RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

.

Kαι συνέβη διάφοροι φίλοι και εταίροι των όσων χάθηκαν χτισμένοι μέσα στην Εθνική Βουλή να οργανώσουν ένα ομαδικό barbecue–μνημόσυνο στην πλατεία του χτηρίου. Οι, προς ώρας, επιζήσαντες πραγματοποίησαν επί τόπου ένα κοσμικό και πολιτικό και κοινωνικό συλλαλητήριο, αν και δεν ήξεραν εναντίον τίνος. Πάντως έψαλαν το «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», χόρεψαν το τανγκό «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι», επίσης τον θούριο-μαρς «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των αυτοχθόνων», συνοδευόμενα με κραυγούλες του είδους oh! baby, baby. Είχαν προσέλθει και άτομα γαλαζωπού αίματος, μοντέλα, μοντελίστ, είδωλα του Τύπου, όλοι εξωσθέντες από τα ορεινά προάστια (το γκρουπόσκυλο Φωτούλα φαίνεται κάπου ολιγώρισε) και εκραύγαζαν, Εσείς τους εψηφίσατε, όχι ο Θεός!  Ο Θεός δεν είναι οβελιστής ούτε σουβλατζής! Yποψιάστηκαν επίσης τις γειτόνισσες χώρες και κυβερνήσεις, πως ίσως είχαν χώσει δάχτυλο χοντρό και μακρύ, υποδαυλιζόμενες από άλλες χώρες αλλοδαπότερες. Κι επειδή φοβήθηκαν μήπως η αντίστασή τους συναντήσει αντί-αντίσταση, αλλά και προέκταση του αστικού λοιμού, αποφάσισαν να μετακομίσουν τον θρήνο τους όλοι μαζύ στην υπεραστική Νήσο Μέδουσα, επειδή, είπαν, ποιες δυνάμεις γήινες ή άλλου επιπέδου θα αποτολμήσουν τέτοια υπερκοσμική νήσο! Θα δημιουργηθεί διεθνές τουριστικό επεισόδιο. Και, επιπλέον, μήνες τώρα είχαν να πλεύσουν προς Μέδουσα, που ενδεχομένως θα τους παρεξηγούσε. Και με αυτήν τη φιλοσοφία έπλευσαν.

 

Η νήσος Μέδουσα –το επώνυμό της ήταν αυτό– έφερε το βαπτιστικό όνομα Γοργόνα, στη δε ταυτότητά της δηλωνόταν ως κόρη της Μυρτάλης (η μετέπειτα Ολυμπιάς) και νόμιμη αδελφή του Μεγαλέξανδρου, το πιστοποιούσαν και όλα τα λαϊκά ποιήματα και παραμύθια. Γι’ αυτό έκανε τσεκάπ στις διερχόμενες φρεγάδες, να εξακριβώσει εάν ζει και πού ο αδερφός της και γενικώς παρενοχλούσε τα πλεούμενα. Στη νεανική ηλικία της την είχε καθαρίσει κάποιος Περσέας και, αντί ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς τη μεταμόρφωσαν σε Νήσο Μέδουσα, που ανήλθε κοινωνικώς και απάνω της παραθέριζαν χειμώνα-καλοκαίρι και πραγματοποιούσαν τα πηδήγματά τους οι πλέον φιρμάτοι κώλοι της υδρογείου. Και έτσι τα λείψανα διασημοτήτων της πρωτεύουσας κατέστησαν τη Μέδουσα νήσο αριστοκρατική. Επιστράτευσαν πλοία εξαώροφα και πλοιοκτήτες με πείρα προπολεμική, αεροπλάνα κοσμικών συγκοινωνιών, ορισμένοι ανυπόμονοι και αερόστατα, καθώς και επαγγελματίες βαστάζοντας κολυμβητες, για να μεταφέρονται ιππαστί κατά τους κολυμβητικούς αγώνες. Και συνάχτηκαν εκεί γενικώς οι ανωτέρας κοινωνίας, όσοι διέθεταν οικόσημο και οικογενειακό δενδρύλλιο. […] Στην ουσία, η Νήσος Μέδουσα ήταν ένα νησί χωρίς βάθος, σε σχήμα πιατέλας για μουσταλευριά. Γι’ αυτό, και με τα υπέβαρα ονόματα στην πλάτη, εμπατάρισε και όλα της τα κατοικίδια, σερβιτόροι, μοντέλα και παρεμφερή, τα άδειασε πλαγιαστά στο πέλαγος. Η Νήσος τελικά προγραμμάτισε να μείνει μόνο τρία χρόνια στα βάθη. Όσο για τους καλεσμένους της, είχαν το ελεύθερο να εκβρασθούν όποτε θα τους έκανε κέφι.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Νήσος ναυαγεί και βουλιάζει,  σελ. 95 κ.ε., Καστανιώτης 2009

