RSS

Category Archives: Ανδρέας Στάικος

Image

Ανδρέας Στάικος, Βηθσαβέ

—Kύριε Επαμεινώνδα, είστε πολύ καλός άνθρωπος, είπε η Βηθσαβέ γλείφοντας στα χείλη της το ζεστό και λευκόχρυσο μέλι που τα είχε πλημμυρίσει. Στις τελευταίες συναντήσεις, προς χάριν ποικιλίας, όπως η ίδια έλεγε, καθοδηγούσε το γλυκό αφανισμό του ιατρού, πότε στον ουρανίσκο της και πότε κατάμουτρα, εκθειάζοντας τη γεύση του μέλιτος που της θύμιζε κάτι μεταξύ θάλασσας και ακακίας. Έπειτα, πάντα με το τσιγάρο στα χείλη, καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε κάθε φορά τη νέα ζωγραφική σύνθεση που προέκυπτε στο πασαλειμμένο από τις μπογιές και το σπέρμα πρόσωπό της.
 
Ellen von Unwerth ellen-von-unwerth-above-magazine05_large
 
 
—Κοιτάξτε, κύριε Επαμεινώνδα, κοιτάξτε ένα καραβάκι με πανιά, δείχνοντας με το δάχτυλό της μία μουτζούρα στο πιγούνι της, η οποία βεβαίως μόνο σε καραβάκι δεν παρέπεμπε
 
—Ναι, ναι, το βλέπω, το βλέπω. Είναι καταπληκτικό. Βλέπεις και δυο γλάρους που πετάνε πάνω από το κατάρτι; είπε ο Επαμεινώνδας, έκθαμβος και αποχαυνωμένος, δείχνοντας δύο υπολείμματα μαύρης μπογιάς, που βεβαίως δεν παρέπεμπαν ούτε σε γλάρο ούτε σε σπουργίτι ούτε σε τίποτα.
 
Τι αθωότης ! Τι γλυκύτης ! σκεφτόταν ο Επαμεινώνδας, τη στιγμή που μια νευρικότητα διακατείχε τη Βηθσαβέ. (…)
 
 —Mίλησέ μου, μικρή μου, μίλησέ μου. Δεν με εμπιστεύεσαι;
—Μόνον εσάς εμπιστεύομαι, κύριε Επαμεινώνδα, μόνον εσάς.
—Μίλησέ μου, λοιπόν.
—Αχ, κύριε Επαμεινώνδα, αναστέναξε βαθιά η Βηθσαβέ. (…)
 
 
 
 
—Kύριε Επαμεινώνδα, η μαμά λέει, κι εγώ την πιστεύω τη μαμά, πως τα πράγματα έχουνε δύο όψεις. Την κακή και την καλή και χρησιμεύουν και για το καλό και για το κακό. Όπως η φωτιά. Με τη φωτιά μπορεί να γίνει στάχτη ένα σπίτι ή να καεί ένα όμορφο δάσος, αλλά με τη φωτιά ψήνονται οι ομελέτες, κι οι ομελέτες εμένα μου αρέσουν πολύ, κατέληξε η Βηθσαβέ κατενθουσιασμένη από τα ακατάρριπτα επιχειρήματά της.
 

Ellen von Unwerth Ashley-Smith-Ellen-von-Unwerth-Galore-Magazine-1-1-550x550

—Πολύ ωραία, της είπα με κάποια, μικρή ομολογώ, ανακούφιση. Όμως υπάρχουν κάποια πράγματα, όπως αυτό εδώ το πιστόλι, που χρησιμοποιούνται μόνο για κακό σκοπό.
—Μα, κύριε Επαμεινώνδα, πώς λέτε τέτοια πράγματα, είπε η Βηθσαβέ απογοητευμένη.
 
Marcus Ohlsson
—Ό, τι κι αν σκέφτεσαι, σ’ το υπόσχομαι, Βηθσαβέ, δεν πρόκειται να σε απογοητεύσω, της είπα απογοητευμένος από την απογοήτευσή της. Μίλησέ μου, ποια είναι η καλή χρήση του πιστολιού που κρατάς; Πες μου να το μάθω κι εγώ. Μπορεί να έχεις δίκιο, την καθησύχασα.
 
—Το ήξερα πως θα συμφωνούσατε μαζί μου, κύριε Επαμεινώνδα, το ήξερα. Είστε πολύ καλός μαζί μου. Που λέτε, αυτό το πιστόλι είναι ένα Σμιθ εντ Ουέσον. Ναι, δεν μπορώ να πω, έχει κακή φήμη, σκοτώνει τους ανθρώπους, αλλά σκοτώνει τους εχθρούς ή τους κακούς ανθρώπους. Όμως σας ορκίζομαι πως είναι και για άλλα πράγματα, πολύ ωραία πράγματα, πάρα πολύ ωραία πράγματα, είπε η Βησθαβέ, ενθαρρυνόμενη από τη συγκατάβασή μου. ( …)
 
—To πιστόλι θα σας αρέσει ακόμη περισσότερο, επέμεινε. Το πιστόλι είναι το κάτι άλλο.
 
