RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Video

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

H δεσποινίς Έρνα, που στην πραγματικότητα δεν του άρεσε και τόσο, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και του χαμογελούσε πονηρά, σχεδόν φιλικά, αφήνοντας να φαίνεται το δόντι που της έλειπε. Παρ’ όλα αυτά ο Ες δεν έδωσε καμία σημασία στις διαμαρτυρίες της: «Kύριε Ες, σας παρακαλώ να βγείτε αμέσως έξω», κι έμεινε ατάραχος στη θέση του, κι αυτό το έκανε όχι μόνο γιατί, όπως οι περισσότεροι, ήταν ένας άντρας με ταπεινές ορέξεις, δεν το έκανε μόνο γιατί, όταν δύο άνθρωποι διαφορετικού φύλου συγκατοικούν από καιρό κι έχουν εξοικειωθεί, σχεδόν δεν μπορούν ν’ αντισταθούν στους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς του σώματός τους και υποκύπτουν σ’ αυτούς χωρίς  μεγάλη αντίσταση με τη σκέψη: «Τελικά, γιατί όχι;» δεν το έκανε μόνο γιατί διαισθανόταν ότι κι αυτή θα έπρεπε να έχει παρόμοιες επιθυμίες, έτσι που δεν υπήρχε λόγος να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες της, και σίγουρα δεν το έκανε μόνον εξαιτίας των ταπεινών ορμών του – έστω κι αν πρέπει να συνυπολογίσουμε τον αναπόφευκτο ερεθισμό που δημιουργεί στους άντρες το αίσθημα της ζήλειας και το οποίο το είχε νιώσει βλέποντας την κοπέλα να τρίβεται πάνω στον Γκέρνετ – αλλά και γιατί ο Ες θεωρούσε ότι η ηδονή, που οι άντρες την αναζητούν σαν να είναι αυτοσκοπός, εξυπηρετεί αντιθέτως έναν ανώτερο σκοπό, τον οποίο να και δεν είσαι σχεδόν σε θέση να τον μαντέψεις, ωστόσο σε κατακυριεύει, και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιταγή να εξαλείψεις εκείνον τον μεγάλο φόβο, που εκτείνεται πολύ μακρύτερα από τα στενά όρια του εαυτού σου, έστω κι αν πολλές φορές μοιάζει να μη διαφέρει από αυτό που νιώθει ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος όταν αναγκάζεται να κοιμηθεί μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά του: ναι, έστω και αν δεν διαφέρει από τον φόβο και τη φιληδονία του ταξιδιώτη που πλαγιάζει με την άσχημα και κάπως περασμένης ηλικίας καμαριέρα, καταφεύγοντας μερικές φορές σε σπαραξικάρδιες αισχρότητες και νιώθοντας συχνά ένοχη τη συνείδησή του.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 53-54, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Joel Peter

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

Ωστόσο τώρα αναγνώριζε ότι, αν το άθροισμα στις προσθέσεις των λογιστικών του βιβλίων έβγαινε τελικά σωστό, αυτό δεν θα ήταν παρά απλή σύμπτωση κι έτσι μπορούσε να παρατηρεί τα εγκόσμια σαν από ένα ανώτερο επίπεδο, σαν από έναν φωτεινό πύργο που ορθωνόταν σε μια πεδιάδα, αποκομμένος από τον κόσμο κι όμως αντικαθρεφτίζοντάς τον ανεμπόδιστα: και συχνά ήταν σαν όλα όσα είχαν διαπραχθεί και ειπωθεί και συμβεί να μην ήταν τίποτε άλλο παρά ένα προκαταρκτικό επεισόδιο πάνω σε μια αμυδρά φωτισμένη σκηνή, μια παράσταση που θα λησμονιόταν, γιατί δεν είχε πραγματοποιηθεί, κάτι περασμένο που δεν μπορούσες να το αδράξεις χωρίς να αυξήσεις την επίγεια οδύνη. Γιατί η ολοκλήρωση προσκρούει πάντα στην πραγματικότητα, ενώ ο δρόμος της νοσταλγίας και της ελευθερίας είναι ατέλειωτος και αιώνια αδιαπόρευτος, είναι στενός και σκολιός, όπως ο δρόμος του Υπνοβάτη, έστω κι αν είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αγκαλιά της πατρίδας και στο λαχανιασμένο της στήθος […] Προχωρούσαν χέρι χέρι, έστω κι αν ο καθένας ακολουθούσε το δικό του διαφορετικό και δίχως τέλος δρόμο. Κι όταν τελικά παντρεύτηκαν και πούλησαν την ταβέρνα σε απίστευτα χαμηλή τιμή, αυτοί δεν ήταν παρά σταθμοί στον δρόμο των συμβόλων και ταυτοχρόνως σταθμοί στον δρόμο που προσέγγιζαν το ανώτερο και το αιώνιο, έτσι που, αν ο Ες δεν ήταν ελευθερόφρων, θα μπορούσε να πει ότι αυτός ο δρόμος ήταν θεϊκός. Όμως εκείνος γνώριζε παρ’ όλα αυτά ότι εδώ στη γη είμαστε όλοι αναγκασμένοι να πορευόμαστε με πατερίτσες.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 250-251, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Raymond Depardon

