RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Έλενα Ακανθιάς, Golith

Ακούγεται και πάλι η φωνή με τα στοιχεία του μύθου του δεύτερου, με βάση τον οποίο καλείσαι εσύ και αυτός από τα αριστερά σου να οδηγήσετε σήμερα τις αφηγήσεις σας στο τέλος: «Η πρώτη γυναίκα του Αδάμ δεν ήταν η Εύα. Ήταν η Λίλιθ, εκείνη που πλάστηκε μαζί του από την πλάτη του, ενωμένοι και οι δύο σε ένα μόρφω­μα, σχηματίζοντας ταυτόχρονα το αρσενικό και το θηλυκό. Έφερε τη γνώση στον Αδάμ ότι η σεξουα­λική πράξη δεν γίνεται μόνο για λόγους αναπαρα­γωγής και δεν υποτάχθηκε ποτέ σ’ αυτόν, γι’ αυτό και εκδιώχθηκε από τον Κήπο της Εδέμ από τον ίδιο τον Θεό. Από την πτώση της και έπειτα, θρυ­λείται ως μία από τους τρομερότερους Δαίμονες, ως η γυναίκα του Διαβόλου, ως η πρώτη παιδοκτόνος, καθώς και ως η πρώτη γυναίκα που παραπλανούσε και σκότωνε νεαρούς άνδρες».

Και τώρα αποφασίζεις και παίρνεις εσύ τον λό­γο: «Εγώ δεν μπορώ να ερμηνεύσω τον μύθο με στοιχεία και τετράγωνους συλλογισμούς, όπως ο προηγούμενος. Ξέρω, όμως, να σας πω ότι αυτήν τη γυναίκα, σαν ήταν νήπιο, εγώ τη βάφτισα. Πώς ξέρω ότι είναι αυτή του μύθου; Μη με ρωτάτε. Το ένιωσα, δίχως να το γνωρίζω. Από την πρώτη στιγμή που μου τη φέρανε και την πήρα στα χέρια μου. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στις παλάμες μου, πάνω απ’ το νερό της κολυμβήθρας. Από την πλάτη της χυνόταν ένα κύμα θερμότητας και στο βλέμμα της είχε συνημμένη την άρνηση και την ανυποταγή. Ναι, είναι αυτή που σας έχω περιγράψει αναλυτι­κά και τις προηγούμενες φορές που σας έλεγα την ιστορία. Πριν εκκινήσω το μυστήριο, αφού κατά­λαβα τι είχα στα χέρια μου και τι θ’ ακολουθούσε, έκλεισα τα μάτια, έγειρα το κεφάλι προς τον ουρανό και προσευχήθηκα για δύναμη και κουράγιο. Ευλό­γησα το νερό και ξεκίνησα. Με την πρώτη καταβύ­θιση έμπηξε τις φωνές. Δεν ήταν όμως η φασαρία που έκανε, αλλά τα μάτια της, που τα κρατούσε σταθερά κεντραρισμένα στα δικά μου. Με τέτοια έπαρση, πείσμα και επιμονή. Δεν έκλεισαν ούτε μία φορά, ούτε από το νερό ούτε απ’ το γοερό κλάμα. Άρχισα να τη βουτάω όλο και πιο πολλές φορές. Απανωτά. Το περίεργο ήταν ότι όσο πιο πολύ έμενε μέσα στο νερό τόσο περισσότερο έκαιγε, όχι μόνο η πλάτη της, αλλά ολόκληρη. Έφτασα στο σημείο να μουρμουρίζω μηχανικά τα λόγια του μυστηρί­ου και να απολαμβάνω ηδονικά το κάθε απότομο και άγριο βούτηγμά της. Ένιωθα ότι την εξάγνιζα, ότι τη λύτρωνα από το επικίνδυνο που κουβαλούσε η ψυχή της. Ναι, εντάξει, μέχρι τώρα τα ξέρετε όλα αυτά, τα έχετε ακούσει και τις άλλες φορές. Όμως τώρα φτάνω στην τελευταία ομολογία. Όσο εγώ απορροφημένος τελούσα το μυστήριο με τους επαναλαμβανόμενους πνιγμούς της, με είχαν πλη­σιάσει οι άντρες που παρευρίσκονταν. Οι γυναίκες είχαν τραβηχτεί ελαφρώς προς τα πίσω, σφιγμένες και βουβές, και είχαν αρχίσει τα σταυροκοπήματα και τις γονυκλισίες. Θα διαισθάνθηκαν φαίνεται από την αύρα της βαπτίσεως την αντάρα που ζύγωνε. Μονάχα μία ακούστηκε μια στιγμή να λέει ξέπνοα: «Αχ, Παναγία μου! Και είναι με πυρετό το παιδί. Θα το αποτελειώσουμε». Δεν άφησα όμως περιθώ­ρια για ενστάσεις και αντιρρήσεις, καθώς ύψωσα τη μικρή και άρχισα να ψάλλω με βροντερή φωνή. Οι άντρες, εν τω μεταξύ, όσο πιο άγριο γινόταν το μυστήριο, όλο και πιο πολύ πλησίαζαν, σχηματίζο­ντας έναν κλειστό κύκλο γύρω μου και αφήνοντας τις γυναίκες απ’ έξω. Είχα αρχίσει, δίχως να το καταλαβαίνω, να φέρνω γύρους την κολυμβήθρα με έναν ιδιότυπο ρυθμό, μια ασυνείδητη χορογραφία εξορκισμού του κακού. Με είχε καταλάβει μια έξα­ψη άνευ προηγουμένου, μάλλον από την ένταση της προσπάθειας. Κρατούσα τη μικρή ψηλά, προσφορά στον Κύριο και Θεό της, και με τους ύμνους και τις ευχές καθάριζα τη μολυσμένη ψυχή της. Τις τρεις τελευταίες φορές που τη βούτηξα, την κρά­τησα τρέμοντας σύγκορμος αρκετή ώρα κάτω από το νερό. Λες και είχε χυθεί το σάπιο της ψυχής της στις φλέβες μου και το έφτυνα με τις λέξεις, που με μεγάλη δυσκολία πια άρθρωνα όσο εκείνη βρισκόταν μέσα στο νερό. Όταν την τράβηξα έξω, το κλάμα της είχε μεταλλαχθεί σε διακοπτόμενο αγκομαχητό, ένα βογκητό που ηχούσε με τέτοιον τρόπο ώστε μούδιαζε το σώμα μου και λαγνουργού­σε περίεργα στα μόριά του. Οι άνδρες στον κύκλο γύρω μου παρακολουθούσαν με σεληνιασμένο βλέμ­μα. Τα σώματά τους ήταν τσιτωμένα και οι κινή­σεις τους εξέπεμπαν μια αναμονή πύρινη και ένα λαχάνιασμα εσωτερικό. Στο “απεταξάμην”, παρα­τήρησα τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών της μικρής να έχουν σηκωθεί κατακόρυφα σχηματίζοντας ορθή γωνία με το υπόλοιπο πόδι. Ήξερα ότι ήταν σημάδι της αναγέννησης και της φώτισής της. Τότε, την παρέδωσα στις γυναίκες».

