RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός

[…] Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στοι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.«Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της, δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;» «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω», ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;» «Λοι­πὸν τί;» Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση», τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;» «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…» Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.[…]

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019

Πίνακας: Sally Storch

 

 

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso

.

Ο μικρός Picasso λογομαχεί με τον μικρό Klee. Ο μικρός Picasso χάνει την ψυχραιμία του και με μια γροθιά μαυρίζει το μάτι του μικρού Klee. Την επόμενη μέρα,ο μικρός Klee με το μαυρισμένο μάτι εξαπολύει ένα σμήνος πολύχρωμων κουνουπιών εναντίον του μικρού Picasso. Σε λίγο, ένας νευρασθενικός κόκορας καταφθάνει τρέχοντας με κλειστές φτερούγες σαν κουλός δρομέας και συμμαχεί με τον μικρό Picasso εναντίον των κουνουπιών. Καταφέρνει και μερικές γερές τσιμπιές στον μικρό Klee, ο οποίος καλεί επειγόντως σε βοήθεια έναν φτερωτό τροχονόμο και ένα αιμοβόρο χρυσόψαρο. Δεχόμενος επίθεση από ουρανό και θάλασσα, ο μικρός Picasso επιστρατεύει έναν βαρβάτο μινώταυρο με καυ
τά ρουθούνια. Όταν το θηρίο μπαίνει στο πεδίο της μάχης, ο μικρός Klee σταματά απότομα και ο στρατός του τον μιμείται. «Εγώ τόση ώρα έπαιζα και εσύ θέλειςνα με σκοτώσεις;» λέει στον μικρό Picasso, ενώ απομακρύνεται πάνω σε έναν ιπτάμενο κήπο, αφήνοντας τον μικρό Picasso σαστισμένο ανάμεσα στα τέρατα.

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη 2018

Πίνακας: Paul Klee

 

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες

.

Άνοιξα το κοτέτσι και άφησα τις κότες να φύγουν. Δραπέτευαν τρεχάτες κοιτώντας πού και πού η μία την άλλη, έκπληκτες και τρομαγμένες. Όταν χάθηκανστον κοίλο ορίζοντα των χωραφιών, κάλεσα όλους τους σκαντζόχοιρους της περιοχής. «Ιδού το νέο σας καταφύγιο!» τους είπα, δείχνοντας την άδεια παράγκα που μέχρι πριν από λίγο φιλοξενούσε τις κότες μου. Οι σκα-τζόχοιροι μπήκαν στη σειρά και με απόλυτη πειθαρχία και σιωπή κατέλαβαν τις θέσεις τους, περήφανοι κι ευγνώμονες για την ωραία τους κατοικία. Από αυτή την
αλλαγή φαίνεται πως όλοι έμειναν ευχαριστημένοι: οι σκαντζόχοιροι κούρνιασαν αμέσως, οι όρνιθες πετούσαν ελεύθερες στον κόκκινο ουρανό κι εγώ περίμενα καρτερικά τα υπέροχα αγκαθωτά αυγά.

Κώστας Σιαφάκας, Σκαντζόχοιροι και κότες, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη, 2018

Artwork: Ingrid dee Magidson

 