 

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

Ήταν ένας ηλίθιος και ελαφρόμυαλος βιολιστής, ήξερε όμως να παίζει από μνήμης πολλές σονάτες και γνώριζε κι άλλα πολλά, ωστόσο δεν μπορούσε να μη γελάει παρ’ όλη τη θλίψη του, γιατί οι άνθρωποι στην αγωνιώδη αναζήτησή τους για το απόλυτο ήθελαν να αγαπούν αιώνια, νομίζοντας ότι έτσι η ζωή τους θα ήταν ατελείωτη, πως θα διαρκούσε για πάντα. Μπορεί να τον περιφρονούσαν, γιατί ήταν αναγκασμένος να παίζει pot-pour-ri και γρήγορες πόλκες, εκείνος όμως γνώριζε ότι τα παράφορα πλάσματα που αναζητούσαν το άφθαρτο και το απόλυτο στα εγκόσμια, έβρισκαν μόνο σύμβολα και υποκατάστατα γι’ αυτό που αναζητούσαν, χωρίς να είναι σε θέση να το κατονομάσουν, γιατί έβλεπαν τον θάνατο των άλλων χωρίς να μετανοούν και να θλίβονται, τόσο διακατέχονταν από την ιδέα του δικού τους θανάτου: κυνηγούσαν τις κατακτήσεις για να κατακτηθούν από αυτές, γιατί ήλπιζαν ότι το σταθερό και το αμετάβλητο θα τους αναλάμβανε και τους προστάτευε και μισούσαν τη γυναίκα που είχαν διαλέξει, όντας τυφλοί ναι, τη μισούσαν, γιατί ήταν ένα απλό σύμβολο, έπρεπε να το καταστρέψουν πλημμυρισμένοι από θυμό, όταν ανακάλυπταν ότι εξακολουθούσαν να είναι έρμαια του φόβου του θανάτου. Ο βιολιστής Άλφονς συμπονούσε τις γυναίκες, γιατί, έστω κι αν δεν ζητούσαν τίποτα καλύτερο, δεν διακατέχονταν τόσο από αυτό το ηλίθιο καταστρεπτικό πάθος της κατάκτησης, δεν ένιωθαν να τις κυνηγάει τόσο ο φόβος, εκστασιάζονταν περισσότερο όταν άκουγαν μουσική και είχαν μια πιο ενδόμυχη και οικεία σχέση με τον θάνατο: σ’ αυτό οι γυναίκες έμοιαζαν με τους μουσικούς και, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας χοντρός ομοφυλόφιλος μουσικός, ωστόσο ένιωθε να συγγενεύει μαζί τους και έπρεπε να παραδεχτεί ότι διαισθανόταν λίγο πως ο θάνατος ήταν κάτι μελαγχολικό και όμορφο, κι αυτό γιατί γνώριζε ότι δεν έκλαιγαν επειδή τους είχαν αποσπάσει κάποια κατάκτηση, αλλά γιατί αυτό που άγγιζαν και έβλεπαν ήταν κάτι όμορφο και τρυφερό.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II,  1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 231, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Πίνακας: Odilon Redon

 

 

Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας

.