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών, που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ). Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι. Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα καύκαλο χελώνας που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα περιμένοντας να τελειώσει -η προσωρινή- χειμερία νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο θάνατο.

Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα, ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν αστροφυσικοί (καθώς -εξ επαγγέλματος- όταν οι γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί πάνε για ύπνο).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι πόλεις το χειμώνα, σελ. 51-52, Εκδόσεις Έναστρον, 2017.

Artwork: Lars Henkel

 

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου

Πάντα μου άρεσαν τα νεκροταφεία. Δεν ξέρω γιατί, πάντως τα συλλέγω όπως οι άλλοι τα γραμματόσημα. Έχω βέβαια τις προτιμήσεις μου. Στη Σουηδία, όταν η ξενιτιά έμοιαζε σαν απόλυτη λήθη, έψαχνα να βρω το μέρος που θα ήθελα να βρίσκεται ο τάφος μου. Ήμουν τόσο απογοητευμένος από την Ελλάδα που ούτε να ταφώ εκεί δεν ήθελα. Ήμουν νέος, πολύ νέος, μα η χώρα μου με είχε θανατώσει ήδη κάμποσες φορές, κι όχι μόνο εμένα. Πρώτα φαρμάκωσαν τα παιδικά μου χρόνια, ύστερα την εφηβεία, ύστερα τα νιάτα μου. Ανεργία, ταξικές διαφορές, πολιτικοοικονομική διαφθορά, τα στεγανά στην τέχνη και στη λογοτεχνία, τα ψέματα. Η δεξιά είχε κλέψει τη ζωή μου, η αριστερά την ιστορία μου. Με λίγα λόγια, μια φριχτή χώρα αν δεν ήσουν για πούλημα. Κι εγώ δεν ήμουν, όχι επειδή είχα κάποιες ηθικές αρχές, αλλά επειδή δεν είχα τη συνήθεια, το «κολάι» λέγαμε στο χωριό. Πολλοί από μας δεν είχαν τη συνήθεια, ήμασταν μεγαλωμένοι με την πεποίθηση ότι τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη. Μας έλειπε η ικανότητα να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας και κατά συνέπεια ήμασταν ανίσχυροι στου ελιγμούς των άλλων. Ήμασταν οι άβολοι και οι αβόλευτοι, κι έτσι πολλοί από μας έφυγαν.

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου, σ. 129-130, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002

Artwork: Erik Johansson

 

Kλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

Οι συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων και η συνήθειά τους να παρουσιάζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας υπήρξαν για μένα ένα από τα παράδοξα που με απασχόλησαν όταν ήμουν παιδί, είπε ο πατέρας. Ο θόλος αυτός, μέσα στον οποίο στεγάζεται το Σύμπαν, μ’ έκανε να στρέφω τα μάτια προς τον ουρανό συχνότερα από όσο θα επέτρεπαν οι συνθήκες ζωής ενός αγοριού που διαθέτει ισχυρή φαντασία και κλήση προς τα μυστήρια. Με τα χρόνια το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στη Γη και κατέληξα ν’ αναγνωρίζω σε όσα ονομάζουμε ανθρώπινη πραγματικότητα μια σημασία αρκετή για να με αποσπάσει οριστικά από όλες εκείνες τις παλιές ενασχολήσεις. Ο ουρανός ίσως βρίσκεται μέσα μας. Και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται και πολύ διαφορετικός από έναν πλανήτη – αν κάτι τον κάνει να διαφέρει (το σημειώνω με κάθε επιφύλαξη) είναι (νομίζω) η συνείδησή του.

