RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

17:39

Παουλάκος, 40. Ο κόσμος αποτελείται από κακούς ανθρώπους, καλούς ανθρώπους, από λιακάδα, που είναι καλή, και καταιγίδες, είναι πολύ άσχημες. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την εύρεση φαγητού, καλός, ο κόσμος είναι καλός. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την κατσίκα)

Ένα αυτοκίνητο πατάει μια γυναίκα. Το κεφάλι της σκάει, κι ο Παουλάκος κλείνει τα μάτια της κατσίκας του. Έπειτα το μαζεύουν κι ο Παουλάκος έχει κιόλας ξεχάσει το περιστατικό. Ευτυχισμένος Παουλάκος. Το πώς βρήκε ο Παουλάκος την κατσίκα είναι ασαφές. Και το πώς επίσης βρίσκεται στη ζωή, εν γένει. Ο Παουλάκος περπατάει στους δρόμους της πόλης με την κατσίκα του, προφανώς είναι η πιο μικροσκοπική κατσίκα του κόσμου. Αυτός ψάχνει στους σκουπιδοντενεκέδες για τροφή. Πρώτα για την κατσίκα του και μετά για τον ίδιο. Απ’ το στόμα του Παουλάκου τρέχει μονίμως σάλιο, γιατί το στόμα δεν μπορεί να κλείσει, γιατί είναι στραβό, ένα μάτι δεν υπάρχει, και το άλλο κοιτάζει σαν χαζό. Ο Παουλάκος είναι μια τερατογένεση, ένας συνδυασμός συνδρόμου Ντάουν και εμβρυουλκύας, κι ό,τι κι αν είναι δεν είναι ευπαρουσίαστο. Αλλά έκανε καλό στον νου του. Ο Παουλάκος δεν αναρωτιέται για τίποτα, ο Παουλάκος χαμογελάει. Καμία κακία μέσα του, καμία άβυσσος, μόνο χαρά. […]

Ποτέ, ποτέ να μη μ’ αφήσεις μόνο μου. Δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς εσένα. Πού είναι τα κορίτσια, που αλλιώς περπατάνε πάντα στον δρόμο, με φούστες και αστεία πόδια και με όμορφα πρόσωπα, όχι σαν το δικό μου πρόσωπο, ίσως τόσο όμορφο όσο το δικό σου πρόσωπο. Λέει ο Παουλάκος στη γλώσσα που κανείς δεν καταλαβαίνει, εκτός από την κατσικούλα του, και κείνη σφίγγεται πάνω του, τον κοιτάζει κι αρχίζει να του  γλείφει το πρόσωπο, πολύ απαλά. Όσο πιο απαλά μπορεί μια κατσίκα. Ο  τα είναι λυπημένος, κλαίει, κι όλα ξεβράζονται. Σήμερα είναι λυπημένος, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά, ότι οι άνθρωποι υποφέρουν, ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Σκαλίζει με το κεφάλι του το τρίχωμα της κατσικούλας και κλαίει, κρατιέται σφιχτά από πάνω της σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτα για να κρατηθείς, και τον παίρνει ο ύπνος. Όταν ο Παουλάκος ξανανοίγει τα μάτια του, όταν ανασηκώνεται, έχει σκοτεινιάσει λίγο ακόμα. Η μικροσκοπική κατσικούλα του δεν είναι πια εκεί.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007

