RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός

“Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν η φιλοσοφία. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις. Η φιλία για τη σοφία έχει αντικατασταθεί από τη φιλία για τη σκέψη. Το άσκεφτο το συναντάει κανείς κατά στιγμές, ενώ η αναζήτηση και η διερεύνηση αποτελούν το συνεχές κίνητρο του στοχαστή. Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Οι ιδεολογίες πεθαίνουν γενικευόμενες. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ. Αυτή η νοοτροπία έχει στοιχεία από όλα. Στοιχεία λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά θα καταστεί ένα μπέρδεμα, μία ομελέτα δηλαδή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται. Μετά τις ιδεολογίες και τη φιλοσοφία υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη. Μιλάω πάντα για στοχαστές και όχι για φιλοσόφους. Η αλήθεια είναι μια πάρα πολύ προβληματική έννοια. Αυτό που λέμε αλήθεια είναι πάντα προβληματικό, γιατί έχει μια σειρά προϋποθέσεις. Επίσης η αλήθεια δεν είναι μια έννοια με την οποία δουλεύω, αλλά βλέπω την αλήθεια σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης. Όταν η περιπλάνηση παίρνει μια μορφή, ένα περιεχόμενο και συγκροτεί και συγκροτείται, δίνει μια μορφή της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια υπακούει στην περιπλάνηση και όχι το αντίθετο”.

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός, εκδόσεις Καπόν, 2011

 

4 Φεβρουαρίου 2010. Ακριβώς δέκα χρόνια πριν, σαν σήμερα πεθαίνει ο Κώστας Αξελός. Στο ταφικό μνημείο του με επιθυμία της συντρόφου του Κατερίνας Δασκαλάκη, χαράχθηκε, γαλλικά και ελληνικά, η φράση από το τελευταίο του βιβλίο: «Το να διακρίνει κανείς αυτό που μένει απ’ αυτό που σαρώνει ο άνεμος απαιτεί έντονη ζωή και ματιά που να στηρίζονται στον θάνατο, χωρίς ο θάνατος, σαν τέτοιος, να υπερισχύει».

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Λένε πως υπάρχει ο Θεός που σε μαθαίνουν στο σχολείο, και υπάρχει κι ο Θεός που γνωρίζεις μέσα σου. Άπιστη δεν υπήρξα, αλλά για Θεό μου προτιμούσα την αλήθεια. Πάντα πίστευα ότι είναι καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια παρά να ζεις μέσα στην άγνοια. Το περίεργο είναι ότι αυτή η πίστη πρέπει να δοκιμαστεί για να δεις αν έχεις δίκιο, αλλά, μέχρι να το μάθεις, έχει περάσει ίσως και μια ζωή μέσα απ’ τα χέρια σου. Βαθύς ο πόνος της επίγνωσης. Ένιωθα πως τα γεγονότα επενέβαιναν στη ζωή μου σαν να απευθύνονταν μόνο σ’ εμένα. Μπλέκονταν ανάμεσα στα όνειρά μου, που έτσι κι αλλιώς ήταν αξεδιάλυτα, και φυσικά έκαναν την κάθε στιγμή της μέρας έναν πραγματικό εφιάλτη. Τσακισμένη γενιά, τσακισμένοι όλοι κι εγώ μαζί τους! Όταν πλέον αρχίζεις να ξεχωρίζεις πως οι ρόλοι που θα παίξεις δεν είναι αδιανόητοι, τα πάντα μπορούν να είναι αληθινά και τα πάντα μπορεί να συμβούν σε μια πραγματικότητα που αδιάφορη μπορεί να θρέφει ισοβίως τα παράδοξα.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020

 

