RSS

Category Archives: Ολβία Παπαηλίου

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού

Είμαι πολύ υπομονετική, τα πρωινά. Μπορεί αυτό να μη διακρίνεται τις ώρες του απογεύματος – και επειδή σας συναντώ απογευματινά, έχετε να λαβαίνετε την άσχημη πλευρά μου, την κοφτή και ανυπόμονη. Όμως, δείτε το, αγαπητέ Δόκτορα Τ., κάπως αλλιώς: έχω ήδη τελέσει υπομονή, πια πόσες ώρες; Απ’ το πρωί, την ώρα μου της έγερσης – δε ζω παρά για τις στιγμές που θα σας έχω, ολοδικό μου, μέσα σε κείνο το γραφείο-βιβλιοθήκη. Μ’ αρέσει αυτό το δωμάτιο, πολύ: εκεί, νιώθω ότι ακούγομαι καλύτερα, ίσως να είναι η ακουστική του χώρου, τόσα βιβλία με τις πάμπολλες σελίδες τους, ρουφάνε κάποια λόγια από αυτά που αιμορραγούν, αφήνονται τα άλλα, τα ανάλαφρα – να ακουμπούν πεταλουδίζοντας σε επιφάνειες από αργασμένο δέρμα, όλοι οι δερμάτινοί σας τόμοι, η πολυθρόνα σας δερμάτινη, καφέ σοκολατένιο. Το δέρμα το δικό μου ανατριχιάζει, όπως το περπατά μια πεταλούδα με σκουρόχρωμα φτερά, κι έξαφνα, όπως αναφτέρησε: μια αστραπή χρώματος μπλε ηλεκτρικού, εκπάγλου έκπληξης, θωπεία εν αιθρία.

Ολβία Παπαηλίου, Κατόπιν σύστασης γιατρού, Εκδόσεις Θράκα, 2016

.

.

 

 

Oλβία Παπαηλίου, Μια Ιστορία από τα Παλιά

 Fletcher…Εμένα μου την είπε το Παιδί. Το παιδί από το στόλο – μισός ναύτης, μισός μποξέρ, παρότι πρώτα ναύτης και όταν τον πετάξανε από το στόλο – δεν έμαθα ποτέ γιατί ακριβώς, ούτε μου είπε ούτε κι ερώτησα. Κι αν ήξερα πως ήτανε ποτέ στο στόλο, κι αυτό αβέβαιο, ένεκα που όταν και τον εγνώρισα είχε κάνει όνομα στο ρινγκ: καθότι το τατουάζ στο στέρνο καραβίσιο και, εν πάσης περιπτώσης, τον είχε εικονίσει έτσι και κάποιος ζωγράφος, ήτανε κι ωραίος γκόμενος. Αυτό το ήξερα προτού να δώσουμε γνωριμία από τις εφημερίδες.
Που σκυλιάζανε ότι το μποξ αυτό κι ότι το μποξ εκείνο, και να απαγορευτεί! Και τι άντρες ήτανε αυτοί, αυτό το λέω εγώ, όχι αυτοί που το βλέπανε, οι άλλοι, οι κότες των αθλητικών. Τότε το Παιδί ήταν γνωστός σαν κάποιος Κάποιος, τρέχα και γύρευγε ονόματα, ούτε ο ίδιος πια δεν το θυμάται κι ούτε που έχει σημασία στο φινάλε-φινάλε. Διότι τότε γίνηκε το μπραφ μες στο χαμό που επικράτησε, ολόκληρη ιστορία να αποφασιστεί η τύχη του μποξ, και ήτανε πολιτισμένο σπορ ή όχι, και θα βγαίναμε στην παρανομία ή τι; Και πέφτει ο ζωγράφος ο περί ους ο λόγος ο και πιάνει και τόνε ζωγραφίζει, κι έγραφε ο Θρύλος πως τον είχε και μποξάριζε και τον επλήρωνε με την ώρα, ιδιωτικά. Εμένα το Παιδί αλλιώς μου τα είπε, αυτό όταν τον ρώτησα, σημειωτέον.

FletcherΚι εβαφτίστηκε η εικόνα «Το Παιδί Από Το Στόλο», και μπορώ να φανταστώ την επακόλουθη καζούρα, μέχρι που ορισμένοι φάγανε την παπάρα τους και τους εκάθισε στο λαιμό να φτύνουν να μη βγαίνει, όταν το παιδί έβγαλε νόκ άουτ στον τρίτο γύρο το Σκύλαρο και περπατώντας στις κοιλάδες με τις δάφνες – έγινε το Παιδί.
Ενθουσιάζομαι όταν μιλάω για τον κερατά, σβήσ’ το αυτό, μία το μποξ μία τα νιάτα μου, πίσω στην ιστορία – και γράφ’ το αυτό να μπει στα πρακτικά, ο ζωγράφος ήρθε στο Παιδί, γιατί τον είχε δει τότε που έψαχνε για μοντέλα, δηλαδή πήγε να βρει μοντέλα στο γυμναστήριο, και το παιδί ήταν στο σάκο, και είδε ο τύπος το καράβι, όπου ταξίδευε από Ανατολή σε Δύση στην απλωσιά του στέρνου του. Για το καράβι έφερε ο τέτοιος τα συμπράγκαλα στο γυμναστήριο. Και τον ζωγράφιζε νυχτιά ολόκληρη, από τη δύση στην ανατολή – μίλαγε και ζωγράφιζε, ενώ τον είχε να μποξάρει στο σάκο, με τα φαντάσματα. Όλα αντίπαλα κι όλα φανταστικά.