Artwork: Johann Fournier

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

ΧΧΙ

«Οι κάτοικοι αυτής της περιφέρειας είναι όλοι άπιστοι και ειδωλολάτρες», διαβεβαίωνε ο διερμηνέας μου, «επειδή η γλώσσα μας κατονομάζει τα πράγματα, όπως τα δημιούργησε ο Θεός.· εκείνη τα ανακατεύει όμως όλα όπως ο διάβολος, και όσα κομματιάζει, τα επικολλά λανθασμένα. Νέος είχα προσπαθήσει να τη μάθω. Έδειχνα ένα ρόδο μέσα στο οποίο μόλις είχε γλιστρήσει μια μέλισσα, και μου εξηγούσαν τη λέξη για το ρόδο. Όταν τη χρησιμοποίησα κι εγώ λίγο αργότερα, μου την απέρριψαν γελώντας και μου ανέφεραν μιαν άλλη. Σκέφτηκα θα με είχαν παρανοήσει, και η πρώτη λέξη θα χαρακτήριζε περισσότερο μια μέλισσα. Άλλα μόλις τη χρησιμοποίησα με αυτήν τη σημασία, με διόρθωσαν ξεσπώντας πάλι σε γέλια και επανέλαβαν στη θέση της τη λέξη που είχα μάθει πριν για το ρόδο, έτσι που πίστεψα πραγματικά ότι μου έκαναν φάρσα. Στο τέλος κατάλαβα ότι μέλισσα και ρόδο γι’ αυτούς είναι ένα και μοναδικό πράγμα που μπορεί να παίρνει διαφορετικές μορφές, όπως το νερό που εμφανίζεται πότε ως υγρό πότε ως πάγος ή ατμός. Έτσι, μια λέξη σημαίνει τη μέλισσα μαζί με το άνθος που έχει αναζητήσει η μέλισσα, και μια άλλη την κατάσταση στην οποία τα δύο χωρίζονται· αυτή η λέξη χαρακτηρίζει τόσο το άνθος όσο και τη μέλισσα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η γλώσσα ανακατεύει τα πιο απλά πράγματα και αναποδογυρίζει, μέσα σε μια λέξη, ολόκληρο τον κόσμο»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019 Πίνακας: Henri Matisse

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

(Χάινζ, 34 εργάτης, κανένα ιδιαίτερο χόμπι)

Ο Χάινζ έχει πιάσει ένα μικρό κορίτσι. Είναι ένα αδύνατο κορίτσι που βρομάει. Αλλά και τι μ’ αυτό. Το κορίτσι είναι δεμένο καλά σε μια γωνία. Στο σώμα έχει πολυφορεμένο σώβρακο. Το πειράζει το κορίτσι αυτό. Το τραχύ, άκαμπτο από τη βρώμα ύφασμα, που μυρίζει απροσδιόριστη σαπίλα, στο στόμα του μικρού κοριτσιού, σφιχτά κάτω από τη μύτη. Και με κάθε ανάσα σχεδόν θέλει να ξεράσει. Δεν μπορεί να ξεράσει εξαιτίας του σώβρακου.

Ο Χάινζ κάθεται απέναντι από το κορίτσι. Το κοιτάζει. Θέλει να το κοιτάζει πολλή ώρα, γιατί ξέρει ότι το υπόλοιπο περνάει γρήγορα. Το διαμέρισμα σ’ ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα. Ένα δωμάτιο με εντοιχισμένη κουζίνα. Ένα τραπέζι, δύο καρέκλες. Πάνω στο τραπέζι ένα κάλυμμα με μουσαμά, ένα λουκάνικο και μπαγιάτικο ψωμί. Η βρύση δεν στάζει. Μπροστά στο παράθυρο μια κουρτίνα κιτρινισμένη απ’ τον καπνό. Ο Χάινζ είναι ένας μικρόσωμος άντρας. Τα νύχια είναι μαύρα. Στο στόμα μάλλον κιτρινίλα.

Ο Χάινζ είναι λίγο μετά τα τριάντα. Αυτού του φαίνεται ότι είναι παραπάνω. Από τότε που μπορεί να σκεφτεί, ή τέλος πάντων κάτι παρεμφερές, δεν υπήρχε τίποτα εκτός από ώρες που δεν έλεγαν να περάσουν. Παραδόμένος ο Χάινζ στο μικρό του μυαλό. Ανίκανος να νιώσει κάτι άλλο πέρα από βαρεμάρα και αναστάτωση. Αναστάτωση είναι μικρά κορίτσια. Ο Χάινζ δεν μπορεί να κάνει σεξ παρά μόνο με κοριτσάκια. Αισθάνεται μόνο με κοριτσάκια. Ας είναι ο πούτσος του σφυρί του θεού. Και αναστάτωση. Ένα καλό μέγεθος εσωτερικά, αποκτάει. Μέχρι τα κοριτσάκια να γίνουν σκληρά και παγωμένα κι άκαμπτα, άχρηστα, τα βλαμμένα. Μετά μπορεί να φανταστεί πως ήταν θεός, ώσπου η αίσθηση ξεθωριάζει, οι σκέψεις ξεφτίζουν και το κορμί του συρρικνώνεται, αποκτάει το κανονικό του ύψος. Το οποίο δεν είναι μεγάλο.

