RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

.

Έτσι με τον καιρό κι όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πέρασμά του, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φανερό μέσα της ότι το λίπασμα για τα περί πατρίδας των προγόνων δεν ήταν παρά οι χαμένοι νεκροί τους. Η Ηλιάννα και ο Ιγνάτιος δεν γνώρισαν ούτε τους τάφους των προγόνων τους, που έμειναν θαμμένοι στον Πόντο ούτε τους τάφους των γονιών τους. Οι μανάδες τους θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Καλαμαριά, ενώ οι δυο τους χαροπαλεύαν με τον τύφο σε διαφορετικά νοσοκομεία-παραπήγματα, και οι πατεράδες τους πέθαναν στο καράβι που τους έφερνε από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη, και δεν βρήκαν παρά τάφο υγρό στα νερά της θάλασσας. Η δική τους ανασφάλεια, η αναζήτηση μητέρας πατρίδας, δεν είχε να κάνει με την κάθε τετριμμένη, εθνικιστικής μορφής προπαγάνδα, αλλά με τον αγώνα και την αγωνία τους να δουν να στερεύει επιτέλους η πηγή της ορφάνιας και της δυστυχίας τους, αφού δικαίωμα εδάφους δεν είχαν ούτε για τάφο.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 103, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Michele Durazzi

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

.

Ίσαμε και το Μούργο, το σκυλί, τον τύλιξε ο Γιώργης στον λαιμό του ένα γύρο, σαν μαργαριτάρια. Κι ύστερα εκάθισε ν’ αναπαυτεί. Κι όσο που αναπαυόντανε, κι επερνούσανε οι ώρες μια μια, και οι γυναίκες θρηνούσαν τα πράγματα του σπιτιού και τα ρούχα, επειδή πάντα οι γυναίκες θρηνούν τα μικροπράγματα, γιατί τους είπανε και το πιστέψανε πως δεν είναι άξιες για τα μεγάλα, τότε αγάλι αγάλι, ο τόπος ένα γύρο καθάριζε, τ’ αστροπελέκια εστραφήκανε αλλού, κατά το νοτιά, τα νερά εστραγγίσανε κάτω τις ρίζες της γης, και στην επιφάνεια απόμειναν, απ’ όπου διαβήκανε τα νερά, όλα τα ψόφια πράματα, άχρηστα πια να ζήσουνε, και οι βουές  απ’ όλα τα ανθρώπινα, τον τρόμο και τους πόνους, συχάσανε κι ήρθε το σκότος της νύχτας απάνω απ’ όλα τότε και τα θεράπεψε.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Johann Fournier

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

Όταν ήταν παιδί κι εζούσε ακόμα με τους γονιούς της στην επαρχία, επλημμύρισε κάποτε η συνοικία τους, επειδή το μέρος εκείνο ήταν πολύ κατηφορικό. Αντίκρυ τους κατοικούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι μια μεγάλη οικογένεια φτωχιά, όπως είναι όλες σχεδόν οι οικογένειες στην επαρχία, μεγάλες και φτωχές. Αμέσως ύστερα απ’ το μεσημέρι, όσο που προχωρούσε δηλαδή η μέρα, τα νερά στοιβαζόντανε στην κατρακύλα κι επεριζώνανε το σπιτάκι, και οι άνθρωποί του τότε, πάρα πολύ τρομαγμένοι, αλλά καθόλου δε μιλούσανε, αρχίνισαν να φράζουνε την κάθε τρύπα στην αρχή με κουρέλια, ύστερα που δε σώνανε πια τα κουρέλια, επειδής ανέβαινε ώρα την ώρα χοχλακιστό το νερό, εμπουντελιάζανε τον τοίχο από μέσα μ’ ό,τι βρισκότανε στο σπίτι, για να αντέξει ο τοίχος, και λοιπόν, αφού τονέ υποστηρίξανε με κάθε λογής παλιοκασόνια και πραμάτεια, ώσπου δεν έφτανε άλλο το ανάστημα του ανθρώπου πιο ψηλά μαζευτήκανε καταμεσής στην κάμαρα τα παιδιά, και η μάνα τους, και η μάνα του πατέρα τους, η γριά, και τέλος πάντω εμαζεύτηκε ό,τι πράμα που ανέσαινε μες στο σπίτι, κι ετρέμανε, κι εκαρτερούσανε, κι εμουρμουρίζανε ανάμεσά τους «άραγες θ’ αντέξει ο τοίχος;» […]