Και το πρωί όλα τελείωσαν, λεφτά χέρια δεν ανταλλάξανε, μα χειραψία ανταλλάξανε – αυτό το τελευταίο το τόνιζε πάντοτε το Παιδί – σα για να το ακούει ο ίδιος, λες κι ήτανε η πρώτη χειραψία που εδέχτηκε. Και έκτοτε, ούτε φωνή ούτε ακρόαση και θέαση καμία, μόνο τα σούσουρα στ’ αποδυτήρια. Και που δεν είχε και όπως τι να πει, ένεκα ότι ο ζωγράφος δεν του την είχε δείξει καν, τη ζωγραφιά του, και τα τσογλάνια είχανε να του λένε: να πέσεις στον έρωτά του και να μη σε θέλει, τον βγάζανε περήφανο, κάτι τέτοια του κώλου, πως ήρθε δα κι η τέχνη να του φιλήσει τα πόδια, ούτως ειπεί, σαν κάπως όμως διαφορετικά, το ρήμα «παίρνω», εννοείτε.
FletcherΤο Παιδί ήτανε άντρας αντρών, κι αυτό το ’χει σεσημασμένο όποιος τον είδε στο μποξ, άμα καταλαβαίνει βέβαια από μποξ. Θα επανέλθω: εγώ τον ήξερα και προσωπικώς, κι αυτός πρέπει να σκύλιαζε, γιατί τον είχε περί πολλά, βλέπετε, το ζωγράφο, λόγω και εκ της χειραψίας. Και έλεγε – διότι δεν του είχε κάνει πάσα ο χριστιανός, και που δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος, μόλο που λίγο βάρβαρος, σαν είλωτα τον είχε πια ολονυχτίς – «και τα χαράματα βούιζε το κεφάλι μου, όλη τη νύχτα να παλεύω κι αυτός να μ’ έχει με τα νάνουρα, με ξέκανε – κι ούτε που ένιωσα μαλάκας να μποξάρω τον αέρα».
Γι’ αυτό σου λέω, με τέτοια σούσουρα, αυτός θα αιστανότανε ότι του απαυτώνουνε, λες, την αρραβωνιάρα. Και όταν πια αρχίσανε να του φωνάζουνε «εεε!…από το καΐκι!…», λίγο να πούμε σαν καψόνι, εξαιτίας του ζωγράφου – άκου, δικέ μου, «Το Παιδί Από Το Στόλο»! Πώς του κατέβηκε του πούστη τέτοια ιδέα φαεινή, που μέσα στα σκατά τον άφησε, και το μοντέλο να ’χει δύο να υπερασπίζεται, και το ζωγράφο μα και τον εαυτό του στο καπάκι! Και ποιος να ξέρει μήπως τον πατάγανε και τα καλόπαιδα εκεί όπου τον έτσουζε, ποιος ξέρει μην τύχει κι ήταν πράγματι στο στόλο και τι να του ’χε λάχει εκεί μέσα… Μα ό,τι δε σε σπάει, σ’ ατσαλώνει…

Απόσπασμα συνέντευξης δημοσιευμένης στο τεύχος (;) Ιουνίου 1946 (δυσδιάκριτο)

Πίνακας: Fletcher Martin, A Lad from the Fleet – 1935, ελαιογραφία, 48 Χ 30

(Προδημοσίευση)

.

.

 

Ολβία Παπαηλίου, Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας (μονόλογος)

Εγώ, τις γυναίκες μου πάντοτε τις αρμάτωνα. Ξέρεις πώς είναι όταν έρχεται ο άγγελος, πώς πήγαινε η Γερακίνα: έτσι το πρωτοέμαθα το μυστικό της ράφτρας, δίπλα απ’ τα πηγάδια, κοντά στις στάμνες που τις γέμιζαν με δάκρυα του Θεού. Το πιο καλό κορμί είναι αυτό που το εφίλησεν η χάρη, και η χάρη βρίσκεται εκεί που θα μπορούσε κι ο τυφλός να την ενοιώσκε, εάν ένοιωθε. Αλλιώς, χρειάζειται η κάθε μια κυρία τη μοδίστρα της. Κι εμένα με εδιάλλεξε η ζωή να υπηρετεύω. Ήτανε κι η μαμά μου καλλονή, όπως το λέγανε. (Εμένα, που την έβλεπα όπως που ήμουν κόρη της, μου εφαινούτανε για σουρλουλού, όλο πως είχε καμμιάν αρρώστια ελαφριά, όλο φιλάσθενη κι ασθενικώς αισθητική, συναίσθημα χωρίς αναπαμό – και ο μπαμπούλης μου να την κοιτάγει εις τα μάτια, μήδε και του εστάξει, μηδέ και του εβρέξει). Κατέληγα να παίρνω το σταμνάκι, και επήγαινα. Αλλά είχα τα μάτια μου μεγάλα, παρατήραγα: Ποιές επερνούσαν για ωραίες, και ποιές ήτανε. Περίεργο το πράγμα για μοδίστρα: δεν ξέρω ούτε και τι νούμερο να ράψω το ρούχο το δικό μου, τώρα βεβαίως πες και ότι πέρασ’ ο καιρός. Αλλά αλήθεια δεν ηξεύρω: μήπως να είναι ο πωπός μου τσουπωτός, μήπως να είμαι στρογγυλή, μήπως πως και το στήθος μου να είναι άδεια πλάκα και άγραφο χαρτί. Πιάσ’ τα και κούρευέ τα, κι ας παραδώσουμε μίαν καλή ψυχή.

