RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Καθότι τόσο ντελικάτες, τόσο μυστηριακές οι γυναίκες, είπε ο Πατέρας. Μια λεπταίσθητη ισορροπία περιοδικού ρύπου ανάμεσα σε δυο φεγγάρια σ’ εκκρεμότητα. Σελήνη. Σελήνες, είπε, φεγγάρια στη γέμιση, κίτρινα όπως η σελήνη του θερισμού και του Αυγούστου οι γοφοί της οι γλουτοί της. Έξω έξω απ’ αυτούς πάντοτε πλην όμως. Κίτρινο. Σαν πατούσες ποδιών απ’ το περπάτημα κάπως. Ύστερα πληροφορείσαι πως όλα αυτά τα μυστηριακά και τα επιβλητικά κάποιον άντρα έκρυβαν. Πως όλα αυτά τα εσώτερα σχημάτιζαν μία εξωτερική τρυφερότητα που προσδοκά ένα άγγιγμα για να. Υδαρής σήψη σαν πνιγμένα αντικείμενα που επιπλέουν, σαν ξεπλυμένο ελαστικό μισογεμισμένο, και αρχίζει να κολλάει μυρωδιά από αγιόκλημα όλα μαζύ ανάκατα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 153, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Daria Petrilli

.

Σε αυτό το λινκ η πρόσφατη ταινία

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

—Τι βλέπεις; Eίπε ψιθυριστά η Φρόνυ.

Κοίταξα και τους είδα. Ύστερα κοίταξα και έβλεπα την Κάντυ με άνθη στα μαλλιά και έναν πέπλο μακρύ σαν άνεμο αστραφτερό. Κάντυ Κάντυ

—Σουτ. Είπε ο Τ. Π. Θα σ’ ακούσουνε. Κατέβα κάτω σβέλτα. Και με τραβούσε. Κάντυ. Ο Τ.Π. με τραβούσε. Σουτ. Είπε. Σώπα. Έλα δω αμέσως. Και με τραβούσε. Κάντυ. Πάψε Μπέντζυ. Θέλεις να σ’ ακούσουν; Άντε, στάσου να πιούμε καμιά γουλιά ακόμη και μετά ξαναγυρίζουμε, αν το βουλώσεις. Πάμε καλύτερα να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι, ειδαλλιώς θ’ αρχίσουμε να σκούζουμε  και οι δυο μας. Θα πούμε το ήπιε ο Νταν. Ο Κύριος Κουέντιν πάντα του λέει είναι ξύπνιο σκυλί, εμείς μπορούμε να πούμε ξέρετε είναι μπεκρόσκυλο, πίνει.

Η φεγγαράδα κατέβαινε τα σκαλιά του υπογείου. Ήπιαμε κι άλλο. — Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα; Θα ’θελα ξαφνικά να μπουκάρει εδώ στο κατώι μια αρκούδα. Και ξέρεις τι θα ’κανα; Θα πήγαινα ίσα καταπάνω της και θα την έφτυνα τσιφ στο μάτι. Για δώσε την μπουκάλα να ταπώσω το στόμα μου προτού βγάλει φωνή μεγάλη.

Ο Τ.Π. γκρεμίστηκε κατάχαμα. Έβαλε τα γέλια και η φεγγαράδα και η πόρτα του υπογείου άρχισαν να πηδάνε και έφυγαν και κάτι με χτύπησε εμένα. — Σώπαινε. Είπε ο Τ.Π. Και πάλευε να μη γελάσει. Χριστούλη μου, πάει, θα μας ακούσουνε. Σήκω πάνω. Ο Τ. Π. είπε. Σήκω Μπέντζυ, σβέλτα. Κυλιόταν κάτω και γελούσε. Κι εγώ δοκίμαζα να σηκωθώ. Τα σκαλιά του υπογείου ανέβαιναν τον λόφο μέσα σε φεγγαράδα και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω στον λόφο μέσα στη φεγγαράδα, κι εγώ έτρεξα ίσα στον φράχτη και ο Τ.Π. έτρεχε πίσω μου και όλο έλεγε μην κλαις μην κλαις. Μετά έπεσε μέσα στα λουλούδια και να γελάει κι εγώ έτρεξα κατά το κασσόνι. Όμως όταν έκανα ν’ ανέβω εκείνο πήγε παραπέρα και με χτύπησε στο κεφάλι μου από πίσω και το λαρύγγι μου έβγαζε θορύβους και έκανε ξανά θορύβους κι εγώ δεν προσπαθούσα να σηκωθώ και το λαρύγγι μου έκανε ξανά θορύβους και εγώ άρχισα να κλαίω. Όμως το λαρύγγι μου έβγαλε ήχο ξανά και ο Τ.Π. με τραβούσε. Το λαρύγγι μου έβγαζε ήχους συνέχεια και εγώ δεν μπορούσαν να διακρίνω αν έκλαιγα ή όχι, και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω μου και γελώντας. Και εκείνος ο ήχος συνεχιζόταν και ο Κουέντυ έδωσε κλωτσιά στον Τ.Π. και η Κάντυ με αγκάλιασε και ο πέπλος της έφεγγε και δεν ευωδίαζαν δέντρα πλέον και άρχισα να κλαίω.  