Νίκος Σταμπάκης, Υπόθεση Cockpit

Μπήκαν προσεχτικά κι ανέβηκαν σε μια πεντάπλευρη αίθουσα δίχως παράθυρα, που τη φώτιζαν χαμηλοί πολυέλαιοι από ομόκεντρους ξύλινους κύκλους που σχημάτιζαν νοητούς κώνους. Ενώ ο τοίχος έκλεινε πίσω τους, παρατήρησαν σκορπισμένα εδώ κι εκεί τα ίδια ημικυκλικά πράσινα τραπέζια που είχαν ιδεί στο ισόγειο. Σ’ ένα απ’ αυτά στο βάθος, καθόταν μόνος, με το πρόσωπο φωτισμένο κόντρα στο μαύρο του σακάκι και το βλέμμα προσηλωμένο στην τσόχα, αυτός που δεν μπορούσε παρά να είναι ο Ιβ Σολάνα.
Πλησιάζοντας, διαπίστωσαν ότι έριχνε ένα είδος πασιέντσας, με έξι τετράδες αναποδογυρισμένων χαρτιών.
«Ακούσαμε ότι μας περίμενες», του είπε με όσο πιο σταθερή φωνή μπορούσε.
Εκείνος έστρεψε αργά πάνω της τα στενά μάτια, με τις μαβιές σακούλες να κρέμονται από κάτω πτυχωμένες, και το άχειλο στόμα του σφίχτηκε κι έπαιξε σαν καμπύλη που πήγαινε να γίνει τεθλασμένη.
«Για την ακρίβεια», αποκρίθηκε, «περίμενα ένα πρόσωπο. Αλλά υποθέτω ότι το πρώτο δεν θα υπήρχε δίχως το δεύτερο. Ας είναι».
«Πράγματι», στράφηκε φευγαλέα προς την ανέκφραστη Βαλ και κατόπιν προς τον Ιβ Σολάνα, «αν δεν ήταν αυτή θα ήμουν νεκρή. Εξαιτίας σου».
«Όμως δεν είσαι».
«Είναι αλήθεια αυτό», έκαμε οπισθοχωρώντας ελαφρά.
«Δεν είναι καλύτερο να ξέρεις;» είπε ο Ιβ Σολάνα με μιαν αδιόρατη υποψία χαμόγελου.
Έπιασε το υπονοούμενό του για την αυτοθυσία της Βαλ.
«Ίσως. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για την ερωτική ζωή μου».
«Αν μείνεις εδώ μπορεί και να το μάθεις», είπε δείχνοντάς της μια μαύρη πολυθρόνα στα δεξιά της. Εκείνη την τράβηξε προς το γραφείο, έβγαλε την καμπαρντίνα της, τη δίπλωσε πάνω από το δεξί μπράτσο της πολυθρόνας και κάθισε, νεύοντας στη Βαλ να βολευτεί στον καναπέ λίγο παραπέρα.
«Λοιπόν; Τι πρόκειται να μάθω;»
Ο Ιβ Σολάνα δεν απάντησε κι έπιασε ν’ ανακατεύει τα χαρτιά, πολλές διαδοχικές φορές, καταλήγοντας πάντα σε έξι τετράδες. Τέλος, ανακάθισε και την κοίταξε κατάματα:
«Διάλεξε ένα».
Εκείνη το σκέφτηκε για λίγο και διάλεξε το τρίτο χαρτί της δεύτερης τετράδας, που από τη σκοπιά του Ιβ Σολάνα ήταν το δεύτερο της πέμπτης. Το χαρτί ήταν το επτά μπαστούνι, που το αναπαριστούσε ένα αλέτρι.
«Δείξ’ το μου», απαίτησε, κι εκείνη υπάκουσε.
Ο Ιβ Σολάνα χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά φευγαλέα τα δόντια του και τράβηξε το τελευταίο χαρτί της έκτης τετράδας, από τη δική της σκοπιά, που ήταν πρώτο της πρώτης τετράδας από τη δική του. Το περιεργάστηκε και κατόπιν, μ’ ένα πιο διακριτικό χαμόγελο, το ακούμπησε στο στήθος του, δίχως να το αποκαλύπτει.
«Λοιπόν;» έκαμε εκείνη ανυπόμονα.
