RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος

.

Οι κολοκυθιές της Ερασμίας ήταν διαβόητες και διά βίου συνδεδεμένες μαζί της. Το σπιτάκι της, ευρισκόμενο στην άκρη άκρη της γειτονιάς, είχε αρκετό οικόπεδο, στο οποίο παλαιόθεν η Ερασμία μέσα στη φτώχεια της είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει λαχανικά. Τίποτα όμως δεν της γινόταν, παρεκτός τα κολοκύθια. Εκεί που όλα τ’ άλλα μαράζωναν και ξεραίνονταν σαν αβασκαμένα, αυτά θέριευαν από κάποια μυστήρια θεϊκή ευλογία. Κι έτσι, εκούσιες ακούσιες οι φτωχούλες, είχαν αρχίσει την αναγκαστική και παρατεταμένη κολοκυθοφαγία. Δεν υπήρξε συνταγή καθιερωμένη και μη που να μην επανελήφθη αμέτρητες φορές: κολοκυθάκια τηγανητά, κολοκυθοκεφτέδες, ωγκρατέν στον φούρνο, γεμιστά με ρύζι ή, σπανίως, με κιμά, βραστά με τη ρίγανη, σαλάτα με άνηθο, κρέας με κολοκυθάκια τον Δεκαπενταύγουστο, κολοκυθάκια τουρλού, κολοκυθοκορφάδες με κουρκούτι και πάει λέγοντας. Κι επιπλέον είχεν επινοήσει και δικές της συνταγές η Ερασμία, όπως κολοκυθάκια πουρέ και κολοκυθοταραμοκεφτέδες.

Κι επειδή της γίνονταν και οι κόκκινες κολοκύθες, οι χειμωνιάτικες, το ρεπερτόριο πλουτιζόταν με κολοκυθόπιτες, κολοκυθόσουπα, κολοκύθι ρετσέλι, κολοκύθι στον φούρνο με ζάχαρη και κανέλα,  κολοκυθόσουστες γλυκό και όποιον άλλο νεωτερισμό κατέβαζεν η κούτρα της. Και για τη βόλτα, κολοκυθόσπορος. Κι επειδή οι ευλογημένες οι κολοκυθιές γεννοβολούσαν ασταμάτητα, κάθε μέρα γινόταν υποχρεωτική διανομή και στις γειτόνισσες, σε βαθμό που στις περισσότερες είχε καταντήσει βραχνάς. Η Ματούλα το είχε τάξει πως, αν κάποτε αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα ξαναδεί κολοκύθι ούτε ζωγραφιστό. Αλλά όσο τα πράγματα δεν άλλαζαν, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιουμένη τα ’τρωγε και την έτρωγαν. Κι από πάνω άκουγε και τις θεωρίες της Ερασμίας, η οποία είχε αναπτύξει και ιδεολογικό υπόβαθρό με ολόκληρο σύστημα επιχειρημάτων περί της υγιεινής αξίας των κολοκυθιών και πια της είχαν γίνει τέτοια έμμονη ιδέα, που τα έτρωγε και με ευχαρίστηση! Από τις πρώτες υποσχέσεις της που ετήρησε η Ματούλα με τον γάμο της ήταν η περί των κολοκυθιών. Σ’ αυτό την εβοήθησε αναπάντεχα κι ο Αργύρης, που κολοκυθάκι έβλεπε και τον έπιανε αναγούλα. Στα πρώτα, βέβαια, τραπεζώματα δεν είχαν λείψει τα κολοκυθοεδέσματα, μάλιστα ο γαμπρός έφαγε και κάνα δυο μπουκιές, για να μη δείξει ιδιότροπος.

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος, σελ. 36-38, Εκδόσεις Νεφέλη, 1995.

.

