RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Αυγή Μελέτη, Μπεε, Θεοτοκά!

Ο Θεοτοκάς ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Είχε μεγαλώσει με την αυταρχική γιαγιά του, η οποία είχε αναλάβει την προστασία του από τότε που και οι δύο γονείς του κάηκαν στη μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχε δει ποτέ η Κορθία. Κορθία ήταν και το όνομα της γιαγιάς του, βαφτισμένης με το όνομα της πόλης. Ο πατέρας της ήταν ο δήμαρχος και τι καλύτερο για να πείσει τους ψηφοφόρους του για τον ενθουσιασμό του, από το να δώσει στη μοναδική του κόρη το όνομα της πόλης; Η γιαγιά κατέστρεψε τον Θεοτοκά. Αυτό ήταν ένα κοινό μυστικό. Ήταν τόσο ιδιότροπη και τόσο αλαζονική που επόμενο ήταν ο Θεοτοκάς να πάρει τα χούγια της. Ξυπνούσε το πρωί και ήθελε έτοιμους τους ζελέδες του. Σε συγκεκριμένη σειρά. Πρώτα το ζελέ βερύκοκο, μετά κάστανο και στο τέλος μούρο, για να μπορέσει ο ουρανίσκος του να το απολαύσει όσο περισσότερο γινόταν δίχως να το αναμίξει μετά με άλλα φρούτα. Τη φρυγανιά του μισοκαμένη αλλά όχι πολύ τραγανή, γιατί αλλιώς θα την πετούσε στο κεφάλι της Κορθίας, παίρνοντας εκδίκηση για όσα είχε περάσει μικρός. Το βούτυρό του, Lurpac αλατισμένο και τετραγωνισμένο, γιατί οι Δανοί γνωρίζουν να φτιάχνουν βούτυρο περιωπής, όχι όπως οι ντόπιοι αγριάνθρωποι που φορούσαν μάλλινες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι. Κάθε ημέρα, μετά το πρωινό, ο Θεοτοκάς κλεινόταν στο παλιό γραφείο του παππού του και δεχόταν τους πελάτες του, οι οποίοι κατέφθαναν από όλες τις γειτονικές πόλεις αλλά και νομούς.

Ο Θεοτοκάς ήταν ξακουστό μέντιουμ με πολλά ψυχικά χαρίσματα. Αρκούσε να κλείσει για λίγο τα μάτια του, για να δει τι είχε κάνει κάποιος ως τώρα στη ζωή του ή τι θα κάνει στο μέλλον. Ή και τα δυο, αν βρισκόταν σε καλή ημέρα. «Θεοτοκά, σου αρέσει να κοροϊδεύεις τον κόσμο», τον επέπληττε η Κορθία, η οποία μπορεί να ήταν ιδιότροπη, αλλά οι απατεωνιές δεν ήταν της αρεσκείας της. Όμως ο Θεοτοκάς καθόλου δεν κορόιδευε τον κόσμο. Η αλήθεια ήταν πως, όταν καθόταν σε μια καρέκλα και έκλεινε τα μάτια του, πάθαινε κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει σε κανέναν. Πράσινες και μωβ σκιές διαχέονταν ξαφνικά μέσα στα βλεφαρά του και ανακατεύονταν η μια με την άλλη με τόσο έντονο τρόπο, ώστε η μίξη τους γεννούσε περίεργες εικόνες. Μικρές και ακαθόριστες στην αρχή, μεγαλύτερες και διαυγείς στη συνέχεια. Κάθε εικόνα διαρκούσε για λίγα δευτερόλεπτα και αυτά τα δευτερόλεπτα αρκούσαν για να του δείξουν όσα ήθελε. Η επιτυχία του ήταν εκπληκτική. Προέβλεπε με ακρίβεια τι θα συμβεί και γνώριζε με λεπτομέρειες τι είχε ήδη συμβεί. Οι ικανότητές του αυτές δημιουργούσαν αισθήματα λατρείας και φόβου στην πελατεία του, που τον έβλεπε σαν Θεό. Κάθε επίσκεψη κοστολογούνταν 300 ευρώ. «Είσαι απατεώνας», επέμενε η Κορθία «Αλλά καλύτερος από τον παππού σου. Τουλάχιστον πληρώνεις τους λογαριασμούς σου».

Ήταν ένα ανήσυχο βροχερό πρωινό με πολύ αέρα όταν ο Θεοτοκάς έκλεισε τα μάτια του, υποδεχόμενος τον τέταρτο πελάτη του, τον γιατρό Κλειδώνη, που ανησυχούσε για τους έρωτες της κόρης του και την αφοσίωση της γυναίκας του. «Τι βλέπετε;» έκανε ανήσυχος, καθώς ο Θεοτοκάς αρχίζοντας να χαλαρώνει στην ψάθινη πολυθρόνα, έδειχνε σαν να κοιμάται. Σιγά σιγά βυθίστηκε σε μια κατάμαυρη άβυσσο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την έκρηξη των φωτεινών σκιών. Κούνησε απαγορευτικά το δάχτυλό του, για να σιωπήσει τον γιατρό και επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την ανάσα του. Όλες οι λειτουργίες του σώματός του ήταν αργές, ακριβώς όπως έπρεπε, και μόνο κάτω από τα κλειστά βλέφαρα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ένα ελαφρύ παίξιμο των ματιών.