Έλενα Ακανθιάς, Golith, νουβέλα, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Αrtwork: Hollie Chastain

.

 

Nάνσυ Αγγελή, Όταν πάγωσε ο χρόνος

Στα πρώτα χρόνια της σχέσης ήταν μια απόλαυση να απαντάει στην ερώτηση «πώς γνωριστήκατε;».  Όλες οι λεπτομέρειες ήταν γλαφυρές, οι αναμνήσεις όμορφα ροδοκόκκινες από εκείνο το πρώτο καλοκαίρι, το δέρμα σφριγηλό. Ήταν η στιγμή μεταξύ του γλυκού ή του πρώτου χωνευτικού ηδύποτου, όταν στα φιλικά ή οικογενειακά τραπέζια κάποιος από τους συνδαιτημόνες έκανε αδιάφορα την πρώτη νύξη, αυτή που έσπαγε τον πάγο των προσωπικών ερωτήσεων, κι ύστερα όλα τα μάτια θαυμασμού που ήταν στραμμένα στο νεαρό ζευγάρι αντάλλασσαν χαμόγελα αδημονίας. Εκείνη, κυρίως εκείνη, έπαιρνε τον λόγο μετά από μια σύντομη παύση ευχαρίστησης,  όσο εκείνος έπινε αργά απ’ το ποτήρι του. Συνήθιζε να ξεκινά τη διήγηση με ό,τι πλαισίωσε την τυχαία αυτή συνάντηση που αποδεικνύονταν, μήνες τώρα,  υπέροχα καθοριστική, καρμική όπως θα έλεγε και η θεία Αγλαΐα. Συνήθιζε να ξεκινά τη διήγηση περιγράφοντας, προσπαθώντας να κάνει χειροπιαστό, για το εύθυμο ακροατήριο, τον ακριβή τόπο και χρόνο. Δεν ήταν εύκολο αυτό, δεν μπορεί κανείς εύκολα να κλείσει μέσα σε μια πρόταση αχτίνες φωτός, αχτένιστα μαλλιά, κολλώδη πλαστικά ποτήρια γεμάτα κόκκινο φτηνό κρασί, ουρές γνωστού νεανικού φεστιβάλ, περίπατους σε ξένη πόλη, φίλους καινούργιους μαζί με παλιούς να διασκεδάζουν όλοι μαζί, τρεις διαφορετικές γλώσσες, μη λεκτική επικοινωνία, σωματική σύμπνοια, λεωφορεία, ξενοδοχεία, αεροπλάνα αποχωρισμού, μέηλ επανασύνδεσης. Όλα αυτά ήταν πολύ σημαντικά, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά. Υπήρχαν ένα σωρό ακόμα άπιαστες, άυλες λεπτομέρειες που κάποιος θα μπορούσε ίσως να ζωγραφίσει ξανά και ξανά με την επιμονή ενός Μονέ, γυρνώντας δηλαδή ξανά και ξανά στον ίδιο δρόμο, οι πλάκες σαν νούφαρα, εκεί όπου συντελέστηκε εκείνη η καθοριστική διασταύρωση βλεμμάτων ανάμεσα σε ακατανόητα σχόλια και γέλια, την ώρα που σερβίρεται η πρώτη κρύα μπύρα στα tapas bars της Καταλονίας, μια στιγμή πριν πέσει ο ήλιος, με άλλα λόγια, όταν ο ουρανός είναι ακόμα μια στάλα πορτοκαλί και στο φόντο διακρίνονται θολά τα πρώτα αναμμένα φώτα κατά μήκος της Ραμπάλ. Όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμα που κρύβονται τριγύρω και συνεισφέρουν βάζοντας το δικό τους λιθαράκι στον σχηματισμό μιας εικόνας, ενός παγωμένου δευτερολέπτου, θα μπορούσε ίσως να τα ζωγραφίσει κάποιος καταφέρνοντας να οπτικοποιήσει το θρόισμα ή το απαλό άγγιγμα των γυμνών ώμων ή την αχτίνα φωτός, μα πώς θα μπορούσε να τα μεταφέρει ικανοποιητικά με λόγια; Όλες αυτές οι ασήμαντες λεπτομέρειες διαμόρφωναν τον πίνακα με τρόπο καθοριστικό και έπρεπε να ειπωθούν. Όλες και καθεμιά απ’ αυτές. Και κάπως έτσι η διήγηση έμοιαζε χαοτική και ατέλειωτη, σαν φιδογυριστός δρόμος, μα τόσο ζωντανή και ευχάριστη ώστε κανείς δεν βαριόταν, οι αφηγητές, περισσότερο κι απ’ τους ακροατές, κι είναι σημαντικό αυτό, να μεθά κανείς από τα ίδια του τα λόγια. Ο χρόνος απ’ την πλευρά του, οι μήνες που είχαν περάσει, είχαν προσθέσει τη δική τους πινελιά στις προσωπικές αναμνήσεις του καθενός, είχαν προσδώσει στο ζευγάρι μια τρυφερή, νεόφυτη ακόμα οικειότητα, που καθιστούσε ωστόσο δυνατή την εξομολόγηση ―εκ των υστέρων― μικρών μυστικών και σκιρτημάτων που συνόδευσαν εκείνες τις πρώτες μέρες του έρωτα, κάνοντας την ανάμνηση πιο απολαυστική.  Έτσι, κάθε νέα εξιστόρηση της γνωριμίας τους, ήταν σαν μια μικρή επέτειος, μια εκ νέου επισφράγιση της αγάπης τους, μια γιορτή. Εκείνη έλεγε «θυμάσαι;» κι εκείνος κουνούσε το κεφάλι χαμογελώντας. Στα τελευταία χρόνια της σχέσης ήταν αφόρητη η ερώτηση «πώς γνωριστήκατε;». Τι σημασία είχε άλλωστε; σκεφτόταν κάθε φορά που ένιωθε υποχρεωμένη ν’ απαντήσει για κάτι τόσο παλιό, κάτι που είχε συμβεί προ αμνημονεύτων χρόνων, η διήγηση του οποίου δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τονίζει με τον πιο επώδυνο τρόπο τα χρόνια που πέρασαν, την απόσταση, αυτήν την αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εκείνη. Η ίδια η ερώτηση της φαινόταν τώρα μοχθηρή. Θέλω να πω, δεν ρωτά κανείς έναν άρρωστο πώς έμοιαζε όταν ήταν υγιής. Τα οικογενειακά τραπέζια απ’ την άλλη δεν ήταν τόσο πολυάριθμα όσο άλλοτε. Η ερώτηση, αυτή καθαυτή, δεν γινόταν συχνά πια, ήταν φορές που το ενδιαφέρον δεν κινούσε τόσο ο τρόπος γνωριμίας, αλλά αυτό το «πόσο καιρό είστε μαζί;».  Σαν να μην ήταν τόσο σημαντικά τώρα οι αχτίνες φωτός, οι γυμνοί ώμοι και τα πρώτα βλέμματα, τα πρώτα παγωμένα δευτερόλεπτα, οι ακριβείς στιγμές σαν νούφαρα…  Για ποια νούφαρα μιλάς; Δεν ήταν παρά πλάκες πεζοδρομίου. Ήταν απόγευμα ή μεσημέρι, ήμασταν πέντε όλοι μαζί ή μήπως έλειπε η Δροσιά; Δεν ήταν σίγουροι… Κι άλλωστε, τι σημασία είχε; Αυτό που είχε τώρα πραγματικά σημασία ήταν η αντοχή, μια κάποια συναισθηματική ανθεκτικότητα. Σ’ αυτά τα επίπεδα, οι πρώτες αυτές αναμνήσεις δεν ενδιέφεραν τόσο, ήταν  ήδη αρκετά μακρινές και συγκεχυμένες, θολές σαν ανεστίαστες. H θύμησή τους αντί να επιβεβαιώνει έναν μακροχρόνιο έρωτα, είχε τη γεύση του τέλους, τη μυρωδιά ενός  τερματικού σταθμού. Τον καμβά έσχιζαν χοντρές μονοχρωματικές πινελιές σβήνοντας στο πέρασμά τους τις λεπτές αποχρώσεις, και ο πίνακας είχε την όψη μιας αφηρημένης τέχνης που τα λόγια δεν ήταν σε θέση να ορίσουν. Εκείνη έλεγε «θυμάσαι;» κι εκείνος δεν θυμόταν. Στα τελευταία χρόνια της σχέσης τα λόγια ήταν λιγοστά και ελλιπή, η σιωπή γέμιζε το κενό. Τα δέρμα είχε ξεφλουδίσει απ΄ τα τόσα καλοκαιρινά μαυρίσματα. Κανείς δεν θυμόταν, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συντελεστεί στο πέρασμα του χρόνου, ποια ακριβώς στιγμή εμφανίστηκαν οι πρώτες ρυτίδες.  Σ’ εκείνες τις θλιβερές στιγμές απομόνωσης, όπου ο καθένας ήταν κλεισμένος στη δική του προσωπική επισκόπηση, ήταν αστείο να συνειδητοποιείς πόσο ο χρόνος έμοιαζε να είχε παγώσει ανάμεσα στα πρώτα και στα τελευταία χρόνια της σχέσης, όσο διαρκεί δηλαδή η αγάπη.