 

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος

Ήταν αθεράπευτα κοντός ο Αργύρης και το ήξερε και το ένιωθε με πόνο βαθύ. Έπαιρνε βέβαια τα μέτρα του κατά δύναμιν: είχε ψηλώσει αισθητά τις σόλες των παπουτσιών του, φορούσε πάντα σακκάκι με όρθιες ρίγες και περπατούσε πάντα τσιτωμένος και αλύγιστος, σαν να είχε καταπιεί μηλινόβιτσα. Αλλά η κυρ’ Αναστασία, παρόχθιος κάτοικος του περιπάτου, γυνή θυμόσοφος με τάσεις προς τον κυνισμό, που όλα τα έβλεπε ως δίκης οφθαλμός, αλλά συνήθως τα σχολίαζε με κάποιες εύγλωττες κινήσεις του κεφαλιού, για τον Αργύρη από καιρού είχε κάνει την εξαίρεση να χρησμωδήσει φωναχτά σαν μοίρα κακή:– Aυτός, όσο και να κορδώνεται, θεμέλια στην άμμο έχει… Το φοβερό του αυτό μειονέκτημα όμως ο Αργύρης το αντιστάθμιζε αναπτύσσοντας άλλα προσόντα, με μια προτίμηση προς τα καλλιτεχνικά, όπου, ομολογουμένως, είχεν αρκετή επιτυχία. Έχοντας πάει μέχρι την τρίτη Γυμνασία, του είχε μείνει μια λόξα με την ποίηση. Όθεν, είχε μελετήσει εν συνεχεία εμβριθώς δυο τρεις ανθολογίες και είχε αποστηθίσει ουκ ολίγα ποιήματα – αρκετόν Παλαμά, ολίγον Βαλαωρίτη, κάποια λυρικά του Δροσίνη, του Γρυπάρη και του Πορφύρα, κάμποσα πιπεράτα του Σουρή και κάτι άλλους μυστήριους κι ελάχιστα γνωστούς– αποτελών έτσι κινητήν βιβλιοθήκη για τα δεδομένα της εποχής και του περιβάλλοντός του. Κι όποτε ερχότανε κατάλληλη στιγμή και αναλόγως της ατμοσφαίρας και της διαθέσεως της ομηγύρεως, ξεφούρνιζε κάτι με την ωραία μπάσα φωνή του. […]

Όμως το μεγάλο του ατού, το πλεονέκτημα και αντιστάθμισμα του ελαχίστου καθ’ ύψος μεγέθους του, ήταν άλλο και του το είχε παραχωρήσει η ίδια αυτή Φύσις, σε κάποιαν ίσως κρίση συνειδήσεως. Επρόκειτο δε πάλι περί μεγέθους. Ο ίδιος ο Αργύρης, σε στιγμές που γινόταν κάποια αναπόφευκτη νύξις περί του ύψους του, περιέγραφε το φαινόμενον με την συνήθη εκφραστικότητα των χειρονομιών του: άνοιγε τον αντίχειρα και τον δείκτη σε ορθή γωνία, με τον δείκτη κατακόρυφο και τον αντίχειρα οριζόντιον κι έλεγε:– O Θεός έκαμε τους ανθρώπους ή έτσι… ή έτσι… Και αντέστρεφε την θέση των δύο δακτύλων στο δεύτερο μέρος της φράσεως. Και ο  νοών νοείτω. Το υπερφυσικόν του οργάνου με το οποίον τον είχε προικίσει μες στα καπρίτσια της η Φύσις, ήταν βεβαίως τοις πάσι γνωστόν, αν όχι εξ όψεως, πάντως οπωσδήποτε εξ ακοής, στην πολίχνην αυτή, όπου διυλίζετο μετά πάσης επιμελείας και ο έσχατος κώνωψ. Πόσο μάλλον τέτοια κάμηλος! Πολλά ελέγοντο περί του φαινομένου αυτού, πως δήθεν του έφτανε μέχρι τον αφαλό, πως τάχα του ’βγαινε από πάνω από το παντελόνι σε στιγμές μερακλώματος και άλλα πολλά. Ο ίδιος σχεδόν τίποτε δεν έλεγε όμως. Του αρκούσε τα καλοκαίρια να κάνει τις βόλτες του στην παραλία όπου έπαιρναν τα μπάνια τους οι συμπολίτες τους, ασπροκόκκινος, τσουρουφλισμένος και κορδωτός, με απόλυτην εμπιστοσύνη στον πελώριον όγκο, που ασφυκτιούσε μέχρις εκρήξεως μέσα στο μπανιερό του.

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος, σελ 11-12 και 14-15, Εκδόσεις Νεφέλη, 1995. Artwork: Stanley Spencer

.

 

Αριστείδης Αντονάς, Ο επίσκοπος

.