Σε εκείνη την επίσκεψη ήταν η πρώτη φορά που οι σκιές τον εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Φύσηξε δυνατά και προσπάθησε να ξαναχαλαρώσει. Σκοτάδι παντού. Καμία μπλε ή πράσινη ή μωβ σκιά. Τίποτα. Το απόλυτο τίποτα. «Δεν μπορεί», συλλογίστηκε «Δεν είναι δυνατόν. Ας περιμένω». Και περίμενε. Πήρε ξανά βαθιές αργές ανάσες και άφησε τα μέλη του σωματός του να γίνουν βαριά. Δεν ήθελε να δείξει στο γιατρό ότι κάτι συνέβαινε και δεν ήθελε και ο ίδιος να το παραδεχθεί. Το σκοτάδι επέμενε. Βαθύ και άγνωστο, σαν μια μαύρη στοά, ήταν η πρώτη φορά που τον επισκέπτονταν. Οι πολύχρωμες σκιές δεν υπήρχαν πουθενά. Η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα. Ώσπου μέσα από τη στοά μπόρεσε να δει να ξεπροβάλλει κάτι που τον εξέπληξε τόσο ώστε τον έκανε να αναπηδήσει φωνάζοντας.
Άνοιξε τα μάτια του και τρέμοντας έδειξε την πόρτα στο γιατρό. «Περάστε αύριο, σας παρακαλώ. Δεν αισθάνομαι καλά.»

Όμως και οι επόμενες ημέρες ήταν ίδιες. Κάθε φορά που ο Θεοτοκάς έκλεινε τα βλέφαρά του ένα άσπρο, αδύνατο αρνί εμφανίζονταν μπροστά του. Το αρνί τον κοιτούσε κατάματα για αρκετή ώρα, βέλαζε δυο φορές και εξαφανίζονταν. Η ταραχή του ήταν μεγάλη. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Τι ήταν αυτό το αρνί; Πού πήγαν οι σκιές και οι εικόνες του; Γιατί δεν μπορούσε πια να δει τίποτα; Ποιος του έστελνε αυτό το αρνί να τον βασανίσει ακόμη και στον ύπνο του; Γιατί τον κοιτούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Όταν το έβλεπε να ξεπροβάλλει ξαφνικά από το σκοτάδι, κοιτάζοντας τον επίμονα, του ερχόταν να τρελλαθεί. «Έχεις ήδη τρελλαθεί», άρχιζε η Κορθία, «πάνε οι πελάτες σου, πάνε οι εισπράξεις σου, όλα έγιναν φτερά.» Ο Θεοτοκάς κραύγαζε και δεν της πετούσε ούτε καν τις φρυγανιές του τώρα, καθώς αδυνατούσε να σηκώσει έστω και το χέρι του πια.

Το αρνί τον ακολούθησε για μήνες. Έγινε αχώριστος βασανιστής του. Ένας δεσμοφύλακας που δεν τον άφηνε να πάρει αναπνοή. Απέφευγε να κλείσει τα μάτια, απέφευγε να κοιμηθεί μήπως και εμφανιστεί μπροστά του το αρνί με εκείνο το ηλίθιο βέλασμα και τα ακόμη πιο ηλίθια μάτια του. «Μπεε, Θεοτοκά!» έκανε κάθε φορά που τον κάρφωνε με το αρνίσιο βλέμμα του. «Μπεε!» άρχισε να κάνει και ο Θεοτοκάς τα πρωινά όταν ξυριζόταν, τα μεσημέρια όταν έβγαινε για καφέ, τα βράδυα όταν διάβαζε ως αργά, αποφεύγοντας να κοιμηθεί. «Μπεε, μπεε, μπεε!» αυτές ήταν πια οι μοναδικές του κουβέντες. Ο Θεοτοκάς βέλαζε όλη μέρα και όλη νύχτα. Μέχρι που η Κορθία αποφάσισε να τον πνίξει με ένα μαξιλάρι. Αρκετά πια, μουρμούρισε καθώς και ο Θεοτοκάς άφηνε το τελευταίο του βέλασμα. Ήταν Πάσχα του 2017.

Αrtwork: Kelly Stevens-McLaughlan

.

 

Tags:

Μαρία Ρασσιά, Επιδόρπιο


Στον κήπο καθόταν η οικογένεια, το τραπέζι στρωμένο γιορτινά, ανάμεσα στις κλαίουσες και στις μηλιές. Ο πατέρας χαμογελούσε ικανοποιημένος. Ο αμνός στήθηκε και ψήθηκε καθώς έπρεπε. Ο καπνός ανέβαινε σαν λόγχη στον ουρανό και μαύρα πουλιά γυρόφερναν και χαλούσαν την σκιά του. Μετά, ο σκελετός του αμνού κείτονταν στην πιατέλα, αποσυναρμολογημένος και σκοτεινός, η μητέρα τότε, έπλυνε τα μήλα, τα σκούπισε και πρόσφερε ένα σε κάθε έναν· συνοδεία με το κρασί. Εκείνη αλλεργική σε κάθε καρπό με κόκκινη φλοίδα. Ο πατέρας εκθείαζε τον αμνό, τρυφερός και μοσχομυριστός έλεγε, από το χορτάρι που τράφηκε στη μικρή ζωή του· και έτριβε την κοιλιά του κι έδειχνε ευχαριστημένος. Την ώρα που η μητέρα ετοίμαζε το επιδόρπιο, φωνές και λυγμοί ακούστηκαν. Έτρεξε στον κήπο. Ο Κάιν κρεμόταν στην κλαίουσα, εκεί στον κήπο, που τον χειμώνα είναι όλα άσπρα από το χιόνι και οι καρποί πεθαίνουν.