Και η βαρεμάρα. Τι κάνει κανείς με τη ζωή; Το διάβασμα αποκλείεται, η τηλεόραση προκαλεί πονοκέφαλο, και μένει μόνον να κοιτάς τον δρόμο, και το ανήσυχον ανεβαίνει στον λαιμό, κάνει έναν κόμπο, κάνει τα πόδια του να κατεβαίνουν σκαλοπάτια. Και να ψάχνουν. Έτσι βρήκε το κορίτσι Αυτό ξαπλωμένο στη γωνία κι ο Χάινζ το κοιτάζει. Κάθεται στο τραπέζι και τρώει λουκάνικο, δεν μπορεί να πάρει τα μάτια απ’ το κορίτσι. Περνάει αργά αργά το μαχαίρι απ’ τα χείλη του και της κλείνει το μάτι.

Το κορίτσι ωστόσο είναι απόμακρο. Αυτό θυμώνει τον Χάινζ, γιατί θέλει μια αντίδραση. Σκουπίζει το στόμα του με το χέρι, το μαχαίρι με το χέρι και σηκώνεται. Στέκεται στο παράθυρο για να νιώσει τη μεγάλη διέγερση. Κι όταν αυτή έρχεται, είναι όπως είναι για τους άλλους να είναι ερωτευμένοι. Τόσο ωραία και δυνατά, είναι γεμάτος χαρά να ξετυλίγει το κορίτσι σαν δώρο, που δεν είχε πάρει ποτέ. Κι ο πούτσος του χτυπάει δυνατά, χαίρεται, ο Χάινζ. Χτυπάει το κουδούνι. Ο Χάινζ τρομάζει. Για λίγο μόνο. Κι ανοίγει, το μαχαίρι κρυμμένο πίσω απ’ την πλάτη του. Μπρος του στέκεται η γειτόνισσά του. Θέλει να δει μαζί του τηλεόραση ή να συζητήσει, ή κάτι τέλος πάντων. Ο Χάινζ αρνείται, έχει δουλειά. Κλείνει την πόρτα και πηγαίνει στο κορίτσι.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007, σελ. 67-69

Πίνακας: Nikolleta Ceccoli

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

21:54

(Τέα, 30. Αυτοδίδακτη ηθοποιός. Την απέρριψαν απ’ όλες τις σχολές. Μέχρι πρότινος πίστευε στο ταλέντο της. Όχι πια.)

Η Τέα είχε πιει. Κι αφέθηκε να πέσει στην τρύπα. Στην τρύπα που υπάρχει στους περισσότερους. Που κανονικά καλύπτεται με φίλους, σινεμά ή δουλειά. Απλώς έπεσε μέσα, κι ένιωσε έκπληξη με το πόσο βαθιά ήταν. Ατέλειωτη. Αυτό κράτησε πολύ, μέχρι που έφτασε στον πάτο, όπου δεν είχε πιο κάτω. Μερικά κόκαλα και σάρκα, ανοησία σε κίνηση. Για κανέναν δεν έχει αξία. Ένας ανθρώπινος σβόλος, που γεμίζει τη γη σκουπίδια, με τα σκατά του, με την ανάσα του. Δεν ωφελεί. Δεν βγήκε ποτέ ξανά από την τρύπα της. Ήταν ειλικρινές. Το πιο ειλικρινές πράγμα που είχε κάνει ως τότε. Όχι ψέματα πια, όχι καμώματα σαν όλα να είχαν κάποιο νόημα. Η Τέα δεν έβγαινε πια συχνά έξω. Κάπου κάπου όταν τέλειωναν τα σναπς, όταν τέλειωνε το φαΐ. Ο σκυλάκος έκανε τα κακά του στο δωμάτιο, ούτε αυτός έβγαινε συχνά έξω. Όταν η Τέα ήταν έξω, περπατούσε σαν σε όνειρο, περπατούσε μπροστά από άλλους που ακόμα έπαιζαν το παιχνίδι που σπάει πλάκα εις βάρος τους. Και καμιά φορά υπήρχε και λίγο περιφρόνηση μέσα της, όταν έβλεπε πώς κορόιδευαν τους εαυτούς τους. Με τις θαυμάσιες δουλειές τους, με την ψευτοαισιοδοξία τους, με το μεγαλύτερο ψέμα, της αγάπης.