«Είναι κι αυτό ένα αλέτρι», είπε αργά ο Ιβ Σολάνα. «Ένα αλέτρι, που όμως είναι το ίδιο προϊόν οργώματος. Δεν το σέρνουν βόδια αλλ’ ένα σκουλήκι, που στο τέλος τριών εποχών πεθαίνει και το αφήνει να οργώσει μοναχό του».
Έμεινε να τον ατενίζει περιμένοντας να ιδεί πού θα κατέληγε.
«Αυτό είν’ όλο», διευκρίνισε ο Ιβ Σολάνα.
«Και;» έκαμε εκείνη ανυπόμονα.
«Τι είν’ αυτό που μόλις σου περιέγραψα;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Θες να με δοκιμάσεις αν τα καταφέρνω στους γρίφους;» ειρωνεύτηκε. «Αν δεν τα κατάφερνα δεν θα βρισκόμουν εδώ».
«Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό όνομα για το ιδιαίτερο αυτό είδος αλετριού;»
«Δεν θα με καθυστερήσεις έτσι. Μιλάς για ένα μωρό».
Ο Ιβ Σολάνα άνοιξε τα μάτια περισσότερο απ’ το συνηθισμένο. Εκείνη μπορούσε να διακρίνει μια σπίθα μέσα τους.
«Πολύ καλό!» σχολίασε, δείχνοντάς της το χαρτί, που ήταν πράγματι ο άσος καρό με την εικόνα ενός γυμνού βρέφους πάνω σ’ ένα ρομβοειδές σεντόνι. «Μήπως μπορείς να μου εξηγήσεις πώς το βρήκες;»
«Θα ήταν παιδαριώδες. Τρεις εποχές, σκουλήκι… Όλα είναι διάφανα. Δεν φαντάζομαι να νομίζεις ότι διάλεξα μια λέξη στην τύχη».
«Όχι, όχι», παραδέχτηκε εκείνος. «Απάντησες στην ερώτηση κι αξίζεις το βραβείο σου». Έβγαλε από την αριστερή του τσέπη ένα κινέζικο μπισκότο και της το πέταξε πάνω απ’ την τσόχα. Εκείνη έκαμε να τ’ ανοίξει, αλλ’ ο Ιβ Σολάνα ύψωσε το χέρι απαγορευτικά: «Όχι τώρα! Αφού τελειώσουμε», και της έδειξε πάλι τα χαρτιά.
Έβαλε το τυλιγμένο μπισκότο στη δεξιά τσέπη του παντελονιού της κι έκαμε να διαλέξει. Αυτήν τη φορά το πήρε ανάποδα και σήκωσε το δεύτερο χαρτί της πέμπτης τετράδας, που για εκείνον ήταν το τρίτο της δεύτερης. Το κοίταξε, του το έδειξε: ήταν το οκτώ σπαθί, που το αναπαριστούσε ένας διπλωμένος σαν σύμβολο του απείρου ουροβόρος όφις να κείτεται στο έδαφος κατατρυπημένος από οκτώ σπαθιά.
Εκείνος σήκωσε το χέρι του, ετοιμάστηκε να τραβήξει ένα χαρτί στα δεξιά του, άλλαξε γνώμη, το απέσυρε, τέλος τράβηξε αποφασιστικά το τέταρτο χαρτί της τέταρτης τετράδας, που για εκείνη ήταν το πρώτο της τρίτης.
«Ένα φίδι, λοιπόν», σχολίασε παρατηρώντας το αθέατο απ’ αυτήν χαρτί. «Ναι, ένα φίδι έχω κι εγώ. Ένα φίδι ορθό, με πέντε κεφάλια που ξερνούν φωτιά. Τι είναι;»
Εκείνη κρατήθηκε να μην καγχάσει.
«Πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο», είπε συγκαταβατικά.
«Ένα κηροπήγιο».
«Σου έβαλα εύκολο, να μην σε αποθαρρύνω», δικαιολογήθηκε ο Ιβ Σολάνα και της έδειξε το χαρτί, το πέντε μπαστούνι, που πράγματι απεικόνιζε ένα κηροπήγιο με πέντε φλόγες. Κατόπιν, της πάσαρε άλλο ένα κινέζικο μπισκότο, που εκείνη το πήρε και το έβαλε στην τσέπη.

