RSS

Category Archives: Γιώργης Γιατρομανωλάκης

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία

Όταν όμως έφθασε η είδηση του φρικτού θανάτου του Δίκαιου από την ασθένεια του χαλκού και εξέλειψε κάθε ελπίδα, ο Γρηγόρης, αφού παρέμεινε δυο ή τρεις μέρες άσιτος και άπιοτος, έσφαξε τον μεγαλύτερο πετεινό από τα πουλερικά που έβοσκαν και τριγυρνούσαν στο αμπέλι τους. Μετά άναψε μεγάλη φωτιά και τσιγάρισε μέσα σε λάδι και πολλά μπαχαρικά το κρέας του πουλιού, έστρωσε τραπέζι, κάθισε και έφαγε τις δυο φτερούγες, τον λαιμό και το κεφάλι του πετεινού, ενώ το υπόλοιπο κρέας το έθαψε στην άκρη του αμπελιού τους. Σύντομα, όμως, ο Γρηγόρης ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό του, χωρίς να νοιάζεται για φαγητά ψητά, κοκκινιστά ή βραστά, ούτε για σάλτσες και μυρουδιές μαγειρέματος. Και όχι μόνο δεν νοσταλγούσε το στρωμένο τραπέζι, τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα, αλλά δημιούργησε δική του δίαιτα, που κάποιος θα μπορούσε να την κατατάξει ανάμεσα στη διατροφή της σαύρας και του αγροτικού σκαντζόχοιρου, δηλαδή στη δυνατότητα να βρίσκει κανείς τροφή αποκλειστικά και μόνο από τον αέρα ή το χώμα.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία, σελ. 162-163, εκδόσεις Κέδρος, 1982

Artwork: Catrin Arno

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία

Μεγαλύτερη μεταβολή υπέστη, βέβαια ο Ζερβός. Η σφαίρα του μάνλιχερ, με το οποίο πυροβολήθηκε, όσο γυαλισμένη και λαδωμένη να ήταν από τον Δίκαιο, όσο μικρή τρύπα και να προξένησε αρχικά, διαπέρασε το δέρμα με ορμή και, αφού τρύπησε το στομάχι και διέρρηξε όργανα βασικά, που βοηθούν την πέψη και στη συνέχεια την αφόδευση, βγήκε δημιουργώντας μεγαλύτερη οπή από την πλάτη χαμηλά, συντρίβοντας μάλιστα δύο σπονδύλους. Με τη συνεχή και πολύωρη αιμορραγία και τη διαρροή των οξέων, ο άνθρωπος στέγνωσε και η ψυχή του που, όπως λέγεται, ομοιάζει με πεταλούδα μεταξιού, και κατοικεί λίγο υψηλότερα στο διάφραγμα, έπεσε και πνίγηκε στα ακίνητα υγρά, στο πηχτό αίμα και στη χολή. Ό,τι ζωντανό βρήκε ο Γρηγόρης το πρωί του φόνου να περιφέρεται γύρω από το σώμα του Ζερβού ήταν κάμποσες μύγες, αυτές που γεννιούνται από το θάνατο του ανθρώπου. Στο ρουθούνι, όμως, του σκοτωμένου ήταν ψοφισμένη μια μαύρη μύγα, μικρή, με φτερά μεγάλα, που ζει και κινείται μέσα στο αίμα των ζωντανών, άλλά, όταν χυθεί το αίμα, ξεραίνεται κι αυτή και τελειώνει.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία, σελ. 12-13, εκδόσεις Κέδρος, 1982

Πίνακας: Volkert Olij

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ωραίες εσείς

Gilbert_Garcin_061

.

Ωραίες εσείς που κυκλοφορείτε
Αμέριμνες στο σκοτεινό το διαδίκτυο,
Παρακαλώ σας θυμηθείτε
Αυτούς που να σας έχουν δεν μπορούνε
Μα σε πνιγμό πιασμένοι ολονύκτιο
Τα ηλεκτρονικά σας ίχνη ακολουθούνε.

Αντιπάτρου του Σιδωνίου
ca 170 μ.Χ.

Photo: Gilbert Garcin

.

.

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη

.

Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη
Δασκάλα είσαι στην Κάτω Αττική
Και ταξιδεύεις κάθε μέρα σε βαγόνι
Να τους διδάξεις Λυσία και γραμματική.

.

.

 
Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

.