«O τελευταίος απαγχονισμός που είχαμε σε τούτη την περιοχή ήταν εδώ και τριάντα χρόνια», είπε. «Ήταν ένας περιβόητος άντρας ονόματι Μακντάντης. Κατείχε το ρεκόρ στα εκατό μίλια με συμπαγές ελαστικό. Δεν χρειάζεται να σου πω τι του έκανε το συμπαγές ελαστικό. Αναγκαστήκαμε να κρεμάσουμε το ποδήλατο». «Να κρεμάσετε το ποδήλατο;» « Ο Μακντάντης είχε προηγούμενα με κάποιον ονόματι Φίγκερσο, αλλά κρατιόταν μακριά. Ήξερε πώς έχουν τα πράγματα, κι έκανε το ποδήλατο του Φίγκερσου λιώμα μ’ έναν λοστό. Ύστερα απ’ αυτό ο Μακντάντης και ο Φίγκερσος ήρθαν στα χέρια, και ο Φίγκερσος –ένας μαυριδερός με γυαλιά– δεν έμαθε ποτέ ποιος νίκησε. Έγινε ολονυχτία και τον έθαψαν με το ποδήλατό του. Έχεις δει ποτέ φέρετρο σε σχήμα ποδήλατου;» «Όχι». «Είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο είδος ξυλουργικής, πρέπει να είσαι καλλιτέχνης λίαν δυνατός για να το καταφέρεις με το τιμόνι, άσε τα πετάλια και τη σέλα. Αλλά ο φόνος ήταν άσχημο κρούσμα εγκληματικότητας και πολύν καιρό δεν μπορούσαμε να βρούμε τον Μακντάντη, ούτε να εξακριβώσουμε πού ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του. Στο τέλος, αναγκαστήκαμε να συλλάβουμε το ποδήλατό του όπως και τον ίδιο, και τους παρακολουθούσαμε και τους δυο με μυστικότητα επί μία εβδομάδα, για να διαπιστώσουμε πού βρισκόταν η πλειονότητα του Μακντάντη και αν το ποδήλατο ήταν ως επί το πλείστον στο παντελόνι του Μακντάντη pari passu, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Και μετά τι έγινε;» «O Υπαρχιφύλακας αποφάνθηκε στο τέλος της εβδομάδος. Η θέση του ήταν εξαιρετικά δύσκολη δεδομένου ότι ήταν κολλητός με τον Μακντάντη εκτός υπηρεσίας. Καταδίκασε το ποδήλατο και κρεμάστηκε το ποδήλατο. Γράψαμε nolle prosequi στο ημερολόγιο συμβάντων ως προς το έτερο των εναγομένων. Δεν παρευρέθηκα στο κρέμασμα, γιατί είμαι άνθρωπος ευαίσθητος και το στομάχι μου αντιδρά βίαια»

Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας, μτφρ. Άρης Μπερλής, σ. 163-164, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2008