Artwork: Marcelo Monreal

.

 

Tags:

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Εκείνο το μικρό αρνί

Βρισκόμουν σε ένα λιβάδι και περπατούσα ανέμελα και ανάλαφρα, όπως τότε που ήμουν παιδί. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα επακολουθούσε. Δεν σας ζητώ να με πιστέψετε, αλλά οφείλω να καταθέσω το περιστατικό που μου άλλαξε τη ζωή. Κατά τη διάρκεια του περιπάτου μου αντάμωσα ένα μικρό αρνί. Στάθηκα ακίνητος και του χαμογέλασα. Το αρνί ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Ήταν χαριτωμένο, όπως εκείνα τα μικρά αρνάκια στις εικόνες ή στα κινούμενα σχέδια: σγουρό μαλλί, υγρά μάτια, λεπτά ποδαράκια. Με κοίταξε με τα δυο του μάτια, και το ευθύβολο βλέμμα του με χτύπησε . Ομολογώ πως, αν και αυτή του η κίνηση με ξάφνιασε, αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι θα επακολουθούσε. Αφού με μια δυο κινήσεις του κεφαλιού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κανείς κοντά μου… μίλησε. Με ρώτησε το όνομα μου. Γνωρίζω ότι φαίνεται απίστευτο και ότι πιστεύετε πως είναι κάποιο είδος αστείου ή κάτι τέτοιο. Δεν είναι όμως, έτσι έγινε. «Πως σε λένε;» μου είπε και περίμενε υπομονετικά να απαντήσω. Εγώ, όμως, δεν είχα πια φωνή. Είχα χάσει τη δική μου. Θα ήταν μάλλον από το σοκ της έκπληξης, αφού δεν είχα ξανασυναντήσει αρνί που να μιλάει. Ξαναπροσπάθησα αλλά εις μάτην, μονάχα άναρθρες κραυγές βγήκαν από το στόμα μου.

Αντιλαμβάνεστε την ταραχή μου. Το αρνί τότε έσκυψε και με άγγιξε με το μουσούδι του στο μπράτσο. Ένοιωσα τα υγρά του ρουθούνια και, μέσα από αυτά, με διαπέρασε ένα ενεργειακό ρεύμα, δεν ξέρω πώς αλλιώς να σας το περιγράψω. Μια με ακουμπούσε και μια με κοίταζε στα μάτια. «Καταλαβαίνω την έκπληξη σου», μου είπε, «αλλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα, μόνον ένα: σε αγαπώ». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου εκεί που δεν το περίμενα. Βρισκόμουν με ένα αρνί που με χάιδευε με τη μουσούδα του και μου μιλούσε, κι εγώ είχα χάσει τη λαλιά μου κι έκλαιγα.
Ξέρω, ξέρω… κάποιοι από εσάς θα με περάσουν για τρελό. Δεν έχω όμως άλλα επιχειρήματα να παραθέσω πέραν από αυτή μου την εμπειρία. Το χάιδεψα στο κεφάλι, και τα δάχτυλα μου βυθίστηκαν στα σγουρά του μαλλιά. Άκουσα την καρδιά του να χτυπάει κι, όσο την άκουγα, τόσο περισσότερο ένοιωθα πως ο χτύπος της είχε συγχρονιστεί μ’ εκείνον της δικής μου.

Τουπ, Τουπ, Τουπ! σαν ρολόγια ακριβείας. Αν τρελάθηκα, τότε μπορώ να σας ομολογήσω πως η τρέλα αυτή μού έδωσε ανείπωτη χαρά. Μια χαρά που δεν είχα ξανανοιώσει ποτέ. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί ένοιωσα, πρώτη φορά, ότι έχω έναν φίλο. Ο φίλος μου το αρνί προχώρησε κι άλλο, κι έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά μου. Το  έσφιξα δυνατά κι ακούμπησα πάνω του το κεφάλι μου . «Σε αγαπώ», του είπα, ή μάλλον το σκέφτηκα, γιατί δε μπορούσα να μιλήσω. Αυτήν τη φορά δεν είπε κάτι, αλλά ένοιωσα την ίδια ενέργεια να με διαπερνά ξανά ολόκληρο. Κάτσαμε έτσι μια ολόκληρη ώρα. Δεν μου ξαναμίλησε, αλλά ούτε κι εγώ προσπάθησα να μιλήσω. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι τα λόγια κάποιες φορές είναι περιττά. Όταν αποφάσισα πως έπρεπε να φύγει, έσκυψα, έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι του και το κοίταξα στα μάτια. Δακρύσαμε κι οι δύο στιγμιαία και αποχαιρετιστήκαμε.