Νίκος Σταμπάκης, Υπόθεση Cockpit, μυθιστόρημα, Σμίλη 2020

.

 

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών

Ο Ιάσων δεν είχε πάρει ακόμα το δισάκι του. Δεν είχε φύγει. Τον κρατούσε εκεί η φυτολογία, η αίσθηση των φυλλωμάτων, η χλωροφύλλη, η κίνηση των φυτών προς τα πάνω. Η γεωγραφία ήταν και αυτή φυγόκεντρη, αλλά είχε όρια. Ο κόσμος δεν είχε. Ούτε ο κόσμος του. Όταν σφούγγισε το τζάμι του φεγγίτη με μια κυκλική κίνηση, τα φώτα έσβησαν. Έπρεπε να κοιμηθεί. Ακούμπησε την παρειά του πάνω στο τζάμι. Ήταν ψυχρό, μετά το κυκλικό σφούγγισμα. Οι άλλοι βυθίστηκαν στο σκοτάδι τους. Οι διάλογοί τους ψίθυροι, ή μήπως ψιθύριζαν τα φυτά μεγαλώνοντας ή μήπως το αυγό όταν σπάζει το κέλυφος και σκάει από μέσα ο νεοσσός και ακούγεται ένα κρακ; Όλα ήταν στ’ αυτιά του, τίποτα στο κεφάλι του. Έβλεπε οκτώ ανθρώπους σε κύκλο κλειστό. Αυτός ήταν ο ένατος, όπως το αρχικό του ονόματός του. Το γράμμα ιώτα είναι το ένατο στη σειρά του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το όνομά του. Η νύχτα είχε το γυαλί της και κείνος ένα κιάλι να βλέπει μέσα απ’ το γυαλί. Το κιάλι ήταν το πρώτο δώρο της γιαγιάς, για να βλέπει μακρύτερα από όλους τους άλλους. Διάβασε τη μάρκα στο φακό, το όνομα του κατασκευαστή Karl Zeiss, που ήταν σαν βιτσιά. Το αρχικό του επωνύμου του ήταν το τελευταίο γράμμα του γερμανικού αλφαβήτου. Αυτός όμως τίποτα δεν άκουγε μέσα από το στεγανό γυαλί της οροφής, απ’ τον φεγγίτη. Κοιμόταν στο πιο ψηλό δωμάτιο του σπιτιού. Το σπίτι ήταν δικό τους, το βλέμμα δικό του και ο ουρανός μια οροφή για όλους. Ο Ιάσων διάβαζε για τον παράδεισο, τον επιθυμούσε, όσο τ’ αστέρια και τον ουρανό. Την κόλαση δεν την γνώριζε ακόμα, ίσως γι’ αυτό τον βάζανε να κάνει τον σταυρό του, για να την ξορκίσει. Ο Ιάσων είχε ένα στυλό κλειστό και απ’ τις δυο μεριές. Τις άκρες του έκλειναν δύο γεννήτορες. Από εκεί, απ’ τον φεγγίτη που καθρέφτιζε το δάχτυλό του, προσπαθούσε να δει και να ακούσει, τώρα που η νύχτα δεν είχε σκεπή, ο ορίζοντας ήταν ένα τίποτα και ένα πουθενά. Ο Ιάσων κρατούσε την ανάσα του, για να μη θολώσει το γυαλί του φεγγίτη. Η ανάσα του διαχεόταν στο σκοτάδι και το διέλυε πριν διαλυθεί. Τα άστρα αμυδρά και πάμφωτα. Μακρινά. Στη σιγαλιά της νύχτας, στην άκρη της ταράτσας, με την μύτη σ’ ένα έντομο καρφωμένη, ο γάτος.