Κάποτε πέθανε με το καλό κι η μακαρίτισσα η μάνα μου, ησύχασα κι εγώ: ούτε νερά να φέρνω ούτε πηγάδια και σταμνάκια (πώς που δεν του ’χα δώκει μία να το εσπάσω, κόντεψε να μου φάγει η ρουφιάνα τη ζωή με τις ψευδοασθένειες, με αγαπούσε όμως κάποιος από πάνω και την πήρε, να βρω κι εγώ μιαν αγρανάπαυση, να εύρω και την κλίση μου). Διατί περνούσε ο καιρός. Και είχα αποκάμει με την ατέλειωτη τη λάτρα του σπιτιού της, δε λέω μας, αυτό να το τονίσω, γιατί ήταν αυτή και μονοφαγού ήτανε και παμφάγα, τον άλλον τον πατέρα μου τον είχε να του ρουφά το αίμα του, κι αυτός καλός ο άθρωπος μα όσο από μυαλό… Κουκούτσι που σου λέγω, μαθές και τα τσαλίμια της θα τα ΄βλεπε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε, γιατί την πήρε πεθαμένη το κατόπι, μου έμεινε ένα σπιτάκι, μα με χώραγε.

Όχι, καλέ μου, δεν τον ήθελα το γάμο, ούτε κι ο γάμος ήθελε εμένα, και πατσίσαμε. Άλλο μου έτρωγε εμένα την καρδιά μου, να δω κάθε γυναίκα να ΄ναι όμορφη όπως την έπλασε από μέσα ο Θεός: βλέπεις τη λεμονιά, ωραία είναι. Βλέπεις την αχλαδιά, κι εκείνη όμορφη. Βλέπεις τη μία και την άλλη, ό,τι λαχνός της πέφτει κάθε μιας – μεγάλο κρίμα. Πήγα γι’ αρχή να γίνω μανταρίστρα στην κώνα Ελισσώ. Αυτή, είχε σπίτι καλό, μια – δυο κοπέλες, ραβότανε εκεί μία αρχόντισσα (πίνω νερό ακόμα στ’ όνομά της, αυτή μ’ έστειλε).

Olvia 2Μαντάριζα μ’ ένα αυγό για αρχή, καλτσούλες, έπιανα πόντους, είδε κι η κώνα Ελισσώ πως πιάνανε τα χέρια μου. Ήταν αυτή σκληρής ματιάς, φόραγε το μαξιλαράκι για τις καρφίτσες ωσάν να ήτανε παράσημο, είχε και μια κορδέλλα να κρέμαγε την ψαλιδάρα της που έκοβε. Μου άρεσε εμένα, όταν την έβλεπα να σκύβει πάνω από υφάσματα-νερά και χρατς και χρουτς, μια κίνηση στρατάρχη που οργάνωνε την κάθε καλή μάχη, νικηφόρα. Έσπαγα και τη μέση μου για χάρη αυτής της Ελισσώς, με εσυμπάθησε. Τώρα να πω αλήθεια: τη φοβόμουνα. Την έτρεμα, να είμαι ειλικρινής. Αλλά, όταν με πήρε να μου δείξει πώς ράβεται η σφηκοφωλιά (τί μέγα θαύμα δηλαδή κι αυτό του αθρώπου, αυτή η βελονιά τις κολακεύει τις ψωμωμένες, τις μαζεύει –και τις πολύ-πολύ στενές πώς τις γεμίζει, είναι η απάτη του καλύτερου ελέους για τη γυναίκα) Ε, τι να λέω τώρα: μου φαίνεται της άρεσε που από φόβο ένοιωθα, και ένοιωθα καλώς. Αλλά το χέρι μου κρατούσα σταθερό, το μάτι μου κατεβασμένο και τη σφηγκοφωλίτσα είχα έτοιμη, ακόμα το θυμάμαι αυτό το ύφασμα. Είχε σαν ένα λαχουράκι, το είχε παραγγείλει μια κυρά νοσταλγικιά. Αυτή ήτανε πλέον χήρα, μα έλεγε η κώνα Ελισσώ πως την αγάπαγε ο (πια) αποθαμένος της, της είχε λέγει κάνει ότι να έχει πάντα μία πίστωση: σπίτι ας να μην είχε, αλλά αυτός είχε φροντίσει να τηνε ντύνει μέχρι κατόπιν θανατά, είχε τεφτέρι πληρωμένο για τα έξοδα της χήρας του, να ντύνεται βασίλισσά του μια ζωή.