Artwork: Maggie Taylor

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι ο Λόμπεργκ δεν ήταν ευχαριστημένος με την τύχη του, όπως θα έπρεπε, ήταν κωμικό, και ακόμα πιο κωμικοί ήταν οι λόγοι που πρόβαλλε και οι οποίοι φανέρωναν ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για ηλίθιο άνθρωπο. Γιατί παρόλο που είχε κρεμάσει από την ταμειακή μηχανή ένα χαρτόνι πάνω στο οποίο έγραφε: «To κάπνισμα δεν έβλαψε ακόμη κανέναν» και παρόλο που πρόσθετε στα κουτιά των πούρων που πουλούσε όμορφες επαγγελματικές κάρτες, οι οποίες εκτός από την επωνυμία του μαγαζιού του και τα είδη που διέθετε είχαν γραμμένο κι ένα δίστιχο: «Όποιος καπνίζει μόνο αγνό καπνό, ποτέ δεν έχει ανάγκη τον γιατρό», ο ίδιος αυτά δεν τα πίστευε, ναι, τα τσιγάρα του τα κάπνιζε μόνο από καθήκον και γιατί ένιωθε ένοχη τη συνείδησή του: ναι, ο ίδιος έτρεμε πάντα τον λεγόμενο καρκίνο των καπνιστών και ένιωθε πως συνεργούσε στις βλαβερές συνέπειες της νικοτίνης στην καρδιά, το στομάχι και τον λάρυγγα. Ήταν ένας κοντός, καχεκτικός άντρας με λεπτό μουστάκι που μόλις διακρινόταν και κάτι μάτια δίχως λάμψη, που άφηναν να φαίνεται πολύ το ασπράδι τους, και οι κάπως ναζιάρικοι τρόποι και χειρονομίες του ήταν εξίσου ασυμβίβαστα με τις γενικές πεποιθήσεις του όσο και με το επάγγελμα που ασκούσε και το οποίο ούτε που σκεφτόταν να το αλλάξει με κάποιο άλλο: γιατί όχι μόνο θεωρούσε τον καπνό σαν το λαϊκό δηλητήριο που υπονόμευε την υγεία του έθνους, επαναλαμβάνοντας ακατάπαυστα ότι κάποιος έπρεπε να σώσει τον λαό απ’ αυτή την ολέθρια τοξίνη, αλλά και υποστήριζε έναν υγιή, φυσικό και γνήσια γερμανικό τρόπο ζωής, και ο μεγάλος του καημός ήταν που η φύση δεν τον είχε κάνει έναν πελώριο ξανθό με τεράστιες πλάτες και θώρακα. Αυτές τις ελλείψεις πάντως φρόντιζε να τις αναπληρώνει εν μέρει με το γεγονός ότι ήταν μέλος συνδέσμων τόσο αντιαλκοολικών όσο και χορτοφαγικών, κι έτσι δίπλα στο ταμείο υπήρχε πάντα μια στοίβα από φυλλάδια τα οποία του τα έστελναν κυρίως από την Ελβετία. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, ο άνθρωπος αυτός ήταν ηλίθιος.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 44-45, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Robert and Shana Parke Harrison

 

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν

Η Πόλλυ ήταν ένα αδύνατο κορίτσι δεκαεννιά χρονών. Είχε ανοιχτόχρωμα και μαλακά μαλλιά κι ένα μικρό σαρκώδες στόμα. Τα μάτια της, που ήταν γκρίζα με πράσινη απόχρωση, είχαν  τη συνήθεια να κοιτάζουν προς τα πάνω όταν εκείνη μιλούσε σε κάποιον, πράγμα που την έκανε να μοιάζει με μια μικρή διεστραμμένη μαντόνα. Η κυρία Μούνεϋ είχε στείλει αρχικά την κόρη της να δουλέψει δακτυλογράφος στο γραφείο ενός σιταρέμπορου αλλά, καθώς  ένας αχρείος υπάλληλος της δημαρχίας συνήθιζε να περνάει  μέρα παρά μέρα από το γραφείο ζητώντας  την άδεια να  πει δήθεν δυο λόγια στην κόρη του, πήρε την κόρη της πίσω στο σπίτι και την έβαλε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Καθώς η Πόλλυ ήταν πολύ ζωηρή, η πρόθεση της μητέρας της ήταν να εξυπηρετεί εκείνη τους νεαρούς. Εξάλλου στους νεαρούς αρέσει πολύ να νιώθουν κοντά τους την παρουσία μιας νεαρής κοπέλας. Η Πόλλυ, βέβαια, φλέρταρε με τους νεαρούς, αλλά η κυρία  Μούνεϋ, που ήταν καπάτσα, ήξερε πως οι νεαροί περνούσαν μόνο τον καιρό τους και κανένας τους δεν είχε σοβαρό σκοπό. Έτσι πήγαιναν τα πράγματα για αρκετό καιρό, και η κυρία Μούνεϋ είχε αρχίσει να σκέφτεται να στείλει την Πόλλυ πίσω στη γραφομηχανή, όταν παρατήρησε πως κάτι έτρεχε ανάμεσα στην Πόλλυ και σ’ έναν απ’ τους νεαρούς. Παρακολούθησε το ζευγάρι και έκανε τα σχέδιά της.
Η Πόλλυ κατάλαβε πως την παρακολουθούσαν, ωστόσο η επίμονη σιωπή της μητέρας της δεν μπορούσε να παρεξηγηθεί. Δεν υπήρξε καμιά φανερή συνενοχή ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, καμιά φανερή συνεννόηση, αλλά, παρόλο που όλοι μέσα στο σπίτι μιλούσαν για τη σχέση του ζευγαριού, η κυρία Μούνεϋ εξακολουθούσε να μην παρεμβαίνει. Η Πόλλυ άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα και ο νεαρός τελικά  θορυβήθηκε. Τέλος, όταν η κυρία Μούνεϋ έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, επενέβη. Διαχειριζόταν τα ηθικά ζητήματα όπως ο χασάπης το κρέας: και σ’ αυτή την περίπτωση είχε πάρει την απόφασή της.