Σύντας το ευνίον των θηλυκών είναι από φυσικού του μυστικόν, κρυψίνου και χαώδες και την μία σε κουκουλώνει υγρότατα ωσπού να σε κρούψη εις την κοίτην του και την άλλην σε έχει πάνυ στεγνόν και αυχμηρόν, ως εν τη ερήμω, κάμνε ετούτο και θέλεις ευφραίνεσαι παντοτινά όπως ο έγχελυς χαίρεται εις τα ποταμάκια και τα πτερωτά εις τα λοφάρια. Απόγδυσε τη γυναίκα καλά και εισέ κάθε ρουχαλάκι όπου αφαιρείς από πάνω τση λέγε της ασιγανά τον ύμνον της ραφής και το τραγώδιον του βελονίου και το άσμα του μεταξωτού και του καμουχά, όπου επτά ημέρας το εποιούσαν και δεν αποτέλειωνε. Απείτις την εγδύσης και τήνε τραγωδήσης ως πρέπει, σταύρωσέ την από πάνω ίσαμε κάτω, και από κοιλίας έως εις τα οστάρια των πλευρών της να φύγη ο εσφιγμένος άνεμος των ενδυμάτων και των λωρίων. Ύστερα πες τση είτε να σου έρθει ανάσκελα και ανοικτά είτε μπρούμυτα και κλειστά και σάλιωσέ την πλήρως και ευλαβικά και είτα (μετά ώρας β’) έβαλε το δακτυλάκι της εις τα χείλεά σου και δος τη να πίη καλώτατα διά την ομοίωσιν των υγρών, όπου οι παλαιοί το έλεγαν αμοιβαδόν.  

Βιβλίον καλούμενον «Ερωτικόν », συντεθέν παρά Γεωργίου Γιατρομανωλάκη του Κρητός. (σελ. 99, κεφ. 19 Πώς να κάμνης ευνίον να υγραίνεται έως ρεύσεως μυστικής/ απόσπασμα).

Φωτό: Sheila Metzner

.

.

 

Tags:

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ελίνας κλέος

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ελίνας κλέος

.

 

Κι εσύ Ελίνα μου παστρικιά, πλένεσαι και
σκουπίζεσαι και πάντα ματωμένη.
Σαν την Μαντόνα κάθεσαι ζωγραφιά στη μέση μιας
θολής εικόνας
Στο Αιγάλεω σου κάνουν φροντιστήριο και στην Αγία
Βαρβάρα
Πώς να δακρύζεις ψεύτικα, πώς να κινείς τα μάτια
τα βαμμένα
Πώς τάχα να καυλώνεις άγρια να τρέχουνε τα σάλια
του νυμφίου
Να σου κρεμά τα δαχτυλίδια τα χοντρά, τις γύφτικες
καδένες.
Κι εγώ στης Μητροπόλεως τα στενά και στην οδό
Βουλής το δρόμο
Κάθομαι σαν αόμματος και τραγουδώ το μήνιν άειδε
θεά μας.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ελίνας Κλέος, Ένα πατριωτικό ποίημα, στίχοι 151-158, σελ. 16-17. (Εκδόσεις Άγρα, 2002)/Ένα δώρο του Γιώργη τον Ιούνιο του 2012, με τη συμβολική αφιέρωση «Με πατριωτικά αισθήματα, Γιώργης».

.

.

 

Tags: ,

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα

Η Ειρήνη γνώρισε τον άγγελό της δεκατριών χρονών και δύο μηνών. Ήμερα Σάββατο, παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως του σωτηρίου έτους 1913. Την ίδια ώρα είδε και το αίμα της. Κατέβηκε εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς να ανοίξει καμιά πληγή. Ακριβώς τη στιγμή που θύμιαζε τα εικονίσματα και ήταν απορροφημένη από την ωραιότητα του αρχαγγέλου Γαβριήλ. (…)

Κι ενώ το πάνω στόμα της γυναίκας είναι άτριχο και καθαρό, το κάτω έρχεται καιρός όπου σκεπάζεται με μαλακή τρίχα, φουσκώνει και μυρίζει γιατί όλο στα σκοτεινά ζει και μασουλά μόνο τον εαυτό του και ροκανίζει ασταμάτητα όπως το στόμα του λαγού. (…)  Και τις νύχτες σου άρεσε, Ειρήνη, να κρατάς απαλά τα χείλη του λαγού και μαζί κλείνατε τα μάτια και μαζί ξυπνούσατε το πρωί. Κι έβγαζες τότε το ζώο για νερό στο περιβόλι κι έβλεπες να τρέχει το νερό σας ζεστό με πολλά σφυρίγματα και τινάγματα και γινόταν ποτάμι, όχι άγριο, μόνο λιγάκι αφρισμένο πάνω στο χώμα. Πόνο όμως δικό σου, μυστικό αίμα και άγγελο Κυρίου οδηγό και φύλακα ποτέ δεν είχες συναντήσει (…)