Η νύχτα με βρήκε ανάμεσα στα φυτά του κήπου, τυλιγμένον στις ανήσυχες αυτές σκέψεις. Είχα ήδη αποφασίσει να αφιερωθώ συστηματικά στην αναζήτηση δρόμου διαφυγής από την επόμενη κιόλας μέρα, ξέροντας πως κάθε βήμα, κάθε κίνησή μου, ήταν εκτεθειμένα στο βλέμμα του. Η ώρα που κοιμόμουν έφτασε και γύρισα στο σπίτι, αν και δεν νύσταζα ακόμη. Έσβησα τα φώτα του σαλονιού και ξάπλωσα στον καναπέ. Δεν ήθελα να δημιουργήσω υποψίες για όσα ήξερα. Το σκοτάδι του δωματίου διαγραφόταν για πρώτη φορά τόσο απειλητικό, κρατώντας με άυπνο και φοβισμένο. Από τα ανοικτά παράθυρα μαζί με το απαλό δροσερό αεράκι έμπαινε και το φως της σελήνης. Ήταν πρώτη φορά που έφτασαν στα αυτιά μου όλοι οι μικροί θόρυβοι της νύχτας. Σε λίγο άκουσα διακριτικά βήματα στη σκάλα. Είδα τη σκιά του να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο και να πλησιάζει αργά προς το μέρος μου. Έφτασε κοντά και γονάτισε στο πάτωμα. Προσποιήθηκα ότι κοιμόμουν. Αισθάνθηκα το βλέμμα του να διατρέχει το πρόσωπό μου και, μέχρι το ξημέρωμα, άκουγα δίπλα μου την ελαφριά του αναπνοή.

Αριστείδης Αντονάς, Ο επίσκοπος [Ανησυχία], σελ. 33-34, Εκδόσεις Στιγμή, 2001

Artwork: Jan Sluijters

 

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

Με τη ζέστη, όλα τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακόμη και οι πόρτες. Προχωρώντας στη μέση του δρόμου δεν χρειαζόταν να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά για να βλέπει τι συνέβαινε στα πεζοδρόμια. Ήσαν οι ίδιοι. Κανέναν δεν γνώριζε, με κανέναν δεν είχε μιλήσει, τους είχε δει όμως τόσες φορές ώστε ήταν σαν να μπορεί να τους βλέπει χωρίς να τους κοιτάζει. Κάθονταν στα σκαλοπάτια των εισόδων, στα πόδια τους και στα κράσπεδα των πεζοδρομίων, ή πηγαινοέρχονταν αργά, νωχελικά, πάνω κάτω καπνίζοντας, χειρονομώντας, μιλώντας δυνατά ο ένας στον άλλον από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο ή σχηματίζοντας ομάδες από τρεις και τέσσερις που συζητούσαν κάτι χαμηλόφωνα, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν έπρεπε να το ακούσει κανείς άλλος, ή παρατεταγμένοι κατά μήκος των τοίχων σαν να περίμεναν κάποιον που θα τους έφερνε ή θα τους έλεγε κάτι, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στέκονταν όλοι εκεί, άλλοι περιποιημένα ντυμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, με τα πυκνά μαλλιά τους καλοχτενισμένα, γυαλιστερά, σαν μόλις πριν από λίγο να είχαν βγει απ’ το μπάνιο και να είχαν φορέσει ό,τι καλύτερο είχαν για να υποδεχθούν κάποιο πράγμα που θα άλλαζε εκ βάθρων τη ζωή τους,