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Tέλος πάντω ο Γιώργης καμιά φορά έφτασε την πόρτα του. Δεν εχρειάστηκε μεγάλη δύναμη, επειδή τα συθέμελά της είχανε τρανταχτεί, και ο Γιώργης την άνοιξε, κι εμπήκανε μέσα μαζί με το Γιώργη οι κεραυνοί και τα ψοφίμια και μια λάσπη παχιά σαν να ’τανε θαρρείς το σπίτι χέρσο χωράφι κι ήρθε να το κοπρίσει η κοπριά, και μια εγινότανε φως μεγάλο από ξαιτίας τ’ αστροπελέκια, μια εγινόντανε σκότος, κι εγάβγιζε και ο σκύλος ο Μούργος ξεκρεμασμένος δίπλα στο ταβάνι απάνω στο κλουβί του φαγιού, κι όλα τα άλλα πρόσωπα κοντανασαίνανε στη μέση, κι ήτανε στοιβαγμένα ανάκατα όλα μαζί μες στις λάσπες, κι ας επατούσανε τα ποδάρια τους ακόμα πάνω στη γη, ήτανε ετοιμασμένα πως θα κατέβουνε σωρό κουβάρι ώρα την ώρα, στον τάφο.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Hugh Shurley

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

Ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο τού Οδυσσέα πατέρα της, προσπαθώντας να γράψει «για όλα αυτά», αισθάνεται βραχυκυκλωμένη. Γράφει και σβήνει και, αν συνεχίζει, είναι μόνο και μόνο γιατί στην οθόνη της φαντασίας της τον βλέπει μπροστά της ρηξικέλευθο και νεφεληγερέτη να της φωνάζει: «Τα πολλά τα λόγια είναι φτώχεια! Κατάληγε! Συμπέρασμα!» Το συμπέρασμα είναι ότι ο Οδυσσέας υπήρξε πάντοτε απολύτως ορθολογιστής και πρακτικός, και όχι μόνο αγνόησε θρησκείες και θεούς, αλλά ποτέ δεν προσείλκυσε το ενδιαφέρον του καμία μεταφυσική και καμία υπέρβαση. Ο θάνατος ήταν το απαράδεκτο τέλος των ανθρώπων, των πιο αγαπημένων του. Αυτό υπήρξε το δόγμα του, και της πήρε μια ζωή για να ψυχανεμιστεί τις καταβολές του στους ομαδικούς τάφους και στα νερά της θάλασσας, όπου βρήκαν τελευταία κατοικία οι γονείς και τ’ αδέλφια των γονιών του. […]

Κι όταν, κάποτε, κατάπληκτη η Άννα μουρμούρισε: «Μα γιατί δεν μας είπες ποτέ τίποτα;» —και αναφερόταν στο γεγονός ότι τον φυλάκισαν με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστής, και καταδότης του ήταν το ίδιο το κόμμα—, της απάντησε με μια ερώτηση που την άφησε άφωνη: «Και νομίζεις ότι θα με πιστεύατε;» Ήξερε από κομμουνιστές ο Ιγνάτιος, και υπερθεμάτισε: «Θα μπορούσατε να πείτε ότι είχαν αλλάξει εν τω μεταξύ! Τώρα, όμως, είδατε μόνοι σας». Αυτοί «που είδαν μόνοι τους» ήταν η Άννα και ο Γόρδης, ο αδελφός της, οι μόνοι από τα εγγόνια του που υπήρξαν ευάλωτοι στην κρυφή γοητεία του κομμουνισμού. […]

Μόνο καταγράφοντας σκέψεις, αναμνήσεις, εντυπώσεις και συναισθήματα με τρόπο ασύνδετο, αποσπασματικό αλλά και με πολλές επαναλήψεις, όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή, θα μπορούσε να υφάνει τον καμβά όλων αυτών των αντιφάσεων, που για χρόνια έκλεινε μέσα του τραύμα και ντροπή, αφού ποτέ της δεν άκουσε τίποτε ούτε για τους Ποντίους ούτε για τους καταδιωγμένους αριστερούς στα σχολεία της, μια κι εκείνον τον καιρό, της επταετίας δηλαδή, στο μάθημα της ιστορίας η κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τύχαινε πάντα να συμπίπτει με το τέλος της σχολικής χρονιάς. Έτσι, επί χρόνια, υπήρξε επιρρεπής στις «συνωμοτικές» εκδοχές της ιστορίας, ενώ ακόμα και σήμερα εύκολα την διατρέχουν φευγαλέα κύματα καταδίωξης. Βέβαια, από δω κι από κει, κάτι είχε υπόψη της για τις «διχόνοιες των Ελλήνων» και αρκετά νωρίς σχημάτισε την εντύπωση πως πατρίδα δεν ήταν παρά ο αντικατοπτρισμός μιας όασης η οποία αποδεικνυόταν απρόσιτη σε όσους μάχονταν γι’ αυτήν· και ότι οι αγωνιστές της ελευθερίας της Ελλάδας συχνά φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, τουφεκίστηκαν και δολοφονήθηκαν μέχρι και από… αφηνιασμένα τρίκυκλα. Έτσι, ο πατριωτισμός τής φαινόταν έννοια υποκριτική, και κυρίως αφότου στο χουντικό σύνθημα «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» ήρθαν και έδεσαν «της γης οι κολασμένοι», εφόσον δεν γίνεται να ξεχαστεί ότι οι αιρετικοί της Τετάρτης Διεθνούς έπεσαν θύματα των ίδιων των συντρόφων τους. […]