Λεπτουργός της συνείδησης, ιδού το αληθινό μου επάγγελμα, είπε ο πατέρας. Το ασκώ με μεθοδικότητα και, τολμώ να πω, είναι δύσκολη κι επίπονη δουλειά. Όποιος διαθέτει αυτή την όρεξη για παρατήρηση, αυτή την προσήλωση στην εξερεύνηση της αληθινής ζωής (συγκράτησε τη φράση «αληθινή ζωή», Αρσένιε) μοιάζει με τον τεχνίτη που δουλεύει σαν μικρογράφος δημιουργώντας θαύματα της δεξιοτεχνίας με ελάχιστα υλικά. Η πραγματικότητα ξετυλίγεται με έναν στόμφο που συχνά πληγώνει το καλό γούστο, είπε ο πατέρας. Όμως πάντα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές της, οι βαθύτερες σκοπιμότητές της. Αυτές με ενδιαφέρουν. Ο λεπτουργός της συνείδησης δεν ξεχνιέται στην επιφάνεια, βυθίζεται στις αιτίες, στις πιο κρυφές δημιουργίες. Αλλά αν πρόκειται να μιλήσουμε για την πραγματικότητα, χρειάζεται πρώτα να ορίσουμε τη φύση της, έτσι θα έχουμε ένα μέτρο, μια κοινή βάση να σταθούμε, είπε ο πατέρας.

Όμως, όχι, δεν θέλω να χάσουμε τον χρόνο μας σε μια θεωρητική συζήτηση, επαναλαμβάνοντας ιδέες που ήδη έχουν σκεφτεί άλλοι, πιο ευφυείς και πιο έμπειροι συζητητές από εμάς. Έχω αφιερώσει στην υπόθεση του πραγματικού μια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, ακόμη και τώρα που βρίσκομαι πλέον σε προχωρημένη ηλικία, δεν είμαι σε θέση να πω ότι κατέχω όλες τις πτυχές του θέματος. Το βίωμα του ίδιου μου του σώματος, ομολογώ, μοιάζει ατράνταχτο γεγονός για να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, όμως κι αυτό, ναι, πολλές φορές μ’ έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Εν ολίγοις, ο αγώνας της κατανόησης δεν τελειώνει ποτέ.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, Γαβριηλίδης 2015

Πίνακας: Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

 

Eύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική

  Εἶχε κατεβασμένες τὶς τέντες γιὰ νὰ μὴ βλέπει, εἶχε γεμίσει τὶς ζαρντινιέρες πέρα ὣς πέρα γιὰ νὰ μὴ βλέπει. Καὶ πολλὲς φορὲς κατάφερνε νὰ ξεχνιέται καὶ νὰ μὴ βλέπει. Ἄκουγε ὅμως, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ περιορίσει. Καὶ τὸ σούρσιμο τῆς ἀναπηρικῆς καρέκλας καὶ τὰ βογκητὰ ἢ καὶ ἐκείνη τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τοῦ κενοῦ τοῦ κολασμένου, τοῦ κενοῦ τῆς ἀπόγνωσης, τοῦ κενοῦ, τοῦ κενοῦ τοῦ γείτονά τους ποὺ καθηλώθηκε μετὰ τὸ ἐγκεφαλικὸ στὴν ἀναπηρική, δυὸ χρόνια πᾶνε τώρα. Κάποτε τὸ μπαλκόνι της τὴν παρηγοροῦσε. Ἔβγαινε καὶ ἀπομονωνόταν λὲς καὶ ἔβγαζε τὸν κόσμο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της, λὲς καὶ ἔκλεινε τὰ προβλήματα μέσα ἀπὸ τὴν μπαλκονόπορτα. Μέσα τὰ προβλήματα ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν ἔξω. Ἔξω ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅλο ἔξω ἦταν, δὲν τὴν ἀφῆναν οἱ δουλειές. Καὶ ὁ ἄντρας της δυὸ χρόνια ἄνεργος. Ἀρχικὰ ἔλεγε ψιθυριστὰ τὴν κουβέντα «Ἄς ἔχουμε τὴν ὑγειά μας», «Τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ καταφέρουμε», «Τὴν ὑγειά μας», «Μόνο τὴν ὑγειά μας». Ἀνάπηρη παρηγοριά, ἀπαρηγόρητη.