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 69-70, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier

.

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Ξέπλυνα πρόσωπο και χέρια, όμως η μυρουδιά δεν έλεγε να φύγει, και μαζύ με το σαπούνι μού ερέθιζε κάπως τα ρουθούνια. Ύστερα άνοιξα τον σάκκο, έβγαλα πουκάμισο και κολλάρο και γραβάτα, έβαλα μέσα τα ματωμένα, έκλεισα τον σάκκο, και μετά ντύθηκα. Την ώρα που βούρτσιζα τα μαλλιά μου το ρολόι χτύπησε τη μισή. Όμως είχα ακόμη περιθώριο μέχρι να πάει παρά τέταρτο, εκτός και αν, νομίζω βλέποντας το σκοτάδι που εφορμούσε μόνο το δικό του πρόσωπο και όχι τσακισμένο φτερό, εκτός κι αν ήταν δύο, όμως όχι δύο όπως τότε πηγαίνοντας για Βοστώνη το ίδιο βράδυ έπειτα το πρόσωπό μου το πρόσωπό του για μια στιγμή μέσα στον θόρυβο του σπασίματος όταν ξεπετάγεται μέσα από το σκοτάδι δύο φωτισμένα παράθυρα συνθλίβονται μέσα σε τραχύτατη φευγαλέα σύγκρουση εξαφανίστηκε το πρόσωπό του και το δικό μου το βλέπω είδα ίσως δεν είδα αντίο το στέγαστρο όπου κανείς δεν τρώει τώρα άδειο ο δρόμος άδειος μέσα στο σκοτάδι σε σιωπή το γεφύρι με τις καμάρες του μέσα στη σιωπή σκοτάδι σε σιωπή το γεφύρι με τις καμάρες του μέσα στη σιωπή σκοτάδι και ύπνο το νερό ειρηνικό και γοργό χωρίς αποχαιρετισμούς χωρίς έχετε γεια

.

Έσβησα το φως και γύρισα στο δωμάτιό μου, μακριά από τη βενζίνη αν και μου μύριζε ακόμη. Στάθηκα στο παράθυρο, οι κουρτίνες κινήθηκαν αργά, βγήκαν από τα σκοτάδια και άγγιζαν το πρόσωπό που σαν κάποιος που ανασαίνει στον ύπνο του, ύστερα επέστρεφαν στα σκοτάδια με αργή αναπνοή, δεν με άγγιζαν τώρα. Μόλις ανέβηκαν απάνω, η Μητέρα πεσμένη στην πολυθρόνα της, το μαντήλι με την κάμφορα στο στόμα της. Ο Πατέρας δεν είχε αλλάξει θέση. Καθισμένος πάντα στο πλάι της τής κρατούσε το χέρι το βέλασμα σαν σφυροκόπημα απομακρυνόμενο, σαν να μην έβρισκε θέση στη σιωπή Όταν ήμουνα μικρός είχε μια εικόνα κάπου σ’ ένα βιβλίο μας, ένα σκοτεινό μέρος όπου έμπαινε λοξά μία μοναχική αχτίδα φως και έπεφτε πάνω σε δύο πρόσωπα που υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι. Ξέρεις τι θα ’κανα εγώ αν ήμουνα βασιλιάς; Ποτέ της δεν έλεγε είμαι βασίλισσα ή νεράιδα, πάντα της ήτανε βασιλιάς ή γίγαντας ή στρατηγός θα γκρέμιζα τοίχο στο δωμάτιο και θα τους έβγαζα έξω σέρνοντας και θα τους μαστίγωνα πολύ άγρια Και το δωμάτιο κατεδαφισμένο, ξεκοιλιασμένο. Κι εγώ χαρούμενος.