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 45-46, 57, 83 εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Βασίλης Πέρρος

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

Της πήρε καιρό να καταλάβει ότι η μετριοπάθεια ήταν επιλογή και κατόρθωμα για τον Ιγνάτιο. Ότι είχε πληρώσει με την ψυχή και τη σάρκα του για να τη λαξέψει σαν τρόπο ζωής και προόδου στην καθημερινότητα. Άργησε πολύ να αντιληφθεί γιατί επέμενε να τους θυμίζει ότι ήταν από τους πρώτους στη Ρωσία που έκοψε τα γένια του, «κατά την ευρωπαϊκή μόδα», κι ας τον λοξοκοιτούσαν οι συμπατριώτες του, Έλληνες και Ρώσοι. Ο Ιγνάτιος, ο προδομένος από σύντροφο και εξάδελφό του, κατ’ εντολή του κόμματος, ως κομμουνιστής, δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής. Ήταν Ρώσος, Έλληνας, Πόντιος, Ευρωπαίος, Παγκόσμιος αλλά όχι κομμουνιστής. Η δυσφήμισή του ως κομμουνιστή ήταν η ποινή για τη διαύγεια πνεύματος και κριτικής που τον χαρακτήριζαν.

Κι ενώ τον κατέδωσαν ως κομμουνιστή, όταν βγήκε από τη φυλακή, αξιώθηκε και την άλλη δυσφημιστική σφραγίδα, του αντικομμουνιστή, που το κόμμα μοίραζε χωρίς διάκριση σε όλους όσοι δεν ήταν «ημέτεροι». Της πήρε χρόνια και καιρούς της Άννας, μέχρι να μπορέσει να δει ότι το στυλ και το ύφος της γραφής του, όπως και η στάση του και οι πράξεις του στη ζωή δεν ήταν παρά αποδείξεις της ακλόνητης αμεροληψίας του, της μετριοπάθειας και της διαύγειας — δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία του επέτρεψαν να μην εγκλωβιστεί ποτέ σε καμία ορθοδοξία.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 88, εκδόσεις Σμίλη, 2020

 

Στράτος Φουντούλης, Σημειωματάριο βαρύτητας

 

 

Από την ενότητα  «Sepia»

ΙΙ

Εκείνο ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ  πάνω από την παλιά γειτονιά και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε; Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς που γνέφει συνωμοτικά: ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκοσιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο-λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα, υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα· στους

ώμους βαραίνει.

*

II

Τι κι αν οι πόρτες παρέμεναν κλειστές, σημασία είχαν τα διαδοχικά χτυπήματα που ακούγονταν σ’ αυτές, περασμένα μεσάνυχτα, από τη μοναχική, διστακτική, ηλικιωμένη γυναικεία φιγούρα· όμως κανέναν δεν αφορά ο αριθμός των ανθρώπινων σκιών που ένιωσε γύρω της χτες προχτές ή ακόμη παλαιότερα. Το γεγονός ότι χτυπούσε πόρτες αγνώστων, περασμένα μεσάνυχτα, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως ανάρμοστο, κάθε ήχος έχει τη σημασία του, όπως οι φωνές που πάντα κάτι

αναζητούν.

Στράτος Φουντούλης, Σημειωματάριο βαρύτητας, πεζά και άλλα.

Προλόγισμα: Δημήτρης Φύσσας ― ΑΩ Εκδόσεις, 2021

Πίνακας: Nicolas Martin

 

 

«Είναι το βιβλίο ενός εικαστικού: χρώματα, σχήματα, σκιές, όγκοι, σχέδια, ανάγλυφα, αποχρώσεις, φωτισμοί, αρχιτεκτονικές, οπτικοποιήσεις της γραφής και γενικά όλα τα εικαστικά εργαλεία έχουν εδώ την τιμητική τους. Κορυφαίο δείγμα, «Η κουρτίνα» (βρέστε την ξεφυλλίζοντας, θα σας κάνει ν’ αγοράσετε το βιβλίο)· ταυτόχρονα, είναι το βιβλίο ενός συγγραφέα. Ενός καλού συγγραφέα.[…]

Ο άνθρωπος γράφει ελληνικά, μα είναι διεθνής και κοσμοπολίτης, δεν ομφαλοσκοπεί εθνιστί, ούτε ελληνιστί. Διαβάζεις πολλούς ξένους τόπους και μόνο μια οδό Πραξιτέλους,Υμηττού, Χιμάρας από Αθήνα/ Ελλάδα. Όπως άλλωστε διεθνείς και κοσμοπολίτες είναι κι οι δάσκαλοί του στη Γραφή, τα Εικαστικά, τη Μουσική – κι όχι μόνο.