Xαρά Νικολακοπούλου, Το τελευταίο αστειάκι

Οι πιγκουίνοι είναι πλάσματα αξιοπερίεργα. Οπωσδήποτε είναι ανθρωπόμορφοι. Κι άλλα ζώα βέβαια έχουν ομοιότητες με τον άνθρωπο, αλλά ο πίθηκος, ας πούμε, ή ο ουρακοτάγκος δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι για τα όποια κοινά χαρακτηριστικά μας. Το όνομά τους εμπλέκεται  μάλιστα σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως: είσαι μια μαϊμού, α να χαθείς, πιθηκομούρη, κ.ο.κ. Όχι, οι πιγκουίνοι διαθέτουν μια συγκινητική ευγένεια. Θα μπορούσαν να είναι οι Σαρλό των πτηνών, κομψοί αριστοκράτες μέσα στο γιορτινό τους σμόκιν, ένα ευφάνταστο πείραμα της εξελικτικής αλυσίδας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει το «αριστούργημα» που λέγεται άνθρωπος, μια αξιοσημείωτη απόκλιση από τη βαρβαρότητα που κατοικοεδρεύει στα γονίδια πολλών αντιπροσώπων τού ζωικού –και όχι μόνο– βασιλείου, μια υπενθύμιση ότι άσπρο και μαύρο συναπαρτίζουν το ίδιο νόμισμα, το γιν και το γιανγκ μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης, ένα ευφυέστατο παράδειγμα θερμικής ανεξαρτησίας, πάνω απ’ όλα σκληροί διαπραγματευτές στη μάχη για επιβίωση κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω, ίσως είναι η τελευταία ευτυχής έμπνευση, ένα αστειάκι τού δημιουργού πριν περιπέσει σε βαθιά μελαγχολία βλέποντας την οικτρή κατάληξη των πιο πρόσφατων δημιουργημάτων του. Μια παροιμία από την Παταγονία λέει ότι ένα παραμύθι που αρχίζει με έναν πιγκουίνο τελειώνει με έναν έρωτα. Ας το πιστέψουμε, δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή. Ποιοι στην ευχή είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις παροιμίες από τη Παταγονία; «Κοίταξέ τους, δεν είναι αξιολάτρευτοι; Μοιάζουν τόσο συγκινητικά ανθρώπινοι», θα έλεγε η Όλγα. «Μήπως θέλουν να μας μεταφέρουν κάποιο μήνυμα;» «They are only birds, honey; they just obey their nature. It’s so simple»[1],  θα απαντούσε ο Ντάνιελ.Αλλά όλα αυτά, αρκετά αργότερα…

(Προδημοσίευση από την ανέκδοτη νουβέλα  Η ασπρόμαυρη γυναίκα)

[1] Δεν είναι παρά μόνο πουλιά, γλυκιά μου, απλώς υπακούνε τη φύση τους. Είναι τόσο απλό.

Πίνακας: Joan Mirό

 

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

.

Kαι συνέβη διάφοροι φίλοι και εταίροι των όσων χάθηκαν χτισμένοι μέσα στην Εθνική Βουλή να οργανώσουν ένα ομαδικό barbecue–μνημόσυνο στην πλατεία του χτηρίου. Οι, προς ώρας, επιζήσαντες πραγματοποίησαν επί τόπου ένα κοσμικό και πολιτικό και κοινωνικό συλλαλητήριο, αν και δεν ήξεραν εναντίον τίνος. Πάντως έψαλαν το «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», χόρεψαν το τανγκό «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι», επίσης τον θούριο-μαρς «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των αυτοχθόνων», συνοδευόμενα με κραυγούλες του είδους oh! baby, baby. Είχαν προσέλθει και άτομα γαλαζωπού αίματος, μοντέλα, μοντελίστ, είδωλα του Τύπου, όλοι εξωσθέντες από τα ορεινά προάστια (το γκρουπόσκυλο Φωτούλα φαίνεται κάπου ολιγώρισε) και εκραύγαζαν, Εσείς τους εψηφίσατε, όχι ο Θεός!  Ο Θεός δεν είναι οβελιστής ούτε σουβλατζής! Yποψιάστηκαν επίσης τις γειτόνισσες χώρες και κυβερνήσεις, πως ίσως είχαν χώσει δάχτυλο χοντρό και μακρύ, υποδαυλιζόμενες από άλλες χώρες αλλοδαπότερες. Κι επειδή φοβήθηκαν μήπως η αντίστασή τους συναντήσει αντί-αντίσταση, αλλά και προέκταση του αστικού λοιμού, αποφάσισαν να μετακομίσουν τον θρήνο τους όλοι μαζύ στην υπεραστική Νήσο Μέδουσα, επειδή, είπαν, ποιες δυνάμεις γήινες ή άλλου επιπέδου θα αποτολμήσουν τέτοια υπερκοσμική νήσο! Θα δημιουργηθεί διεθνές τουριστικό επεισόδιο. Και, επιπλέον, μήνες τώρα είχαν να πλεύσουν προς Μέδουσα, που ενδεχομένως θα τους παρεξηγούσε. Και με αυτήν τη φιλοσοφία έπλευσαν.