Νάνσυ Αγγελή, από τη συλλογή διηγημάτων Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο, Σμίλη 2018

Artwork: Duy Huynh

 

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

στοχασμοί

Χοντρές σταγόνες αρχίζουν να πέφτουν. Τις βροχερές μέρες η πόλη γεμίζει ομπρέλες κι ο κάμπος λάσπη. Κλείνουμε τα παράθυρα κι ανάβουμε καλοριφέρ, σκουπίζουμε τις σόλες σε πατάκια. Η μέρα είναι στιγμές που μοιάζει ατέλειωτη σαν σκαλωσιά. Όλα έχουν προβλεφθεί, θα’ ναι γι’ αυτό.

Μια καμπάνα χτυπά στο μέσο του πρωινού, υπενθύμιση παλιάς κοπής. Οι χτύποι υψώνονται κοφτοί και χάλκινοι, μπλέκονται με το μαρσάρισμα μιας μοτοσυκλέτας και το βουητό των αυτοκινήτων. Αδιαφορούμε.

Είναι νωρίς ακόμα.

Όταν νυχτώνει ανάβουμε φώτα για να δούμε καλύτερα. Έχουμε μπει από καιρό στην εποχή του ορθολογισμού.

Άτεγκτη πέφτει η σκιά, παρά το φως.

∞∞∞

Πρώτη δημοσίευση

Artwork: Juan Martinez Bengoechea

 

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

 