«Ζήλεψα» τα διαλογικά μέρη: κοφτά, άμεσα, μάγκικα- καλογραμμένο θέατρο/ το σολιψιστικότατο XVIII/ τα παραληρηματικά σημεία/ τη χαμένη νότα του Λιστ/ τις μετασουρεαλιστικές και σχεδόν λετριστικές «μακέτες» του / τον εξαιρετικό τίτλο του όλου/ το συγγραφικά δυσκατάτακτο του εγχειρήματος/ τη γλωσσική – τυπολογική  άντληση από ιζήματα ποικίλων εποχών[…]

Οι επιστήμες, είτε ονομαστικά, είτε περιγραφικά, είτε μέσω των εργαλείων τους, είναι επίσης παρούσες. Τέχνες, επιστήμες κι όνειρο πάνε δω χέρι χέρι. ΄Ενα μόνο παράδειγμα: «Εμφανίζεσαι φορώντας φόρεμα με τετράγωνα σχήματα και άνθη, πάντρεμα Γεωμετρίας, Βοτανικής και Βιολογίας. Μου λες η ντουλάπα σου είναι ένας κύκλος, το πόδι σου ένα τετράγωνο, το οποίο είναι λουλούδι, το οποίο είναι βλέφαρο· που πρόκειται να ανθίσει.

[Απόσπασμα από το προλόγισμα του Δ. Φύσσα]

 

Σύντομο βιογραφικό

O Στράτος Φουντούλης είναι εικαστικός. Γεννήθηκε το 1954 στην Κάλυμνο και μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική και στην Αθήνα. Αν και σπούδασε γραφικές και μερικώς καλές τέχνες, θεωρεί τον εαυτό του αυτοδίδακτο.  Έχει πραγματοποιήσει πάνω από 100 ομαδικές κι ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Έργα του βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές. Κείμενά του πεζά, ποιητικά και δοκίμια έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα αγγλόφωνα και ελληνόφωνα έντυπα, καθώς και στο διαδίκτυο. Από το 1991 ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Το 2003 ιδρύει το περιοδικό λόγου Στάχτες (staxtes2003.com), το οποίο και διατηρεί έως σήμερα.

Ιστοσελίδα: Αγριμολόγος – https://agrimologos.com/

 

 

Έλενα Ακανθιάς, Golith

Ακούγεται και πάλι η φωνή με τα στοιχεία του μύθου του δεύτερου, με βάση τον οποίο καλείσαι εσύ και αυτός από τα αριστερά σου να οδηγήσετε σήμερα τις αφηγήσεις σας στο τέλος: «Η πρώτη γυναίκα του Αδάμ δεν ήταν η Εύα. Ήταν η Λίλιθ, εκείνη που πλάστηκε μαζί του από την πλάτη του, ενωμένοι και οι δύο σε ένα μόρφω­μα, σχηματίζοντας ταυτόχρονα το αρσενικό και το θηλυκό. Έφερε τη γνώση στον Αδάμ ότι η σεξουα­λική πράξη δεν γίνεται μόνο για λόγους αναπαρα­γωγής και δεν υποτάχθηκε ποτέ σ’ αυτόν, γι’ αυτό και εκδιώχθηκε από τον Κήπο της Εδέμ από τον ίδιο τον Θεό. Από την πτώση της και έπειτα, θρυ­λείται ως μία από τους τρομερότερους Δαίμονες, ως η γυναίκα του Διαβόλου, ως η πρώτη παιδοκτόνος, καθώς και ως η πρώτη γυναίκα που παραπλανούσε και σκότωνε νεαρούς άνδρες».