Olvia 1Οι άλλες ράφτρες όλα ξέραν και τα κουτσομπολεύανε, είχανε κρυφακούσει την κυρούλα όταν που είχε έρθει –σα φρεσκοχηρευάμενη– να ράψει τα ρουχάκια της χηρείας της(κι εδώ να πω, ότι το μαύρο χρώμα είναι πολύ το δέον άτιμο στα μάτια, ρουφά το φως κι όλο το καταπίνει, μαύρη κλωστή-κακή γιορτή, το λένε οι μοδίστρες και το χρεώνουνε ανήμπορα, γιατί είναι κι οι μαυροφόρες πονεμένες, θέλουν να ξαλεγράρει η ψυχή τους, και ράβουμε εμείς). Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη –κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς– ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω, να μη νοιάσκεσαι – εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε. Αργότερα θα μάθαινα και άλλα. Έπιανα εγώ κώτσο τα μαλλιά μου, να μη μου πέφτουνε στα μάτια και στραβώνομαι. Για ρούχα, δεν μου πάνε αυτά τα λούσα, μπορεί και να ’χα πάει σε μοναστήρι αν μου ετύχαινε: και λένε οι λογάδες πως που για ράφτρα μετά βίας ότι φαίνομαι – μάλλον το λέγανε, τώρα ποιος με κοιτάζει; Για ρώτα άμα ξέρεις μια μοδίστρα, ή μάλλον άνοιξε τα μάτια σου είμαστε να κάνουμε ρεκλάμα εμείς την τέχνη μας – ή να μιλήσω έστω, για εμένα.

OLVIA 4Εγώ φοράω ρούχα να ’ναι κόμοδα, να με χωρούν και να με κρύβουν. Τις θέλω τις γραμμές εγώ απλές. (Μου άρεσαν τα βολανάκια, τα φιογκάκια, τα ταφταδάκια που τρομάζουνε στο χάδι – αλλά τα έφερε η μοίρα μου αλλιώς.) Φορώ κυρίως μονόχρωμα, με μια μεγάλη τσέπη. (Να κρύβω μέσα το παράπονο της πίκρας.) Σ’ το είπα, πως η μάνα μου ήτανε καλλονή; Και πέθανε και νέα, Θεός σχωρέσ’ τη. Τέλος, η κώνα Ελισσώ μου έμαθε όλα που όσα ξέρω: να κάνω φανερό το μέρος που θέλει χαρεί φίλημα. Να φαίνεται απ΄το κορμί κάθε προτέρημα, να μην υπάρχει φανερό κανένα ελάττωμα. Μου έλεγε, να βλέπεις. Τι θέλει η ψυχή κάθε πελάτισσας, να βάνεις το χεράκι στην καρδιά σου και να την ελεείς. Θέλει να ντρέπεται; Κάνε τηνα να νοιώθει την ντροπή σαν τη βασίλισσα που τήνε πάνε να τη δέσουν αλυσίδες. Θέλει να λάμπει; Άναψέ την επιτάφιο. Θέλει να φαίνεται πως έκανε το πρώτο της παιδί, άνθιζε το μπουστάκι της. Είναι λιγάκι κουρασμένη από τον πόλεμο που νοιώθει μες στο στήθος της, παλεύει τη ζωή της; Δώσε της μανικάκια φουσκωτά, ενισχυμένα. Μια πανοπλία θέλει η κυρά, να ξαρματώνεται. Και έμαθα: να βλέπω τον καημό της γυναικός μου, να της χαρίζω αυτό που ’χει ποθητό της, να τη βλέπω μετά και να τη χαίρομαι αγνώριστη. Θέλω αυτό να σου το πω, πως η γυναίκα για τη φιλενάδα της εντύνεται και για τον άντρα της, κι ίσως για χάρη έρωτα ξεντύνεται, ίσως να πάει στο μοναχό της το κρεβάτι. Αλλά τα χέρια της μοδίστρας τη μετρούνε, και την ταχτοποιούνε και τη φέρνουνε σε τάξη, εδώ καρδιά, εκεί μυαλό, εκεί να σου σκεπάσω την κοιλιά σου και να της τονίσω το περίγραμμα – θέλεις στητό, θέλεις στρογγυλεμένο. Κανείς δε σε γνωρίζει, έλεγα πάντα από μέσα μου, όταν τους έπαιρνα τα μέτρα, κανείς δε σου ’χει το κορμάκι αγαπήσει όπως εγώ:

Γιατί, εμένα, οι γυναίκες μου, πάντα περπάταγαν και κάνανε τις στράκες, ανάλογα με την κοψιά τους και το χούι τους, τις έβγαζα απ’ το σκοτάδι και τις σεριάνιζα στο φως όπως αντέχανε. Και λάμπαν οι αρματωσιές τους. Κι ας μην είχα τον τρόπο να καμώνομαι, έκαμνα μια ζωή ερωτική σαν κάθε μάνα, σαν τον καλό πατέρα το κορίτσι του που βγάζει, να το επάει σε κοινωνία. Τις έπαιρνα από το χέρι και τις πήγαινα να βρούνε συντροφιά τους εαυτούς τους, κι όλες τις χάρες που τις έδωκε ο Θεός. Και θα μου πεις, πολλοί μου το ρωτήσανε: Δεν είναι αμαρτία να κάνεις τα χατήρια της κοκέτας; Και δε λογιάζεται άχρηστη πολυτέλεια και λούσο; Γιατί λέγανε κάτι σπουδαγμένοι κι ακατάδεχτοι ότι το όμορφο το ρούχο έχει μονάχα μία δήθεν χρησιμότητα, ν’ απομακρύνει το κορμί που το φοράει από την κάθε εργασία που λογιάζεται να είναι απαραίτητη. Να σου πω τώρα, δίκιο έχουνε κι αυτοί – ποιος είδε πλύστρα ή βοσκό είτε τον κάθε οικογενειάρχη τρυπομέρμηγκα να βάζει τα λιλιά και να πηγαίνει; Άρα, έχουνε δίκιο να μιλούν με τέτοιο τρόπο, ότι τ’ ωραίο ρούχο αντιμάχεται την πρόοδο και την εργατικότητα. Αλλά εδώ μιλούμε για ουσία της ψυχής.