.

Και αδύνατο να το εγκαταλείψω επειδή το ρημαγμένο μπουντρούμι ήταν η ίδια η Μητέρα, εκείνη και ο Πατέρας υπερυψούμενοι σε χλωμό φως πιασμένοι χέρι-χέρι και μεις να έχουμε χαθεί σε τόπο πιο κάτω απ’ αυτούς, δίχως ούτε μια αχτίδα φως. Και ύστερα έκανε εισβολή το αγιόκλημα. Μόλις έκανα να σβήσω το φως και δοκίμαζα να κοιμηθώ, αυτό άρχιζε έφοδο στο δωμάτιο κατά κύματα, όλο και πιο πηχτό, ώσπου χρειαζόταν να λαχανιάσω και να εξασφαλίσω μία εισπνοή και τελικά αναγκαζόμουν να σηκωθώ και να βρω τον δρόμο μου ψαχουλευτά, όπως όταν ήμουνα μικρό παιδάκι τα χέρια μπορούν να βλέπουν ψηλαφώντας μέσα στη μνήμη σχηματίζοντας αόρατη πόρτα Πόρτα τώρα το κενό τα χέρια μπορούν να βλέπουν Η μύτη μου μπορούσε να δει τη βενζίνη, το γιλέκο στην καρέκλα, την πόρτα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 194-195, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Erik Johansson

.

https://www.youtube.com/watch?v=o1tiqVk63-A

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Τα οστά περίσσευαν πάνω απ’ το χαντάκι με τις σκοτεινές πρασινάδες που κατοικούν στο σκοτεινό χαντάκι και μπήγονταν στο φεγγαρόφωτο σαν μερικά σχήματα να είχαν μαρμαρώσει εκεί που ορθώνονταν. Και μετά όλα μαρμάρωσαν και γύρω σκοτεινά και μόλις έκοψα βήμα κι εγώ για να ξαναρχίσω, μπόρεσα και άκουσα τη Μητέρα, και πόδια που ξεμακραίνουν βιαστικά και ένα σχήμα που μπόρεσα να το μυρίζω.. Και μετά ήρθε το δωμάτιο, όμως τα μάτια μου κλείστηκαν. Δεν σταμάτησα. Μπορούσα να οσμίζομαι. Και ο Τ.Π. ξεκαρφίτσωσε τις παραμάνες στα σκεπασματα του κρεβατιού. […] Κατεβήκαμε τη σκάλα. Τα σκαλοπάτια κατέβηκαν σ’ ένα σκοτάδι και ο Τ. Π. με πήρε απ’ το χέρι και βγήκαμε από την πόρτα και από το σκοτάδι. Ο Νταν στην πίσω αυλή και αλυχτούσε. — Τον πήρε μυρωδιά. Ο Τ.Π. είπε. Έτσι δεν το πήρες μυρουδιά και του λόγου σου; Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια, πήγαμε κοντά στις σκιές μας. — Ξέχασα το πανωφόρι σου. Ο Τ. Π. είπε. Σου χρειάζεται, αλλά δεν ξαναγυρίζω εκεί μέσα. Ο Νταν κλαψούρισε. — Σουτ. Είπε ο Τ.Π. Οι σκιές μας προχώρησαν. Του Νταν η σκιά δεν κουνιόταν, εξόν μονάχα όταν γάβγιζε. — Δεν μπορώ να σε μπάσω στο σπίτι μας άμα βελάζεις έτσι. Είπε ο Τ.Π. Ήσουνα που ήσουνα μπελάς προτού αποχτήσεις αυτήν τη βατραχοφωνάρα. Προχώρα. Απριλίου 7η, 1928 Σελ. 64-65

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 64-65, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

17:39

Παουλάκος, 40. Ο κόσμος αποτελείται από κακούς ανθρώπους, καλούς ανθρώπους, από λιακάδα, που είναι καλή, και καταιγίδες, είναι πολύ άσχημες. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την εύρεση φαγητού, καλός, ο κόσμος είναι καλός. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την κατσίκα)