Και τώρα αποφασίζεις και παίρνεις εσύ τον λό­γο: «Εγώ δεν μπορώ να ερμηνεύσω τον μύθο με στοιχεία και τετράγωνους συλλογισμούς, όπως ο προηγούμενος. Ξέρω, όμως, να σας πω ότι αυτήν τη γυναίκα, σαν ήταν νήπιο, εγώ τη βάφτισα. Πώς ξέρω ότι είναι αυτή του μύθου; Μη με ρωτάτε. Το ένιωσα, δίχως να το γνωρίζω. Από την πρώτη στιγμή που μου τη φέρανε και την πήρα στα χέρια μου. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στις παλάμες μου, πάνω απ’ το νερό της κολυμβήθρας. Από την πλάτη της χυνόταν ένα κύμα θερμότητας και στο βλέμμα της είχε συνημμένη την άρνηση και την ανυποταγή. Ναι, είναι αυτή που σας έχω περιγράψει αναλυτι­κά και τις προηγούμενες φορές που σας έλεγα την ιστορία. Πριν εκκινήσω το μυστήριο, αφού κατά­λαβα τι είχα στα χέρια μου και τι θ’ ακολουθούσε, έκλεισα τα μάτια, έγειρα το κεφάλι προς τον ουρανό και προσευχήθηκα για δύναμη και κουράγιο. Ευλό­γησα το νερό και ξεκίνησα. Με την πρώτη καταβύ­θιση έμπηξε τις φωνές. Δεν ήταν όμως η φασαρία που έκανε, αλλά τα μάτια της, που τα κρατούσε σταθερά κεντραρισμένα στα δικά μου. Με τέτοια έπαρση, πείσμα και επιμονή. Δεν έκλεισαν ούτε μία φορά, ούτε από το νερό ούτε απ’ το γοερό κλάμα. Άρχισα να τη βουτάω όλο και πιο πολλές φορές. Απανωτά. Το περίεργο ήταν ότι όσο πιο πολύ έμενε μέσα στο νερό τόσο περισσότερο έκαιγε, όχι μόνο η πλάτη της, αλλά ολόκληρη. Έφτασα στο σημείο να μουρμουρίζω μηχανικά τα λόγια του μυστηρί­ου και να απολαμβάνω ηδονικά το κάθε απότομο και άγριο βούτηγμά της. Ένιωθα ότι την εξάγνιζα, ότι τη λύτρωνα από το επικίνδυνο που κουβαλούσε η ψυχή της. Ναι, εντάξει, μέχρι τώρα τα ξέρετε όλα αυτά, τα έχετε ακούσει και τις άλλες φορές. Όμως τώρα φτάνω στην τελευταία ομολογία. Όσο εγώ απορροφημένος τελούσα το μυστήριο με τους επαναλαμβανόμενους πνιγμούς της, με είχαν πλη­σιάσει οι άντρες που παρευρίσκονταν. Οι γυναίκες είχαν τραβηχτεί ελαφρώς προς τα πίσω, σφιγμένες και βουβές, και είχαν αρχίσει τα σταυροκοπήματα και τις γονυκλισίες. Θα διαισθάνθηκαν φαίνεται από την αύρα της βαπτίσεως την αντάρα που ζύγωνε. Μονάχα μία ακούστηκε μια στιγμή να λέει ξέπνοα: «Αχ, Παναγία μου! Και είναι με πυρετό το παιδί. Θα το αποτελειώσουμε». Δεν άφησα όμως περιθώ­ρια για ενστάσεις και αντιρρήσεις, καθώς ύψωσα τη μικρή και άρχισα να ψάλλω με βροντερή φωνή. Οι άντρες, εν τω μεταξύ, όσο πιο άγριο γινόταν το μυστήριο, όλο και πιο πολύ πλησίαζαν, σχηματίζο­ντας έναν κλειστό κύκλο γύρω μου και αφήνοντας τις γυναίκες απ’ έξω. Είχα αρχίσει, δίχως να το καταλαβαίνω, να φέρνω γύρους την κολυμβήθρα με έναν ιδιότυπο ρυθμό, μια ασυνείδητη χορογραφία εξορκισμού του κακού. Με είχε καταλάβει μια έξα­ψη άνευ προηγουμένου, μάλλον από την ένταση της προσπάθειας. Κρατούσα τη μικρή ψηλά, προσφορά στον Κύριο και Θεό της, και με τους ύμνους και τις ευχές καθάριζα τη μολυσμένη ψυχή της. Τις τρεις τελευταίες φορές που τη βούτηξα, την κρά­τησα τρέμοντας σύγκορμος αρκετή ώρα κάτω από το νερό. Λες και είχε χυθεί το σάπιο της ψυχής της στις φλέβες μου και το έφτυνα με τις λέξεις, που με μεγάλη δυσκολία πια άρθρωνα όσο εκείνη βρισκόταν μέσα στο νερό. Όταν την τράβηξα έξω, το κλάμα της είχε μεταλλαχθεί σε διακοπτόμενο αγκομαχητό, ένα βογκητό που ηχούσε με τέτοιον τρόπο ώστε μούδιαζε το σώμα μου και λαγνουργού­σε περίεργα στα μόριά του. Οι άνδρες στον κύκλο γύρω μου παρακολουθούσαν με σεληνιασμένο βλέμ­μα. Τα σώματά τους ήταν τσιτωμένα και οι κινή­σεις τους εξέπεμπαν μια αναμονή πύρινη και ένα λαχάνιασμα εσωτερικό. Στο “απεταξάμην”, παρα­τήρησα τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών της μικρής να έχουν σηκωθεί κατακόρυφα σχηματίζοντας ορθή γωνία με το υπόλοιπο πόδι. Ήξερα ότι ήταν σημάδι της αναγέννησης και της φώτισής της. Τότε, την παρέδωσα στις γυναίκες».

Έλενα Ακανθιάς, Golith, νουβέλα, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Αrtwork: Hollie Chastain

.