άλλοι με τα γυμνά τους πόδια άπλυτα από μέρες μέσα σε φθαρμένες πλαστικές παντόφλες, με μια φανέλα μόνο κι ένα σακουλιασμένο πανταλόνι, αξύριστοι, με πρόσωπα ανέκφραστα από την κούραση, την αναμονή και τη ματαίωση, μ’ έναν αέρα παραίτησης και βαρεμάρας στις κινήσεις τους, σαν να είχαν πάρει απόφαση πως αυτό που τους είχαν υποσχεθεί δεν θα γινόταν, πως άδικα στέκονταν εκεί, πως δεν θα έρχονταν να τους πάρουν και να τους οδηγήσουν εκεί όπου τους είχαν πει ποιο ήταν αυτό το εκεί, κι ωστόσο όλοι σε μία κατάσταση παρατεινόμενης, αδιάλειπτης εκκρεμότητας, που δεν έβρισκαν το θάρρος να την διακόψουν, παραμένοντας σ’ έναν ενδιάμεσο χώρο, μετά από κάτι και πριν από κάτι, το πρώτο τελειωμένο, το δεύτερο ατελεύτητο, σ’ ένα είδος συνωστισμού χωρίς νόημα, πυρετού χωρίς αίτιο, με μία ενεργητικότητα χωρίς διέξοδο και χωρίς δέκτη, μέσα σε μία ατμόσφαιρα συντελεσμένη αχρηστίας, η οποία έδειχνε ακόμη πιο πρόωρη, καθώς οι περισσότεροι ήσαν νέοι και εύρωστοι, γυμνασμένοι από μία επιβεβλημένη κακουχία, με έναν δυναμισμό που σε πολλούς έπαιρνε την μορφή αδιάκριτης σεξουαλικότητας, ενός αυθόρμητου και πεινασμένου αλλά αμετάδοτου και αδιέξοδου αισθησιασμού, ο οποίος εκδηλωνόταν μόνον με επίμονα, διεισδυτικά βλέμματα που έστελναν δυσδιάκριτα και δυσερμήνευτα μηνύματα και που τα είχε αισθανθεί να την αγγίζουν πολλές φορές χωρίς να μετατρέπονται σε κάποια κίνηση ή χειρονομία, χωρίς να γίνονται καν λόγια, εκείνες οι μονοσύλλαβες εκφράσεις που περιέχουν πολλές φράσεις, κάνοντας τα πρόσωπά τους να δίνουν τις στιγμές εκείνες την εντύπωση πως ήσαν μόνον μάτια, μάτια και τίποτε άλλο.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 12-14, εκδόσεις Άγρα, 2007

Artwork: Jan Sluijters

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο

Όταν πνίγομαι, λοιπόν, από την κατάσταση της ανελευθερίας μου, ονειρεύομαι ότι είμαι μια τσιγγάνα, μια απ’ αυτές τις τσιγγάνες που μου περιγράφει η Στάνκα ότι κατέκλυζαν το χωριό της κι όλα τα γύρω τους χωριά, αλλά και τα όνειρα της. Εμφανίζονταν, λέει, στο χωριό ένα τσούρμο τσιγγάνες κι έπαιρναν σβάρνα τις γειτονιές και τα σπίτια ένα ένα, μπούκαραν στις ορθάνοιχτες αυλές, χτυπούσαν πορτοπαράθυρα, κι αν ήταν ανοιχτά, έμπαιναν μέσα στο σπίτι, αθόρυβα σχεδόν, γίνονταν αισθητές μόνο από τα βραχιόλια τους και τα κολιέ τους κι από το σούρσιμο των φουστανιών τους, που σκάλωναν κάπου και σκιάζονταν τότε οι νοικοκυρές και τις έδιωχναν, όπως έδιωχναν καμιά απρόσκλητη γάτα που είχε ανακαλύψει κάποιον μεζέ και τον γευόταν, μα πιο πολύ αγριεύονταν τα παιδιά, λέει, γιατί οι μάνες τους τα τρομοκρατούσαν ότι θα τα πάρουν μαζί τους οι τσιγγάνες, κυρίως σε φάσεις αταξίας αυτή ήταν η μόνιμη απειλή.

Οι τσιγγάνες εμφανίζονταν κυρίως μετά το Πάσχα, για να μαζέψουν τα μπαγιάτικα τσουρέκια και τα εναπομείναντα πασχαλινά αυγά, που κατά κανόνα οι νοικοκυρές τα έριχναν στις κότες, ή επίσης και στα μεγάλα Ψυχοσάββατα έτρεχαν σαν τα κοράκια στα νεκροταφεία, ποντάροντας στη γενναιοδωρία των χαροκαμένων. Αυτές οι τσιγγάνες ήταν, λέει, όλες όμορφες κι έσφυζαν από υγεία και ακμαιότητα, με κορμιά λυγερά, μάτια αστραφτερά, μαλλιά κορακί, χυτά και πλούσια και στήθια ζουμερά, απ’ όπου κρέμονταν πάντα παιδιά, και φωνές και χαμόγελα που αντηχούσαν στις γειτονιές και τους δρόμους σαν καμπάνες γιορτινές. Αυτή όμως ζούσε από μικρή με τον φόβο ότι θα την πάρουν, ένας φόβος ανεξήγητος, σκέφτομαι, γιατί, αν ήταν, όπως μου τις περιγράφει, εγώ θα επιθυμούσα να με πάρουν, να με περιφέρουν από χωριό σε χωριό κι από χώρα σε χώρα και να με μπολιάσουν με την υγεία τους και την ομορφιά τους…