Τὴν εἶχε φάει τὴ ζωὴ μὲ τὴν κουτάλα, τὴν ἤξερε μέσα κι ἔξω τὴν ἀνεργία σὰν τὸ ποτὸ ἕνα πράγμα, σὰν τὴν κακιὰ συνήθεια ποὺ σὲ τραβάει ὅλο κάτω καὶ τὸ ἕνα πρωὶ ξυπνᾶς καὶ λὲς θὰ τὸν πιάσω τὸν ταῦρο ἀπὸ τὰ κέρατα καὶ τὴν ἑπομένη βούλιαζες στοῦ καναπὲ τὶς ἀράχνες. Ὄχι γιὰ τὴν ὑγεία τους βέβαια, ὑγεία δὲν ἦταν. Πότισε τὸ βασιλικό. Ὁ βασιλικὸς εἶναι ἕνα φυτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ καθημερινὸ πότισμα, ἕνα φυτὸ ποὺ δὲ συνιστᾶται γιὰ τάφους καὶ ταφόπλακες ἐκτὸς ἂν εἶσαι φρεσκοχήρα καὶ ἀνεβοκατεβαίνεις μὲ τὰ ποτιστήρια στὰ κοιμητήρια. Ἀλλὰ αὐτὴ χήρα δὲν ἦταν. Οὔτε ὁ ἄνεργος σύζυγος μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ χρόνου τοῦ ἄχρηστου ἔβρισκε χρόνο νὰ κάνει κάτι χρήσιμο. Πῆρε τὸ φλιτζανάκι τὸν καφέ, ἀραίωσε τὸ κατακάθι μὲ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχε μείνει στὸ ποτήρι, πότισε τὴ γαρδένια. Ἔστριψε τὸ κεφάλι. Ἡ θλίψη της τὸν τελευταῖο καιρὸ τῆς ἔδινε κάτι μαχαιριὲς ἄλλοτε στὸ στομάχι, ἄλλοτε στὰ πλευρά. Μετουσιωνόταν ἕνα πράγμα ποὺ θὰ τῆς ἐξηγοῦσε κάποιος ψυχολόγος, ἀλλὰ σὲ ψυχολόγο δὲν πήγαινε. Σήκωσε τὴν τέντα, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς μπαλκονόπορτας καὶ φωνάζοντας δυνατὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ οἱ δύο ἀνάπηροί της. «Γιά σηκωθεῖτε, ἀδέλφια, γιά σηκωθεῖτε καὶ νὰ κάτσω ἐγὼ γιὰ πάντα.» «Σηκωθεῖτε!» εἶπε πάλι σιγανὰ καὶ κάθισε ἀποκαμωμένη.

Εύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική, από τη συλλογή διηγημάτων, Μικρά Πείσματα, Το Ροδακιό, 2017