Ούτε το δέρμα του ο άθρωπος γνωρίζει πώς να φορεί κατάσαρκα: άμα δεν τον χαϊδέψει ένα χέρι στοργικό, για να τον φέρει στο λιμάνι που το λένε αθρωπιά, ούτε το σάβανό του δεν ηξεύρει να φορέσει άμα πρωτίστως πριν δεν έχει αγαπηθεί. Και η καλή μοδίστρα, γιατρεύει την τσουρούτικη αγάπη, που εδώ κονταίνει κι εκεί στενόπεσε, και μένουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε κατά λάθος, ή κατά παραχώρηση, ή επειδή κάτι θυμήσαμε σε κάποιον έτσι όπου μας πήρε στα κλεφτά το μάτι και, κάπως, της παράδεισος εμοιάσαμε. Εγώ, δεν πολυξεύρω από έρωτες: μ’ αφήναν ασυγκίνητη, προτίμαγα να κάτσω δίπλα από το τζάκι στην ανάγκη, με λίγο φως να κουτσοβλέπω – και να τρυπώνω στα τυφλά, στου κουτουρού να καρυκώνω. Εξέφευγε ο νους μου, πισωγύρναγε σε τόπο αλλοτινό, παλιό το χρόνο: βλέπω την κτίση όλη όταν μια πουκαμίσα συνταιριάζω, πλάθω εκείνη τη μορφή που θα τη βάλει, τι αρετές θα έχει, τι κακίες, σκαρώνω ιστορίες, καταγίνομαι σαν τελευταίος παραγιός της δαχτυλήθρας.

Το άγιο δισκοπότηρο έχει μια όψη, κι άλλη μια – και για τις μοδιστρούλες της σειράς μου, μια δαχτυλήθρα φτάνει για να δούμε το στερέωμα. Να έβαζα και άντρα στο κεφάλι μου; Για δες εδώ, άλλες θα έχουνε ταλέντο στην κουβέντα, άλλες γνωρίζουνε να λένε τα μελλούμενα, μα τα χαρτιά, μα τον καφέ, μα κι ότι θέλεις – αλλά, εγώ ταλέντο για το φίλημα δεν είχα, και βρήκα άλλον εραστή κι αυτός με παίδευε: παντρεύτηκα μία βελόνα, κι ο εραστής μου εμένα ήτανε το μέτρο, το ψαλίδι και οι γυναίκες μου. Αυτές ήπρεπε να ξεμυαλιστούν, αυτές ήθελαν αποκτήσουν καλό δέρμα τα ρούχα που τους έχτιζα. Γιατί το ρούχο είναι για πρώτα επιφάνεια, κατόπι γίνεται σκηνή μέσα στην έρημο, γίνεται χάδι και μεγάλη τιμωρία (πόσες ώρες οι πρόβες, μείνετε σας περικαλώ, κερούλα μου, ακίνητη), κι όταν μου φέρναν τίποτα μικρές για να τις ράψω και χρειαζότανε να κάνω καμμιά γρήγορη ραφή, έβαζα το κορίτσι να δαγκώσει μια, δυο και τρεις φορές τη βελονίτσα, να καταλάβει ότι κάμνουμε εδώ τελετουργίες, και να μαζεύει το μυαλό της, να μάθει να κοιτά λίγο τριγύρω της, να πάρει μυρωδιά τον εαυτό της, ότι υπάρχει και δεν είναι πνεύμα ασώματο. Καμιά φορά, αν τύχαινε καμιά ονειροπαρμένη, σαν από λάθος της εφάρμοζα βελόνα, να τηνε φέρω μερικώς στα συγκαλά της.

.

.

Στης Ελισσώς το σαλονάκι, ο ανακατεμένος ο ερχόμενος: τόπια από υφασματάκια εμπριμέ, κλάρες λουλουδιαστές, κάτι βελούδα λυπημένα, μεταξωτά ρετάλια για εσώρουχα. Κουμπιά σαν παλιοκαιρισμένες λιχουδιές μέσα σε γυάλα, γυάλες από κουμπάκια σε παράταξη στους πάγκους απ΄το πίσω το δωμάτιο, εκεί που εσκλαβώθηκαν τα νιάτα μου. Ψεύτικα χαντρολόγια και κοσμήματα, να τα φορούνε οι γυναίκες και να παίρνουνε μία πρώτην εντύπωση, πώς θα φαινόντουσαν στην τάδε τη βεγγέρα. Τότε, μονάχα οι γυναίκες των πλουσίων περνάγανε την πόρτα του σπιτιού μας, οι άλλες, οι καημένες, όσες πιάνανε κάπως τα δυο τους χέρια, να φοράγανε ένα καλό το φόρεμα του γάμου τους κι ένα το σάβανο από τους άγιους τόπους. Ούτε η γυναίκα σε εμένα, ως να επήγαινε στην εκκλησιά και στον εξομολόγον της. Κυρά Λουκία: έχασε μωρό πριν απ’ τη γέννα, κι όταν σαράντισε την έφερε η συνυφάδα της για την παρηγοριά. Την είδα, κι ονειρεύτηκα έναν αγρό με μαργαρίτες, το μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά. Ήταν ακόμα νέα, είχε χρόνο: θα έκαμνε άλλα παιδιά και θα ξεχνιότανε. Της περιμάζεψα τη μήτρα, τη συνέφερα με πέντε σφιχτές πιέτες που ανοίγανε. Πέντε παιδιά θα έκανε αργότερα, το κοριτσάκι της το πρώτο το βαφτίσανε τυχαίως Μαργαρίτα. Πες ότι είμαστε μια φάρα από μάγισσες, πες που κρατούμε συνεργία του διαβόλου. Όπως και να το πεις θα έχεις δίκιο, όπως και να το πεις θα έχεις κι άδικο. Ερχόντανε κάτι λιγνές, κάτι μακρόταλλες. Θέλω να μοιάζω μαζεμένη, να ταιριαστώ στον άντρα μου που τον περνώ στο μπόγι, μου λέγει μία. Της έβγαλα γλυκό κυδώνι μια φορά, την άλλη μέρα ένα πικρούλι περγαμόντο, την έπιασα αφερεμένο λακριντί.

