RSS

Category Archives: Τάσος Γουδέλης

Τάσος Γουδέλης, Η λύση

Το περίεργο είναι ότι η ανέμπνευστη αφιέρωσή του σ’ αυτήν τον κρατούσε σε μόνιμη διέγερση, γιατί ανανεωνόταν μέσα από τη διάθεσή του να απολαμβάνει την ήττα του από το μηδαμινό, σαν χαρακτήρας από παλιές νατουραλιστικές σελίδες. Εκείνη, πάλι, πολλαπλασίαζε την επιθυμία τους καλλιεργώντας με το μυστήριο της απόκρυψης ένα είδος συνενοχής για όσα συνέβαιναν. Ήταν φανερό ότι τον προκαλούσε με τα μυστικά της, ξέροντας ότι ο άλλος θα κατέρρεε εάν κάποιο πρωί ξυπνούσε χωρίς αμφιβολίες. Αυτό το γνωστό παιχνίδι, πάντως, εγκυμονούσε περισσότερους κινδύνους από όσους υπολόγιζε αυτός. Ίσως και εκείνη, ας την καθοδηγούσε με σχετική ασφάλεια το πεζό της ένστικτο. Ό,τι απειλεί συνήθως μια μακρόχρονη σχέση, στην περίπτωσή τους δεν κατόρθωσε να πάρει μορφή. Εκείνος και στις πιο κατανυκτικές του στιγμές απέναντι στο θαύμα τους δεν ξεχνούσε τη δική του ευθύνη για το ανόσιο που αποδέχθηκε. Σ’ αυτόν, όμως, το δεσμό δεν υπήρχε τρόπος να τιμωρηθεί αποκλειστικά για όσα έκανε παρασύροντάς την σε κάποιο βαθμό. Το χειρότερο ήταν πως δεν είχε ιδέες, ούτε κατόρθωνε να δανειστεί από οποιαδήποτε τολμηρή σκέψη, που θα έλυνε το πρόβλημα. Σαν ένας άλλος Μποβαρί είχε αρχίσει να παίρνει βάρος αντί να εξαϋλώνεται.

Τάσος Γουδέλης, Η λύση, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 135-136, Κέδρος 2013

Artwork: Vladimir Kush

 

Τάσος Γουδέλης, Γοτθικό

Όσοι είχαν την τύχη ή την ατυχία να τη συναναστραφούν στενά, παρά την όποια τους ροπή στο αλκοόλ ή στα διεγερτικά, τον πρώτο καιρό δεν θα αργούσαν να ανησυχήσουν για την υπόγεια πρόθεσή της να περιγράψει εαυτούς και αλλήλους ως πρωταγωνιστές μιας φασματικής υπόθεσης. Στη συνέχεια δεν τους ήταν καθόλου δύσκολο να το αποδεχθούν, γιατί εκείνη, σαν να μοίραζε ακούραστα και συστηματικά επιπλέον δόσεις νάρκης, τους υπέβαλλε την ιδέα ότι δεν έχουν είδωλο: πιέζοντάς τους, με την αξεπέραστη χάρη της, να υποκύψουν στην εσωτερίκευση ορατών και αοράτων. Αυτή η ρυθμική επανάληψη της φαινομενικά ουδέτερης άποψης, που ακουγόταν το παράπονο, για την απουσία ψυχικής αφομοίωσης των πραγμάτων, έκανε θαύματα, αφού πίστευαν όλοι, σε βαθμό γελοιοποίησης, ότι είχαν πια την ικανότητα ακόμα και να καταργήσουν τη βαρύτητα, να γίνουν αόρατοι ή ν’ αφουγκρασθούν τη θαμμένη καρδιά στο πάτωμα, όπως στο διήγημα που τους διάβαζε στο σαλόνι της.

Τάσος Γουδέλης, Γοτθικό, από τη συλλογή Το ωραίο ατύχημα, σ. 27, Κέδρος 

Πίνακας: Ingrid Dee Magidson

 