Η υπηρέτρια ήταν η μόνη που δεν φορούσε προσωπίδα. Μετέφερε έναν δίσκο και γύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε. Οι υπηρέτριες δεν έχουν όνομα. Αυτή είχε. Την έλεγαν Ευανθία. Σέρβιρε ένα κατάλευκο υγρό στην ευτραφή κυρία της που είχε αυστηρό βλέμμα και ένα ύφος που όταν την κοιτούσε έλεγε: «πρόσεχε»’. Όλοι ήταν στο έλεός της. Μάρθα την έλεγαν και ήταν η μητέρα του. Ρούφηξε το γάλα απ’ το ποτήρι που η Ευανθία είχε τοποθετήσει μπροστά της πάνω στο τραπέζι. Δεν είχε γάλα. Ποτέ δεν κατέβασε γάλα. Μόνο λόγια είχε και πράξεις. Και δεν ήταν καθόλου παράφορη. Φορούσε γυαλιά χωρίς σκελετό και ήταν πάντα σταθερή στη θέση της. Όταν ήταν μικρότερος ο Ιάσων ήταν αυτή που του σκούπιζε τη μύτη δυο φορές και ας μην έβγαινε τίποτα απ’ αυτήν. Πρώτα τον απομυζούσε και ύστερα τον τάιζε ψάρια του πελάγους. Μεγάλα μικρά και μεσαία. Ροφούς, φαγκριά, σαργούς, γαύρους, αθερίνες, σαρδέλες, μαγιάτικα, λαβράκια. Η Μάρθα είχε ένα μεγάλο μέτωπο που μετριαζόταν κάπως από τα γυαλιά που φορούσε ακόμα και στον ύπνο της, γι’ αυτό τα στράβωνε σχεδόν κάθε βράδυ και έστελνε την υπηρέτρια την άλλη μέρα στον οπτικό να τα ισιώσει. Τα ψάρια ήταν δική της δουλειά.

 

Με τα γυαλιά της πάντα καρφωμένα στο κόκκαλο της μύτης, τα ξελέπιαζε αλύπητα με ένα μαχαίρι, αποκλειστικά δικό της, ένα μαχαίρι που έμοιαζε με κέρας. Ο νεροχύτης γέμιζε λέπια και έβαζε την υπηρέτρια να τον καθαρίσει. Η δουλειά για την Ευανθία ήταν βρώμικη. Έπρεπε να ξεπλένει τον λεπιασμένο νεροχύτη. Η Μάρθα είχε βγάλει προηγουμένως τα εντόσθια, τα αυγά και τα περιττώματα. Ύστερα τα ξέπλενε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και τα έψηνε σε προθερμασμένο φούρνο. Έσκυβε κάθε τόσο για να δει αν ροδίσανε. Στο τέλος έβαζε την Ευανθία να τα βγάλει και τα γύριζαν προσεκτικά μαζί για να μην διαλυθούν. Όταν ήταν έτοιμα τα σέρβιρε σε δυο οβάλ πιατέλες. Και ενώ τα ψάρια άχνιζαν, τα άνοιγε στη μέση, προσέχοντας να μην τρυπηθεί απ’ τα αγκάθια στις άκρες τους και αφαιρούσε το μεσαίο κόκκαλο. Έστυβε αρκετό λεμόνι, ώσπου τα ψάρια έχαναν το απαστράπτον ύφος τους, αφού το ύφος δεν τους χρειαζόταν πια έτσι ανήμπορα που ήταν ξαπλωμένα στις πιατέλες. Έλεγε στον Ιάσονα να πάψει να τα κοιτά σαστισμένος, και του τα καθάριζε για να τα φάει. Αυτός όμως αρνιόταν να φάει τα μάτια τους. Αυτές τις μικρές σκληρές μπίλιες, και προτιμούσε να τα μαζεύει σε σπιρτόκουτα που του έδινε ο πατέρας, ο οποίος κάπνιζε αρειμανίως. Είχε μαζεμένα πολλά όμοια σπιρτόκουτα. Τα έβαζε όρθια και έγραφε απ’ έξω πότε φαγώθηκαν τα ψάρια, που μόνο τα μάτια τους πια κοίταγαν τα τοιχώματα των σπιρτόκουτων. Κάθε που γέμιζε ένα κουτί και κόλλαγε προσεκτικά την ετικέτα με τις ημερομηνίες άνοιγε το λεύκωμα με τα «Ψάρια του Αιγαίου» και διάβαζε την αφιέρωση: «Στο ψαράκι που θέλει να μάθει για τ’ άλλα ψάρια, τ’ αληθινά που ζουν όλα μαζί. Στη βαθειά πράσινη θάλασσα με το ατέλειωτο βάθος, το τεράστιο πλάτος, το άμετρο μήκος. Στο ψαράκι που νομίζει πως μπορεί να αναπνέει και έξω απ’ το νερό. Στον Ιάσονα που μας εννοεί και δεν τον εννοούμε πάντοτε. Ο Εξάδελφός σου Άγγελος».

