας απ’ τους δύο δεν ήθελε να είναι ο Σαρλ, ποτέ κανείς δεν θέλει να είναι ο Σαρλ, ούτε καν για λίγο. Όταν τους έμεναν μόνο πενήντα σελίδες, παράτησαν το διάβασμα, πεπεισμένοι ίσως πως τώρα θα μπορούσαν να καταφύγουν στα διηγήματα του Άντον Τσέχοφ.

Τα πράγματα τούς πήγαν πολύ άσχημα με τον Τσέχοφ, λίγο καλύτερα, παραδόξως, με τον Κάφκα, αλλά, όπως λέει ο κόσμος, η ζημιά είχε πια γίνει. Από τότε που διάβασαν την «Ταντάλια», η λύση όλο και πλησίαζε και, φυσικά, φαντάζονταν και οι δύο σκηνές, μέχρι που πρωταγωνιστούσαν κιόλας σε αυτές, που έκαναν πιο όμορφη και πιο μελαγχολική, πιο απρόσμενη, αυτήν τη λύση. Έγινε με τον Προυστ. Είχαν αναβάλει την ανάγνωση του Προυστ, εξαιτίας του ανομολόγητου μυστικού που, τον καθένα ξεχωριστά, τους ένωνε με την ανάγνωση ή με τη μη ανάγνωση τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Αναγκάστηκαν και οι δύο να υποκριθούν πως η κοινή ανάγνωση ήταν εντέλει μια δεύτερη ανάγνωση που την επιθυμούσαν, κι έτσι, όταν έφταναν σε κάποιο από τα πολυάριθμα αποσπάσματα που έμοιαζαν ιδιαιτέρως αξιομνημόνευτα, άλλαζαν τον τόνο της φωνής τους ή κοιτάζονταν προσποιούμενοι συγκίνηση, υποκρινόμενοι τη μεγαλύτερη οικειότητα. Ο Χούλιο, μάλιστα, σε μια περίπτωση πήρε το θάρρος να δηλώσει πως μόνον τώρα αισθανόταν πραγματικά πως διάβαζε τον Προυστ, και η Εμίλια του απάντησε μ’ ένα απαλό και απαρηγόρητο σφίξιμο του χεριού. Έξυπνοι και οι δυο, προσπέρασαν τα επεισόδια που ήξεραν πως ήταν διάσημα: o κόσμος συγκινήθηκε μ’ αυτό, εγώ θα συγκινηθώ με κάποιο άλλο. Πριν αρχίσουν να διαβάζουν, ως προστατευτικό μέτρο, είχαν συμφωνήσει πόσο δύσκολο ήταν για έναν αναγνώστη τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο να ανακεφαλαιώσει την αναγνωστική του εμπειρία: είναι ένα από τα βιβλία που ακόμη κι αφού τα διαβάσει κανείς παραμένουν εκκρεμή, είπε η Εμίλια. Είναι ένα από τα βιβλία που θα τα ξαναδιαβάζουμε πάντα, είπε ο Χούλιο.

Aλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 39-42, εκδόσεις Πατάκη 2008.

Αrtwork:Antonio Donghi

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

.

Για την καθηγήτρια γυμνασίου Άνρα Σρέκερ έλεγαν πάντοτε και εννοούσαν πως είναι η αυστριακή Γερτρούδη Στάιν ή η αυστριακή Μάριαν Μουρ, ενώ εκείνη ήταν μολοταύτα πάντοτε μόνο η αυστριακή Σρέκερ, μια μεγαλομανής βιεννέζα τοπική συγγραφέας, και σκέφτηκα τώρα ότι η καθηγήτρια γυμνασίου Σρέκερ είχε αρχίσει κι αυτή να γράφει κατά τη δεκαετία του πενήντα και πήρε λίγο πολύ τον ίδιο δρόμο όπως η Τζίνι Μπίλροτ, συνεπώς το δρόμο που οδηγεί από το νεαρό ταλέντο στην αποκρουστική κρατική καλλιτέχνιδα, από τη συγγράφουσα επιγονική νεαρά στη συγγράφουσα επιγονική ματρόνα, το δρόμο της μετριότητας, όχι το δρόμο της ιδιοφυίας, καθώς τώρα σκέφτομαι, όπως λοιπόν η Τζίνι από την ιδεοληψία Βιρτζίνια Γουλφ, έτσι και η Σρέκερ από την ιδεοληψία Μάριαν Μουρ και Γερτρούδη Στάιν έφτασε στην πόζα Μάριαν Μουρ και Γερτρούση Στάιν.