Το είδα να φεύγει μακριά, κι εγώ έμεινα καθισμένος στο γρασίδι να το παρατηρώ.
Έβλεπα τη φιγούρα του να σβήνει στον ορίζοντα ακίνητος και σιωπηλός σαν το τοπίο. Μόνο ο ήλιος ψηλά άλλαζε θέση σιωπηλά, κι αυτό πολύ αργά για να το αντιληφθεί κανείς. Έκατσα εκεί πολλές ώρες. Οι δύο άνθρωποι που τους μετέφερα αργότερα την εμπειρία μου ανησύχησαν πολύ για εμένα και μου επέστησαν την προσοχή σε ό,τι αφορά την ψυχική και σωματική μου υγεία. Γνώριζαν ότι δούλευα πολύ και, φυσικά, συσχέτισαν την εμπειρία μου με κάποιο είδος παραίσθησης ή παραζάλης ή, τέλος πάντων, κάποιο οξύ περιστατικό που χρίζει παρακολούθησης. Όταν αντιλήφθηκα ότι ήταν μάταιο να επιμείνω, δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό το θέμα, και το κράτησα μέσα μου για πάντα. Από τότε δεν μπόρεσα να ξαναδώ τον κόσμο με τα ίδια μάτια. Η φωνή του αρνιού αντηχούσε μέσα μου: «Σε αγαπώ».
Αν κι έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε, κάθε φορά που έρχομαι σε αυτό το λιβάδι, βρίσκω πάντα το ίδιο μέρος που πρωτοσυνάντησα το αρνί εκείνο. Κάθομαι κάτω και το περιμένω. Δεν ξαναγύρισε. Όμως ακόμα βλέπω τα αχνάρια του στη γη να μου θυμίζουν την παρουσία του. Εκείνο το αρνί μού άλλαξε όλη τη ζωή.

Artwork:Maggie Taylor

.

 

 

Tags:

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Κυνόδοντες

Μετέχω άθελά μου σε μια κουβέντα με συναδέλφους για κάποια έρευνα σε δημοτικά σχολεία της Νέας Υόρκης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι μαθητές αδυνατούν να απαντήσουν στην ερώτηση από πού προέρχεται το μπιφτέκι στο χάμπουργκερ, που ως γνωστό αποτελεί μέρος της καθημερινής τους δίαιτας. Αν ο συνάδελφος που πρωτοστατεί στη συζήτηση έχει δίκιο και δεν υπερβάλλει εξαιτίας του γνωστού σε όλους μας αντιαμερικανισμού του, που ψάχνει ανά πάσα στιγμή αφορμή για να εκδηλωθεί, οι ίδιοι μαθητές εμφανίζονται σοκαρισμένοι, όταν μαθαίνουν πως οι στρογγυλές φέτες κρέατος που τόσο λατρεύουν να τρώνε, προέρχονται από ένα ασπρόμαυρο ζώο ονόματι αγελάδα· πλάσμα γνώριμο και συμπαθές στα παιδιά χάρη στην εικονογράφηση των βιβλίων τους. Το περιστατικό σχολιάζεται ποικιλοτρόπως. Κάποιος μιλά για αδικαιολόγητη απομάκρυνση από το φυσικό κόσμο, ο διπλανός του υπερθεματίζει και ως πραγματιστής προσθέτει πως η αυτοματοποιημένη ζωή παρά τα πλεο-νεκτήματα που παρουσιάζει δεν θα μας βγει σε καλό, ο πιο θρησκευόμενος της παρέας δεν χάνει την ευκαιρία και προσδίδει στο θέμα μας χαρακτηριστικά αδιάψευστου συμπτώματος απόλυτης παρακμής, που φυσικά δεν πρόκειται να μείνει ατιμώρητη. Ώσπου έρχεται η σειρά μου, μα δεν ξέρω τι να πω, γιατί το μυαλό μου ταξιδεύει ήδη αλλού.

Μεγάλωσα στην επαρχία. Έζησα τα παιδικά μου χρόνια σε μια μάλλον τυπική για τα δεδομένα της εποχής μο-νοκατοικία στο πίσω μέρος της οποίας υπήρχε μια αυλή γεμάτη δέντρα. Αυτό σε συνδυασμό με τις αγροτικές ασχολίες της οικογένειας και τους άρρηκτους δεσμούς με τον τόπο καταγωγής της, με καθιστούσαν ένα παιδί μεγαλωμένο μεν στο τσιμέντο, εξοικειωμένο δε και με το περιβάλλον της υπαίθρου. Θέλω να πω, δεν πάθαινα και αλλεργία αν έπιανα λίγο χώμα ή μύριζα κανένα λουλούδι, όπως ακούω ότι συχνά συμβαίνει στις μέρες μας. Και όμως ήταν πολλά όσα δεν ήξερα για τον πραγματικό κόσμο. Το αναφέρω, γιατί έχει τη σημασία του όπως θα δείτε.
Σκοπεύω να σας γυρίσω εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τότε εξελίσσεται η ιστορία που πρόκειται να σας διηγηθώ.

Δεν ξέρω γιατί και με ποια αφορμή εκείνη τη χρονιά κάποιος φίλος, μπορεί και συγγενής, προσέφερε στον πατέρα μου ένα νεογέννητο αρνί με σκοπό να το μεγαλώσει, δηλαδή να το παχύνει προκειμένου να καταλήξει στο επερχόμενο πασχαλιάτικο τραπέζι. Βλέπετε δεν είχαν φτάσει ακόμη οι ευρωπαϊκές οδηγίες στα μέρη μας, και οι άνθρωποι έπρατταν σύμφωνα με όσα τους παραδόθηκαν. Ο πατέρας μου, μη ξέροντας τι να κάνει, κουβάλησε το αρνάκι σε ένα χάρτινο κουτί μέχρι το σπίτι και κατάφερε να πείσει την μάνα μου ότι ήταν προσωρινό. Σε μια δυο μέρες θα έβλεπε τι θα έκανε. Λύση όμως δεν βρέθηκε, εγώ και η αδερφή μου ξετρελαμένοι με το νέο απόκτημα θέλαμε οπωσδήποτε να το κρατήσουμε μαζί μας και το ζωντανό εγκαταστάθηκε μόνιμα στο εσωτερικό μιας μικρής αποθήκης που υπήρχε στην αυλή.