Όχι, δε λέω, η Νανά ανασταίνει και πεθαμένο. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τα γεγονότα. Τουτέστιν, πριν από έναν χρόνο περίπου την κλείσανε μέσα με την κατηγορία της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, έπειτα από το θετικό αποτέλεσμα της αρχικής εξέτασης για HIV. Όλοι στον δικηγορικό σύλλογο αρνηθήκαμε να αναλάβουμε την υπεράσπισή της, ακολουθώντας τις επιταγές της κοινωνικής ευθιξίας και ευταξίας των χρηστών ηθών. Ποιος θα μπορούσε να προσβάλει το στεφάνι του και τα παιδιά του, αλλά και τους υπόλοιπους ευυπόληπτους πολίτες που κινδύνευαν από τη μετάδοση των λοιμωδών νοσημάτων; Ευτυχώς σχετικά σύντομα, μέσα σε εννέα μήνες, το τελικό αποτέλεσμα της εξέτασης για τον HIV βγήκε αρνητικό και έτσι, με την απαραίτητη συγγνώμη από τον Διοικητή της Ασφάλειας, τον Εμμανουήλ, καλή του ώρα, ο οποίος ήταν και παραμένει ένας από τους συχνούς πελάτες της Νανάς, έληξε το θέμα αθόρυβα και δίχως περαιτέρω κοινωνική αναταραχή. Παρεμπιπτόντως, η Νανά δεν είναι ο εκδικητικός τύπος ανθρώπου, και έτσι δεν αναζήτησε απόδοση ευθυνών για το συγγνωστό λάθος και την ταλαιπωρία της ούτε και αποζημίωση για την πρόσκαιρη διαπόμπευσή της από τα μέσα ενημέρωσης. Τουναντίον, υπήρξε υπόδειγμα μεγαλόθυμης ψυχής με τη συγχωρητική συμπεριφορά της και ενσωματώθηκε τάχιστα εκ νέου στο κοινωνικό σύνολο. Μάλιστα, την τελευταία φορά που την επισκέφτηκε ο Εκδότης της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία εντόπιας εφημερίδας, ο Άρης, καλή του ώρα, μου είπε ότι είχε κολλημένα πάνω από το κρεβάτι της τα αποκόμματα των εφημερίδων με τις φωτογραφίες της και το όνομά της, καθώς και με όλες τις λεπτομέρειες της ζωής της, γιατί, όπως εικάζει ο ίδιος και θεωρώ ότι μάλλον είναι σωστή η υπόθεση αυτή, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που μονοπώλησε το ενδιαφέρον του κόσμου, η μοναδική φορά που φιγούραρε η φωτογραφία και το όνομά της στα πρωτοσέλιδα, ως άλλο μοντέλο ή πολιτικός ή ηθοποιός, και έτσι τα κρατούσε σαν πολύτιμες αφίσες ειδώλου αναρτημένες σε τοίχους εφηβικού δωματίου.

 

 

Επίσης, ο Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου της πόλης μας, ο Σωτήρης, καλή του ώρα, εξήρε τον επαγγελματισμό της ιδίως για τον παρακάτω λόγο: κατά την αφροδισιακή τους επαφή ήταν στο οπτικό του πεδίο τα αποκόμματα των εφημερίδων και μάλλον οι λέξεις «διαπόμπευση», «στιγματισμός» και «κοινωνική απομόνωση» του προκάλεσαν δυσφορία και, ως εκ τούτου, υπέστη πρόσκαιρη σεξουαλική ανικανότητα, λόγω της στυτικής δυσλειτουργίας. Η Νανά, ως έμπειρη σεξουαλική τροφός, τον γύρισε πλάτη στην ενοχλητική πλευρά του τοίχου και τον πεολείχησε σφοδρώς, σε σημείο επικίνδυνου δαγκώματος, χαρίζοντάς του έντονους σπασμούς και μια επική εκσπερμάτιση, με τα μάτια της καρφωμένα στον τοίχο, στο θριαμβικό αυτό κολάζ της πορείας της. Λες και ήθελε να επιστρέψει μέσω του στόματός της, μέσω της τέχνης της, την ένταση και τη σφοδρότητα με την οποία για ένα μικρό διάστημα της ζωής της η κοινωνία την ανύψωσε από άσημη ιερόδουλη σε σπουδαία και σημαντική πόρνη. «Πίστεψέ με, Θεμιστοκλή, αποτελεσματικότερο βιάγκρα για έναν άντρα δεν είναι καμία φαρμακευτικώς ικανή ουσία, παρά μόνο η ταπεινότητα της ψυχής της γυναίκας», ομολόγησε συνεπαρμένος ο γιατρός. Ένα αθόρυβο και σεμνό ευχαριστώ εκπεφρασμένο με έναν τόσο συμβολικό τρόπο από μια αγράμματη και αφανή γυναίκα. Αντίδωρο στον εναγκαλισμό της από την κοινωνία. Ναι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, η πόλη μας ευτύχησε να έχει μια σπουδαία πουτάνα.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Artwork:Isabelle Cochereau

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Το ρήμα πεινάω

.

6

Από τη μέση και κάτω ο πατέρας μου ήταν
τραπέζι• έφευγε σαν περιβολάκι
επάνω στο τραπέζι με μήλα και νεράντζια•
κοντά στο δείπνο το μουστάκι του εννοούσε:
είμαι στέφανος που στεφανώνω το
στόμα μου     διασχίζω μια δόξα μονότονη•
ακριβώς από κάτω οι λέξεις αθλητές αισθημάτων
ή θα μείνουν άφωνες σαν νεκρές
(κάτι αλλάζει στα λόγια όταν ένα τέρας
εποπτεύει αφ’ υψηλού)

το φαγητό απαιτεί αφοσίωση• στο τραπέζι
σάλτσες του τυχαίου    ή μήπως
η ψυχή με ψάχνει στα πιάτα να με εννοήσει
(να συγκεντρωθώ στο χρονόμετρο αυτό;)

του παρόντος υπηρέτης το μάτι
δειπνεί στο λιγάκι•
βγάζω τα χέρια      τσιμπάνε τα τσαμπιά
μιας Κυριακής

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, από την ποιητική συλλογή Το ρήμα πεινάω, εκδόσεις Άγρα, 2001

Artwork: Pierre Bonnard

 

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

αντιθέσεις

εξέλιξη

Καλοστρωμένα τραπέζια (βάζα με λουλούδια), παράθυρα (διπλά τζάμια), χαλιά, κουρτίνες, κρεβατοκάμαρες, επίπεδη τηλεόραση, μπάνια (μπιντές), γκαράζ (τηλεχειριστήριο), αυτοκίνητο Νº 1, αυτοκίνητο Nº2, δρόμοι, φανάρια, πεζοδρόμια, κτήρια, γερανοί, λιμάνια, αεροδρόμια και πίσω χάος, αγριόχορτα στον πίσω κήπο.

μαζί

Ο ένας ζεσταίνεται, ο άλλος κρυώνει. Στον έναν αρέσει η θάλασσα, στον άλλο το βουνό. Ο ένας βλέπει τηλεόραση, ο άλλος προτιμά τα dvd. Στον πρώτο αρέσει το περπάτημα, ο δεύτερος δεν κάνει βήμα. Ο ένας είναι απαισιόδοξος, ο άλλος αισιόδοξος. Μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν: Eίναι παντρεμένοι τριάντα χρόνια τώρα.