 

Nάνσυ Αγγελή, Όταν πάγωσε ο χρόνος

Στα πρώτα χρόνια της σχέσης ήταν μια απόλαυση να απαντάει στην ερώτηση «πώς γνωριστήκατε;».  Όλες οι λεπτομέρειες ήταν γλαφυρές, οι αναμνήσεις όμορφα ροδοκόκκινες από εκείνο το πρώτο καλοκαίρι, το δέρμα σφριγηλό. Ήταν η στιγμή μεταξύ του γλυκού ή του πρώτου χωνευτικού ηδύποτου, όταν στα φιλικά ή οικογενειακά τραπέζια κάποιος από τους συνδαιτημόνες έκανε αδιάφορα την πρώτη νύξη, αυτή που έσπαγε τον πάγο των προσωπικών ερωτήσεων, κι ύστερα όλα τα μάτια θαυμασμού που ήταν στραμμένα στο νεαρό ζευγάρι αντάλλασσαν χαμόγελα αδημονίας. Εκείνη, κυρίως εκείνη, έπαιρνε τον λόγο μετά από μια σύντομη παύση ευχαρίστησης,  όσο εκείνος έπινε αργά απ’ το ποτήρι του. Συνήθιζε να ξεκινά τη διήγηση με ό,τι πλαισίωσε την τυχαία αυτή συνάντηση που αποδεικνύονταν, μήνες τώρα,  υπέροχα καθοριστική, καρμική όπως θα έλεγε και η θεία Αγλαΐα. Συνήθιζε να ξεκινά τη διήγηση περιγράφοντας, προσπαθώντας να κάνει χειροπιαστό, για το εύθυμο ακροατήριο, τον ακριβή τόπο και χρόνο. Δεν ήταν εύκολο αυτό, δεν μπορεί κανείς εύκολα να κλείσει μέσα σε μια πρόταση αχτίνες φωτός, αχτένιστα μαλλιά, κολλώδη πλαστικά ποτήρια γεμάτα κόκκινο φτηνό κρασί, ουρές γνωστού νεανικού φεστιβάλ, περίπατους σε ξένη πόλη, φίλους καινούργιους μαζί με παλιούς να διασκεδάζουν όλοι μαζί, τρεις διαφορετικές γλώσσες, μη λεκτική επικοινωνία, σωματική σύμπνοια, λεωφορεία, ξενοδοχεία, αεροπλάνα αποχωρισμού, μέηλ επανασύνδεσης. Όλα αυτά ήταν πολύ σημαντικά, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά. Υπήρχαν ένα σωρό ακόμα άπιαστες, άυλες λεπτομέρειες που κάποιος θα μπορούσε ίσως να ζωγραφίσει ξανά και ξανά με την επιμονή ενός Μονέ, γυρνώντας δηλαδή ξανά και ξανά στον ίδιο δρόμο, οι πλάκες σαν νούφαρα, εκεί όπου συντελέστηκε εκείνη η καθοριστική διασταύρωση βλεμμάτων ανάμεσα σε ακατανόητα σχόλια και γέλια, την ώρα που σερβίρεται η πρώτη κρύα μπύρα στα tapas bars της Καταλονίας, μια στιγμή πριν πέσει ο ήλιος, με άλλα λόγια, όταν ο ουρανός είναι ακόμα μια στάλα πορτοκαλί και στο φόντο διακρίνονται θολά τα πρώτα αναμμένα φώτα κατά μήκος της Ραμπάλ. Όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμα που κρύβονται τριγύρω και συνεισφέρουν βάζοντας το δικό τους λιθαράκι στον σχηματισμό μιας εικόνας, ενός παγωμένου δευτερολέπτου, θα μπορούσε ίσως να τα ζωγραφίσει κάποιος καταφέρνοντας να οπτικοποιήσει το θρόισμα ή το απαλό άγγιγμα των γυμνών ώμων ή την αχτίνα φωτός, μα πώς θα μπορούσε να τα μεταφέρει ικανοποιητικά με λόγια; Όλες αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες διαμόρφωναν τον πίνακα με τρόπο καθοριστικό και έπρεπε να ειπωθούν. Όλες και καθεμιά απ’ αυτές. Και κάπως έτσι η διήγηση έμοιαζε χαοτική και ατέλειωτη, σαν φιδογυριστός δρόμος, μα τόσο ζωντανή και ευχάριστη ώστε κανείς δεν βαριόταν, οι αφηγητές, περισσότερο κι απ’ τους ακροατές, κι είναι σημαντικό αυτό, να μεθά κανείς από τα ίδια του τα λόγια. Ο χρόνος απ’ την πλευρά του, οι μήνες που είχαν περάσει, είχαν προσθέσει τη δική τους πινελιά στις προσωπικές αναμνήσεις του καθενός, είχαν προσδώσει στο ζευγάρι μια τρυφερή, νεόφυτη ακόμα οικειότητα, που καθιστούσε ωστόσο δυνατή την εξομολόγηση ―εκ των υστέρων― μικρών μυστικών και σκιρτημάτων που συνόδευσαν εκείνες τις πρώτες μέρες του έρωτα, κάνοντας την ανάμνηση πιο απολαυστική.  Έτσι, κάθε νέα εξιστόρηση της γνωριμίας τους, ήταν σαν μια μικρή επέτειος, μια εκ νέου επισφράγιση της αγάπης τους, μια γιορτή. Εκείνη έλεγε «θυμάσαι;» κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι χαμογελώντας. Στα τελευταία χρόνια της σχέσης ήταν αφόρητη η ερώτηση «πώς γνωριστήκατε;». Τι σημασία είχε άλλωστε; σκεφτόταν κάθε φορά που ένιωθε υποχρεωμένη ν’ απαντήσει για κάτι τόσο παλιό, κάτι που είχε συμβεί προ αμνημονεύτων χρόνων, η διήγηση του οποίου δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τονίζει με τον πιο επώδυνο τρόπο τα χρόνια που πέρασαν, την απόσταση, αυτήν την αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εκείνη. Η ίδια η ερώτηση της φαινόταν τώρα μοχθηρή. Θέλω να πω, δεν ρωτά κανείς έναν άρρωστο πώς έμοιαζε όταν ήταν υγιής. Τα οικογενειακά τραπέζια απ’ την άλλη δεν ήταν τόσο πολυάριθμα όσο άλλοτε. Η ερώτηση, αυτή καθαυτή, δεν γινόταν συχνά πια, ήταν φορές που το ενδιαφέρον δεν κινούσε τόσο ο τρόπος γνωριμίας, αλλά αυτό το «πόσο καιρό είστε μαζί;».  Σαν να μην ήταν τόσο σημαντικά τώρα οι αχτίνες φωτός, οι γυμνοί ώμοι και τα πρώτα βλέμματα, τα πρώτα παγωμένα δευτερόλεπτα, οι ακριβείς στιγμές σαν νούφαρα…  Για ποια νούφαρα μιλάς; Δεν ήταν παρά πλάκες πεζοδρομίου. Ήταν απόγευμα ή μεσημέρι, ήμασταν πέντε όλοι μαζί ή μήπως έλειπε η Δροσιά; Δεν ήταν σίγουροι… Κι άλλωστε, τι σημασία είχε; Αυτό που είχε τώρα πραγματικά σημασία ήταν η αντοχή, μια κάποια συναισθηματική ανθεκτικότητα. Σ’ αυτά τα επίπεδα, οι πρώτες αυτές αναμνήσεις δεν ενδιέφεραν τόσο, ήταν  ήδη αρκετά μακρινές και συγκεχυμένες, θολές σαν ανεστίαστες. H θύμησή τους αντί να επιβεβαιώνει έναν μακροχρόνιο έρωτα, είχε τη γεύση του τέλους, τη μυρωδιά ενός  τερματικού σταθμού. Τον καμβά έσχιζαν χοντρές μονοχρωματικές πινελιές σβήνοντας στο πέρασμά τους τις λεπτές αποχρώσεις, και ο πίνακας είχε την όψη μιας αφηρημένης τέχνης που τα λόγια δεν ήταν σε θέση να ορίσουν. Εκείνη έλεγε «θυμάσαι;» κι εκείνος δεν θυμόταν. Στα τελευταία χρόνια της σχέσης τα λόγια ήταν λιγοστά και ελλιπή, η σιωπή γέμιζε το κενό. Τα δέρμα είχε ξεφλουδίσει απ΄ τα τόσα καλοκαιρινά μαυρίσματα. Κανείς δεν θυμόταν, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συντελεστεί στο πέρασμα του χρόνου, ποια ακριβώς στιγμή εμφανίστηκαν οι πρώτες ρυτίδες.  Σ’ εκείνες τις θλιβερές στιγμές απομόνωσης, όπου ο καθένας ήταν κλεισμένος στη δική του προσωπική επισκόπηση, ήταν αστείο να συνειδητοποιείς πόσο ο χρόνος έμοιαζε να είχε παγώσει ανάμεσα στα πρώτα και στα τελευταία χρόνια της σχέσης, όσο διαρκεί δηλαδή η αγάπη.