Εννοείται πως μέσα σε λίγες εβδομάδες έγινε κάτι παραπάνω από απαραίτητο σε όλους μας. Σύσσωμη η οικογένεια βάλθηκε να αναθρέψει εκείνο το χαριτωμένο ζωάκι όσο καλύτερα μπορούσε. Ελλείψει άλλου κατοικίδιου, η αγάπη μας γι’ αυτό αποδείχθηκε τόσο ισχυρή που ξεχάσαμε τον προορισμό του, σχεδόν μαλώναμε ποιος θα προετοιμάσει το γάλα από σκόνη, ποιος θα γεμίσει το μπιμπερό, ποιος θα το ταΐσει, ποιος θα το πρωτοπαίξει και ποιος θα το χαϊδέψει περισσότερο. Μέσα σε δυο μήνες εκείνο το φοβισμένο μαλλιαρό πλάσμα, μεταμορφώθηκε από λούτρινο κουκλάκι σε ζωηρό έφηβο που ξεπερνούσε σε αταξίες ακόμη και μένα. Ήταν δε τόσο χαριτωμένα τα σκέρτσα και η διάθεσή του για παιχνίδι που η φήμη του εξαπλώθηκε και πέρα από την αυλή μας. Κυριολεκτώ, στα μάτια αρκετών φίλων μου εκείνες τις μέρες θα πρέπει να φαινόμουν ζηλευτός.

Κάποτε έφτασε η Μεγάλη εβδομάδα. Κάτι είχε αλλάξει. Το διαισθανόμουν. Άρχισα να βλέπω έναν προβληματισμό, μια σκιά στα ματιά των γονιών μου όποτε τους ανέφερα κάποιο κατόρθωμα ή σκανταλιά του τετράποδου φίλου μου. Προσπαθούσαν όπως όπως οι άνθρωποι να μετριάσουν το δέσιμο μου μαζί του. Ώσπου ξημέρωσε Μεγάλο Σάββατο. Θυμάμαι τους μεγάλους να μουρμουρίζουν μεταξύ τους τι έπρεπε να γίνει. Εμείς τα παιδιά, μαζί και το ζώο, που φυσικά είχε κάθε λόγο να νιώθει ισότιμο μέλος της οικογένειας, περιφερόμασταν γύρω τους χωρίς να καταλαβαίνουμε το λόγο όλης αυτής της κατήφειας. Το πράγμα πάντως φαίνεται πως έφτασε στα όρια του όταν μεσημέριασε. Αν δεν λαμβάνονταν έγκαιρα μια απόφαση κινδυνεύαμε να ξεμείνουμε από οβελία, αφού και σε χασάπικο να προστρέχαμε ήταν μάλλον απίθανο να βρεθεί κάτι τελευταία στιγμή. Το να μην ψήσουμε έμοιαζε απλώς αδιανόητο, σας ανέφερα ήδη τις καταβολές της οικογένειάς μου. Οπότε, απέναντι στον υπό διαμόρφωση αστικό συναισθηματισμό μας, ορθώθηκε το ένστικτο του ανθρώπου της υπαίθρου και η μοίρα του αγαπημένου πλάσματός μας σφραγίστηκε.

.

.

Θαρρώ πως ο παππούς ήταν αυτός που ανάλαβε να φέρει εις πέρας τη σφαγή. Πήρε παράμερα το ζώο και έκανε έστω και με βαριά καρδιά ότι θα έκανε οποιοσδήποτε ανήκε στον κόσμο από τον οποίο προερχόταν. Τότε δεν το καταλάβαινα, και κόντεψα να αρρωστήσω από τη στεναχώρια μου, όταν συνειδητοποίησα πως αυτό που κρέμονταν στο υπόστεγο ήταν το άψυχο σώμα του τετράποδου φίλου μου. Η διαδικασία του γδαρσίματος ολοκληρώθηκε μέσα σε φωνές, κλάματα, οδυρμό, αλλά πάντως ολοκληρώθηκε. Όταν όμως έφτασε η ώρα του σουβλίσματος έως και ο παππούς μου λιγοψύχησε. Επηρεασμένος και αυτός από το δυσάρεστο κλίμα δυσκολεύονταν να κάνει ότι είχε πράξει τόσες και τόσες φορές στη ζωή του.

Μπρος σε εκείνη την ομαδική βουβαμάρα, η μάνα μου, σε μια επίδειξη πρακτικότητας πρότεινε τη λύση του ταψιού. Θυμάμαι ακριβώς τα λόγια της: «Πάσχα σωστό με τούτο εδώ στη σούβλα δεν πρόκειται να κάνουμε», είπε και πήρε το κρέας στη κουζίνα της, μα η στεναχώρια μας δεν χάθηκε. Ως εκ τούτου ούτε σωστή Ανάσταση κάναμε, τα αβγά που τσουγκρίσαμε, τους ασπασμούς που ανταλλάξαμε στο προαύλιο της στρατιωτικής εκκλησίας της Μεταμόρφωσης, όλα με μισή καρδιά τα κάναμε.
Τα πράγματα δεν διορθώθηκαν ούτε την επομένη. Οι μυρωδιές του ψημένου αρνιού που έφταναν από τον φούρνο, μας άφηναν αδιάφορους, οι μεζέδες απέμεναν ανέγγιχτοι στα πιάτα, ο πατέρας μου ζήτημα να χάρηκε το τσίπουρο του, ακόμη και οι δοξαριές του παππού, που πάντα τέτοια μέρα μεράκλωνε και θυμόταν τα νιάτα του ως βιολιτζής, αποδείχθηκαν ανίκανες να μας ευθυμήσουν. Με λίγα λόγια τη βγάλαμε περίλυποι και σχεδόν νηστικοί. Και όσο για τον πεντανόστιμο από όσο φαντάζομαι φίλο μας, προσφέρθηκε πριν καλά καλά κρυώσει μαζί με το ταψί σε κάποιο κοντινό σπίτι που όλοι ήξεραν πως δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα.
Εννοείται πως ως οικογένεια δεν ξανατολμήσαμε να συνάψουμε φιλικές σχέσεις με υποψήφιο πασχαλινό οβελία. Και όσο για μένα έμαθα εξαιτίας εκείνης της οδυνηρής εμπειρίας να προσεγγίζω με άλλο μάτι τα ανθρώπινα.