ιντερμέδιο

Ανάμεσα στο σκοτάδι του ονείρου και το φως της μέρας,  στο χτες και το αύριο, στην αρχή και το τέλος που είναι η γέννηση και ο θάνατος,

                                                                                                                                                                                             τι παρεμβάλλεται;

Πρώτη δημοσίευση

Φωτό: Alexey Titarenko

 

Έλενα Ακανθιάς, Golith

.

Βύθισε τα πέλματά της στις παντόφλες με ένα γουργουρητό ικανοποίησης. Από γεννησιμιού της έτσι έκανε. Τακτοποιούσε πάντα με τρυφερότητα και προσοχή τις σάρκινες αυτές μάζες στα πλαδαρά από την πολυετή και θηριώδη άλωση παπούτσια. Εξάλλου, από εκεί εκκινούσε η φωνή της. Κάθε φο­ρά που ήταν να μιλήσει, ένιωθε το λάκτισμα σε κάθε δάχτυλο αντίστοιχα, ανάλογα με την περίσταση. Ας πούμε, όταν μιλούσε στα παιδιά της, κούρδιζε τη φωνή της στο μικρό με γλύκα και αγάπη. Σαν πάλι έπιανε κουβέντα με τις φίλες και τα βάσανα ξεχεί­λιζαν, το τέταρτο δάχτυλο τρεμόπαιζε ασταμάτητα. Απ’ τον γιατρό και τον παπά αν ήταν να πάρει συμ­βουλή, ίδιος γάντζος το μεσαίο γύρευε να σκάψει τη σόλα του παπουτσιού και να στερεωθεί μέσα στη γη. Μονάχα το δεύτερο, το μεγαλύτερο, ήταν βουβό και ασάλευτο χρόνια τώρα, από τότε που έχασε τον άντρα της. Σήμερα, όμως, είχε σειρά το πρώτο, το κορκανύχικο, του εαυτού, όπως το έλεγε. Σήμερα ήταν η μέρα. Όλο το βράδυ χθες κατέ­στρωνε το τελειωτικό το σχέδιο και, όταν το πρωί τη μάρκαρε εκείνη η τσιμπιά του έντονου πόνου στο μεγάλο δάχτυλο, σκέτο μπουκέτο απ’ αγκάθια, σφραγίδα στην ολονυχτία, το ήξερε πια πως είχε φτάσει η μέρα. Καιρό τώρα την έζωναν οι σκέψεις, τσίτωναν το κορμί της σε χρόνο ανύποπτο. Το δά­χτυλο είχε εξεγερθεί με πόνους καθημερινούς, σαν ξίφη ακονισμένα, σινιάλο και φρυκτωρία για τις μελλούμενες τις πράξεις. Ήξερε ότι δεν πήγαινε άλλο και έπρεπε να αρματώσει την απόφαση. Σή­μερα, λοιπόν. Βέβαια, δεν έπρεπε να λησμονήσει, προτού ξεκινήσει για το μοναστήρι, να πάρει τη­λέφωνο στο ιατρείο για να αναβάλει το ραντεβού που είχε σε λίγη ώρα, για κείνη την εξέταση. Την προηγούμενη εβδομάδα τη ρώτησε ο γιατρός, έτσι στα ξαφνικά, αν έχει συχνά τέτοιους πόνους στο μεγάλο δάχτυλο. Τάχα και δήθεν πως ανησύχησε από το φούσκωμα το ελαφρύ. Τον κοίταξε ανόρεκτα και δύσπιστα: «Γιατρέ, δεν μου αρέσει να με ρωτάς τέτοια πράματα. Να κάμεις την ιατρική σου και μακριά από τα δάχτυλα των ποδιών μου. Αν σου κάνει ανάγκη, να σου αφήσω το παπούτσι μου για να το μελετήσεις». «Μάμω, σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μπορεί να πάσχεις από ουρικό οξύ. Θέλω να είμαι σίγουρος. Τη Δευτέρα το πρωί να είσαι στο ιατρείο μου, για να το δούμε επισταμένως».

Του θύμωσε εγγαστρίμυθα. Δεν το ’δειξε, όμως. «Ο φαντασμένος! Ότι δηλαδή μπορεί από μια ματιά στο δάχτυλο, έτσι απλή και ξιπασμένη, να βγάλει λαγό απ’ τη φωλιά, αρρώστια από το σώμα. Ε, κακομοίρη μου! Και μετά βάζουν στο στόμα τους την κυρα-Γιασμίνα, εδώ πιο κάτω, που διαβάζει τις ελιές στο κορμί, αλλά μονάχα αυτές στην πλάτη, γιατί εκείνες είναι, λέει, που ομολογούν τα μυστι­κά της σκιάς του καθενός. Μα τούτη το κάνει με σέβας και με δέος. Συναξαρίζει τη μαγγανεία και τη γητειά και τη μαντρίζει σε σταυρούς και κο­μποσκοίνια. Και όποιο ζόφο συναντήσει, δεν τον βαφτίζει με αλλοπαρμένα ονόματα. Ακούς εκεί ου- ρι-κό ο-ξύ! Κάθου λοιπόν, ντοκτόρι μου, να με ανα­μένεις παρέα με το ου-ρι-κό σου το ο-ξύ. Εγώ το μόνο οξύ που ξέρω είναι εκείνο που καθαρίζουμε τον απόπατο, μετά συγχωρήσεως δηλαδή. Ε, όχι και να μου συγγενέψεις το δάχτυλο με τα σκατά! Αλλά, πού να καταλάβεις τι φλεβοκουβαλά ο χτύ­πος του πρησμένου του δαχτύλου, τι ορμήνιες και αινίγματα». Βύθισε τα πέλματά της στις παντόφλες με ένα γουργουρητό ικανοποίησης. Από γεννησιμιού της έτσι έκανε. Τακτοποιούσε πάντα με τρυφερότητα και προσοχή τις σάρκινες αυτές μάζες στα πλαδαρά από την πολυετή και θηριώδη άλωση παπούτσια. Εξάλλου, από εκεί εκκινούσε η φωνή της. Κάθε φο­ρά που ήταν να μιλήσει, ένιωθε το λάκτισμα σε κάθε δάχτυλο αντίστοιχα, ανάλογα με την περίσταση. Ας πούμε, όταν μιλούσε στα παιδιά της, κούρδιζε τη φωνή της στο μικρό με γλύκα και αγάπη. Σαν πάλι έπιανε κουβέντα με τις φίλες και τα βάσανα ξεχεί­λιζαν, το τέταρτο δάχτυλο τρεμόπαιζε ασταμάτητα. Απ’ τον γιατρό και τον παπά αν ήταν να πάρει συμ­βουλή, ίδιος γάντζος το μεσαίο γύρευε να σκάψει τη σόλα του παπουτσιού και να στερεωθεί μέσα στη γη. Μονάχα το δεύτερο, το μεγαλύτερο, ήταν βουβό και ασάλευτο χρόνια τώρα, από τότε που έχασε τον άντρα της.