Ένα αυτοκίνητο πατάει μια γυναίκα. Το κεφάλι της σκάει, κι ο Παουλάκος κλείνει τα μάτια της κατσίκας του. Έπειτα το μαζεύουν κι ο Παουλάκος έχει κιόλας ξεχάσει το περιστατικό. Ευτυχισμένος Παουλάκος. Το πώς βρήκε ο Παουλάκος την κατσίκα είναι ασαφές. Και το πώς επίσης βρίσκεται στη ζωή, εν γένει. Ο Παουλάκος περπατάει στους δρόμους της πόλης με την κατσίκα του, προφανώς είναι η πιο μικροσκοπική κατσίκα του κόσμου. Αυτός ψάχνει στους σκουπιδοντενεκέδες για τροφή. Πρώτα για την κατσίκα του και μετά για τον ίδιο. Απ’ το στόμα του Παουλάκου τρέχει μονίμως σάλιο, γιατί το στόμα δεν μπορεί να κλείσει, γιατί είναι στραβό, ένα μάτι δεν υπάρχει, και το άλλο κοιτάζει σαν χαζό. Ο Παουλάκος είναι μια τερατογένεση, ένας συνδυασμός συνδρόμου Ντάουν και εμβρυουλκύας, κι ό,τι κι αν είναι δεν είναι ευπαρουσίαστο. Αλλά έκανε καλό στον νου του. Ο Παουλάκος δεν αναρωτιέται για τίποτα, ο Παουλάκος χαμογελάει. Καμία κακία μέσα του, καμία άβυσσος, μόνο χαρά. […]

Ποτέ, ποτέ να μη μ’ αφήσεις μόνο μου. Δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς εσένα. Πού είναι τα κορίτσια, που αλλιώς περπατάνε πάντα στον δρόμο, με φούστες και αστεία πόδια και με όμορφα πρόσωπα, όχι σαν το δικό μου πρόσωπο, ίσως τόσο όμορφο όσο το δικό σου πρόσωπο. Λέει ο Παουλάκος στη γλώσσα που κανείς δεν καταλαβαίνει, εκτός από την κατσικούλα του, και κείνη σφίγγεται πάνω του, τον κοιτάζει κι αρχίζει να του  γλείφει το πρόσωπο, πολύ απαλά. Όσο πιο απαλά μπορεί μια κατσίκα. Ο  τα είναι λυπημένος, κλαίει, κι όλα ξεβράζονται. Σήμερα είναι λυπημένος, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά, ότι οι άνθρωποι υποφέρουν, ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Σκαλίζει με το κεφάλι του το τρίχωμα της κατσικούλας και κλαίει, κρατιέται σφιχτά από πάνω της σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτα για να κρατηθείς, και τον παίρνει ο ύπνος. Όταν ο Παουλάκος ξανανοίγει τα μάτια του, όταν ανασηκώνεται, έχει σκοτεινιάσει λίγο ακόμα. Η μικροσκοπική κατσικούλα του δεν είναι πια εκεί.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007

Artwork: Johann Fournier

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

ΧΧΙ

«Οι κάτοικοι αυτής της περιφέρειας είναι όλοι άπιστοι και ειδωλολάτρες», διαβεβαίωνε ο διερμηνέας μου, «επειδή η γλώσσα μας κατονομάζει τα πράγματα, όπως τα δημιούργησε ο Θεός.· εκείνη τα ανακατεύει όμως όλα όπως ο διάβολος, και όσα κομματιάζει, τα επικολλά λανθασμένα. Νέος είχα προσπαθήσει να τη μάθω. Έδειχνα ένα ρόδο μέσα στο οποίο μόλις είχε γλιστρήσει μια μέλισσα, και μου εξηγούσαν τη λέξη για το ρόδο. Όταν τη χρησιμοποίησα κι εγώ λίγο αργότερα, μου την απέρριψαν γελώντας και μου ανέφεραν μιαν άλλη. Σκέφτηκα θα με είχαν παρανοήσει, και η πρώτη λέξη θα χαρακτήριζε περισσότερο μια μέλισσα. Άλλα μόλις τη χρησιμοποίησα με αυτήν τη σημασία, με διόρθωσαν ξεσπώντας πάλι σε γέλια και επανέλαβαν στη θέση της τη λέξη που είχα μάθει πριν για το ρόδο, έτσι που πίστεψα πραγματικά ότι μου έκαναν φάρσα. Στο τέλος κατάλαβα ότι μέλισσα και ρόδο γι’ αυτούς είναι ένα και μοναδικό πράγμα που μπορεί να παίρνει διαφορετικές μορφές, όπως το νερό που εμφανίζεται πότε ως υγρό πότε ως πάγος ή ατμός. Έτσι, μια λέξη σημαίνει τη μέλισσα μαζί με το άνθος που έχει αναζητήσει η μέλισσα, και μια άλλη την κατάσταση στην οποία τα δύο χωρίζονται· αυτή η λέξη χαρακτηρίζει τόσο το άνθος όσο και τη μέλισσα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η γλώσσα ανακατεύει τα πιο απλά πράγματα και αναποδογυρίζει, μέσα σε μια λέξη, ολόκληρο τον κόσμο»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019 Πίνακας: Henri Matisse