Νάνσυ Αγγελή, από τη συλλογή διηγημάτων Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο, Σμίλη 2018

Artwork: Duy Huynh

 

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

στοχασμοί

Χοντρές σταγόνες αρχίζουν να πέφτουν. Τις βροχερές μέρες η πόλη γεμίζει ομπρέλες κι ο κάμπος λάσπη. Κλείνουμε τα παράθυρα κι ανάβουμε καλοριφέρ, σκουπίζουμε τις σόλες σε πατάκια. Η μέρα είναι στιγμές που μοιάζει ατέλειωτη σαν σκαλωσιά. Όλα έχουν προβλεφθεί, θα’ ναι γι’ αυτό.

Μια καμπάνα χτυπά στο μέσο του πρωινού, υπενθύμιση παλιάς κοπής. Οι χτύποι υψώνονται κοφτοί και χάλκινοι, μπλέκονται με το μαρσάρισμα μιας μοτοσυκλέτας και το βουητό των αυτοκινήτων. Αδιαφορούμε.

Είναι νωρίς ακόμα.

Όταν νυχτώνει ανάβουμε φώτα για να δούμε καλύτερα. Έχουμε μπει από καιρό στην εποχή του ορθολογισμού.

Άτεγκτη πέφτει η σκιά, παρά το φως.