Σήμερα, όμως, είχε σειρά το πρώτο, το κορκανύχικο, του εαυτού, όπως το έλεγε. Σήμερα ήταν η μέρα. Όλο το βράδυ χθες κατέ­στρωνε το τελειωτικό το σχέδιο και, όταν το πρωί τη μάρκαρε εκείνη η τσιμπιά του έντονου πόνου στο μεγάλο δάχτυλο, σκέτο μπουκέτο απ’ αγκάθια, σφραγίδα στην ολονυχτία, το ήξερε πια πως είχε φτάσει η μέρα. Καιρό τώρα την έζωναν οι σκέψεις, τσίτωναν το κορμί της σε χρόνο ανύποπτο. Το δά­χτυλο είχε εξεγερθεί με πόνους καθημερινούς, σαν ξίφη ακονισμένα, σινιάλο και φρυκτωρία για τις μελλούμενες τις πράξεις. Ήξερε ότι δεν πήγαινε άλλο και έπρεπε να αρματώσει την απόφαση. Σή­μερα, λοιπόν. Βέβαια, δεν έπρεπε να λησμονήσει, προτού ξεκινήσει για το μοναστήρι, να πάρει τη­λέφωνο στο ιατρείο για να αναβάλει το ραντεβού που είχε σε λίγη ώρα, για κείνη την εξέταση. Την προηγούμενη εβδομάδα τη ρώτησε ο γιατρός, έτσι στα ξαφνικά, αν έχει συχνά τέτοιους πόνους στο μεγάλο δάχτυλο. Τάχα και δήθεν πως ανησύχησε από το φούσκωμα το ελαφρύ. Τον κοίταξε ανόρεκτα και δύσπιστα:«Γιατρέ, δεν μου αρέσει να με ρωτάς τέτοια πράματα. Να κάμεις την ιατρική σου και μακριά από τα δάχτυλα των ποδιών μου. Αν σου κάνει ανάγκη, να σου αφήσω το παπούτσι μου για να το μελετήσεις».«Μάμω, σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Μπορεί να πάσχεις από ουρικό οξύ. Θέλω να είμαι σίγουρος. Τη Δευτέρα το πρωί να είσαι στο ιατρείο μου, για να το δούμε επισταμένως».Του θύμωσε εγγαστρίμυθα. Δεν το ’δειξε, όμως. «Ο φαντασμένος! Ότι δηλαδή μπορεί από μια ματιά στο δάχτυλο, έτσι απλή και ξιπασμένη, να βγάλει λαγό απ’ τη φωλιά, αρρώστια από το σώμα. Ε, κακομοίρη μου! Και μετά βάζουν στο στόμα τους την κυρα-Γιασμίνα, εδώ πιο κάτω, που διαβάζει τις ελιές στο κορμί, αλλά μονάχα αυτές στην πλάτη, γιατί εκείνες είναι, λέει, που ομολογούν τα μυστι­κά της σκιάς του καθενός. Μα τούτη το κάνει με σέβας και με δέος. Συναξαρίζει τη μαγγανεία και τη γητειά και τη μαντρίζει σε σταυρούς και κο­μποσκοίνια. Και όποιο ζόφο συναντήσει, δεν τον βαφτίζει με αλλοπαρμένα ονόματα. Ακούς εκεί ου- ρι-κό ο-ξύ! Κάθου λοιπόν, ντοκτόρι μου, να με ανα­μένεις παρέα με το ου-ρι-κό σου το ο-ξύ. Εγώ το μόνο οξύ που ξέρω είναι εκείνο που καθαρίζουμε τον απόπατο, μετά συγχωρήσεως δηλαδή. Ε, όχι και να μου συγγενέψεις το δάχτυλο με τα σκατά! Αλλά, πού να καταλάβεις τι φλεβοκουβαλά ο χτύ­πος του πρησμένου του δαχτύλου, τι ορμήνιες και αινίγματα».

Έλενα Ακανθιάς, Golith, νουβέλα, Εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Sarah Moon

 

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

Τόσες προσπάθειες για να με πάρει ο ύπνος και ακόμη τίποτε. Καλά που έχω τα στιχάκια μου και εκτονώνομαι. Σε δύο λεπτά, βέβαια, δε θα υπάρχουν. Σπουδαία ανακάλυψη η σβήστρα. Όχι γομολάστιχα, ρε! Σβήστρα! Να το λες και να γεμίζει το στόμα σου. Αυτό δεν είναι λέξη, είναι η πορνογραφική συνεύρεση των συμφώνων. Σβ στρ, σβ στρ, σβ στρ. Σαν πέντε φαλλοί να παρελαύνουν. Μυώδεις και αρρενωποί. Ιθύφαλλοι, εντεταμένοι. Ε; Δεν νιώθεις μια ανάταση; Ένα κάτι; Μια ανύψωση τρίχας, ρώγας, κάτι, βρε παιδί μου; Βάλε και τα φωνήεντα ανάμεσα σαν ανοιχτά αιδοία, πρώτα το «η» και έπειτα το «α». Έχει σημασία η σειρά. Το «η» έχει μια έκπληξη και μια συστολή, έναν θαυμασμό και κάτι από δέος. Το «α» έχει δωρική επέλαση που λήγει σε απόγνωση και τελικά σε ανακούφιση, και όλο μαζί ανταυγάζει μια κεκαλυμμένη ηδονή. Εγγυημένο κάμα σούτρα αλφαβήτου. «Σβήστρα». Σπουδαία λέξη, ιδιοφυής. Λέξη απειλή. Τη μια υπάρχεις και την άλλη όχι· και το χειρότερο, ενώ κάποτε υπήρξες, έστω, όπως υπήρξες. Όταν ο Θεός έφτιαξε την Εύα, η πρώτη λέξη που της είπε ήταν αυτή: «Σβήστρα». Φυσικά, ύστερα της έμαθε και την υπόλοιπη τη φράση: «Κάτσε καλά, γιατί αλλιώς… σβήστρα θα σου ’ρθει στη ζωή».