Έπειτα ξεφύλλιζε και έβλεπε πρώτα τα έγχρωμα σχέδια στις δεξιές σελίδες και διάβαζε χωρίς δυσκολία στις αριστερές τα ονόματά τους. Έτσι μάθαινε τα πάντα για τα ψάρια που έβλεπε ανοιχτά στην πιατέλα, αλλά ακόμα περισσότερο στους κεκλιμένους πάγκους του ψαρά, όταν η Ευανθία τον έπαιρνε μαζί της για να αγοράσει τα ψάρια που της είχε παραγγείλει η Μάρθα. Ο Ιάσων καμάρωνε που εξαιτίας του λευκώματος ήξερε να ξεχωρίζει τα ψάρια, αν και τον στεναχωρούσε που τα μάτια τους ήταν κλεισμένα στα σπιρτόκουτα. Η Ευανθία δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εμπιστευτεί τις γνώσεις του Ιάσονα. Κάθονταν μαζί πλάι πλάι, έβαζαν το λεύκωμα ανάμεσά τους, η Ευανθία κοίταγε τις δεξιές σελίδες με τα γκρίζα, κόκκινα και ριγέ ψάρια, και ο Ιάσονας στις αριστερές διάβαζε τα ονόματά τους, τον τρόπο που αναπαράγονταν – πράγμα για το οποίο η Ευανθία έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Ιάσων δεν καταλάβαινε γιατί – αλλά του άρεσε να της διαβάζει κοιτώντας τα γόνατά της, καθώς η φούστα της πιανόταν σε μια άκρη του βιβλίου και σηκωνόταν λίγο πάνω απ’ το γόνατο.

Αυτό το μικρό αγόρι ήταν ένας δάσκαλος γι’ αυτήν. Για τον Ιάσονα ήταν μια παρηγοριά αυτή η όμορφη κοπέλα που τον περνούσε μόλις εννιά χρόνια. Η Ευανθία είχε μακριά ξανθά μαλλιά, τα ‘πιανε κότσο όταν έκανε δουλειές, μάτια γαλανά μεγάλα και έκπληκτα πάντα, μικρό στήθος με ρώγες που ορθωνόταν πίσω από τις μπλούζες που φορούσε. Τον χτυπούσε στην πλάτη για να τον συνεφέρει από το βήχα που τον βασάνιζε, εκείνο το πνίξιμο στον λαιμό σαν κάθε στιγμή κάποιος να έχωνε τα δάχτυλά του στον φάρυγγα και να τον σκάλιζε φράζοντας με τον αντίχειρα την δίοδο της αναπνοής του. Τότε η Ευανθία πλάγιαζε πλάι του. Όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη έπεφτε πάνω στην καρδιά του ν’ ακούσει αν χτυπά. Όταν ερχόταν ο γιατρός, η Ευανθία εξαφανιζόταν διακριτικά, αλλά όλο και πλησίαζε κοντά του, όταν μιλούσε με τη Μάρθα στην είσοδο, μήπως πιάσει καμιά κουβέντα. Αλλά άκουγε σκόρπιες κουβέντες, και έτσι δεν μπορούσε να σχηματίσει εικόνα για την κατάστασή του. Ο πατέρας είχε φωτεινό μέτωπο, η μητέρα συνοφρυωμένο. Ο πατέρας ήταν προσιτός και ευπροσήγορος. Η μητέρα υπολόγιζε τις σκέψεις της και δεν ξεστόμιζε τίποτα χωρίς να το σκεφτεί δυο φορές, όσες ακριβώς σκούπιζε την μύτη του Ιάσονα. Όλοι είχαν και ένα στόμα, μια γλώσσα που σαν το χέλι γλίστραγε και κρυβόταν μέσα στο στόμα. Μια σπηλιά και δόντια ολόγυρα.

Kώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Εύμαρος 2019

Πίνακας: Timothy Chapman

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Τρεις Βάλτοι, θεατρικός μονόλογος

Γράμμα στην Σοφία Παρνόκ

Αγαπημένη Μου,

Θυμάμαι έβρεχε εκείνο το βράδυ
περόνιαζαν υγρασία οι σκουριασμένες μνήμες
καυτές οι ανάσες ξεσπούσαν στο τζάμι
μια πνοή προσμένανε τα στήθη
έναν λόγο, μιαν αφή.
Μυστικά αποτυπωμένα σε λαιμούς σημάδια
σμιλεύτηκαν άλικα
ήταν οι εντολές του φεγγαριού
που εκτελούν τα σώματα στο αμυδρό του φέγγος.
Μα να τη, η στιγμή του απόλυτου ισορροπεί στα χείλια
κι έτσι, μες στην αμείλικτη σιωπή ζεστάθηκε ο χειμώνας
τα σώματα συρρίκνωσαν το είναι τους
στο κάθισμα δονήθηκαν μυστήρια μέθης μυστικής
ανομολόγητες σκέψεις θόλωσαν στα παγωμένα βράδια
στα σάρκινα πρόσωπα χαράχτηκαν κινήσεις των χρωστήρων.
Ξέμειναν τα σπλάχνα από τσιγάρα
αναρωτήθηκαν πού θα βρίσκανε φωτιά
με τον καπνό να σχηματίσουν μέσα στις μέρες των καιρών
ατελείωτες σιωπές.

Τώρα
μόνο ο αχός της θάλασσας απόμεινε.

Πίνακας Jean Metzinger

 

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός

[…] Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στοι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.«Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της, δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;» «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω», ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;» «Λοι­πὸν τί;» Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση», τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;» «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…» Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.[…]

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019

Πίνακας: Sally Storch

 

 

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso

.

Ο μικρός Picasso λογομαχεί με τον μικρό Klee. Ο μικρός Picasso χάνει την ψυχραιμία του και με μια γροθιά μαυρίζει το μάτι του μικρού Klee. Την επόμενη μέρα,ο μικρός Klee με το μαυρισμένο μάτι εξαπολύει ένα σμήνος πολύχρωμων κουνουπιών εναντίον του μικρού Picasso. Σε λίγο, ένας νευρασθενικός κόκορας καταφθάνει τρέχοντας με κλειστές φτερούγες σαν κουλός δρομέας και συμμαχεί με τον μικρό Picasso εναντίον των κουνουπιών. Καταφέρνει και μερικές γερές τσιμπιές στον μικρό Klee, ο οποίος καλεί επειγόντως σε βοήθεια έναν φτερωτό τροχονόμο και ένα αιμοβόρο χρυσόψαρο. Δεχόμενος επίθεση από ουρανό και θάλασσα, ο μικρός Picasso επιστρατεύει έναν βαρβάτο μινώταυρο με καυτά ρουθούνια. Όταν το θηρίο μπαίνει στο πεδίο της μάχης, ο μικρός Klee σταματά απότομα και ο στρατός του τον μιμείται. «Εγώ τόση ώρα έπαιζα και εσύ θέλειςνα με σκοτώσεις;» λέει στον μικρό Picasso, ενώ απομακρύνεται πάνω σε έναν ιπτάμενο κήπο, αφήνοντας τον μικρό Picasso σαστισμένο ανάμεσα στα τέρατα.

Κώστας Σιαφάκας, Klee εναντίον Picasso, από τη συλλογή Αντανάκλαση, Εκδόσεις Σμίλη 2018

Πίνακας: Paul Klee