Και πώς να τον ελέγαν τον αντρούλη της, και πόσο πρέπει ήταν υπερήφανος, να έχει μια κοπέλα σαν το ψηλό βουνό να την ορέγειται. Άνοιξε την καρδιά της, και μου μίλησε. Ότι η πεθερά της ήταν άκαρδη, ζηλιάρα, ίδια κακή αρκούδα διεστραμμένη. Που έλεγε ασχήμιες κακοήθειας, είχε ως τις φωτογραφίες απ’ το γάμο και εκορόιδευε, γιατί την είχε βάλει ο φωτογράφος να καθίσει κι είχε τον άντρα της να είναι ορθός δίπλα της, αυτή να κάθειται ωσάν πασάς κι αγάς, κι ο έρμος της ο άντρας να στέκειται απίκου! Τέτοιες βρωμιές εξέρναγε η κακοπεθερά της, κι αυτή, δυο μέτρα μπόγι, γυναίκα για να περπατεί και η γης να σιέται, και να νυχοπατεί σαν το ποντίκι του αγρού, μια σκέτη λύπηση. Καλέ, της λέω – του αντρός σου μήνα και του αρέσκουν οι ψηλές; Κι εκεί επάνου έσκασε τ’ αχείλι της, και σα γαρδέλι έπιασε και γέλαγε, ότι της έλεγε εκείνος μες στη νύχτα πως πιο απ’ όλα ήταν τούτο που τον άναβε, ότι θα λέγανε οι φίλοι και οι άγνωστοι, τι άραγε σουσούμια να ΄χει αυτός, να τον καταδεχτεί τέτοια γυναίκα, τόσο θωρητική. Εγώ, αν και ανύπαντρη, αυτά τα καταλάβαινα. Της έφτιαξα ένα λούσο να χύνεται σαν το κερί και σα λαμπάδα, με τη ζώνη μόλις λίγο πιο κάτω από τα στήθια, και να παγαίνει ως και κάτω στον αστράγαλο, με ύφασμα σαν άγριο μετάξι – το είδε και η πεθερά της και θα τρόμαξε από το θάμπος, και από κει άλλο δεν ξέρω τι να έγινε: πάντως της δέθηκε η γλώσσα της αρκούδας, που ήτανε διχαλωτή όπως της έχιδνας, και μόνο καμιά ώρα ίσως σφύριζε από θυμό ή από θαύμασμα, άμε σιχτίρ.

Olvia 7Είχα κι όλα τα ρούχα της μανούλας μου, σου είπα, που τη λέγαν Πανωραία; Γιατί δεν ήταν πάντα καλλονή. Όταν μάλιστα είχε γεννηθεί, τρόμαξε και η μαμμή, γιατί ήταν λέει ασχημομούρικο σαν τη μαϊμού του γύφτου που έτυχε κι επέρναγε. Μάλιστα, και τη βγάλαν Πανωραία, πες για παρηγοριά. Αεροβαφτισμένο λέει ήτανε, περνούσε ο καιρός, κάπως και έζησε – θα το λυπήθηκε ο πλάστης του, το έρημο το νήπιο. Κι ήρχονταν οι γειτόνισσες να κάνουνε το χάζι, μια τέτοια ασχήμια. Αλλά, υπήρχε εκεί μια, που όλο έλεγε πως κι άσχημο στην κούνια θα είναι όμορφο στη ρούγα, κι έτσι έγινε. Κι αντί να τηνε κοροϊδεύγουν στην ασχήμια της, έγινε άλλο πατιρντί, τη λέγαν Η Ωραία Πανωραία, και κάποιοι την κακίζανε γι’ αυτή την ομορφιά, και άλλοι θέλανε πολλοί να τηνε κλέψουν. Μα ατυχώς την πήρε ο πατέρας μου, κι αυτή του πήρε το μυαλό, εκείνο το κουκούτσι που δεν είχε. Τέλος, ευχαριστώ και το Θεό που δε μου έτυχε – να χάσω έτσι το τσερβέλο μου και γω. Γιατί αυτά ίσως να είναι τυχερά. Είχα και μία φιλενάδα, πήγε κι έμπλεξε και ετραβολογιούτο μ’ έναν μπάνικο, έναν αλήτη μόρτη, που όλο ξενοκοίταγε, της είχε τάξει γάμο, την παντρεύτηκε. Κι έπειτα πήρε τα λεφτάκια της και όλα να τα παίξει, ή τα ήπιε – και μια ωραία μέρα δεν εγύρισε στην κλίνη της, και μερικούς μήνες αργότερα τη βρήκαν τα μωρά της παγωμένη. Γι’ αυτό σου λέγω, όσο που πάει το στρώμα σου, τόσο ν’ απλώνεις τα ποδάρια. Θυμάμαι, τότε που ήμουνα μικρό κι όλο φοβόμουνα πως θα μου πιάσει ο μπαμπούλας τον αστράγαλο, και θα με σύρει ως πιο κάτω απ΄τα Τάρταρα, κι έτσι μπουμπουλωνόμουνα και λούφαζα στη δίπλα κάμαρη, κι άκουγα τις αγάπες τους.