Ναι, αν ήμουν μια τσιγγάνα, αν είχα γεννηθεί από τσιγγάνους γονείς θα ήμουν ένα υγιές και όμορφο πλάσμα, μια λυγερόκορμη με μαλλιά που θα κάλυπταν τη μέση μου και τα οπίσθιά μου, που θα χόρευα και θα τραγουδούσα. Τους τσιγγάνους τους φαντάζομαι σταθερά χαρούμενους και σταθερά ερωτευμένους και γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουν μόνο υγιή μέλη, ότι δεν υπάρχουν σακατεμένοι και άρρωστοι στους κόλπους αυτής της ελκυστικά αλλόκοτης κοινωνίας. Αλλά ακόμα κι αν ήμουν με καρότσι και με μπαστούνια ανάμεσα τους θα ήμουν μια ευτυχισμένη τσιγγάνα, και όχι μια ανάπηρη, δεν θα υπερτερούσε η αναπηρία μου της καταγωγής μου, θα με έβαφαν και θα με στόλιζαν με μαντίλες πολύχρωμες και δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και θα είχα μπόλικο κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα και στα μάτια και στα νύχια, θα ήμουν μια πολύχρωμη στολισμένη τσιγγάνα κι όχι πια μια σακατεμένη, η ανημποριά μου και η αναπηρία μου θα είχαν αφανιστεί και θα με περιέφεραν τσούρμο παιδιά με το καρότσι, από σκηνή σε σκηνή κι από άμαξα σε άμαξα, θα έπαιρνα μέρος σε πανηγύρια και γιορτές κι από το πρωί ως το βράδυ θα τραγουδούσα και θα λικνιζόμουν, ναι, θα λικνιζόμουν ακόμα και στο καρότσι μου, ο ρυθμός των τραγουδιών τους θα είχε κάνει το καρότσι μου ένα ρυθμικό καρότσι και θα έπαιρνε μπρος σαν κουρδισμένο, θα ήμουν ανάμεσά τους βαμμένη και στολισμένη ένα γιορτινό κουρδισμένο χριστουγεννιάτικο στολίδι που όλοι θα το καμάρωναν. Έτσι, εύχομαι να χτυπήσει το κουδούνι και να είναι οι τσιγγάνες και να με απαγάγουν, από τότε που μου εκμυστηρεύτηκε τους φόβους της η Στάνκα αυτό έγινε το καινούργιο μου όνειρο, η απαγωγή από τσιγγάνες, κι όταν περνούν οι μέρες και δεν χτυπούν τα κουδούνια, όχι μόνο οι τσιγγάνες αλλά και κανένας άλλος, γιατί δεν υπάρχουν επισκέπτες, και οι γονείς μου που μπαινοβγαίνουν ή έχουν τα δικά τους κλειδιά ή επιστρέφουν ώρες συγκεκριμένες, τότε η καρδιά μου σφίγγεται, όταν πλησιάζει η ώρα της επιστροφής τους και έχει η προσδοκία μου για απαγωγή παντελώς διαψευστεί, τότε το κουδούνι γίνεται ο δικός μου εφιάλτης ότι θα παραμείνω για πάντα σακατεμένη κι ακινητοποιημένη σ’ αυτό το σπίτι, μια ζωντανή νεκρή.  Για παρηγοριά τότε συχνά ανοίγω τον υπολογιστή, πιάνω το ποντίκι κι αρχίζω και σχεδιάζω ένα τσιγγάνικο κάρο, ένα σύγχρονο τσιγγάνικο κάρο, ένα τροχόσπιτο αστραφτερό και ολοκαίνουργιο, βαμμένο σε χρώμα κίτρινο καναρινί, τονισμένο με πράσινο χρώμα και με κόκκινες ρόδες. Και χωρίς κουρτίνες, οπωσδήποτε χωρίς κουρτίνες. Ένα τροχόσπιτο-παπαγάλο που δεν θα θυμίζει σε τίποτε πια το δικό μου άχρωμο, σκοτεινό, αθόρυβο σπίτι, ένα τροχόσπιτο που θα με περιφέρει σε αγρούς και σε λιβάδια, σε κάμπους, σε χωριά, σε πόλεις και πολιτείες! Σήμερα εδώ, αύριο εκεί! Ένα τροχόσπιτο μαγικό! Όλος ο κόσμος μπρος στα πόδια μου, στα σακατεμένα πόδια μου, κι ένας ορίζοντας που διαρκώς θα αλλάζει!