laineb - Laine Bachman laineb 6Εικοσιέξι μέρες πέρασαν από το Σάββατο της Σταυροπροσκυνήσεως ως τη Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα των αγίων παθών, της λόγχης και του ξιδιού. Προς το μεσημέρι και μετά την Ακολουθία των Ωρών, τη στιγμή που η Ειρήνη μαζί με άλλες στόλιζαν τον Επιτάφιο, ένιωσε ξαφνικά επιθυμία για κάτι γλυκό. Οι μυρουδιές από τα τριαντάφυλλα, τα κρινάκια, τα ζουμπούλια, τα άνθη της λεμονιάς και της νεραντζιάς και από τις μισοανθισμένες πασχαλιές ανακατώθηκαν με τη μυρουδιά  βανίλιας και καραμέλας και όλη η εκκλησία μύρισε, από το ιερό ως τον γυναικωνίτη, ψημένο αμύγδαλο και κουραμπιέδες. Την ίδια στιγμή είδε η Ειρήνη ψηλά πάνω στο τέμπλο τον άγγελό της να φτερουγίζει, ντυμένος όπως και την πρώτη φορά και να την παρατηρεί με τα μεγάλα του φωτεινά μάτια σκοτεινιασμένα λίγο από τις μακριές του βλεφαρίδες. (…)

Ίσα που πρόλαβε ο άγγελος του Κυρίου και ακούστηκαν φοβεροί και τρομεροί χτύποι στις πόρτες και στα παράθυρα. Έτριξαν τα θεμέλια του σπιτιού, σείστηκαν οι τοίχοι και τα πατώματα πήγαν κι ήρθαν. Και πολλά πιάτα έπεσαν από τα ράφια και συντρίφτηκαν. Και το κουτί της ζάχαρης άνοιξε μόνο του και χυνόταν η ζάχαρη άσπρη και τριζάτη από το ράφι ως το πάτωμα, ενώ ο αέρας γέμισε από τη μυρουδιά της μέντας, της κανέλας και της σοκολάτας. Αυτό ήταν και το τελευταίο που ένιωσε η Ειρήνη προτού λιποθυμήσει στην αγκαλιά του αγγέλου της. Κι όταν (άγνωστο πότε) συνήλθε, της είχε περάσει κάθε πόνος του αίματος και κάθε επιθυμία για γλυκά. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι. Μονάχα ένα αδιόρατο φως φαινόταν να ξεκινά από το σώμα του αγγέλου και να πλημμυρίζει το δωμάτιο.

Kay O'Rourke Kay O'Rourke  (1)Και μέσα σε τούτο το γαλάζιο αχειροποίητο φως είδες, Ειρήνη, ότι κρατούσες στο στόμα σου και έγλειφες ασταμάτητα και πιπίλαγες σαν τα μωρά τον άγγελό σου. Κι εκείνος ο δύστυχος έλιωνε έτσι και λίγνευε, διάφανος σχεδόν, σαν χαρτί από την αδυναμία. (…)

Έτσι πέρασαν τέσσερις ημέρες γλύκας και πόνου. Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Άγιο Πάσχα και Δευτέρα της Διακαινησίμου. Και όλον ετούτο τον καιρό είχε η Ειρήνη στην κατοχή της και δοκίμαζε, έγλειφε και πιπίλιζε ασταμάτητα τα τρυφερά μέλη του ωραίου και διάφανου αγγέλου της. Κι αν είχε επιθυμία για κάποιο γλυκό του κουταλιού ή του ταψιού, γέμιζε το στόμα της και ευφραινόταν ο ουρανίσκος της από το γλυκό εκείνο. Κι αν ήθελε βερίκοκο με αμύγδαλο και σιρόπι, το είχε αμέσως. Κι αν λαχταρούσε βύσσινο, σοκολάτα, κομπόστα μήλου ή αχλαδιού, σοκολατάκια γεμιστά και σκέτα, τα είχε όλα και τα χόρταινε. Όμως εκείνα τα περίεργα γλυκά του πειρασμού με τα ξενικά ονόματα, τα άγνωστα υλικά και τις ανάμειχτες γεύσεις, η Ειρήνη δεν τα δοκίμασε. Ούτε έφαγε τις καραμέλες με τις γεύσεις των χεριών, των ματιών και των χειλιών, φανερών και μυστικών. Πιθανόν δεν θέλησε ή ίσως να ντράπηκε τον άγγελό της και δεν τόλμησε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν ήταν και πολύ βέβαιη αν θα μπορούσε να της προσφέρει όλες αυτές τις γεύσεις κι έμεινε στα γνωστά. (…)

Antoni Mas Antoni Mas (14)

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα (H περίοδος της Ειρήνης), σελ. 13, 14,15, 27, 29, 30, Εκδόσεις Άγρα, 2012

Πίνακες: Laine Bachman, Kay O’ Rourke, Αntoni Mas

—————————————–

 

Tags: , ,