Έτσι γίνεται πάντα στην εκμάθηση. Μαθαίνουμε ν’ αναγνωρίζουμε το μέρος και μετά το εντάσσουμε στο όλο. Για την ισόρροπη ανάπτυξη των ατόμων και για την αρμονική ένταξή τους στον κόσμο. Για τη μετέπειτα διάδρασή τους με τον περιβάλλοντα χώρο και τη συμμετοχή τους ως παραγωγικές μονάδες στο σύνολο. Για την ψυχοσυναισθηματική καλλιέργεια, την ανάπτυξη των διανοητικών και σωματικών δεξιοτήτων, την πνευματική, κοινωνική και ηθική ολοκλήρωση του αντικειμένου. Συγγνώμη, υποκειμένου. Αμήν! Την έφτιαξε λοιπόν απ’ το πλευρό του Αδάμ ως «συζυγική κοτολέτα», της έκανε μια ταχύρρυθμη εκπαίδευση, γιατί ως ξύπνιο κορίτσι πολλά δε θέλει για να καταλάβει, και την παρέδωσε στον Αδάμ. Εντάξει. Έλα τώρα εσύ στη θέση της. Μόνο δυο πράγματα να έχεις ως εφόδια και προίκα για να ξεκινήσεις τη ζωή στον νέο τούτο κόσμο. Και δίπλα στον Αδάμ. Δύο δεδομένα μόνο.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Αrtwork:Tricia Scott

.

 

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη

Διάλειμμα,  στην αυλή, φυσάει βοριάς, το κορίτσι στέκεται προσοχή και το αγόρι τεντώνεται, με το δείχτη του χεριού προσπαθεί να βγάλει από το μάτι της τη σκόνη; το πετραδάκι; Τα κορμιά τους κοντά, απέναντι, ευλογημένος ο σκονισμένος άνεμος. Πώς το λένε οι διανοούμενοι, να δεις, αναστοχασμός, να μηρυκάσω, το λέω εγώ. Αμάσητη τροφή καταπίνεται, θέλεις το χρόνο σου να τη φέρεις πάλι από τα άρρωστα στομάχια, τα χαλασμένα έντερα, το χαζό κατσίκι τραβάει στη σκιά του βράχου και μηρυκάζει, αναμασάει, λες κι έχω κλειστεί μαζί σου στο αεροδρόμιο ή στην πόλη με αυτό το ασφυκτικό συναίσθημα του αποκλεισμού, οι προσχώσεις του παρελθόντος αποδεικνύονται πολύ σαθρό έδαφος, φερτά υλικά από χείμαρρους και μπαζωμένα ρέματα,  κολλήσανε χωρίς να με ρωτήσουν, πάτησα πάνω τους, τώρα τρεκλίζω, τρεκλίζουμε μαζί. Και η όμορφη από την γκαλερί στη Sablon πρέπει να κερδίσει το χώρο της, μην την αφήσεις να σου φύγει, άκουσες; Θα είναι μεγάλη βλακεία, προλαβαίνεις να κάνεις παιδί στα πενήντα σου όπως ο σοφός Δράκος πατέρας σου, άλλωστε η δουλειά της ταιριάζει στο προφίλ του στελέχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σωστά; Όχι εμένα που προτιμώ να τριγυρνάω στη La place du jeu de Balle στη σκιά του Palais de Justice – εκεί δεν βρίσκεις πράγματα αξίας, μου είπες… Είναι σχετικό το πώς βλέπει καθένας μας την αξία. Παλιές καρτ ποστάλ, αυτό ψάχνω, με καλλιγραφικά γράμματα, έρωτες και σπαραξικάρδια μηνύματα του δέκατου ένατου αιώνα, πεζικάριοι και ιππείς εξορμούν στις πεδιάδες  της γηραιάς Ευρώπης υπό τους ήχους του εμβατηρίου Ραντέτσκυ και ’γω με κάτι παμπάλαια μαχαιροπίρουνα ρημαγμένων μοναστηριών στην αγκαλιά: θα καλέσω σε δείπνο την παραμυθία της μνήμης· να η αξία.  Και κοίτα, δεν μ’ ενδιαφέρει αν συνεδριάζει ή δεν συνεδριάζει η επιτροπή σου εκεί στο περίφημο κτίριο του Berlaymont.

Άσε με εμένα στις καρτολίνες μιας άλλης Ευρώπης με όνειρα, ξέρεις,  δερμάτινες βαλίτσες ανοιγμένες στο χρόνο, πωλητές να ζυγιάζουν με μάτι έμπειρο τις ζωές των άλλων πίσω από τις λέξεις της απόστασης και της απώλειας, όταν το ταξίδι μπορεί να είναι και απώλεια,  γραμματόσημα και σφραγίδες Ταχυδρομείων να μαρτυρούν τους αιώνες, τα νέα γραμμένα με κονδυλοφόρο, μελάνι και τα χρειαζούμενα, εκείνο το στυπόχαρτο πόσο καλά έκανε τη δουλειά του, στιγμές της Ιστορίας φωτογραφημένες με τζουμ ταρα- τατζούμ, ανίδεες τάχα μου, και υποκρινόμενες τις αθώες,  Αγαπητή μαμά, μια μεγάλη καλημέρα από την καταραμένη ετούτη χώρα της Ανατολής…   ή τα πιο δύσκολα,   Αγαπητοί γονείς, πέρασε ήδη ένας μήνας που εγχειρίστηκα και  πάνε τρεις μόνο μέρες που δεν υποφέρω. Από την εγχείρησή μου δεν απομένει παρά η παραλυσία του νεύρου του δεξιού μου χεριού, δεν έχω πια τη δύναμη να κρατήσω την πένα, αλλά σιγά σιγά…   και  οι πολιτείες, λιμάνια, ποτάμια, πάρκα και βουλεβάρτα, πλατείες και γεφύρια, παραλίες και νοσταλγικές κυρίες με ομπρελίνα, ξενοδοχεία με μοναχικούς ανθρώπους, είναι ίσως εκείνοι που στέλνουν τις περισσότερες κάρτες, και ερωτευμένοι, και στρατιώτες εκστρατευτικών σωμάτων, Δεσποινίς, ειλικρινά δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ανάρμοστο αποφασίζοντας να σας γράψω, και ο κύριος πατέρας σας θα μπορούσε κάλλιστα να διαβάσει την κάρτα μου, χωρίς να βρει τίποτε το μεμπτό… Αν, εντούτοις, υποχρεωθείτε να σταματήσετε την αλληλογραφία μας, δεν θα μου μένει παρά να υποκλιθώ σ’ αυτή την ανώτερη βία, με μεγάλη μου, ωστόσο, θλίψη, Salut de Constantinople, Mardi 19/4/1894, ποιος πόλεμος, ποια ακυρωθείσα Συνθήκη είχε φέρει τον ερωτευμένο μου ως εκεί;