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

 

Δημήτηρης Στατήρης, Σκελετός

Σουρούπωνε, σκούρα πέπλα σαβάνωναν τον ουρανό, μια ριπή ανέμου φορτωμένη με άρωμα αγριολούλουδων θέρισε τον οικισμό. Ο πατέρας βγήκε απ’ το σπίτι και έγνεψε στον γιο του να τον ακολουθήσει. Εκείνος πήρε και το τσεκούρι μαζί του. Όδευαν προς το δάσος. Αν μπορούσε να δακρύσει ο Τρύφωνας, θα δάκρυζε από χαρά, ένταση, δικαίωση. Έφτασαν. Τη νύχτα στο δάσος επικρατούσε βαθιά ηρεμία· όταν η σιγή έσπαγε απ’ τις κραυγές και τα αλυχτίσματα των αρπακτικών, καθηλωνόσουν, σαν να περπατούσες πάνω σε παγωμένη λίμνη και να το συνειδητοποιούσες στην πρώτη μεγάλη ρωγμή κάτω απ’ τα πόδια σου. Κατέληξαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Ο πατέρας κοντοστάθηκε δείχνοντας κάμποσα έλατα παρακάτω. Του έκανε νόημα να βιαστεί.  «Για το πρωί», είπε. O σκελετός ίσα που πρόλαβε να τα δει κι εξαφανίστηκε. Είχε πέσει σε παγίδα, έναν λάκκο καλυμμένο με χόρτα. Αμέσως ο πατέρας έσυρε μια πέτρινη πλάκα πάνω από την παγίδα –την είχε σχεδιάσει και για παραπάνω από έναν, αν χρειαζόταν– και τη σφράγισε. Έπειτα έβγαλε έναν κουβά γεμάτο τσιμέντο πίσω από κάποιο δέντρο και τον άδειασε περιμετρικά της πέτρινης πλάκας. Στο τέλος τη σκέπασε με χόρτα. Η φωνή του Τρύφωνα βούιζε μέσα απ’ τον αναπάντεχο τάφο του, καθώς ο πατέρας του απομακρυνόταν. Ο γιος του δεν θα ανέβαινε ποτέ ξανά στην επιφάνεια του κόσμου – ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει. 

Δημήτηρης Στατήρης,  Σκελετός, από τη συλλογή διηγημάτων Προτομές, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2020, σελ. 15-16.

Αrtwork: Jonathan Brown Kumintjarra

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

.

Έτσι με τον καιρό κι όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πέρασμά του, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φανερό μέσα της ότι το λίπασμα για τα περί πατρίδας των προγόνων δεν ήταν παρά οι χαμένοι νεκροί τους. Η Ηλιάννα και ο Ιγνάτιος δεν γνώρισαν ούτε τους τάφους των προγόνων τους, που έμειναν θαμμένοι στον Πόντο ούτε τους τάφους των γονιών τους. Οι μανάδες τους θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Καλαμαριά, ενώ οι δυο τους χαροπαλεύαν με τον τύφο σε διαφορετικά νοσοκομεία-παραπήγματα, και οι πατεράδες τους πέθαναν στο καράβι που τους έφερνε από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη, και δεν βρήκαν παρά τάφο υγρό στα νερά της θάλασσας. Η δική τους ανασφάλεια, η αναζήτηση μητέρας πατρίδας, δεν είχε να κάνει με την κάθε τετριμμένη, εθνικιστικής μορφής προπαγάνδα, αλλά με τον αγώνα και την αγωνία τους να δουν να στερεύει επιτέλους η πηγή της ορφάνιας και της δυστυχίας τους, αφού δικαίωμα εδάφους δεν είχαν ούτε για τάφο.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 103, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Michele Durazzi

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

.