—Πώς το ξέρεις ; ρώτησα άναυδος
 
—Το έχω δοκιμάσει. Δε θα σας πρότεινα ποτέ κάτι που δεν το έχω δοκιμάσει. Είναι το κάτι άλλο. Είναι το ρίγος. Είναι του κεραυνού η ανατριχίλα. Είναι πλημμύρα της φωτιάς, κατέληξε ενθουσιασμένη. Αυτό το πιστόλι, αντί για έξι σφαίρες, έχει μόνο μία στη θαλάμη του.
 
—Αυτό το παιχνίδι ονομάζεται ρώσικη ρουλέτα, της είπα έντρομος, ξέψυχος ( …)
 
 
37a2c748719a5fbba865625653bd673a
 

—Θα ξεκινήσω εγώ, είπε η Βησθαβέ, και με χέρι σταθερό βύθισε την κάννη του όπλου στο στενότατο άνοιγμα των εξαίσιων οπισθίων της. Με θολωμένο μάτι από την ηδονή, με κοίταζε κατάματα, εκβάλλοντας καπνούς από το στόμα της. “Κεραυνός, κεραυνός”, ψιθύριζε ασθμαίνοντα. “Πλημμυρίζω, πνίγομαι, πλημμυρίζω”, παραληρούσε. Το παγωμένο σίδερο εντός της τής προκαλούσε σπασμούς σπάνιας έντασης. Και μέσα στον αλλόφρονα σπαραγμό της ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος της σκανδάλης. Κάτι σαν ωκεάνιο κύμα κινήθηκε, μία παλίρροια. Και σωριάστηκε στο κρεβάτι μου. Αναστέναξα από ευτυχία. Το όπλο δεν είχε εκπυρσοκροτήσει μέσα της. Η θεά μου ήταν ζωντανή.

dd0cb2a9769b1fc63f0fb9335e056ae0Σε λίγες στιγμές η Βηθσαβέ άρχισε να σαλεύει. Σηκώθηκε αργά, με δάκρυα στα μάτια και τράβηξε το πιστόλι από τη σαγηνευτική θήκη των οπισθίων της.

—Τώρα, κύριε Επαμεινώνδα, η σειρά σας, μου είπε με τρεμάμενη από την ηδονή φωνή. ( …)

Ηδονή και αγωνία σφιχταγκαλιασμένες, πριν ηχήσει το μέταλλο της σκανδάλης, λίγο πριν εκπυρσοκροτήσει το όπλο, πριν εκραγούν τα σωθικά μου! Κι εγώ  μέσα σε μια δίνη πόνου, δακρύων και έρωτα, έβλεπα όπως σε όνειρο, έβλεπα ό,τι ακόμη δεν είχε συμβεί, έβλεπα ό, τι δεν θα μπορούσα να δω αν συνέβαινε, έβλεπα πέραν του χρόνου, έβλεπα τη Βηθσαβέ, έβλεπα τη Βηθσθαβέ να σπαράζει πάνω στο άψυχο σώμα μου, έβλεπα τη Βηθσαβέ ανάμεσα σε ένα πλήθος ανδρών και γυναικών, τη Βηθσαβέ και τη Λέιλα πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους να δακρύζουν ήρεμα και διακριτικά ανάμεσα σ’ ένα πλήθος μαυροντυμένων ανδρών και γυναικών που με συνόδευαν στην τελευταία μου κατοικία, τη Βηθσαβέ και τη Λέιλα, τη Βηθσαβέ…

Ανδρέας Στάικος, Βηθσαβέ,  σελ. 85, 86, 156, 157, 158, 159, 160, εκδόσεις Άγρα, 2012

Σημείωση: πρόκειται για ένα καλογραμμένο ερωτογράφημα του Ανδρέα Στάικου, που πέραν των άλλων (όπως πολύ εύστοχα σημείωσε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης στην παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό), σε μορφολογικό επίπεδο, όσον αφορά δηλαδή τη δόμηση του βιβλίου, συναντούμε ένα ενδιαφέρον πέρασμα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, την αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση προς το τέλος του. Ο παντογνώστης αφηγητής ταυτίζεται στο τέλος με τον συγγραφέα της ιστορίας (όχι απαραίτητα με τον συγγραφέα του βιβλίου) και, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, οι αποστάσεις  μηδενίζονται.

Vasile Barbu

Κατά την άποψή μου, αυτή η μετάλλαξη του προσώπου έχει ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για τη χρονική στιγμή όπου ήρωας μέσα από τη σεξουαλική πράξη θα συναντήσει το θάνατο. Τη στιγμή επίσης του θανάτου ο ίδιος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πλέον, θα γίνει πάλι παρατηρητής των πραγμάτων και του εαυτού του, παίρνοντας απόσταση και παρατηρώντας το ίδιο του το σώμα και τα τεκταινόμενα. Στην ουσία πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κυκλικό σχήμα, το οποίο δίνεται με διαφορετική μορφή. Εάν νοηματοδοτηθεί, πίσω από αυτό το συγγραφικό εύρημα, υπάρχει το εξής μήνυμα σε όλο το βιβλίο: εγώ ο ζωντανός-νεκρός, ο θεατής του θανάτου μου.

(H γραφή bold της παρούσας ανάρτησης του κειμένου του Ανδρέα Στάικου αντιστοιχεί στη γραφή italics της έκδοσης).

————————————————————————————————————————————

 

Tags: , ,