Olvia 7Με τρύπαγαν όλο χίλιες καρφίτσες, δέκα χιλιάδες βελονιές με περονιάζανε. Εκεί ανάμεσά τους, στένευε ο τόπος: κι εμένα δε με χώραγε. Έμαθα να μιλάω μοναχή μου. Έμαθα το ψωμί να βρέχω με τα δάκρυα, να γίνεται γλυκύτερο. Δεν έμαθα ποτέ να έχω σώμα. Γι’ αυτό σου λέω, μίαν αγάπη είχα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν το γυναικείο το κορμί. Γι’ αυτό και θύμωνα, να βλέπω τις κυράδες που περπάταγαν χωρίς καμάρι, με το λαιμό και με τους ώμους τους σκυμμένους. Άλλοι ξέρουν να φτιάχνουν εκκλησίες, πηγάδια και γεφύρια, έναν τάφο. Εγώ ήξερα να σηκώνω τα φορέματα και να τα κάνω πύργους: έσφαζα πρώτα το κοκκόρι στα θεμέλια – ξέρεις τι άθλος είναι να σου ΄ρχεται γυναίκα ασχημάτιστη ή κακοφορμισμένη, μια κυρά κακώς ανείδωτη; Και να σ’ αφήνεται να της κερδίσεις εμπιστοσύνη, της καρδιάς τα μυστικά της, και να το δέχεται πως να δειχτεί στον κόσμο, όπως που τη φαντάστηκες; Αυτό είναι μια πράξη της ουσίας, ερωτική. Και για κοκκόρι, έδινα τα χέρια μου, τα τρύπια δάχτυλά μου ματωμένα απ΄τα νυχτέρια της αγάπης και στη χάρη τους. Ξέρεις πόσο χρονών θα ήμουνα που με φωνάξανε με το δικό μου όνομα; Δεν ξέρεις.

Και τώρα που σ’ τα λέω, κι εγώ ξέχασα: στο σπίτι της Ωραίας και του πατέρα μου, χάθηκε κάθε όνομα μέσα στις χαραμάδες. Ίσως να ήταν η ματιά της Ελισσώς όπου με βάφτισε, Ιππότις της Βελόνας πήγα κι έγινα. Από την τυχερή ορφάνια, βρήκα θέληση να μαλακώσω την καρδιά και το απομάκρυσμα. Τώρα να πω και την αλήθεια: πως δε μ’ ένοιαζε να φαίνομαι, δεν ήξερα όμως και να κρυφτώ, γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα, κατρακυλούσα σα φαρμάκι μες στις φλέβες μου, θήραμα το λαθραίο και ανέστια. Και γιατρικό εγώ δε γνώρισα καλύτερο από τη βελονιά, γιατί δεν έφτιαχνα φορέματα, εχάριζα μια κατοικία στις ψυχές. Ήταν καθ’ όλα συμφωνία των κυράδων: μου έφερναν σε φάκελο χρηματικό αντίτιμο, παίρναν τη φορεσιά τους, και τελειώναμε. Και αν τις έβλεπα στο δρόμο, δε μιλάγαμε, μόνο με βλέμμα ανταλάσσαμε αναγνώριση. Έχει η συντεχνία μας τους τρόπους της, να μην εκτίθεται βεβαίως η πελάτισσα, να μένουν τα πολύ κρυφά κρυμμένα επιβάλλεται. Όμως, τη δύναμη εκείνη που μου δίνανε!Ότι τις είχα πλάσει εάν όχι κατ’ εικόνα – μα καθ’ομοίωση στη ζάχαρη, στο μέλι. Να μοιάζουνε με κρύα νερά που πίνουν οι αγγέλοι. Όλα εκείνα τα λεφτά τα παραπέταξα, τα έχωσα μέσα σε στρώματα, τα ξέχασα. Κάποτε θα τα βρούνε κάποιοι άγνωστοι, όταν το κράτος μου θα έχει πια περάσει, κανείς δε θα αναγνωρίζει το πρόσωπο του κυβερνήτη, της βασίλισσας, εκείνων των παλιών θεών τη λεπτομέρεια σε κάθε χαρτονόμισμα. Θα ’ναι πολύχρωμα χαρτιά, τελείως άχρηστα: φαντάζομαι παιδάκια να τα αφήνουνε στην ακροθαλασσιά, σαν καραβάκια και σπονδές σε μία Παναγιά ξενομερίτισσα. Έχω κρατήσει μια βαλίτσα μεγαλούτσικη, που θέλω να τη θάψουνε μαζί μου. Εκεί κρατάω τις πραγματικές μου πληρωμές. Μπούκλες σε μαλακές φασκιές από χαρτάκι ζαχαρί. Για κάθε φόρεμα, μια μπούκλα: της Α. μύριζε βανίλια. Της Ε. σφεντάμι, δεντρολίβανο. Της κυράς Ζ. τη γεμάτη μυρωδιά της καστανής γυναίκας. Έχω για πληρωμή μου έναν κήπο από όνειρα να μου ζεσταίνουνε τις νύχτες τις ανέραστες. Εμένα οι γυναίκες οι δικές μου, δε μ’ αφήσανε – μόνο που δε με κράτησε στην αγκαλίτσα της η μάνα μου, εκείνη δεν τη φόρεσα κατάσαρκα.