Ίσαμε και το Μούργο, το σκυλί, τον τύλιξε ο Γιώργης στον λαιμό του ένα γύρο, σαν μαργαριτάρια. Κι ύστερα εκάθισε ν’ αναπαυτεί. Κι όσο που αναπαυόντανε, κι επερνούσανε οι ώρες μια μια, και οι γυναίκες θρηνούσαν τα πράγματα του σπιτιού και τα ρούχα, επειδή πάντα οι γυναίκες θρηνούν τα μικροπράγματα, γιατί τους είπανε και το πιστέψανε πως δεν είναι άξιες για τα μεγάλα, τότε αγάλι αγάλι, ο τόπος ένα γύρο καθάριζε, τ’ αστροπελέκια εστραφήκανε αλλού, κατά το νοτιά, τα νερά εστραγγίσανε κάτω τις ρίζες της γης, και στην επιφάνεια απόμειναν, απ’ όπου διαβήκανε τα νερά, όλα τα ψόφια πράματα, άχρηστα πια να ζήσουνε, και οι βουές  απ’ όλα τα ανθρώπινα, τον τρόμο και τους πόνους, συχάσανε κι ήρθε το σκότος της νύχτας απάνω απ’ όλα τότε και τα θεράπεψε.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Johann Fournier

 

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

Ήρθε στον νου της το πρόσωπο του γέρου που οι ανοιχτές πληγές του, από την ένταση των εκφράσεων καθώς κραύγαζε είχαν πρηστεί κι άλλο και διέστρεφαν ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά του, διόγκωναν τα χείλη του, επιμήκυναν και γρύπωναν την μύτη του, διέστελλαν τα ζυγωματικά του, έδιναν στο δέρμα του αφύσικες αποχρώσεις που έκαναν να θυμίζει εξωτικές φυλές, έκαναν ακόμη και την γλώσσα που μιλούσε να ακούγεται κι αυτή ακατανόητη, να βγαίνει μέσα από τα πρησμένα χείλη του σαν να είχε προσβληθεί από τα δικά του εκτεταμένα έλκη, ανεξιχνίαστη σαν συντριμμένη διάλεκτος μιας πανάρχαιας αλλά χαμένης φυλής.  Μήπως και η ίδια έδινε μια τέτοια εικόνα; Μήπως κι αυτή είχε αποτυπωμένη πάνω της μια τέτοια άχρονη διαστροφή; Μήπως μια τέτοια ομοιότητα με τον γέρο την είχε κάνει να αισθανθεί εκείνη την απροσδόκητη και αυθόρμητη συγγένεια μαζί του; Μήπως αυτή κι εκείνος ήσαν, στην πραγματικότητα, ίδιοι σε τέτοιο σημείο ώστε, κατά βάθος, τίποτε να μην τους κάνει να διαφέρουν ο ένας από τον άλλον, να ανήκουν μάλιστα στην ίδια φυλή. Στάθηκε κι ελευθερώνοντας το ένα χέρι της από τα ψώνια, έφερε την παλάμη της στο πρόσωπό της, λες και με την αφή θα αναγνώριζε αυτό δεν γνώριζε, λες και η αφή, σαν όραση, θα επαλήθευε αυτό που η ίδια δεν είχε δει μέχρι τώρα. Και πράγματι, λίγο ακόμη και θα αισθανόταν και στο δικό της δέρμα τα ίδια εκζέματα, τις ίδιες δυσπλασίες και στα δικά της χαρακτηριστικά. Αν επρόκειτο για κάτι που το έβλεπε μόνον η πωλήτρια, ήταν κάτι που φαινόταν ή κάτι που δεν φαινόταν; Μήπως ήταν κάτι που δεν φαινόταν, αλλά που η ίδια κατά κάποιον τρόπο το ήξερε, κάτι που το ήξερε, κάτι που, παρόλο που το έκρυβε, κάτι που το έκρυβε σε βαθμό τέτοιον ώστε να μην το ξέρει, η πωλήτρια το είδε; […]

Ίσως όμως να ήταν και κάτι, δεν αποκλείεται καθόλου, που ποτέ η ίδια δεν σκέφτηκε να το κρύψει επειδή δεν το θεωρούσε υποτιμητικό ή μειονεκτικό για την ίδια και προσβλητικό ή προκλητικό για τους άλλους, η πωλήτρια όμως κατάλαβε ότι κατά βάθος ήταν κάτι που αυτή δεν ήθελε να το δείξει, κάτι που η ίδια το γνώριζε πολύ καλά αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, δεν ήθελε να το γνωρίζει εξαιτίας των ιδιοτήτων του, κι αυτός ήταν ο λόγος που, έστω, χωρίς να το επιδιώκει, το έκρυβε, και μάλιστα τόσο καλά ώστε να το έχει και η ίδια ξεχάσει, να το έχει αφαιρέσει από τη σκέψη της, η πωλήτρια όμως και πάλι το είδε, είδε ότι υπήρχε, ότι υπήρχε κρυμμένο, το είδε και δεν της άρεσε, αλλά και ενοχλήθηκε που αυτή δεν έκανε καμία προσπάθεια να συνεργαστεί μαζί της, να παραδεχτεί την ύπαρξή του και να το μειώσει, να το κρίνει, να το αντιμετωπίσεις όπως το αντιμετώπιζε κι εκείνη, να το μετριάσει για να την βοηθήσει να ασκήσει θετικότερα την ανοχή της και την συγκατάβασή της, δεν το έκανε όμως, δεν ήρθε με τα νερά της πωλήτριας, γι’ αυτό κι εκείνη είχε γίνει τόσο εχθρική, αυτό την έκανε να θέλει να την διώξει, να την κυνηγήσει, αυτό σήμαιναν η έκφραση αηδίας και ο λοξός περιφρονητικός μορφασμός στα χείλη της.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 30-32 , εκδόσεις Άγρα, 2007

Αrtwork: Dino Valls

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

Όταν ήταν παιδί κι εζούσε ακόμα με τους γονιούς της στην επαρχία, επλημμύρισε κάποτε η συνοικία τους, επειδή το μέρος εκείνο ήταν πολύ κατηφορικό. Αντίκρυ τους κατοικούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι μια μεγάλη οικογένεια φτωχιά, όπως είναι όλες σχεδόν οι οικογένειες στην επαρχία, μεγάλες και φτωχές. Αμέσως ύστερα απ’ το μεσημέρι, όσο που προχωρούσε δηλαδή η μέρα, τα νερά στοιβαζόντανε στην κατρακύλα κι επεριζώνανε το σπιτάκι, και οι άνθρωποί του τότε, πάρα πολύ τρομαγμένοι, αλλά καθόλου δε μιλούσανε, αρχίνισαν να φράζουνε την κάθε τρύπα στην αρχή με κουρέλια, ύστερα που δε σώνανε πια τα κουρέλια, επειδής ανέβαινε ώρα την ώρα χοχλακιστό το νερό, εμπουντελιάζανε τον τοίχο από μέσα μ’ ό,τι βρισκότανε στο σπίτι, για να αντέξει ο τοίχος, και λοιπόν, αφού τονέ υποστηρίξανε με κάθε λογής παλιοκασόνια και πραμάτεια, ώσπου δεν έφτανε άλλο το ανάστημα του ανθρώπου πιο ψηλά μαζευτήκανε καταμεσής στην κάμαρα τα παιδιά, και η μάνα τους, και η μάνα του πατέρα τους, η γριά, και τέλος πάντω εμαζεύτηκε ό,τι πράμα που ανέσαινε μες στο σπίτι, κι ετρέμανε, κι εκαρτερούσανε, κι εμουρμουρίζανε ανάμεσά τους «άραγες θ’ αντέξει ο τοίχος;» […]

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Tέλος πάντω ο Γιώργης καμιά φορά έφτασε την πόρτα του. Δεν εχρειάστηκε μεγάλη δύναμη, επειδή τα συθέμελά της είχανε τρανταχτεί, και ο Γιώργης την άνοιξε, κι εμπήκανε μέσα μαζί με το Γιώργη οι κεραυνοί και τα ψοφίμια και μια λάσπη παχιά σαν να ’τανε θαρρείς το σπίτι χέρσο χωράφι κι ήρθε να το κοπρίσει η κοπριά, και μια εγινότανε φως μεγάλο από ξαιτίας τ’ αστροπελέκια, μια εγινόντανε σκότος, κι εγάβγιζε και ο σκύλος ο Μούργος ξεκρεμασμένος δίπλα στο ταβάνι απάνω στο κλουβί του φαγιού, κι όλα τα άλλα πρόσωπα κοντανασαίνανε στη μέση, κι ήτανε στοιβαγμένα ανάκατα όλα μαζί μες στις λάσπες, κι ας επατούσανε τα ποδάρια τους ακόμα πάνω στη γη, ήτανε ετοιμασμένα πως θα κατέβουνε σωρό κουβάρι ώρα την ώρα, στον τάφο.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Hugh Shurley