 

Η νήσος Μέδουσα –το επώνυμό της ήταν αυτό– έφερε το βαπτιστικό όνομα Γοργόνα, στη δε ταυτότητά της δηλωνόταν ως κόρη της Μυρτάλης (η μετέπειτα Ολυμπιάς) και νόμιμη αδελφή του Μεγαλέξανδρου, το πιστοποιούσαν και όλα τα λαϊκά ποιήματα και παραμύθια. Γι’ αυτό έκανε τσεκάπ στις διερχόμενες φρεγάδες, να εξακριβώσει εάν ζει και πού ο αδερφός της και γενικώς παρενοχλούσε τα πλεούμενα. Στη νεανική ηλικία της την είχε καθαρίσει κάποιος Περσέας και, αντί ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς τη μεταμόρφωσαν σε Νήσο Μέδουσα, που ανήλθε κοινωνικώς και απάνω της παραθέριζαν χειμώνα-καλοκαίρι και πραγματοποιούσαν τα πηδήγματά τους οι πλέον φιρμάτοι κώλοι της υδρογείου. Και έτσι τα λείψανα διασημοτήτων της πρωτεύουσας κατέστησαν τη Μέδουσα νήσο αριστοκρατική. Επιστράτευσαν πλοία εξαώροφα και πλοιοκτήτες με πείρα προπολεμική, αεροπλάνα κοσμικών συγκοινωνιών, ορισμένοι ανυπόμονοι και αερόστατα, καθώς και επαγγελματίες βαστάζοντας κολυμβητες, για να μεταφέρονται ιππαστί κατά τους κολυμβητικούς αγώνες. Και συνάχτηκαν εκεί γενικώς οι ανωτέρας κοινωνίας, όσοι διέθεταν οικόσημο και οικογενειακό δενδρύλλιο. […] Στην ουσία, η Νήσος Μέδουσα ήταν ένα νησί χωρίς βάθος, σε σχήμα πιατέλας για μουσταλευριά. Γι’ αυτό, και με τα υπέβαρα ονόματα στην πλάτη, εμπατάρισε και όλα της τα κατοικίδια, σερβιτόροι, μοντέλα και παρεμφερή, τα άδειασε πλαγιαστά στο πέλαγος. Η Νήσος τελικά προγραμμάτισε να μείνει μόνο τρία χρόνια στα βάθη. Όσο για τους καλεσμένους της, είχαν το ελεύθερο να εκβρασθούν όποτε θα τους έκανε κέφι.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Νήσος ναυαγεί και βουλιάζει,  σελ. 95 κ.ε., Καστανιώτης 2009

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών, που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ). Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι. Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα καύκαλο χελώνας που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα περιμένοντας να τελειώσει -η προσωρινή- χειμερία νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο θάνατο.

Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα, ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν αστροφυσικοί (καθώς -εξ επαγγέλματος- όταν οι γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί πάνε για ύπνο).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι πόλεις το χειμώνα, σελ. 51-52, Εκδόσεις Έναστρον, 2017.

Artwork: Lars Henkel

 

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου

Πάντα μου άρεσαν τα νεκροταφεία. Δεν ξέρω γιατί, πάντως τα συλλέγω όπως οι άλλοι τα γραμματόσημα. Έχω βέβαια τις προτιμήσεις μου. Στη Σουηδία, όταν η ξενιτιά έμοιαζε σαν απόλυτη λήθη, έψαχνα να βρω το μέρος που θα ήθελα να βρίσκεται ο τάφος μου. Ήμουν τόσο απογοητευμένος από την Ελλάδα που ούτε να ταφώ εκεί δεν ήθελα. Ήμουν νέος, πολύ νέος, μα η χώρα μου με είχε θανατώσει ήδη κάμποσες φορές, κι όχι μόνο εμένα. Πρώτα φαρμάκωσαν τα παιδικά μου χρόνια, ύστερα την εφηβεία, ύστερα τα νιάτα μου. Ανεργία, ταξικές διαφορές, πολιτικοοικονομική διαφθορά, τα στεγανά στην τέχνη και στη λογοτεχνία, τα ψέματα. Η δεξιά είχε κλέψει τη ζωή μου, η αριστερά την ιστορία μου. Με λίγα λόγια, μια φριχτή χώρα αν δεν ήσουν για πούλημα. Κι εγώ δεν ήμουν, όχι επειδή είχα κάποιες ηθικές αρχές, αλλά επειδή δεν είχα τη συνήθεια, το «κολάι» λέγαμε στο χωριό. Πολλοί από μας δεν είχαν τη συνήθεια, ήμασταν μεγαλωμένοι με την πεποίθηση ότι τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη. Μας έλειπε η ικανότητα να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας και κατά συνέπεια ήμασταν ανίσχυροι στου ελιγμούς των άλλων. Ήμασταν οι άβολοι και οι αβόλευτοι, κι έτσι πολλοί από μας έφυγαν.

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου, σ. 129-130, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002

Artwork: Erik Johansson