RSS

Category Archives: Δημήτρης Δημητριάδης

Image

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Maurice Blancot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Κάθε φορά που η σκέψη προσκρούει σ΄ έναν κύκλο αυτό σημαίνει πως αγγίζει κάτι το αρχέγονο από το οποίο ξεκινά και το οποίο δεν μπορεί να ξεπεράσει παρά μόνο για να ξαναγυρίσει σ΄ αυτό. Ίσως μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτή την αρχέγονη κίνηση εάν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται αυτές οι διατυπώσεις σβήνοντας τις λέξεις “ειρηνικά” και “ευχαριστημένος”. Με την αλλαγή αυτή ο συγγραφέας γίνεται αυτός που γράφει για να μπορεί να πεθάνει και είναι αυτός  που αντλεί τη δύναμή του για το γράψιμο από μια προειλημμένη σχέση με το θάνατο. Η αντίφαση παραμένει, φωτίζεται όμως διαφορετικά. Όπως ο ποιητής δεν υπάρχει παρά μόνον ενώπιον του ποιήματος και σαν να έπεται του ποιήματος, μολονότι είναι απαραίτητο να υπάρχει πρώτα ένας ποιητής για να υπάρξει το ποίημα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορούμε να προαισθανθούμε ότι, όταν ο Κάφκα κατευθύνεται προς τη δύναμή του να πεθάνει μέσα από το έργο που γράφει, αυτό σημαίνει πως το έργο είναι αυτό καθεαυτό μια εμπειρία του θανάτου την οποία φαίνεται πως πρέπει να διαθέτει εκ των προτέρων για να καταφέρει να φτάσει στο έργο και, με το έργο, στο θάνατο.

.

Edite Grinberga (20)

.

Μπορούμε όμως επίσης να προαισθανθούμε και πως η κίνηση που, μέσα στο έργο, είναι προσέγγιση, χώρος και χρήση του θανάτου, δεν είναι τελείως η ίδια εκείνη κίνηση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το συγγραφέα στη δυνατότητα του να πεθάνει. Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πως οι τόσο παράξενες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στο συγγραφέα και στο έργο, αυτές οι σχέσεις που κάνουν το έργο να εξαρτάται απ’ αυτόν που δεν είναι δυνατός (posssible) παρά μόνο μέσα στους κόλπους του έργου, πως μια τέτοια ανωμαλία προέρχεται απ’ αυτή την εμπειρία η οποία συνταράσσει τα δεδομένα σχήματα του χρόνου, ξεκινά όμως από κάτι πολύ βαθύτερο, από το διφορούμενο χαρακτήρα της, από τη διπλή της όψη, πράγμα το οποίο ο Κάφκα διατυπώνει με υπερβολική απλότητα στις φράσεις που του αποδίδουμε Να γράφω για να μπορώ να πεθάνω —Να πεθάνω για να μπορώ να γράφω. Πρόκειται για λέξεις που μας κλείνουν μέσα στην κυκλική απαίτησή τους, που μας υποχρεώνουν, ξεκινώντας απ’ αυτό που θέλουμε να βρούμε, να μην αναζητούμε παρά μόνο το σημείο εκκίνησης, να μετατρέπουμε έτσι αυτό το σημείο σε κάτι το οποίο δεν προσεγγίζουμε παρά μόνο απομακρυνόμενοι απ’ αυτό, αλλά πρόκειται και για λέξεις που επιτρέπουν και την ελπίδα τούτη: εκεί όπου εξαγγέλλεται το ατέρμονο, εκεί υπάρχει η ελπίδα να συλλάβουμε, να κάνουμε να αναβλύσει το τέρμα.

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας, σελ. 126-127,

μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Εξάντας, 1994

Πίνακες: Εdite Grinberga

.

.

.

 

 
Image

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα

Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μελαγχολικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων (…)… Νομιμοποιήθηκε το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδηλης εκδήλωσης (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών (…)

Fatima Ronquillo20120034

(…)… Eγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα’ χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα έτρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή (…)

Fatima Ronquillo20120006 (…)Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… Όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, Θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα, σελ. 41, 49, 50, 51, Εκδόσεις Άγρα, 1991

Πίνακες: Fatima Ronquillo

.

.

 

Tags: ,