Τζαίημς Τζόυς, Η πανσιόν (απόσπασμα), μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.91/2018

Artwork:Balthus

 

Έρνεστ Χεμινγουέϊ, Στην προκυμαία της Σμύρνης

Το περίεργο ήταν, είπε, το πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν εκείνη την ώρα. Εμείς βρισκόμαστε στο λιμάνι και εκείνες ήταν όλες μαζεμένες στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνήθως στρέφαμε τον προβολέα επάνω τους για να τους κάνουμε να σταματήσουν. Πάντα έπιανε αυτό το κόλπο. Κουνούσαμε τον προβολέα πάνω κάτω ρίχνοντας το φως του πάνω τους δυο και τρεις φορές και εκείνες έπαυαν. Μια φορά ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας στην προβλήτα και ένας Τούρκος αξιωματικός με πλησίασε έξω φρενών, επειδή κάποιος από τους ναύτες μας τον είχε προσβάλει πολύ άσχημα. Τότε του απάντησα ότι ο ναύτης επρόκειτο να σταλεί πίσω στο πλοίο και να τιμωρηθεί αυστηρά. Του ζήτησα να μου τον δείξει.  Μου έδειξε τότε τον βοηθό του πυροβολητή, το πιο άκακο παιδί. Είπε πως του μίλησε επανειλημμένα άσχημα και προσβλητικά· μου μιλούσε μέσω διερμηνέα.  Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ο βοηθός του πυροβολητή ήξερε αρκετά τούρκικα ώστε να μπορεί να  μιλά και με  προσβλητικό τρόπο. Τον κάλεσα και του είπα: «Μήπως  μίλησες σε κανέναν από τους Τούρκους αξιωματικούς;»
«Δε μίλησα σε κανέναν, κύριε».
«Είμαι σίγουρος», είπα, «αλλά καλύτερα γύρνα πίσω στο πλοίο και μην κατέβεις στο λιμάνι ξανά για το υπόλοιπο της ημέρας».
Έπειτα είπα στον Τούρκο ότι ο ναύτης διατάχθηκε να πάει πίσω στο πλοίο  και ότι θα τιμωρούνταν αυστηρά. Πολύ αυστηρά μάλιστα. Εκείνος καταχάρηκε με το γεγονός. Πόσο καλά φιλαράκια γίναμε!
Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά μωρά. Ήταν αδύνατον να της πείσεις να αφήσουν τα νεκρά μωρά τους. Κρατούσαν  τα νεκρά μωρά τους εδώ κι έξι μέρες. Δεν τα άφηναν με καμία δύναμη. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Στο τέλος αναγκαστήκαμε να τους τα πάρουμε.