Η Τέα απομακρύνεται απ’ τον νιπτήρα. Ήταν ξερακιανή και ταυτόχρονα πρησμένη. Κοιτάζει τον σκυλάκο. Βλέπει ότι είναι νεκρός. Αδιάφορο. Ο σκυλάκος ήταν ακόμη ένα ψέμα από το παρελθόν. Το ψέμα ότι θα υπήρχε κάποιος που θα την αγαπούσε άνευ όρων. Ο σκυλάκος θα αγαπούσε οποιονδήποτε θα του έδινε φαγητό. Αλλά τώρα είναι νεκρός και μαζί μ’ αυτόν και το τελευταίο ψέμα. Η Τέα ξαπλώνει στο στρώμα της. Απ’ το στόμα της βγαίνει λίγο αίμα. Δε το σκουπίζει. Είναι ξαπλωμένη στο στρώμα. Πηγαίνει λίγο βαθύτερα στην τρύπα. Εκεί είναι το τέλος. Κι αυτό είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορείς να τη φέρεις στη ζωή, τη σκρόφα. Και ίσως η μοναδική ευτυχία που είναι ειλικρινής. Το δόντι πονάει αβάσταχτα, κρατάει την Τέα από το να παραιτηθεί εντελώς, το να υποφέρει με πονεμένα δόντια είναι δύσκολο. Το τελευταίο που θα κάνει η Τέα είναι να πάει σ’ οδοντίατρο για να φτιάξει το δόντι της, και ύστερα θα δοκιμάσει αν μπορεί να πεθάνει κανείς από κορεσμό.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007.

Πίνακας: Στέφανος Δασκαλάκης

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

 

XVIII

O Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι λέξεις είναι σημάδια παραστάσεων που ανακαλούνται στην ψυχή. Δεν φαίνεται ότι κάθε γλώσσα το επιτυγχάνει αυτό με τον ίδιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτού του λαού κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως, να μη βρίσκει τον στόχο της. Ένας ποιητής της χώρας την συγκρίνει ως προς αυτό με τη βελόνη της πυξίδας, που δεν δείχνει ποτέ ακριβώς τον βορρά. Το παρατηρεί κανείς ήδη στην ομιλία των παιδιών. Έτσι, εκφράζουν τη μία ή την άλλη ευχή· αν κάποιος, ωστόσο, τους φέρει ό,τι ζήτησαν, τον αποδιώχνουν κι εκλιπαρούν για κάτι καινούργιο, μέχρι που ξεσπούν τέλος σε κλάματα. Ένας μικρός έκλαιγε μέχρις εξαντλήσεως και φώναζε τη μαμά του· όταν ήρθε η μάνα του και πήρε το παιδί στην αγκαλιά, εκείνο μουρμούριζε ήδη μισοκοιμισμένο: «Όχι αυτήν τη μαμά· την άλλη μαμά»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Πίνακας: Anne Siems

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Kι ο Χούγκενάου που στα παλιά του ταξίδια είχε επισκεφτεί πολλές όμορφες παλιές πόλεις, χώρις όμως να προσέξει ιδιαιτέρως καμιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ένα παράξενο συναίσθημα, ένα πραγματικά άγνωστο ως τώρα συναίσθημα, που ούτε να το κατονομάσει μπορούσε, ούτε και να πει τι το είχε δημιουργήσει και το οποίο ωστόσο τον έκανε να νιώθει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν το στο σπίτι του: εάν κάποιος του έλεγε ότι αυτή ήταν μια αισθητική συγκίνηση ή ότι επρόκειτο για ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ελευθερία, θα γελούσε δύσπιστος, θα γελούσε σαν κάποιος που δεν τον είχε αγγίξει καν η ιδέα της ομορφιάς του κόσμου, και θα είχε δίκιο να γελάει στο μέτρο που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν είναι η ελευθερία που αποκαλύτπει την ομορφιά στην ψυχή ή η ομορφιά που μεταδίδει στην ψυχή την ιδέα της ελευθερίας, όμως κατά βάθος θα είχε άδικο, γιατί ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Χούγκενάου δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχει εκείνη η βαθύτερη ανθρώπινη γνώση, ο ανθρώπινος πόθος για την ελευθερία από την οποία εκπηγάζει όλο το φως του κόσμου και μέσω της οποίας βλαστάνει ο κυριακάτικος καθαγιασμός κάθε ζωής – κι επειδή έτσι έχει το πράγμα και δεν είναι δυνατόν να έχει αλλιώς, μια αχτίδα αυτού του ανώτερου φωτός ίσως να έπεσε πάνω στον Χούγκενάου τη στιγμή που σύρθηκε έξω από το χαράκωμα και αποδεσμεύτηκε από τις υποχρεώσεις που τον έδεναν με τους άλλους ανθρώπους, μια αχτίδα του φωτός που είναι η ελευθερία που παραχωρηθηκε ακόμα και σ’ αυτόν, έτσι που για πρώτη φορά ν’ αφοσιωθεί στην κυριακάτικη σχόλη.

  Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμόςσελ. 17-18, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: József Rippl-Rónai

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

 

.

Όσο πιο μόνος είναι ο άνθρωπος, όσο περισσότερο το σύστημα αξιών στο οποίο είναι εντεταγμένος χαλαρώνει, με τόσο μεγαλύτερη σαφήνεια προσδιορίζονται οι πράξεις του από το παράλογο. Ο ρομαντικός άνθρωπος γαντζώνεται από τα σχήματα ενός ξένου και δογματικού πλέον συστήματος αξιών, είναι –όσο και να μοιάζει απίστευτο– πέρα ως πέρα λογικός και τελείως απαλλαγμένος από καθετί παιδικό.

Η λογική του παραλογισμού: ένας φαινομενικά απόλυτα λογικός άνθωπος όπως ο Χούγκενάου δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Σε έναν απόλυτα λογικό κόσμο, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο σύστημα αξιών, δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, απλώς επιβλαβείς άνθρωποι.

Και ο αισθητής επίσης δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, εξ ου και η γοητεία του. Όμως γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, απλώς δεν θέλει να τα ξεχωρίσει. Και αυτό τον κάνει διεφθαρμένο.

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 293, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: Αnne Μagill

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

XV

Στον μελωδικό ήχο αυτής της γλώσσας πλειοδοτεί το βενετσιάνικο στοιχείο, και δικαίως θεωρείται η ωραιότερη επί γης. Και όμως, οι λέξεις της, των οποίων ο κυματισμός προοικονομεί μια τέτοια μαγεία, υποφέρουν από έλλειψη που φαντάζει απίστευτη: στερούνται σημασίας. Ένας γραμματολόγος της χώρας, κάτοχος των ταταρικών, με διαβεβαίωσε ότι η ομιλία τους μπορεί να συγκριθεί με τα τραγούδια μας που τα κατέχουμε βεβαίως χωρίς να σκεφτόμαστε το κείμενο· και πρόσθεσε (όχι χωρίς ένα χαμόγελο αυταρέσκειας), ότι σου επιτρέπει εντούτοις να διακρίνεις αν έχεις μπροστά σου την προπετή επιπολαιότητα ενός ανόητου ή τον βαθύ στοχασμό ενός καλλιεργημένου. Η γλώσσα μας, επεσήμανε, φορτώνεται μ’ ένα πλεονάζον βάρος, επειδή στερείται μιας πραγματικότητας στην οποία παραπέμπει· εξ αιτίας, άλλωστε, της ανακρίβειάς της, δεν είναι εν χρήσει, επειδή αναπόφευκτα ο καθένας φαντάζεται για μια λέξη κάτι διαφορετικό.