Κοιτώ ξανά τους συναδέλφους, που ακόμη περιμένουν να συνεισφέρω στη συζήτησή μας. Από ευγένεια και μόνο θα όφειλα να ανοίξω το στόμα μου και να ξεστομίσω κάτι, έστω μια κοινοτοπία. Εγώ όμως σκέφτομαι τη λίστα με τα ψώνια που μου έδωσε το πρωί πριν φύγω από το σπίτι η γυναίκα μου. Θυμάμαι πως δεν πρέπει να ξεχάσω τις κροκέτες ψαριού που λατρεύει η τετράχρονη κόρη μου και αναρωτιέμαι αν της πέρασε ποτέ από το μυαλό πως το απογευματινό της γεύμα ήταν κάποτε ένα ζωντανό πλάσμα. Μάλλον όχι. Το παιδί μεγαλώνει σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και έπειτα είμαι σίγουρος πως ούτε εγώ ούτε η μάνα της προσπαθήσαμε ποτέ να της ανοί-ξουμε τέτοια κουβέντα, παρότι δίνουμε μάχη κάθε βράδυ για να την πείσουμε πόσο σημαντικό είναι να μην κοιμάται αν δεν πλύνει προηγουμένως τα δόντια της. Το γεγονός πως δεν έχει αναρωτηθεί ως τώρα το λόγο ύπαρξης αυτών των οστέινων οργάνων στο στόμα της προφανώς οφείλεται αποκλειστικά στην ηλικία της. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν διαφέρει και πολύ από τους μαθητές της έρευνας, για να μην πω ότι δεν διαφέρει από κανένα παιδί της γενιάς της που ζει στη Νέα Υόρκη, το Χονγκ Κονγκ ή δεν ξέρω και εγώ σε ποια άλλη μητρόπολη.
Άρα τα βαρύγδουπα που ακούγονται από το στόμα των συναδέλφων είναι λόγια βαριεστημένων δημοσίων υπαλλήλων που περιμένουν σαν και εμένα να περάσει η ώρα για να πάνε στα σπίτια τους. Όπως και να ’χει πρέπει να βρω, σήμερα κιόλας αν γίνεται, μια καλή δικαιολογία να πάρω από το δωμάτιο της τη γυάλα με το χρυσόψαρο που της κάναμε δώρο πρόσφατα, πριν ανακαλύψει, εξίσου πρώιμα και οδυνηρά με τον πατέρα της, τη σκοτεινή πλευρά του είδους μας.

 

 

Tags:

Αστέρης Μαυρουδής, «Τάκα τούκα νε µπιντούα»

«Σ’ αυτόν το σάβντα δε θα πας».
Η φωνή του βάρεσε σαν ταμπούρλο.
Είχα γουρλώσει τα μάτια σαν να ’βλεπα σατανά. Θα πάω, είπα μέσα μου. Αυτόν το γάμο δεν τον χάνω.
Τα όχτσα τα είχαμε στο μαντρί. Νερό στις ποτίστρες έβαλα. Έμεναν τα γελάδια.
Στο νου μου η μακαρίτισσα η μάικα μου, που μου ’λεγε να μορφωθώ και να φύγω απ’ το χωριό. Μέχρι την πρώτη πήγα. Τα γράμματα δε μ’ άρεσαν. Μας μάθαιναν ελληνικά, μα μιλούσαμε κισδερβενιώτικα. Μόνο άμα τραγουδούσαμε μας καταλάβαιναν οι Τούρκοι, γιατί τούρκικα τραγουδούσαμε.
Το χωριό μας φτωχό, μα είχε και παραλήδες. Παραλής ήταν και ο ενίστε. Τη Γεσθημανή θα ’παιρνε. Την πρώτη μου αγάπη.
Ήταν τότε που τη συνάντησα να πλένει ρούχα, να πιω νερό στη βρύση πήγα, κι ακούμπησα το χέρι της. Με κοίταξε. «Εσένα θα σε πάρω», της είπα, και χαμογέλασε.
Με πρόλαβαν στα προξενιά. Από τα δέκα την αρραβώνιασαν, να τη χωρίσω δεν μπόρεσα.
Καιγόμουν κι έλιωνα.
«Σύνελθε», με φώναξε η σεστρά μου.
Ξουρίστηκα, έβαλα τα καλά μου και «Τάκα τούκα νε μπιντούα, πάω στα γελάδια», είπα. Παραξενεμένη η αδερφή μου με κοίταξε.
Ενίστε ήταν ένας Πανικίδης, φίλος από μικρός, ώσπου αρραβωνιάστηκε τη Γεσθημανή. Τότε χωρίσαμε. Ο καθένας κοίταξε τις δουλειές του.
Δεύτερη μέρα γάμος γινόταν. Δεύτερη μέρα Σάββατο κι ακόμα δεν την είδε. Οκτώβρης ήτανε, λουκουμάδες μας στείλανε για πρόσκληση. Να ευχηθούμε έπρεπε. Δε βγήκε ευχή απ’ το στόμα μου, και τον πέταξα το λουκουμά, να μη με φαρμακώσει. Σε λίγο πέρασαν από μπροστά μου τα νυφικά και τ’ αρνί – δώρο του γαμπρού.
Σάββατο βράδυ κι ο γαμπρός ξουριζόταν με ζουρνάδες.
Τους άκουγα από μακριά. Δεν ξέρω πώς έφτασα εκεί.
Παίζαν το «Berber oglan» και χόρευαν καρσιλαμάδες, μα εγώ δεν άκουγα καλά και τα μάτια μου ήταν θολωμένα.
Πλησίασα το γαμπρό.
Χαμογέλασε.
Δεύτερη μέρα Σάββατο κι ακόμα δεν την είδε.
Δε θα την ξανάβλεπε. Πλησίασα και του ’κοψα τον γκίρλε.