Και οι δυο, η Τζίνι, καθώς και η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της, έκαναν στροφή από τα λογοτεχνικά τους αρχικά οράματα και τις αρχικές προθέσεις και τα αρχικά παθήματα πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ ουσιαστικά και μπήκαν στη βδελυρή τέχνη της κρατικής αγενούς οικειότητας ως λογοτεχνίας και έγιναν, και οι τρεις με τον ίδιο αποκρουστικό τρόπο, όμοιοι με τους πιο απίθανους δημοτικούς συμβούλους και υπουργούς και λοιπούς λεγόμενους υπαλλήλους του πνευματικού πολιτισμού και ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καθώς σκέφτομαι, πέθαναν για μένα εν μία νυκτί εξαιτίας της, εννοείται, έμφυτης σ’ αυτούς αδυναμίας χαρακτήρα και εν μία νυκτί, που λέει ο λόγος, έγιναν ακριβώς εκείνοι οι αντιπαθέστατοι και αποκρουστικοί άνθρωποι για τους οποίους μιλούσαν κάποτε οι ίδιοι με τη μέγιστη περιφρόνηση.

.

.

Η Σρέκερ, όπως και η Τζίνι έχουν προδώσει, σκέφτομαι, με την αγενή τους οικειότητα με τον κρατικό μηχανισμό, που μου έγινε ξαφνικά οφθαλμοφανής, όχι μόνον τον εαυτό τους αλλά και ολόκληρη τη λογοτεχνία, καθώς τότε σκέφτηκα και καθώς σήμερα σκέφτομαι, και αυτό δεν τους το συγχωρώ και ουδέποτε και δεν είναι σαφές ποια απ’ τις δυο με τη μεγαλύτερη χαμέρπεια. Ίσα ίσα στη βρόμα για την οποία πάντοτε ηθικολογούσαν μπροστά μου κατά τη δεκαετία του πενήντα, λέγοντας πως είναι η πιο μεγάλη και η πιο αηδιαστική, ξαφνικά, ήδη κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, με τον αποκρουστικό καιροσκοπικό τους τρόπο, έχουν κι οι ίδιες απερίσκεπτα κυλιστεί. Στο κράτος, που κι οι δυο τους κατά τη δεκαετία του πενήντα, συνεπώς όταν ήμουν στα είκοσι κάτι μου, μου το παρουσίαζαν πάντοτε ως ακαταμάχητη δυστυχία για τον ανυποψίαστο λαό μας, όπως και πραγματικά είναι μέχρι σήμερα, καθώς πρέπει να πω, υποτάχτηκαν ανενδοίαστα ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του εξήντα, του παραδόθηκαν με προδοτικό τρόπο, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 185-186, Εξάντας 1996

Πίνακας:Mike Waralld

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Και οι δυο τους, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αυτήν τη λογοτεχνική τους παραφροσύνη και αυτές τις λογοτεχνικές αρρώστιες τους, που τότε, κατά τη δεκαετία του πενήντα, ήταν πιθανόν πέρα για πέρα γνήσια παραφροσύνη και πέρα για πέρα γνήσιες αρρώστιες, τις μετέτρεψαν αιφνίδια σε πόζα, σε λογοτεχνική σκόπιμη πόζα, σε λογοτεχνική επιπλέον σκόπιμη πόζα για ανοιχτοχέρηδες πολιτικούς και σκότωσαν λίγο πολύ ανενδοίαστα εν μια νυκτί τη λογοτεχνία μέσα τους για χάρη της απόλυτα χαμερπούς κρατικής αργόμισθης ύπαρξής τους. Γιατί, βέβαια, θα πρέπει να τις χαρακτηρίσω και τις δύο εξευγενισμένες κρατικές αργόμισθες, που κατά τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες δεν άφησαν να του τους ξεφύγει καμιά ευκαιρία, προκειμένου να επωφεληθούν καιροσκοπικά από το κράτος, που προηγουμένως επί τόσα χρόνια το λοιδορούσαν, και από τη διεστραμμένη ανοιχτοχεριά του και που γενικά τις έβλεπες κατά τα δεκαπέντε αυτά χρόνια παντού όπου υπήρχε κάτι να πάρεις, καθώς θα λέγαμε, και που δεν άφησαν αδειανές τις καρέκλες τους σε καμιά απολύτως επίσημη κρατική ή δημόσια γιορτή• προπάντων δε βρίσκονται, κάθονται όπου σ’ αυτήν τη χώρα εμφανίστηκαν και εμφανίζονται οι πολιτικοί με σακιά γεμάτα με κρατικό χρήμα, οι πολιτικοί που σ’ αυτήν τη χώρα διαχειρίζονται, που λέει ο λόγος, τον πνευματικό πολιτισμό με την πιο μεγάλη ατιμία και με την πιο ξεδιάντροπη κτηνωδία.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 187-188, Εξάντας1996 Πίνακας: Gerda Wegener