 

 

Συνεχίζω: λυπήθηκα πολύ που φεύγοντας δεν σε είδα, γράψε μου, από την Βιέννη στη Θεσσαλονίκη του χίλια εννιακόσια είκοσι εφτά. Από την Αμβέρσα του χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, Νικόλαος Χατζή Θωμάς και Σεφερτζής και Ταγαράς, Rue Sainte Sophie, κράτησα τα ίχνη όλων αυτών των χεριών που τις έγραψαν, τις έστειλαν, τις κράτησαν; Αμφίβολες ιστορίες, το ξέρω, αφηγήσεις μιας ηπείρου που υπήρξε φωτεινή και σκοτεινή μαζί – αυτό, το δεύτερο,  θέλεις να αποφύγεις;
Θέλω να μ’ αφήσεις να δουλέψω, αυτό, μπορείς;
Γουάου!!! άνοιξες πάλι το σημαδάκι που έχει το όνομά μου; είσαι στη γραμμή; Τι ωραία!!!! Οι κλεισμένοι ουρανοί είναι μιας πρώτης τάξης ευκαιρία εσύ και οι όμοιοί σου να αναμασάτε σαν τα συμπαθή τετράποδα, Τηλέμαχε! Κοίτα τους, έχουν διασχίσει τους χρωματιστούς διαδρόμους, έχουν μπει στο γραφείο σου, χαιρετούν κλπ… γραβάτα ακριβή για την περίσταση, αν και το casual έχει κερδίσει τελευταία την προτίμηση των γραφειοκρατών της ομοταξίας σου,  ήρθαν με τρένο από το βορρά του βορρά, τουλάχιστον αυτοί, οι άλλοι στην οθόνη, ανοίγουν οι φουσκωμένοι χαρτοφύλακες, πολυσέλιδες εκθέσεις in vitro αναλύουν τα δεδομένα της οικονομικής κατάστασης τάδε και τάδε, προτείνεται δε… μα φυσικά και δεν συμφέρει ο δημόσιος τομέας, αγαπητέ μου, λειτουργικές και δημοσιονομικές αστοχίες, οι καλεσμένοι σου θα αποχωρήσουν (η επιταγή για το έργο τους πότε θα εισπραχθεί;), η σφαγή θα ξεκινήσει μόλις αποδεχθείς την εισήγησή τους και τη σπρώξεις προς τους πάνω ορόφους… σε κείνους άλλωστε που την είχαν παραγγείλει,   διάβολε, πρέπει και να δικαιολογούμε τις προληφθείσες αποφάσεις – αλλιώς τι τεχνοκράτες είμαστε; N’ est-ce pas?

Περίληψη του μυθιστορήματος

Το ισλανδικό ηφαίστειο με το παράξενο όνομα ξερνάει τις στάχτες του στους ουρανούς της Ευρώπης. Απρίλης 2010. Ο Τηλέμαχος, τεχνοκράτης των Βρυξελλών, αποκλεισμένος στην καρδιά της Ευρώπης, η Θάλεια, φιλόλογος σε δημόσιο σχολείο των  Εξαρχείων, σκυμμένοι οι δυο τους, ενωμένοι οι δυο τους σε λογής πληκτρολόγια, σκαλίζουν μυστικά και ψέματα. Τα δικά τους και των άλλων. Μαζί τους, να τους συντροφεύει, το ημερολόγιο της γιαγιάς Αργυρής:  το Ηράκλειο του μεσοπολέμου, τα χωριά του κάμπου –  οι ρίζες των μυστικών τους. Η ιστορία της οικογένειας δεμένη με την ιστορία του τόπου. Όταν οι ουρανοί και τα αεροδρόμια  ανοίγουν,   η Ελλάδα μπαίνει στην «εποχή του ΔΝΤ». Άλλες επιλογές, άλλες αποφάσεις. Ποιες, αλήθεια; Και πώς;. Και κυρίως: όλα αυτά μπορούν να κτίσουν το μυθιστόρημα που η Θάλεια ονειρεύεται να γράψει;

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη, μθστρ., προδημοσίευση.

.

 

 

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Πολύ μετά τον χαμό του, εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκεμβρίου, η Ειρήνη θυμήθηκε την κουβέντα τους  που, όταν έγινε, δεν την πήρε στα σοβαρά. Τότε, άρχισε να διαβάζει δικές της σημειώσεις και ημερολόγια κι έφτιαχνε με τον νου της την ίντριγκα της ιστορίας που άρχιζε με τις εκρήξεις βομβών σε πλατείες των πλανητικών μεγαπόλεων, προχωρούσε με την εναλλαγή ερειπίων, ονείρων, τυχαίων και αναπάντεχων συναντήσεων και έφτανε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει, στον χαμό των παιδιών της, της μικρής Περσεφόνης, της Ρεξά, του Σαμίρ και του Στέφανου. Ο εκδότης, ο μεταφραστής κι επιμελητής, ο μηχανολόγος, η νεαρή γυναίκα που επέζησε με τις αγγαρείες, ο δικαστής, ο ποιητής,ο εξόριστος κι ο μετανάστης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, «πρώην» όλοι τους, κάλυπταν λίγο-πολύ το φάσμα της χρεωκοπίας της ύπαρξης. Η αποτυχία τους, όμως, έβγαζε μια λάμψη που διαπερνούσε τον πέπλο του ζόφου, και η τρύπα που άνοιγε θαρρείς με το θάμπος της μαρτυρούσε πως δεν θ’ αργούσε να διαλυθεί…

           Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 364-65, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.

Πίνακας: Émile Bernard