Τάσος Γουδέλης, Γουταπέρκη

 Στην Κούλα και τον Σωτήρη Δεληγιάννη

Δεν είχα ξανακούσει το όνομά της. Στην αρχή μου θύμισε τροπικούς, ούτε συζήτηση για κάτι τρομερό, σαν το πλάσμα Μαλντορόρ, για παράδειγμα. Αν και είχα πάντα την προδιάθεση να μεγεθύνω οτιδήποτε, να του δίνω τη χειρότερη διάσταση: ήταν ένοχο ακόμα και αυτό που είχε βρεθεί συμπτωματικά στον τόπο του εγκλήματος Οπότε μια γοτθική φαντασίωση, ας πούμε, για το πιο ανώδυνο δεν αρκούσε να το περιγράψει. H γουταπέρκη, αυτό το ιαματικό υλικό, ξέφυγε από τον κανόνα των συνηθισμένων υπερβολών μου. Ωστόσο από την αρχή της γνωριμίας μας κράτησε από μένα παράξενες αποστάσεις.
Βέβαια, τότε σ’ εκείνη την ευκρίνεια του ’64 με τον αφόρητο πόνο- που ούτε η, συνήθως σπάνια, πατρική θωπεία κατόρθωνε να απαλύνει- την ένοιωσα απειλητική. Και επί πλέον δεν τη φανταζόμουν τόσο παρούσα μέσα στο χρόνο. Γιατί, όπως συμβαίνει συνήθως με ό,τι θα διαρκέσει, τίποτα δεν είχε προειδοποιήσει για την εμφάνισή της. Έφταιγε μια σκληρή μαστίχα που είχα σχεδόν ξεχάσει στο στόμα διαβάζοντας ένα φτηνό μυθιστόρημα. Εφηβικό μεσημέρι με τον αμερικάνικο χαμηλό στο τρανζίστορ, που πρόσθετε κι αυτός κλίμα στο λογοτεχνικό γουέστ των σελίδων. Οι ρίζες του τραπεζίτη δημιούργησαν το αιμάτωμα στη γνάθο. Το ξαφνικό άλγος γέννησε εικόνες πλάγιες και εσωτερικές που απορροφήθηκαν λίγο μετά στον πνιγηρό θόλο της οδοντιάτρου. Τα χείλη από πάνω μου σχημάτισαν τη λέξη και νόμισα μέσα στην ομίχλη ότι άκουγα εξορκισμό. Η γουταπέρκη έκλεινε την επίπονη θεραπεία: μ’ αυτήν θα γινόταν το σφράγισμα. Όταν σηκώθηκα, επιτέλους, από την ιατρική πολυθρόνα με τη γεύση της έντονη, δεν ήξερα ότι έπρεπε να την υπολογίζω σοβαρά. Η ηχώ του ονόματός της, πάντως, έμεινε ένας μόνιμος, κρυφός αντίλαλος, που έφερνε στην επιφάνεια μαζί του κάθε λεπτομέρεια του παλιού τοπίου: το νωθρό μεσημέρι, τη πλάγια στάση μου στο κρεββάτι, τη μουσική, τον υστερικό ερωτισμό του βιβλίου, τον ξαφνικό πόνο, τις σκιές των δικών μου, και τη ναρκωτική οσμή της ουσίας.
Μπορεί να έφταιγε και η δειλία μου αλλά δεν έπαψα να τη σκέπτομαι συχνά. Το περίεργο ήταν ότι δεν την υπολόγιζα ξένη στο σώμα μου αλλά ούτε και δική μου. Πάντως εκείνη με ακολούθησε πιστά και ανάλαφρα, σαν τα εγγύς οδυνηρά που νομίζουμε ότι δεν μας ακτινοβολούν. Γι’ αυτό σχεδόν διασκέδαζα με όσα είχε προστατέψει και έπρεπε να τα θυμάμαι με ευχαρίστηση σχεδόν.
Με αφορμή, όμως, μια άλλη ενόχληση το ’78, στο ίδιο σημείο της γνάθου, με ανάγκασε να δω καθαρότερα τις προθέσεις ή μάλλον τα όριά της. Ήταν κι αυτή, λοιπόν, φθαρτή και ανεξέλεγκτη. Με εγκατέλειπε, τέλος πάντων, ανυπεράσπιστο και άτονο. Αλλά δεν είχε περάσει τότε πολύς καιρός από την εμφάνισή της και το σκηνικό παρέμενε μάλλον απαράλλακτο. Θα μπορούσα να ζητήσω, ας πούμε, από τον πατέρα μου παρήγορες λεπτομέρειες για την εφιδρωμένη συνάντησή μου μαζί της εκείνο το μεσημέρι, που τότε δεν φαινόταν και πολύ μακρινό: να επιστρέψω ακολουθώντας, με λίγα λόγια, τα ίδια μου τα ίχνη.
Όταν χρειάσθηκε, όμως, τελευταία να αντιμετωπίσω μια νέα της αδιαφορία, σε άλλη κρίση της γνάθου, ένιωσα εντελώς έκθετος, σκυμμένος σε επιφάνειες που γυάλιζαν εχθρικά, κρατώντας το βάθος κλειστό. Δεν υπάρχουν πια μάρτυρες να με συντρέξουν, ούτε, η μνήμη της υπερήλικης γιατρού, ήταν σε θέση να βοηθήσει.
Τότε κατάλαβα γιατί το όνομα της ουσίας με είχε από την αρχή φοβίσει. Σαν να προμάντευα μόνο από τη λέξη «γουταπέρκη» τη δύναμή της να κλείνει αθόρυβα και ερμητικά τις πόρτες πίσω μου. Ήθελα πάντα να πείσω τον εαυτό μου, παρ’ όλ’ αυτά, ότι εκτελούσε μια φιλική αποστολή, ότι εγώ ήμουν εκείνος που την προστάτευε από τον απρόβλεπτο εαυτό της. Γιατί με έκανε να πιστεύω ότι της είχαν αναθέσει το ρόλο του φύλακα σε κάποιον που τον είχε η ίδια στην πραγματικότητα ανάγκη. Και ήταν αλήθεια. Εγώ της έδινα υπόσταση, την έκανα να νιώθει χρήσιμη στην ιδέα ότι κρατάει κάτω από την επιφάνειά της κειμήλιά μου.
Από την άλλη, επειδή ούτε εγώ ο ίδιος ξέρω τί ακριβώς μου διασώζει, σκέπτομαι κάποια στιγμή να δω επιτέλους τα πράγματα καθαρά, χωρίς συναίσθημα και δράμα: να ομολογήσω ότι αυτό το σφράγισμα δεν καλύπτει παρά ένα κενό…

Πίνακας: Kenne Gregoire

Πηγή: Τάσος Γουδέλης

.

.