Έρνεστ Χεμινγουέϊ,  Στην προκυμαία της Σμύρνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.84/2017

Artwork:Mirjam-Appelhof

 

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο καλλιτέχνης

Ένα βράδυ,  η ψυχή του πόθησε να αποδώσει την εικόνα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή». Και άρχισε να γυρνά όλο τον κόσμο για να βρει μπρούντζο. Γιατί μόνο σε μπρούντζο μπορούσε να την φανταστεί.
Αλλά  ο μπρούντζος όλου του κόσμου είχε εξαφανιστεί, πουθενά στον κόσμο όλο δεν βρισκόταν μπρούντζος, παρά μόνο στο άγαλμα της «Λύπης που διαρκεί αιώνια».
Τώρα, το άγαλμα αυτό το είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια και το είχε τοποθετήσει στον τάφο του μοναδικού πλάσματος που είχε αγαπήσει στη ζωή του. Στον τάφο του νεκρού πλάσματος που είχε αγαπήσει περισσότερο από κάθε τι, είχε τοποθετήσει αυτό το άγαλμα καμωμένο από τον ίδιο, για να στέκει εκεί ως σύμβολο της ανθρώπινης αγάπης που  δεν πεθαίνει ποτέ  και της ανθρώπινης λύπης που διαρκεί αιώνια. Και στον κόσμο όλο δεν είχε απομείνει άλλος μπρούντζος παρά μόνο στο άγαλμα αυτό.
Και πήρε το άγαλμα που είχε ο ίδιος φτιάξει και το ΄ριξε σ’ ένα καμίνι και το παρέδωσε στις φλόγες.
Και από τον μπρούντζο του αγάλματος της «Λύπης που διαρκεί αιώνια» έφτιαξε το άγαλμα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή».

Όσκαρ Ουάιλντ: ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ο καλλιτέχνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου τχ. 92/2018

Αrtwork:Jeane Myers

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι

Όποια ώρα και να ξυπνούσες, έκλεινε και μια πόρτα. Πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, χέρι χέρι, σηκώνοντας εδώ, ανοίγοντας εκεί, να σιγουρευτούν-ένα ζευγάρι-φάντασμα.
«Εδώ το αφήσαμε», είπε εκείνη. Κι εκείνος πρόσθεσε: «Ω! Κι εδώ επίσης». «Βρίσκεται επάνω», μουρμούρισε εκείνη. «Και στον κήπο», ψιθύρισε αυτός.
«Ήσυχα!» είπαν. «Αλλιώς θα τους ξυπνήσουμε».
Μα δεν πείραζε που μας ξυπνήσατε. Ω όχι! «Το ψάχνουν· τραβούν την κουρτίνα», θα ‘λεγε κάποιος και θα συνέχιζε να διαβάζει μια δυο σελίδες. «Τώρα το βρήκαν», θα ‘λεγε κάποιος με σιγουριά, σταματώντας το μολύβι στο περιθώριο της σελίδας. Κι έπειτα,  κουρασμένος απ’ το διάβασμα, θα σηκωνόταν και θα ‘βλεπε και μόνος του, όλο το σπίτι άδειο, οι πόρτες ορθάνοιχτες, μόνο οι φάσες που γουργουρίζουν με ευχαρίστηση, και ο θόρυβος της αλωνιστικής μηχανής να ακούγεται απ’ το αγρόκτημα. «Για ποιο λόγο μπήκα εδώ μέσα; Τι ήθελα να βρω;». Τα χέρια μου ήταν άδεια. «Μήπως τότε είναι επάνω;». Τα μήλα βρίσκονταν στη σοφίτα. Κι έτσι βρέθηκαν ξανά κάτω, ο κήπος γαλήνιος όπως πάντα, μόνο το βιβλίο είχε γλιστρήσει στο γρασίδι. […] «Εδώ κοιμηθήκαμε», λέει εκείνη. Κι εκείνος προσθέτει, «Αναρίθμητα φιλιά», «Ξυπνώντας το πρωί», «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα», «Το πάνω πάτωμα», «Στον κήπο», «Όταν ήρθε το καλοκαίρι», «Ο χιονιάς το χειμώνα». Οι πόρτες κλείνουν, χτυπώντας μαλακά όπως ο σφυγμός του σπιτιού μακριά στο βάθος.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.93/2018

Photo:Jamie Heiden

 

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν

Σε κάθε μεγάλο σταθμό καταφθάνουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι για να δουλέψουν στην πόλη, ενώ χιλιάδες άλλοι φεύγουν για να δουλέψουν έξω απ’ την πόλη. Δε θα ’ταν πιο απλό ν’ αλλάξουν δουλειά οι μεν με τους δε; Ή πάλι οι ατέλειωτες ουρές των αυτοκινήτων που τραβούν βασανιστικά σε αντίθετες κατευθύνσεις τις ώρες της αιχμής. Θα ’φτανε μια ανταλλαγή σπιτιών ή εργασιών, και θα γλιτώναμε απ’ τα περιττά καυσαέρια κι από τις θεαματικές χειρονομίες των τροχονόμων που μοιάζουν να τραβούν κουπί στον αέρα: στις διασταυρώσεις θα ’χε τόση ησυχία που θα μπορούσες να παίξεις Γκρινιάρη. Από τούτες τις παρατηρήσεις έφτιαξα μια παντομίμα: δουλεύω με τα χέρια και τα πόδια, το πρόσωπό μου κάτασπρο και ακίνητο στη μέση – κι έτσι, μόνο με τα τέσσερα άκρα καταφέρνω να δώσω την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού βιαστικών κινήσεων. Σκοπός μου είναι: όσο το δυνατόν λιγότερα εξαρτήματα, ή και κανένα – ακόμη καλύτερα. Για το «Πηγαίνω στο σχολείο» και το  «Γυρίζω απ’ το σχολείο» δε χρειάζομαι ούτε σάκα· μου φτάνει το χέρι που την κρατάει· πετιέμαι την τελευταία στιγμή μπροστά στο τραμ, για να περάσω απέναντι στο δρόμο, ο οδηγός χτυπάει το καμπανάκι, σαλτάρω σε λεωφορεία, κατεβαίνω πριν σταματήσουν, χαζεύω στις βιτρίνες, χαράζω ανορθογραφίες με κιμωλίες στους τοίχους των σπιτιών, φτάνω καθυστερημένος στο σχολείο, στέκομαι μπροστά στο δάσκαλο, τρώω την κατσάδα μου, ξεπερνάω τη σάκα απ’ τους ώμους μου και χώνομαι στο θρανίο.

Στο λυρισμό των παιδιών τα καταφέρνω πολύ καλά: για το παιδί, το κοινότοπο είναι μεγαλειώδες, άγνωστο, πάντα τραγικό, χωρίς καμία τάξη. Το παιδί δεν ξέρει τι θα πει «σχόλη»· η σχόλη αρχίζει απ’ τη στιγμή που ενστερνίζεσαι την «αρχή της τάξεως». Παρατηρώ με φανατικό ζήλο όλες τις μορφές σχολάσματος: τον εργάτη που βάζει στην τσέπη το φακελάκι με το μισθό και καβαλάει το μοτοσακό του, το χρηματιστή που αφήνει επιτέλους το ακουστικό του τηλεφώνου, βάζει το σημειωματάριό του στο συρτάρι και το κλειδώνει, ή την υπάλληλο του μεγάλου καταστήματος τροφίμων, που βγάζει την ποδιά της, πλένει τα χέρια της, χτενίζεται στον καθρέφτη, βάφει τα χείλη της, παίρνει την τσάντα της και φεύγει – όλ’ αυτά είναι τόσο ανθρώπινα που πολλές φορές μού φαίνεται πως δεν είμαι άνθρωπος, αφού τη σχόλη τη ζω μόνο στο νούμερό μου. Το ’χα κουβεντιάσει και με τη Μαρί, τη ρώτησα αν τα ζώα ξέρουν τι θα πει σχόλη, μια γελάδα π.χ. που μηρυκάζει, ή ένας γάιδαρος που μισοκοιμάται πλάι στο φράχτη. Μου απάντησε πως είναι αμαρτία να λέμε ότι ένα ζώο που δουλεύει μπορεί να έχει και σχόλη. Κι ο ύπνος είναι ένα είδος σχόλης, μου είπε, κάτι που ενώνει μεγαλοφυώς τον άνθρωπο και το ζώο, αλλά την ουσιαστική σχόλη τη ζει μόνο όποιος συνειδητοποιεί τι θα πει σχόλη.

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, σελ. 97-98, μτφρ.: Tζένη Μαστοράκη, Εκδόσεις γράμματα 1986

Artwork: Diego Max