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

(Χάινζ, 34 εργάτης, κανένα ιδιαίτερο χόμπι)

Ο Χάινζ έχει πιάσει ένα μικρό κορίτσι. Είναι ένα αδύνατο κορίτσι που βρομάει. Αλλά και τι μ’ αυτό. Το κορίτσι είναι δεμένο καλά σε μια γωνία. Στο σώμα έχει πολυφορεμένο σώβρακο. Το πειράζει το κορίτσι αυτό. Το τραχύ, άκαμπτο από τη βρώμα ύφασμα, που μυρίζει απροσδιόριστη σαπίλα, στο στόμα του μικρού κοριτσιού, σφιχτά κάτω από τη μύτη. Και με κάθε ανάσα σχεδόν θέλει να ξεράσει. Δεν μπορεί να ξεράσει εξαιτίας του σώβρακου.

Ο Χάινζ κάθεται απέναντι από το κορίτσι. Το κοιτάζει. Θέλει να το κοιτάζει πολλή ώρα, γιατί ξέρει ότι το υπόλοιπο περνάει γρήγορα. Το διαμέρισμα σ’ ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα. Ένα δωμάτιο με εντοιχισμένη κουζίνα. Ένα τραπέζι, δύο καρέκλες. Πάνω στο τραπέζι ένα κάλυμμα με μουσαμά, ένα λουκάνικο και μπαγιάτικο ψωμί. Η βρύση δεν στάζει. Μπροστά στο παράθυρο μια κουρτίνα κιτρινισμένη απ’ τον καπνό. Ο Χάινζ είναι ένας μικρόσωμος άντρας. Τα νύχια είναι μαύρα. Στο στόμα μάλλον κιτρινίλα.

Ο Χάινζ είναι λίγο μετά τα τριάντα. Αυτού του φαίνεται ότι είναι παραπάνω. Από τότε που μπορεί να σκεφτεί, ή τέλος πάντων κάτι παρεμφερές, δεν υπήρχε τίποτα εκτός από ώρες που δεν έλεγαν να περάσουν. Παραδόμένος ο Χάινζ στο μικρό του μυαλό. Ανίκανος να νιώσει κάτι άλλο πέρα από βαρεμάρα και αναστάτωση. Αναστάτωση είναι μικρά κορίτσια. Ο Χάινζ δεν μπορεί να κάνει σεξ παρά μόνο με κοριτσάκια. Αισθάνεται μόνο με κοριτσάκια. Ας είναι ο πούτσος του σφυρί του θεού. Και αναστάτωση. Ένα καλό μέγεθος εσωτερικά, αποκτάει. Μέχρι τα κοριτσάκια να γίνουν σκληρά και παγωμένα κι άκαμπτα, άχρηστα, τα βλαμμένα. Μετά μπορεί να φανταστεί πως ήταν θεός, ώσπου η αίσθηση ξεθωριάζει, οι σκέψεις ξεφτίζουν και το κορμί του συρρικνώνεται, αποκτάει το κανονικό του ύψος. Το οποίο δεν είναι μεγάλο.

Και η βαρεμάρα. Τι κάνει κανείς με τη ζωή; Το διάβασμα αποκλείεται, η τηλεόραση προκαλεί πονοκέφαλο, και μένει μόνον να κοιτάς τον δρόμο, και το ανήσυχον ανεβαίνει στον λαιμό, κάνει έναν κόμπο, κάνει τα πόδια του να κατεβαίνουν σκαλοπάτια. Και να ψάχνουν. Έτσι βρήκε το κορίτσι Αυτό ξαπλωμένο στη γωνία κι ο Χάινζ το κοιτάζει. Κάθεται στο τραπέζι και τρώει λουκάνικο, δεν μπορεί να πάρει τα μάτια απ’ το κορίτσι. Περνάει αργά αργά το μαχαίρι απ’ τα χείλη του και της κλείνει το μάτι.