Ολβία Παπαηλίου, 2014

.

.

 
Image

Oλβία Παπαηλίου, Οι Αγάπες

Oλβία Παπαηλίου, Οι Αγάπες

.

Υπάρχουνε κάτι μεγάλες σφήκες που κάνουνε φωλιά μέσα στις στέγες, που τρέφονται με τους χυμούς του γύψου και λιχουδιάζουν με το μπετόν αρμέ. Έχουνε τελευταίως επιδράμει στον τόπο εργασίας μου —αλλά εκτός από το μέγεθός τους, το χρώμα το στυγνά πολεμικό—  και μία φρικτή σαγήνη τρόμου, που φαίνεται ως έχει επικαθίσει εξ αφορμής της παρουσίας τους, θα έλεγα πως είναι αβλαβείς. Είναι σα να επιθυμούν να μου θυμίσουν το καταδικασμένο και το ανούσιο που πάει χέρι-χεράκι με την ύπαρξη, ενώ γιατροί και δικαστές κι ερωτευμένοι – θα θέλανε να ήτανε αλλιώς: Η ανθρωπότητα ολόκληρη συνωμοτεί ενάντια στη θλίψη και στη σοφία που κρύβει μες στο κουκούτσι του το φρούτο κάθε υπαρξιακού μας άγχους και τη βαθέως ριζωμένη την άγκυρα που λένε μοναξιά. Κάποιοι (κι εσείς που είσαστε ανάμεσα σ’ εκείνους, εξ ων ουκ έστιν αριθμός, μια πλημμυρίδα) θα καταλάβουν στο μεδούλι τους τι λέω, σε ποιο ταμπού ίσως να αναφέρομαι. Και όσο για τους άλλους, αυτό το σχέδιο δεν είναι για εσάς, και μη λυπάστε: όλοι στον κόσμο έχουμε και κάποιους περιορισμούς, η ευτυχία κι η ασφάλεια κι η πίστη στο πρώτο το καθρέφτισμα, ε τι να πούμε πια, δεν επιτρέπει να φιλοξενηθείτε στα τραπέζια του παρία. Ακόμα και αν έχουμε σερβιριστεί τα αποφάγια της στοργής και μάθαμε κάθε σπυρί ρυζιού να μνημονεύουμε σα φίλο πεθαμένο, δεν ηδυνάμεθα εσάς να προσκαλέσουμε στο γλέντι μας.ANDREA 2 Ή μάλλον, άντε και τυπώσαμε την πρόσκληση με γράμματα χρυσά κι ίσως ανάγλυφα, ζωγραφισμένη σαν τις βίβλους του μεσαίωνα με απαρτία κεφαλών των χερουβείμ στο σχήμα παιδικής χαλκομανίας (ίσως να τα θυμάστε, άλλοτε μπούκλες χρυσές γαλάζιο φτέρωμα, άλλοτε με τα ροζ φτερά, καστανομάλλικα). Και νά ’χει αποκάτω και την τετράδα μουγκών συμφώνων RSVP (τουτέστιν και γαλλομαθώς πως απαντήσατε, πολύ παρακαλούμε)  και να την και η διεύθυνση κι όλα κανονισμένα, στρωμένο το τραπέζι της Αγάπης, τελετουργία που υπάρχει απ’ την πρώιμη πρωτοχριστιανική και άγουρη περίοδο. Και άντε και να πούμε ότι θα θέλατε στο μετρημένο το τραπέζωμα να ρθείτε: Δε θα ’χατε κατάλληλα ενδύματα ούτε το σώμα τσακισμένο απ’ την έλλειψη, οι τρόποι σας θα ήταν ίσως κι ενδεχομένως σαν προσβλητικοί, είτε δυνάμει ευπροσήγοροι και με ροπή στη συμβουλή και την παρηγοριά  είτε με την απόσταση που είναι η αδελφή της λάθος κατανόησης, ακατανόητη σας φαίνεται η πείνα και η ένδεια, σας λείπει η ανάγκη, η παιδεία του γευσιγνώστη. Γλύκα, στυφάδα, πίκρα και η αλμύρα των ζωντανών δακρύων, μια κλίμακα για να συνθέτουμε πυκνά κονσέρτα και ρεσιτάλ ασυμφωνίας. Έτσι το ήθελ’ ο Θεός, έτσι κι εγίνει: πως οι αμνοί με τους αμνούς, και τα ερίφια παρέα εριφίων το λάγιο αρνί και το κροκοδειλόπουλο που εθρήνα τρύπιο κλάμα: ας κάτσουνε στις λόχμες μοναχά τους, να γοεύονται.

Πίνακες: Andrea Kowch

.

.

 

Tags: