RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

στοχασμοί

Χοντρές σταγόνες αρχίζουν να πέφτουν. Τις βροχερές μέρες η πόλη γεμίζει ομπρέλες κι ο κάμπος λάσπη. Κλείνουμε τα παράθυρα κι ανάβουμε καλοριφέρ, σκουπίζουμε τις σόλες σε πατάκια. Η μέρα είναι στιγμές που μοιάζει ατέλειωτη σαν σκαλωσιά. Όλα έχουν προβλεφθεί, θα’ ναι γι’ αυτό.

Μια καμπάνα χτυπά στο μέσο του πρωινού, υπενθύμιση παλιάς κοπής. Οι χτύποι υψώνονται κοφτοί και χάλκινοι, μπλέκονται με το μαρσάρισμα μιας μοτοσυκλέτας και το βουητό των αυτοκινήτων. Αδιαφορούμε.

Είναι νωρίς ακόμα.

Όταν νυχτώνει ανάβουμε φώτα για να δούμε καλύτερα. Έχουμε μπει από καιρό στην εποχή του ορθολογισμού.

Άτεγκτη πέφτει η σκιά, παρά το φως.

∞∞∞

Πρώτη δημοσίευση

Artwork: Juan Martinez Bengoechea

 

Νάνσυ Αγγελή, ΑσΚήΣεΙς ΓρΑφήΣ

.

αντιθέσεις

εξέλιξη

Καλοστρωμένα τραπέζια (βάζα με λουλούδια), παράθυρα (διπλά τζάμια), χαλιά, κουρτίνες, κρεβατοκάμαρες, επίπεδη τηλεόραση, μπάνια (μπιντές), γκαράζ (τηλεχειριστήριο), αυτοκίνητο Νº 1, αυτοκίνητο Nº2, δρόμοι, φανάρια, πεζοδρόμια, κτήρια, γερανοί, λιμάνια, αεροδρόμια και πίσω χάος, αγριόχορτα στον πίσω κήπο.

μαζί

Ο ένας ζεσταίνεται, ο άλλος κρυώνει. Στον έναν αρέσει η θάλασσα, στον άλλο το βουνό. Ο ένας βλέπει τηλεόραση, ο άλλος προτιμά τα dvd. Στον πρώτο αρέσει το περπάτημα, ο δεύτερος δεν κάνει βήμα. Ο ένας είναι απαισιόδοξος, ο άλλος αισιόδοξος. Μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν: Eίναι παντρεμένοι τριάντα χρόνια τώρα.

ιντερμέδιο

Ανάμεσα στο σκοτάδι του ονείρου και το φως της μέρας,  στο χτες και το αύριο, στην αρχή και το τέλος που είναι η γέννηση και ο θάνατος,

                                                                                                                                                                                             τι παρεμβάλλεται;

Πρώτη δημοσίευση

Φωτό: Alexey Titarenko

 

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

Τόσες προσπάθειες για να με πάρει ο ύπνος και ακόμη τίποτε. Καλά που έχω τα στιχάκια μου και εκτονώνομαι. Σε δύο λεπτά, βέβαια, δε θα υπάρχουν. Σπουδαία ανακάλυψη η σβήστρα. Όχι γομολάστιχα, ρε! Σβήστρα! Να το λες και να γεμίζει το στόμα σου. Αυτό δεν είναι λέξη, είναι η πορνογραφική συνεύρεση των συμφώνων. Σβ στρ, σβ στρ, σβ στρ. Σαν πέντε φαλλοί να παρελαύνουν. Μυώδεις και αρρενωποί. Ιθύφαλλοι, εντεταμένοι. Ε; Δεν νιώθεις μια ανάταση; Ένα κάτι; Μια ανύψωση τρίχας, ρώγας, κάτι, βρε παιδί μου; Βάλε και τα φωνήεντα ανάμεσα σαν ανοιχτά αιδοία, πρώτα το «η» και έπειτα το «α». Έχει σημασία η σειρά. Το «η» έχει μια έκπληξη και μια συστολή, έναν θαυμασμό και κάτι από δέος. Το «α» έχει δωρική επέλαση που λήγει σε απόγνωση και τελικά σε ανακούφιση, και όλο μαζί ανταυγάζει μια κεκαλυμμένη ηδονή. Εγγυημένο κάμα σούτρα αλφαβήτου. «Σβήστρα». Σπουδαία λέξη, ιδιοφυής. Λέξη απειλή. Τη μια υπάρχεις και την άλλη όχι· και το χειρότερο, ενώ κάποτε υπήρξες, έστω, όπως υπήρξες. Όταν ο Θεός έφτιαξε την Εύα, η πρώτη λέξη που της είπε ήταν αυτή: «Σβήστρα». Φυσικά, ύστερα της έμαθε και την υπόλοιπη τη φράση: «Κάτσε καλά, γιατί αλλιώς… σβήστρα θα σου ’ρθει στη ζωή».

Έτσι γίνεται πάντα στην εκμάθηση. Μαθαίνουμε ν’ αναγνωρίζουμε το μέρος και μετά το εντάσσουμε στο όλο. Για την ισόρροπη ανάπτυξη των ατόμων και για την αρμονική ένταξή τους στον κόσμο. Για τη μετέπειτα διάδρασή τους με τον περιβάλλοντα χώρο και τη συμμετοχή τους ως παραγωγικές μονάδες στο σύνολο. Για την ψυχοσυναισθηματική καλλιέργεια, την ανάπτυξη των διανοητικών και σωματικών δεξιοτήτων, την πνευματική, κοινωνική και ηθική ολοκλήρωση του αντικειμένου. Συγγνώμη, υποκειμένου. Αμήν! Την έφτιαξε λοιπόν απ’ το πλευρό του Αδάμ ως «συζυγική κοτολέτα», της έκανε μια ταχύρρυθμη εκπαίδευση, γιατί ως ξύπνιο κορίτσι πολλά δε θέλει για να καταλάβει, και την παρέδωσε στον Αδάμ. Εντάξει. Έλα τώρα εσύ στη θέση της. Μόνο δυο πράγματα να έχεις ως εφόδια και προίκα για να ξεκινήσεις τη ζωή στον νέο τούτο κόσμο. Και δίπλα στον Αδάμ. Δύο δεδομένα μόνο.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Αrtwork:Tricia Scott

.

 

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη

Διάλειμμα,  στην αυλή, φυσάει βοριάς, το κορίτσι στέκεται προσοχή και το αγόρι τεντώνεται, με το δείχτη του χεριού προσπαθεί να βγάλει από το μάτι της τη σκόνη; το πετραδάκι; Τα κορμιά τους κοντά, απέναντι, ευλογημένος ο σκονισμένος άνεμος. Πώς το λένε οι διανοούμενοι, να δεις, αναστοχασμός, να μηρυκάσω, το λέω εγώ. Αμάσητη τροφή καταπίνεται, θέλεις το χρόνο σου να τη φέρεις πάλι από τα άρρωστα στομάχια, τα χαλασμένα έντερα, το χαζό κατσίκι τραβάει στη σκιά του βράχου και μηρυκάζει, αναμασάει, λες κι έχω κλειστεί μαζί σου στο αεροδρόμιο ή στην πόλη με αυτό το ασφυκτικό συναίσθημα του αποκλεισμού, οι προσχώσεις του παρελθόντος αποδεικνύονται πολύ σαθρό έδαφος, φερτά υλικά από χείμαρρους και μπαζωμένα ρέματα,  κολλήσανε χωρίς να με ρωτήσουν, πάτησα πάνω τους, τώρα τρεκλίζω, τρεκλίζουμε μαζί. Και η όμορφη από την γκαλερί στη Sablon πρέπει να κερδίσει το χώρο της, μην την αφήσεις να σου φύγει, άκουσες; Θα είναι μεγάλη βλακεία, προλαβαίνεις να κάνεις παιδί στα πενήντα σου όπως ο σοφός Δράκος πατέρας σου, άλλωστε η δουλειά της ταιριάζει στο προφίλ του στελέχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σωστά; Όχι εμένα που προτιμώ να τριγυρνάω στη La place du jeu de Balle στη σκιά του Palais de Justice – εκεί δεν βρίσκεις πράγματα αξίας, μου είπες… Είναι σχετικό το πώς βλέπει καθένας μας την αξία. Παλιές καρτ ποστάλ, αυτό ψάχνω, με καλλιγραφικά γράμματα, έρωτες και σπαραξικάρδια μηνύματα του δέκατου ένατου αιώνα, πεζικάριοι και ιππείς εξορμούν στις πεδιάδες  της γηραιάς Ευρώπης υπό τους ήχους του εμβατηρίου Ραντέτσκυ και ’γω με κάτι παμπάλαια μαχαιροπίρουνα ρημαγμένων μοναστηριών στην αγκαλιά: θα καλέσω σε δείπνο την παραμυθία της μνήμης· να η αξία.  Και κοίτα, δεν μ’ ενδιαφέρει αν συνεδριάζει ή δεν συνεδριάζει η επιτροπή σου εκεί στο περίφημο κτίριο του Berlaymont.

Άσε με εμένα στις καρτολίνες μιας άλλης Ευρώπης με όνειρα, ξέρεις,  δερμάτινες βαλίτσες ανοιγμένες στο χρόνο, πωλητές να ζυγιάζουν με μάτι έμπειρο τις ζωές των άλλων πίσω από τις λέξεις της απόστασης και της απώλειας, όταν το ταξίδι μπορεί να είναι και απώλεια,  γραμματόσημα και σφραγίδες Ταχυδρομείων να μαρτυρούν τους αιώνες, τα νέα γραμμένα με κονδυλοφόρο, μελάνι και τα χρειαζούμενα, εκείνο το στυπόχαρτο πόσο καλά έκανε τη δουλειά του, στιγμές της Ιστορίας φωτογραφημένες με τζουμ ταρα- τατζούμ, ανίδεες τάχα μου, και υποκρινόμενες τις αθώες,  Αγαπητή μαμά, μια μεγάλη καλημέρα από την καταραμένη ετούτη χώρα της Ανατολής…   ή τα πιο δύσκολα,   Αγαπητοί γονείς, πέρασε ήδη ένας μήνας που εγχειρίστηκα και  πάνε τρεις μόνο μέρες που δεν υποφέρω. Από την εγχείρησή μου δεν απομένει παρά η παραλυσία του νεύρου του δεξιού μου χεριού, δεν έχω πια τη δύναμη να κρατήσω την πένα, αλλά σιγά σιγά…   και  οι πολιτείες, λιμάνια, ποτάμια, πάρκα και βουλεβάρτα, πλατείες και γεφύρια, παραλίες και νοσταλγικές κυρίες με ομπρελίνα, ξενοδοχεία με μοναχικούς ανθρώπους, είναι ίσως εκείνοι που στέλνουν τις περισσότερες κάρτες, και ερωτευμένοι, και στρατιώτες εκστρατευτικών σωμάτων, Δεσποινίς, ειλικρινά δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ανάρμοστο αποφασίζοντας να σας γράψω, και ο κύριος πατέρας σας θα μπορούσε κάλλιστα να διαβάσει την κάρτα μου, χωρίς να βρει τίποτε το μεμπτό… Αν, εντούτοις, υποχρεωθείτε να σταματήσετε την αλληλογραφία μας, δεν θα μου μένει παρά να υποκλιθώ σ’ αυτή την ανώτερη βία, με μεγάλη μου, ωστόσο, θλίψη, Salut de Constantinople, Mardi 19/4/1894, ποιος πόλεμος, ποια ακυρωθείσα Συνθήκη είχε φέρει τον ερωτευμένο μου ως εκεί;

 

 

Συνεχίζω: λυπήθηκα πολύ που φεύγοντας δεν σε είδα, γράψε μου, από την Βιέννη στη Θεσσαλονίκη του χίλια εννιακόσια είκοσι εφτά. Από την Αμβέρσα του χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, Νικόλαος Χατζή Θωμάς και Σεφερτζής και Ταγαράς, Rue Sainte Sophie, κράτησα τα ίχνη όλων αυτών των χεριών που τις έγραψαν, τις έστειλαν, τις κράτησαν; Αμφίβολες ιστορίες, το ξέρω, αφηγήσεις μιας ηπείρου που υπήρξε φωτεινή και σκοτεινή μαζί – αυτό, το δεύτερο,  θέλεις να αποφύγεις;
Θέλω να μ’ αφήσεις να δουλέψω, αυτό, μπορείς;
Γουάου!!! άνοιξες πάλι το σημαδάκι που έχει το όνομά μου; είσαι στη γραμμή; Τι ωραία!!!! Οι κλεισμένοι ουρανοί είναι μιας πρώτης τάξης ευκαιρία εσύ και οι όμοιοί σου να αναμασάτε σαν τα συμπαθή τετράποδα, Τηλέμαχε! Κοίτα τους, έχουν διασχίσει τους χρωματιστούς διαδρόμους, έχουν μπει στο γραφείο σου, χαιρετούν κλπ… γραβάτα ακριβή για την περίσταση, αν και το casual έχει κερδίσει τελευταία την προτίμηση των γραφειοκρατών της ομοταξίας σου,  ήρθαν με τρένο από το βορρά του βορρά, τουλάχιστον αυτοί, οι άλλοι στην οθόνη, ανοίγουν οι φουσκωμένοι χαρτοφύλακες, πολυσέλιδες εκθέσεις in vitro αναλύουν τα δεδομένα της οικονομικής κατάστασης τάδε και τάδε, προτείνεται δε… μα φυσικά και δεν συμφέρει ο δημόσιος τομέας, αγαπητέ μου, λειτουργικές και δημοσιονομικές αστοχίες, οι καλεσμένοι σου θα αποχωρήσουν (η επιταγή για το έργο τους πότε θα εισπραχθεί;), η σφαγή θα ξεκινήσει μόλις αποδεχθείς την εισήγησή τους και τη σπρώξεις προς τους πάνω ορόφους… σε κείνους άλλωστε που την είχαν παραγγείλει,   διάβολε, πρέπει και να δικαιολογούμε τις προληφθείσες αποφάσεις – αλλιώς τι τεχνοκράτες είμαστε; N’ est-ce pas?

Περίληψη του μυθιστορήματος

Το ισλανδικό ηφαίστειο με το παράξενο όνομα ξερνάει τις στάχτες του στους ουρανούς της Ευρώπης. Απρίλης 2010. Ο Τηλέμαχος, τεχνοκράτης των Βρυξελλών, αποκλεισμένος στην καρδιά της Ευρώπης, η Θάλεια, φιλόλογος σε δημόσιο σχολείο των  Εξαρχείων, σκυμμένοι οι δυο τους, ενωμένοι οι δυο τους σε λογής πληκτρολόγια, σκαλίζουν μυστικά και ψέματα. Τα δικά τους και των άλλων. Μαζί τους, να τους συντροφεύει, το ημερολόγιο της γιαγιάς Αργυρής:  το Ηράκλειο του μεσοπολέμου, τα χωριά του κάμπου –  οι ρίζες των μυστικών τους. Η ιστορία της οικογένειας δεμένη με την ιστορία του τόπου. Όταν οι ουρανοί και τα αεροδρόμια  ανοίγουν,   η Ελλάδα μπαίνει στην «εποχή του ΔΝΤ». Άλλες επιλογές, άλλες αποφάσεις. Ποιες, αλήθεια; Και πώς;. Και κυρίως: όλα αυτά μπορούν να κτίσουν το μυθιστόρημα που η Θάλεια ονειρεύεται να γράψει;

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη, μθστρ., προδημοσίευση.

.

 

 

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Πολύ μετά τον χαμό του, εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκεμβρίου, η Ειρήνη θυμήθηκε την κουβέντα τους  που, όταν έγινε, δεν την πήρε στα σοβαρά. Τότε, άρχισε να διαβάζει δικές της σημειώσεις και ημερολόγια κι έφτιαχνε με τον νου της την ίντριγκα της ιστορίας που άρχιζε με τις εκρήξεις βομβών σε πλατείες των πλανητικών μεγαπόλεων, προχωρούσε με την εναλλαγή ερειπίων, ονείρων, τυχαίων και αναπάντεχων συναντήσεων και έφτανε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει, στον χαμό των παιδιών της, της μικρής Περσεφόνης, της Ρεξά, του Σαμίρ και του Στέφανου. Ο εκδότης, ο μεταφραστής κι επιμελητής, ο μηχανολόγος, η νεαρή γυναίκα που επέζησε με τις αγγαρείες, ο δικαστής, ο ποιητής,ο εξόριστος κι ο μετανάστης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, «πρώην» όλοι τους, κάλυπταν λίγο-πολύ το φάσμα της χρεωκοπίας της ύπαρξης. Η αποτυχία τους, όμως, έβγαζε μια λάμψη που διαπερνούσε τον πέπλο του ζόφου, και η τρύπα που άνοιγε θαρρείς με το θάμπος της μαρτυρούσε πως δεν θ’ αργούσε να διαλυθεί…

           Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 364-65, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.

Πίνακας: Émile Bernard

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Ο παραλίγο ραβίνος Μαντελστάμ, δραπέτης του πατρογονικού του σπιτιού ήδη από την εφηβεία, γύρευε τα ίχνη της ακμής που εκπροσωπούσαν τα ελληνικά στη δική του γλώσσα, τα ρωσικά, και τα έβρισκε στις ρίζες ή στις άκρες των επεισοδίων  της νουβέλας του Το αιγυπτιακό γραμματόσημο, έτσι όπως εκτυλισσόταν στους δρόμους της Πετρούπολης, όπου το μέλλον κονταροχτυπιόταν χωρίς αποτέλεσμα με το νεκρό πλην ανελέητο παρελθόν. Κι όσο έβρισκε τα ίχνη της τόσο  σιγουρευόταν πως την ακμή που προσδοκούσε,  ως να ήταν ανάσταση των νεκρών,  η Δύση την εξαφάνισε με τα έργα της. Γιατί ήταν ηλίου φαεινότερον, αντί να χτίζει  το κενό, υπνωτίζοντας τον χώρο, όπως έλεγε ο Όσιπ Εμίλιεβιτς, η Δύση προτίμησε να ορκίζεται στο όνομά του, υψώνοντας το μηδέν σε κατεξοχήν  σύμβολο τηςλατρείας της. Το 1 που έβαλε τάχα να το αντιπαλεύει, ξεγελούσε ευχάριστα.  Δεν ήταν το παν ούτε το εόν ή το εν, αλλά μια απλή μονάδα που αρκέστηκε  να αθροίζει, να αφαιρεί, να πολλαπλασιάζει ή να διαιρεί ώς το άπειρο σαν να ’ταν η μονέδα που μάζευε, έχανε, άρπαζε,πολλαπλασίαζε, αρνούνταν να μοιράσει κ.ο.κ. Τον Μάρτιο του 1918, τα γερμανικά ζέπελιν που υπερίπτανται πάνω από την Πετρούπολη ανοίγουν τον δρόμο  για να πεισθεί η πόλη να μιμηθεί τον Νέρωνα κι όχι τον Σόλωνα, ώσπου τα πρόσωπα μες στο πλήθος χάσουν τη σημασία τους, κι αυτιά και σβέρκοι γίνουν οι μόνες οντότητες που ξεχωρίζουν. Ο νεκρός Πούσκιν ξαναζωντανεύει για να θρηνήσει τη θηριωδία που σαν κεντρομόλος δύναμη μαζεύει κι εξακοντίζει όλη τη φόρα της για να εκτρέψει την επανάσταση. Με τα αναίσχυντα  σημάδια της παρακμής να τον καταδιώκουν, ο Όσιπ εγκαταλείπει  το Πέτρογκραντ της παιδικής ηλικίας του,ζητώντας καταφύγιο στον Νότο.Για να μη στερέψει οριστικά η ελπίδα ότι θα πάρει τέλος η παρακμή, μπλέκει, συνέχεια, το πραγματικό με το όνειρο σαν να ποτίζει με αυτό τις ερημωμένες εκτάσεις για να δεχθούν τον  σπόρο που, δεν μπορεί, θα φυτρώσει ξανά.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 132-133, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.

 

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Ο μικρός διάβολος που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του εξαϋλώνεται από τον πόθο. Άλλες γλυκές εντάσεις εμφανίζονται, μόλις τον αγγίξει η γοητεία της χημείας. Κάνει τα άστρα να φεγγοβολούν, ακόμα κι αν είναι άφαντα. Η παγίδα της φύσης είναι καλά στημένη, αδιαφορώντας για τις χαρές και τις λύπες. Με αστείρευτη δύναμη φέρνει γλυκούς πόνους στην καρδιά και στο κορμί. Αφοπλίζει την ψυχή, που είναι εξαντλημένη απ’ τη μονοτονία της καθημερινότητας, και λιώνει τον πόνο όπως ο ήλιος το χιόνι. Τα όρια πλέον υπάρχουν για να ξεπερνιούνται και η τάξη των πραγμάτων ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπεί. Η κόλαση και ο παράδεισος σμίγουν στο άγγιγμα του έρωτα όσο πουθενά αλλού. Πόσο όμορφα επηρεάζεται η ζωή από κάποια λόγια που λέγονται μία και μοναδική φορά. Πόσο ευεργετική είναι η στιγμή που τα νοήματα φωλιάζουν στις μνήμες και τα σώματα κείτονται έξω από το έργο του κακού. Ακόμη και χωρίς την τρυφερή μοναξιά του παραδείσου βρίσκουν τη διέξοδο προς τη λύτρωση.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020

Πίνακας: George Inesse

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Στα νεανικά αισθήματα δεν φοριούνται χειροπέδες, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τα συγκρατήσει. Επιθυμούν, λαχταρούν, κι ας μην ξέρουν με τι ακριβώς σβήνει αυτή η φλόγα του κορμιού. Τι λογαριασμούς θέλει η ζωή ν’ ανοίξει με τον ταραγμένο πόθο, που ξεπηδάει με αναίδεια κι απαίτηση για να νιώσει, να κερδίσει, να μοιραστεί, να χαριστεί, να ξοδευτεί με αιτία και χωρίς προσχήματα. Κι ο πόθος της ξεπηδούσε με πολλή ορμή, τόση όση χρειαζόταν για να την αναστατώνει και να της φέρνει πόνο. Φαρμάκι τούτο το συναίσθημα. Άγιος καημός ο έρωτας, όταν ξυπνάει και δεν καταλαγιάζει με τίποτα. Ακόμη κι αν χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Τίποτα, αυτός επιμένει έως ότου οδηγήσει τα βήματά σου εκεί που θέλει. Ακόμη και στον όλεθρο.

.****

Anima mia… Λοιπόν, άκουσε. Αν θέλεις να γλιτώσεις από τη λαίλαπα που λέγεται άνθρωπος, ακολούθα τους εξής κανόνες: Να μη μιλάς, να μη γελάς, να μη φανερώνεις την ψυχή σου, να μην πετυχαίνεις το σκοπό σου, να μην είσαι ή να μη φαίνεσαι καλά. Να μην έχεις γνώμη, γνώση, παιδεία και ομορφιά, εσωτερική ή εξωτερική. Να μην ικανοποιείσαι με το ιδιαίτερο, υπάρχει το κοινότοπο να σε καλύπτει. Δηλαδή, να μην ακούς Mozart, υπάρχουν και σκυλάδικα. Να μην είσαι καλλίλογη, καλόπιστη και γενικά τίποτα με όποιο συνθετικό του καλού. Να μην είσαι Άνθρωπος και γενικά να μη φέρεσαι ανθρώπινα, εδώ δεν είναι ούτε Ευρώπη (αυτό δεν ξέρω αν είναι σωστό, αλλά το λέω επειδή το ακούω, γι’ αυτό μην το λάβεις και πολύ υπόψη σου), ούτε Παράδεισος – άλλη μια τεχνητή προσδοκία, προσφορά στους αδύναμους.

Φωτο: Natalia Drepina

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020

 

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός

“Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν η φιλοσοφία. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις. Η φιλία για τη σοφία έχει αντικατασταθεί από τη φιλία για τη σκέψη. Το άσκεφτο το συναντάει κανείς κατά στιγμές, ενώ η αναζήτηση και η διερεύνηση αποτελούν το συνεχές κίνητρο του στοχαστή. Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Οι ιδεολογίες πεθαίνουν γενικευόμενες. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ. Αυτή η νοοτροπία έχει στοιχεία από όλα. Στοιχεία λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά θα καταστεί ένα μπέρδεμα, μία ομελέτα δηλαδή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται. Μετά τις ιδεολογίες και τη φιλοσοφία υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη. Μιλάω πάντα για στοχαστές και όχι για φιλοσόφους. Η αλήθεια είναι μια πάρα πολύ προβληματική έννοια. Αυτό που λέμε αλήθεια είναι πάντα προβληματικό, γιατί έχει μια σειρά προϋποθέσεις. Επίσης η αλήθεια δεν είναι μια έννοια με την οποία δουλεύω, αλλά βλέπω την αλήθεια σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης. Όταν η περιπλάνηση παίρνει μια μορφή, ένα περιεχόμενο και συγκροτεί και συγκροτείται, δίνει μια μορφή της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια υπακούει στην περιπλάνηση και όχι το αντίθετο”.

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός, εκδόσεις Καπόν, 2011

 

4 Φεβρουαρίου 2010. Ακριβώς δέκα χρόνια πριν, σαν σήμερα πεθαίνει ο Κώστας Αξελός. Στο ταφικό μνημείο του με επιθυμία της συντρόφου του Κατερίνας Δασκαλάκη, χαράχθηκε, γαλλικά και ελληνικά, η φράση από το τελευταίο του βιβλίο: «Το να διακρίνει κανείς αυτό που μένει απ’ αυτό που σαρώνει ο άνεμος απαιτεί έντονη ζωή και ματιά που να στηρίζονται στον θάνατο, χωρίς ο θάνατος, σαν τέτοιος, να υπερισχύει».

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Λένε πως υπάρχει ο Θεός που σε μαθαίνουν στο σχολείο, και υπάρχει κι ο Θεός που γνωρίζεις μέσα σου. Άπιστη δεν υπήρξα, αλλά για Θεό μου προτιμούσα την αλήθεια. Πάντα πίστευα ότι είναι καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια παρά να ζεις μέσα στην άγνοια. Το περίεργο είναι ότι αυτή η πίστη πρέπει να δοκιμαστεί για να δεις αν έχεις δίκιο, αλλά, μέχρι να το μάθεις, έχει περάσει ίσως και μια ζωή μέσα απ’ τα χέρια σου. Βαθύς ο πόνος της επίγνωσης. Ένιωθα πως τα γεγονότα επενέβαιναν στη ζωή μου σαν να απευθύνονταν μόνο σ’ εμένα. Μπλέκονταν ανάμεσα στα όνειρά μου, που έτσι κι αλλιώς ήταν αξεδιάλυτα, και φυσικά έκαναν την κάθε στιγμή της μέρας έναν πραγματικό εφιάλτη. Τσακισμένη γενιά, τσακισμένοι όλοι κι εγώ μαζί τους! Όταν πλέον αρχίζεις να ξεχωρίζεις πως οι ρόλοι που θα παίξεις δεν είναι αδιανόητοι, τα πάντα μπορούν να είναι αληθινά και τα πάντα μπορεί να συμβούν σε μια πραγματικότητα που αδιάφορη μπορεί να θρέφει ισοβίως τα παράδοξα.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020