Το κορίτσι ωστόσο είναι απόμακρο. Αυτό θυμώνει τον Χάινζ, γιατί θέλει μια αντίδραση. Σκουπίζει το στόμα του με το χέρι, το μαχαίρι με το χέρι και σηκώνεται. Στέκεται στο παράθυρο για να νιώσει τη μεγάλη διέγερση. Κι όταν αυτή έρχεται, είναι όπως είναι για τους άλλους να είναι ερωτευμένοι. Τόσο ωραία και δυνατά, είναι γεμάτος χαρά να ξετυλίγει το κορίτσι σαν δώρο, που δεν είχε πάρει ποτέ. Κι ο πούτσος του χτυπάει δυνατά, χαίρεται, ο Χάινζ. Χτυπάει το κουδούνι. Ο Χάινζ τρομάζει. Για λίγο μόνο. Κι ανοίγει, το μαχαίρι κρυμμένο πίσω απ’ την πλάτη του. Μπρος του στέκεται η γειτόνισσά του. Θέλει να δει μαζί του τηλεόραση ή να συζητήσει, ή κάτι τέλος πάντων. Ο Χάινζ αρνείται, έχει δουλειά. Κλείνει την πόρτα και πηγαίνει στο κορίτσι.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007, σελ. 67-69

Πίνακας: Nikolleta Ceccoli

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

21:54

(Τέα, 30. Αυτοδίδακτη ηθοποιός. Την απέρριψαν απ’ όλες τις σχολές. Μέχρι πρότινος πίστευε στο ταλέντο της. Όχι πια.)

Η Τέα είχε πιει. Κι αφέθηκε να πέσει στην τρύπα. Στην τρύπα που υπάρχει στους περισσότερους. Που κανονικά καλύπτεται με φίλους, σινεμά ή δουλειά. Απλώς έπεσε μέσα, κι ένιωσε έκπληξη με το πόσο βαθιά ήταν. Ατέλειωτη. Αυτό κράτησε πολύ, μέχρι που έφτασε στον πάτο, όπου δεν είχε πιο κάτω. Μερικά κόκαλα και σάρκα, ανοησία σε κίνηση. Για κανέναν δεν έχει αξία. Ένας ανθρώπινος σβόλος, που γεμίζει τη γη σκουπίδια, με τα σκατά του, με την ανάσα του. Δεν ωφελεί. Δεν βγήκε ποτέ ξανά από την τρύπα της. Ήταν ειλικρινές. Το πιο ειλικρινές πράγμα που είχε κάνει ως τότε. Όχι ψέματα πια, όχι καμώματα σαν όλα να είχαν κάποιο νόημα. Η Τέα δεν έβγαινε πια συχνά έξω. Κάπου κάπου όταν τέλειωναν τα σναπς, όταν τέλειωνε το φαΐ. Ο σκυλάκος έκανε τα κακά του στο δωμάτιο, ούτε αυτός έβγαινε συχνά έξω. Όταν η Τέα ήταν έξω, περπατούσε σαν σε όνειρο, περπατούσε μπροστά από άλλους που ακόμα έπαιζαν το παιχνίδι που σπάει πλάκα εις βάρος τους. Και καμιά φορά υπήρχε και λίγο περιφρόνηση μέσα της, όταν έβλεπε πώς κορόιδευαν τους εαυτούς τους. Με τις θαυμάσιες δουλειές τους, με την ψευτοαισιοδοξία τους, με το μεγαλύτερο ψέμα, της αγάπης.

Η Τέα απομακρύνεται απ’ τον νιπτήρα. Ήταν ξερακιανή και ταυτόχρονα πρησμένη. Κοιτάζει τον σκυλάκο. Βλέπει ότι είναι νεκρός. Αδιάφορο. Ο σκυλάκος ήταν ακόμη ένα ψέμα από το παρελθόν. Το ψέμα ότι θα υπήρχε κάποιος που θα την αγαπούσε άνευ όρων. Ο σκυλάκος θα αγαπούσε οποιονδήποτε θα του έδινε φαγητό. Αλλά τώρα είναι νεκρός και μαζί μ’ αυτόν και το τελευταίο ψέμα. Η Τέα ξαπλώνει στο στρώμα της. Απ’ το στόμα της βγαίνει λίγο αίμα. Δε το σκουπίζει. Είναι ξαπλωμένη στο στρώμα. Πηγαίνει λίγο βαθύτερα στην τρύπα. Εκεί είναι το τέλος. Κι αυτό είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορείς να τη φέρεις στη ζωή, τη σκρόφα. Και ίσως η μοναδική ευτυχία που είναι ειλικρινής. Το δόντι πονάει αβάσταχτα, κρατάει την Τέα από το να παραιτηθεί εντελώς, το να υποφέρει με πονεμένα δόντια είναι δύσκολο. Το τελευταίο που θα κάνει η Τέα είναι να πάει σ’ οδοντίατρο για να φτιάξει το δόντι της, και ύστερα θα δοκιμάσει αν μπορεί να πεθάνει κανείς από κορεσμό.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007.

Πίνακας: Στέφανος Δασκαλάκης

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

 

XVIII

O Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι λέξεις είναι σημάδια παραστάσεων που ανακαλούνται στην ψυχή. Δεν φαίνεται ότι κάθε γλώσσα το επιτυγχάνει αυτό με τον ίδιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτού του λαού κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως, να μη βρίσκει τον στόχο της. Ένας ποιητής της χώρας την συγκρίνει ως προς αυτό με τη βελόνη της πυξίδας, που δεν δείχνει ποτέ ακριβώς τον βορρά. Το παρατηρεί κανείς ήδη στην ομιλία των παιδιών. Έτσι, εκφράζουν τη μία ή την άλλη ευχή· αν κάποιος, ωστόσο, τους φέρει ό,τι ζήτησαν, τον αποδιώχνουν κι εκλιπαρούν για κάτι καινούργιο, μέχρι που ξεσπούν τέλος σε κλάματα. Ένας μικρός έκλαιγε μέχρις εξαντλήσεως και φώναζε τη μαμά του· όταν ήρθε η μάνα του και πήρε το παιδί στην αγκαλιά, εκείνο μουρμούριζε ήδη μισοκοιμισμένο: «Όχι αυτήν τη μαμά· την άλλη μαμά»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Πίνακας: Anne Siems

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Kι ο Χούγκενάου που στα παλιά του ταξίδια είχε επισκεφτεί πολλές όμορφες παλιές πόλεις, χώρις όμως να προσέξει ιδιαιτέρως καμιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ένα παράξενο συναίσθημα, ένα πραγματικά άγνωστο ως τώρα συναίσθημα, που ούτε να το κατονομάσει μπορούσε, ούτε και να πει τι το είχε δημιουργήσει και το οποίο ωστόσο τον έκανε να νιώθει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν το στο σπίτι του: εάν κάποιος του έλεγε ότι αυτή ήταν μια αισθητική συγκίνηση ή ότι επρόκειτο για ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ελευθερία, θα γελούσε δύσπιστος, θα γελούσε σαν κάποιος που δεν τον είχε αγγίξει καν η ιδέα της ομορφιάς του κόσμου, και θα είχε δίκιο να γελάει στο μέτρο που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν είναι η ελευθερία που αποκαλύτπει την ομορφιά στην ψυχή ή η ομορφιά που μεταδίδει στην ψυχή την ιδέα της ελευθερίας, όμως κατά βάθος θα είχε άδικο, γιατί ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Χούγκενάου δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχει εκείνη η βαθύτερη ανθρώπινη γνώση, ο ανθρώπινος πόθος για την ελευθερία από την οποία εκπηγάζει όλο το φως του κόσμου και μέσω της οποίας βλαστάνει ο κυριακάτικος καθαγιασμός κάθε ζωής – κι επειδή έτσι έχει το πράγμα και δεν είναι δυνατόν να έχει αλλιώς, μια αχτίδα αυτού του ανώτερου φωτός ίσως να έπεσε πάνω στον Χούγκενάου τη στιγμή που σύρθηκε έξω από το χαράκωμα και αποδεσμεύτηκε από τις υποχρεώσεις που τον έδεναν με τους άλλους ανθρώπους, μια αχτίδα του φωτός που είναι η ελευθερία που παραχωρηθηκε ακόμα και σ’ αυτόν, έτσι που για πρώτη φορά ν’ αφοσιωθεί στην κυριακάτικη σχόλη.

  Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμόςσελ. 17-18, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: József Rippl-Rónai