∞∞∞

Πρώτη δημοσίευση

Artwork: Juan Martinez Bengoechea

 

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

 

Όχι, δε λέω, η Νανά ανασταίνει και πεθαμένο. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τα γεγονότα. Τουτέστιν, πριν από έναν χρόνο περίπου την κλείσανε μέσα με την κατηγορία της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, έπειτα από το θετικό αποτέλεσμα της αρχικής εξέτασης για HIV. Όλοι στον δικηγορικό σύλλογο αρνηθήκαμε να αναλάβουμε την υπεράσπισή της, ακολουθώντας τις επιταγές της κοινωνικής ευθιξίας και ευταξίας των χρηστών ηθών. Ποιος θα μπορούσε να προσβάλει το στεφάνι του και τα παιδιά του, αλλά και τους υπόλοιπους ευυπόληπτους πολίτες που κινδύνευαν από τη μετάδοση των λοιμωδών νοσημάτων; Ευτυχώς σχετικά σύντομα, μέσα σε εννέα μήνες, το τελικό αποτέλεσμα της εξέτασης για τον HIV βγήκε αρνητικό και έτσι, με την απαραίτητη συγγνώμη από τον Διοικητή της Ασφάλειας, τον Εμμανουήλ, καλή του ώρα, ο οποίος ήταν και παραμένει ένας από τους συχνούς πελάτες της Νανάς, έληξε το θέμα αθόρυβα και δίχως περαιτέρω κοινωνική αναταραχή. Παρεμπιπτόντως, η Νανά δεν είναι ο εκδικητικός τύπος ανθρώπου, και έτσι δεν αναζήτησε απόδοση ευθυνών για το συγγνωστό λάθος και την ταλαιπωρία της ούτε και αποζημίωση για την πρόσκαιρη διαπόμπευσή της από τα μέσα ενημέρωσης. Τουναντίον, υπήρξε υπόδειγμα μεγαλόθυμης ψυχής με τη συγχωρητική συμπεριφορά της και ενσωματώθηκε τάχιστα εκ νέου στο κοινωνικό σύνολο. Μάλιστα, την τελευταία φορά που την επισκέφτηκε ο Εκδότης της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία εντόπιας εφημερίδας, ο Άρης, καλή του ώρα, μου είπε ότι είχε κολλημένα πάνω από το κρεβάτι της τα αποκόμματα των εφημερίδων με τις φωτογραφίες της και το όνομά της, καθώς και με όλες τις λεπτομέρειες της ζωής της, γιατί, όπως εικάζει ο ίδιος και θεωρώ ότι μάλλον είναι σωστή η υπόθεση αυτή, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που μονοπώλησε το ενδιαφέρον του κόσμου, η μοναδική φορά που φιγούραρε η φωτογραφία και το όνομά της στα πρωτοσέλιδα, ως άλλο μοντέλο ή πολιτικός ή ηθοποιός, και έτσι τα κρατούσε σαν πολύτιμες αφίσες ειδώλου αναρτημένες σε τοίχους εφηβικού δωματίου.

 

 

Επίσης, ο Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου της πόλης μας, ο Σωτήρης, καλή του ώρα, εξήρε τον επαγγελματισμό της ιδίως για τον παρακάτω λόγο: κατά την αφροδισιακή τους επαφή ήταν στο οπτικό του πεδίο τα αποκόμματα των εφημερίδων και μάλλον οι λέξεις «διαπόμπευση», «στιγματισμός» και «κοινωνική απομόνωση» του προκάλεσαν δυσφορία και, ως εκ τούτου, υπέστη πρόσκαιρη σεξουαλική ανικανότητα, λόγω της στυτικής δυσλειτουργίας. Η Νανά, ως έμπειρη σεξουαλική τροφός, τον γύρισε πλάτη στην ενοχλητική πλευρά του τοίχου και τον πεολείχησε σφοδρώς, σε σημείο επικίνδυνου δαγκώματος, χαρίζοντάς του έντονους σπασμούς και μια επική εκσπερμάτιση, με τα μάτια της καρφωμένα στον τοίχο, στο θριαμβικό αυτό κολάζ της πορείας της. Λες και ήθελε να επιστρέψει μέσω του στόματός της, μέσω της τέχνης της, την ένταση και τη σφοδρότητα με την οποία για ένα μικρό διάστημα της ζωής της η κοινωνία την ανύψωσε από άσημη ιερόδουλη σε σπουδαία και σημαντική πόρνη. «Πίστεψέ με, Θεμιστοκλή, αποτελεσματικότερο βιάγκρα για έναν άντρα δεν είναι καμία φαρμακευτικώς ικανή ουσία, παρά μόνο η ταπεινότητα της ψυχής της γυναίκας», ομολόγησε συνεπαρμένος ο γιατρός. Ένα αθόρυβο και σεμνό ευχαριστώ εκπεφρασμένο με έναν τόσο συμβολικό τρόπο από μια αγράμματη και αφανή γυναίκα. Αντίδωρο στον εναγκαλισμό της από την κοινωνία. Ναι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, η πόλη μας ευτύχησε να έχει μια σπουδαία πουτάνα.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Artwork:Isabelle Cochereau