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Artwork: Daphne Rocou

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χουγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Πήγαν στο δωμάτιο του παιδιού. Ο τοίχος χαμηλά ήταν επενδυμένος με ξύλο, ενώ από πάνω υπήρχε μια πρόσχαρη, παιδική όπως τη λένε νωπογραφία. Και με εκείνη τη δεύτερη, πιο ξεκάθαρη αν και κάπως απεστιασμένη επίγνωση που μπορεί να δημιουργήσει η ένταση της αναμονής ή και ο επερχόμενος δριμύς πονοκέφαλος, η Χάννα κατάλαβε ότι αυτά τα λακαρισμένα έπιπλα και όλη αυτή η λευκότητα ήταν προσβλητικά για το παιδί, κατάλαβε ότι δεν είχαν καμιά σχέση με την ύπαρξή του και τη φύση του, αλλά πως τα είχαν βάλει εδώ και τα είχαν τακτοποιήσει έτσι ώστε να συμβολίζουν κάτι, να συμβολίζουν το λευκό της στήθος και το γάλα που θα έρεε από αυτό μετά από γόνιμες περιπτύξεις. Είχε ακουμπήσει τα χέρια της στον αυχένα, εκεί που την πονούσε. Ήταν μια απομακρυσμένη και πολύ ασαφής σκέψη, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν η βαθύτερη αιτία για το γεγονός ότι απέφευγε να μπαίνει στο δωμάτιο του παιδιού και προτιμούσει να το φωνάζει να έρχεται εκείνο κοντά της. Είπε: «Πρέπει να δείξεις στον πατέρα σου τα καινούργια σου παιχνίδια.» O Βάλτερ έφερε ένα κουτί με κύβους και μερικά στρατιωτάκια με γκριζοπράσινη στολή. Ήταν είκοσι τρεις οπλίτες κι ένας αξιωματικός που με το γόνατό του λυγισμένο ανέμιζε το σπαθί του προς τη μεριά του εχθρού. Κανείς από τους τρεις δεν παρατήρησε πώς και ο δρ Χάινριχ Βέντλινγκ φορούσε γκριζοπράσινη στολή αξιωματικού, ο καθένας όμως για δικό του λόγο: ο Βάλτερ γιατί έβλεπε τον πατέρα του σαν παρείσακτο, ο Χάινριχ γιατί δεν μπορούσε να ταυτίσει τις ηρωικές χειρονομίες των ψεύτικων στρατιωτών με τη την πραγματικότητα του δικού του πολέμου, η Χάννα γιατί προς μεγάλο της φόβο, έβλεπε τώρα αυτόν τον άντρα μπροστά της γυμνό, γυμνό και απομονωμένο στη γύμνια του. Και αυτή η ίδια απομόνωση διακρινόταν και στα έπιπλα που την τριγύριζαν και ήταν κι αυτά σαν γυμνά, ασύνδετα προς το περιβάλλον τους, ασυσχέτιστα το ένα προς το άλλο, ξένα και παράξενα,

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χουγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 197

Πίνακας: AndreaKowch

 
Video

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

H δεσποινίς Έρνα, που στην πραγματικότητα δεν του άρεσε και τόσο, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και του χαμογελούσε πονηρά, σχεδόν φιλικά, αφήνοντας να φαίνεται το δόντι που της έλειπε. Παρ’ όλα αυτά ο Ες δεν έδωσε καμία σημασία στις διαμαρτυρίες της: «Kύριε Ες, σας παρακαλώ να βγείτε αμέσως έξω», κι έμεινε ατάραχος στη θέση του, κι αυτό το έκανε όχι μόνο γιατί, όπως οι περισσότεροι, ήταν ένας άντρας με ταπεινές ορέξεις, δεν το έκανε μόνο γιατί, όταν δύο άνθρωποι διαφορετικού φύλου συγκατοικούν από καιρό κι έχουν εξοικειωθεί, σχεδόν δεν μπορούν ν’ αντισταθούν στους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς του σώματός τους και υποκύπτουν σ’ αυτούς χωρίς  μεγάλη αντίσταση με τη σκέψη: «Τελικά, γιατί όχι;» δεν το έκανε μόνο γιατί διαισθανόταν ότι κι αυτή θα έπρεπε να έχει παρόμοιες επιθυμίες, έτσι που δεν υπήρχε λόγος να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες της, και σίγουρα δεν το έκανε μόνον εξαιτίας των ταπεινών ορμών του – έστω κι αν πρέπει να συνυπολογίσουμε τον αναπόφευκτο ερεθισμό που δημιουργεί στους άντρες το αίσθημα της ζήλειας και το οποίο το είχε νιώσει βλέποντας την κοπέλα να τρίβεται πάνω στον Γκέρνετ – αλλά και γιατί ο Ες θεωρούσε ότι η ηδονή, που οι άντρες την αναζητούν σαν να είναι αυτοσκοπός, εξυπηρετεί αντιθέτως έναν ανώτερο σκοπό, τον οποίο να και δεν είσαι σχεδόν σε θέση να τον μαντέψεις, ωστόσο σε κατακυριεύει, και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιταγή να εξαλείψεις εκείνον τον μεγάλο φόβο, που εκτείνεται πολύ μακρύτερα από τα στενά όρια του εαυτού σου, έστω κι αν πολλές φορές μοιάζει να μη διαφέρει από αυτό που νιώθει ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος όταν αναγκάζεται να κοιμηθεί μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά του: ναι, έστω και αν δεν διαφέρει από τον φόβο και τη φιληδονία του ταξιδιώτη που πλαγιάζει με την άσχημα και κάπως περασμένης ηλικίας καμαριέρα, καταφεύγοντας μερικές φορές σε σπαραξικάρδιες αισχρότητες και νιώθοντας συχνά ένοχη τη συνείδησή του.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 53-54, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Joel Peter