Γλωσσάρι: τάκα τούκα νε μπιντούα=έτσι εδώ δεν γίνεται, σάβντα=γάμος, όχτσα=πρόβατα, ενίστε=γαμπρός, σεστρά=αδελφή,γκίρλε=λαιμός, berber oglan=ο γιος του κουρέα=τραγούδι ξυρίσματος του γαμπρού στο Κίσδερβεν.

Αστέρης Μαυρουδής, «Τάκα τούκα νε µπιντούα», από τη συλλογή διηγημάτων Η ατυχία, Κέδρος 2017

 


.

.

 

 

Tags:

Νίκος Σταμπάκης, To διπλό δωμάτιο

 Το πήρε ποδαράτο μέχρι το σπίτι. Ήταν αργά, η κυρία Ρόζα θα κοιμόταν. Έκαμε λάθος στο κλειδί, λογικό άλλωστε, αφού το είχε περάσει στο ίδιο μπρελόκ μ’ εκείνο του αθηναϊκού διαμερίσματός του. Ήλπισε να μην την ξυπνήσει με το θόρυβο κι έβαλε το δεύτερο κλειδί. Προχώρησε προς στο βάθος, έστριψε δεξιά και μπήκε στην κουζίνα. Ψαχούλεψε στ’ αριστερά του μέχρι που βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Το δωμάτιο λούστηκε σε μουντό φως. Αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν σε νοσοκομείο. Άνοιξε το ψυγείο, όπου ανακάλυψε δυο-τρεις μπουκάλες γάλα, μουστάρδες, μαρμελάδες και βούτυρα. Ούτε ίχνος από αλκοόλ. Ένα λευκό, παγωμένο πιάτο σκεπασμένο με χρυσόχαρτο κίνησε την προσοχή του. Το έβγαλε, το ακούμπησε στο τραπέζι κι αφαίρεσε το χρυσόχαρτο. Το φαγητό ήταν κρέας με πατάτες στο φούρνο. Οι πατάτες είχαν μετατραπεί σε μιαν αηδιαστική, άμορφη μάζα, σαν ξερατά. Όσο για το κρέας, αυτό ήταν πιθανότατα αρνί. Χαμήλωσε το πρόσωπό του και το μύρισε. Έκαμε ένα μορφασμό. Ήταν σίγουρα αρνί. Κάλυψε πρόχειρα το πιάτο με το χρυσόχαρτο, το ξανάβαλε στο ψυγείο και μπήκε στο σαλόνι. Πλησίασε το τραπεζάκι, πήρε τη φωτογραφία στα χέρια του και την εξέτασε στο φως που έμπαινε από την κουζίνα. Η μορφή τού φαινόταν ακόμη πιο γνωστή απ’ όσο την προηγούμενη φορά. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου νόμισε πως η πόζα είχε αλλάξει ανεπαίσθητα. Αισθάνθηκε μιαν ανεξήγητη υγράδα στα μάτια. Τέλος, άφησε τη φωτογραφία στη θέση της, έσβησε το φως της κουζίνας κι ανέβηκε στο δωμάτιό του.

Προχώρησε προς την μπαλκονόπορτα και την άνοιξε. Ψαχούλεψε στην τσέπη του μπουφάν του κι ανέσυρε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα. Έβγαλε το μπουφάν και το πέταξε στο κρεβάτι. Βγήκε στο μπαλκόνι κι άναψε τσιγάρο. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ανησυχούσε ξαφνικά τόσο πολύ. Ναι, από μιαν άποψη έφταιγε σίγουρα η πείνα, που επανερχόταν τώρα που το αηδιαστικό κρύο αρνί βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Τώρα που η ματιά του αγκάλιαζε όλη την έκταση του μικρού δρόμου, του φαινόταν ότι η θέα μεταβαλλόταν σταδιακά. Σάμπως τα κτίρια να πάλιωναν, να μίκραιναν, σαν η θέα του φεγγαριού που ξεπρόβαλλε ανάμεσα στις στέγες να είχε στοιχειώσει μιαν οθόνη κατά την προβολή παλιάς γερμανικής ταινίας. Νόμισε πως στο γραφείο τον περίμεναν βιβλία, παράξενων σχημάτων και χρωμάτων, με σελίδες από ρυζόχαρτο, ή λείες και κατάμαυρες, γεμάτες καβαλιστικά σχήματα κι όλων των ειδών τ’ ακατονόμαστα συμπλέγματα. Νόμισε πως έπρεπε να καθίσει κατεπειγόντως στο γραφείο του και να ξενυχτήσει δοκιμάζοντας τα κλειδιά μιας λησμονημένης γνώσης. Νόμισε πως ο άνεμος του έφερνε ψιθύρους. Ξαφνικά, η απρόσμενη θέα μιας γνωστής σιλουέτας που πλησίαζε αργά, σαν να προφυλαγόταν, τον αφύπνισε. Κοίταξε το ρολόι του: ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δεν χωρούσε αμφιβολία: επρόκειτο για την κυρία Ρόζα. (…)

Νίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο, μυθιστόρημα, Φαρφουλάς 2013

Πίνακας: Jos van Riswick

.

 

Tags:

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα

Τον καιρό εκείνο ο δάσκαλος ήταν φόβητρο. Αυτός κι ο Σκουφάς ο δικηγόρος στο Ζαγκλιβέρι. Δάσκαλο είχαμε το Σοφοκλή, Θεός σχωρέσ’ τον. Πολύ καλός, μας έκαμνε θεατρικές παραστάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, έπαιζε βιολί και του αρέσαν τα παστά. «Αύριο να με φέρεις ένα ληστή». Τα ληστιά ήταν παστά λιμνίσια ψάρια. «Δε σε φέρνω». «Να με φέρ’ς, γινατατζή, άλλ’ φορά δε σε δέρνου». Άμα δεν είχε όρεξη για ξυλιές ή μάθημα, έπιανε το βιολί. Έπαιζε τρεις νότες τσιφτετέλι συνέχεια το ίδιο. «Άλλαξι, κύριε, σκουπό, όλο του ίδιο παί’ειζ». Έπιανε άλλο τόνο και έπαιζε το ίδιο. Στο τέλος έπαιρνε χειροκρότημα και έκαμνε υποκλίσεις. Και γελούσαμε όλοι, και ο δάσκαλος μαζί μας. Πώς να περάσει ο χρόνος στο χωριό; Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν βάλσαμο για τις ψυχές μας και ξεχνούσαμε τη φτώχεια.
Πρώτη μέρα θα πήγαινα σκολειό. Χτύπησε το καμπανούδι και ξεκίνησα. Το κάλεσμα στο σκολειό γινόταν με καμπανούλα. Με το κοντό παντελονάκι και την καινούργια σάκα. Νηπιαγωγεία και τέτοια δεν είχαμε.
Έφτασα τρομοκρατημένος απ’ αυτά που μας φοβέριζαν μικροί-μεγάλοι: «Δε θα πας στο σκολειό, θα σε κανονίσει ο δάσκαλος». Εκεί μαζεμένοι και άλλοι που πήγαιναν για πρώτη φορά. Πολλές φωνές, τρεξίματα, παιχνίδια, και να… το μικρό καμπανάκι χτύπησε. Ουρλιαχτά από τους μαθητές που έτρεξαν να μπουν στη γραμμή. Οχ, είπα μέσα μου, τους μαζεύουν, τους βάζουν στη σειρά και τους δέρνουν. Καλά, δεν τους φτάνει το ξύλο που τρων σπίτι τους; σκέφτηκα. Οι παλιοί μπήκαν αμέσως στη σειρά. Οι υπόλοιποι μείναμε πίσω απορώντας και τρομοκρατημένοι. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο.
Βγήκε ο Σοφοκλής με μια βέργα στο χέρι. Οχ, ξανασκέφτηκα, αυτός ήρθε προετοιμασμένος. Είχα ακούσει τόσο πολλά, είχα δει χέρια πρησμένα από τις βέργες. Έκανα λίγα βήματα πίσω.
«Αυτοί που πάνε πρώτη να ’ρθουν και να κάνουν εδώ μια σειρά».
Πριτς, σκέφτηκα και το ’βαλα στα πόδια.
Στο δρόμο νόμιζα πως ο Σοφοκλής με κυνηγούσε και ένιωθα τα πόδια μου να χτυπάνε στον πισινό μου.
Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς μου, κοίταξα πίσω και ησύχασα. Δε με κυνηγούσε κανείς. Περίμενα λίγο να πάρω ανάσα και φώναξα τη γιαγιά μου.
«Καλά, βρε πιδί μ’, δεν έ’εις σκολειό;»
«Όχι, ήταν πρώτη μέρα και μας διώξαν νωρίς».
Τις υπόλοιπες μέρες απορούσα πώς βρήκα αμέσως τη δικαιολογία.
Την άλλη μέρα πήγα κανονικά. Πρώτα όμως διαπίστωσα ότι δεν τους είχαν δείρει. Κάναμε και γυμναστική. Δε μας έφτανε η δουλειά στα χωράφια.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά από το Σοφοκλή να λέει το παράγγελμα «Στροοοοοφή πααααλαμών».
Εγώ ο έρμος άκουσα στροφή παλαβών. Κοίταξα αυθόρμητα γύρω μου να δω ποιος παλαβός θα κάνει στροφή.

Αστέρης Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα, από τη συλλογή διηγημάτων Η ατυχία, Κέδρος 2017

Φωτό: Robert Doisneau, Εξώφυλλο: Κώστας Σιαφάκας