Πίνακας: Jules Pascin

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα

Τα παπούτσια σου

…Ο σκοπός του ταξιδιού μας στο Λονδίνο δεν ήταν, λοιπόν, τα μουσεία και τα παλάτια αλλά η κατασκευή εκείνων των παπουτσιών. Ένα εργαστήριο παπουτσιών για λόρδους, όλο το μαγαζί εξωτερικά έδινε την εντύπωση ότι ήταν από καλογυαλισμένο, λουστραρισμένο δέρμα, ένα βαθύ σοκολατί δέρμα, περβάζια, κάσες παραθύρων, εξώπορτα, πόμολα, όπως και τα μαλλιά των τεχνιτών ή οι αντίστοιχες φαλάκρες τους ήταν όλα γυαλισμένα, είχαν όλα λουστραριστεί για να διαφημίσουν το προϊόν τους, καθόμασταν σε δερμάτινες αγγλικές πολυθρόνες, επίσημοι καλεσμένοι για τσάι, οι υπάλληλοι πηγαινοέρχονταν αθόρυβα, παχιά περσικά χαλιά απορροφούσαν πατημασιές από βαριά παπούτσια,  το κατάστημα διακριτικά φωτισμένο, για να τονίζεται η γυαλάδα των παπουτσιών, ο πρώτος υπάλληλος, δεν θα μπορούσα να πω τεχνίτης, δεν ταιριάζει σε έναν γραβατοφορεμένο, ο πρώτος σε συνόδεψε να διαλέξεις τα καλαπόδι, ο δεύτερος έπιασε το πόδι σου με ευλάβεια και πήρε τις διαστάσεις του, φάρδος κουντεπιέ, δαχτύλων και αστραγάλου, ναι, ακόμη και τον αστράγαλό σου μέτρησε και σου έδειχνε ένα ένα τα δέρματα από μοσχάρι κι από κατσίκι κι άλλα εξωτικά δέρματα, και παρέλαυναν τότε από μπροστά μου όλα τα μοσχάρια και τα κατσίκια των παιδικών μου χρόνων, ολόκληροι στάβλοι με μοσχάρια, με τα μουγκρητά τους και τις μυρωδιές τους, κι ο υπάλληλος εμπλούτιζε διαρκώς τις περιγραφές του με πληροφορίες παπουτσιών, ήξερε όλη την ιστορία των παπουτσιών, κι έτσι όπως ήταν στητός κι ανέκφραστος σαν μούμια, είχα την αίσθηση ότι ήταν χιλιάδων ετών κι ότι είχε ζήσει όλη την ιστορία του παπουτσιού, κι όταν είπε για το αρχαιότερο παπούτσι, που ήταν πιθανότητα το μοκασίνι των ινδιάνων (15000 χρόνια πριν), φτιαγμένο από δέρμα και οπλές ζαρκαδιών και φιδιών, εγώ σκέφτηκα τους παππούδες μου, που φορούσαν τσαρούχια από δέρμα γουρουνιών, κι ότι αυτά ήταν ακόμη κρεμασμένα στην αποθήκη του πατρικού μου, χειροποίητα γουρουνίσια τσαρούχια, κρεμασμένα στον τοίχο, και μου ήρθε μια μπόχα αποθήκης με όλα τα πολυκαιρισμένα πράγματα, ανάμειχτη με μυρωδιά ποντικιού και σιτηρών, που δεν είχε καμιά σχέση με τη μυρωδιά του μαγαζιού, κι αναρωτιόμουν τότε πώς εγώ μ’ αυτούς τους προγόνους και μ’ αυτή τη μνήμη των οσμών βρέθηκα στην 9 St Jamess street, σ’ αυτό το μαγαζί, που έλεγες ότι κατασκεύαζε κι ο Λόρδος Βύρωνας τα παπούτσια του, να παρίσταμαι στην κατασκευή των παπουτσιών σου, και ήθελα να τον ρωτήσω, τσαρούχια κάνετε, γουρουνίσια τσαρούχια κάνετε; Κι εκείνα τα παπούτσια, εξαιτίας των πολλών επεξεργασιών του δέρματος, τα παρέλαβες ύστερα από οχτώ εβδομάδες, ολόκληρες οχτώ εβδομάδες, κάποιοι δούλευαν τα δικά σου παπούτσια. Αυτό και μόνο πρέπει να κάνει κάποιον να νιώθει πολύ σπουδαίος. Όπως παλιά οι μοδίστρες έραβαν με τις εβδομάδες τα ρούχα και έδιναν έτσι αξία στο ρούχο και στον κάτοχό του, έτσι και με σένα, αυτά τα χειροποίητα ανέβασαν την αξία σου στα ύψη. Όταν τα φορούσες, οπωσδήποτε δεν περνούσαν απαρατήρητα, αλλά κι όποιος έμπαινε στο σπίτι ρωτούσε πάντα πού είναι τα παπούτσια, τα έβγαζες τότε με προσποιούμενη συστολή κι άρχιζες την ιστορία τους, πώς ακριβώς κατασκευάστηκαν, η εξιστόρηση ποίκιλλε αναλόγως του κοινού, στους κατωτέρους ήσουν ανελέητος, στους ισότιμούς σου μετριόφρων και στους ανωτέρους άνετος, σαν να μπορούσες να παραγγέλνεις κάθε μέρα κι άλλο ζευγάρι, απλώς σου ήταν αρκετό το ένα.

Εγώ μ’ αυτές τις περιγραφές ένιωθα τότε απερίγραπτη ταπείνωση. Είναι ίσως ανόητο, αλλά ντρεπόμουν περισσότερο για τα παπούτσια μου παρά για τις ενδεχόμενες ελλείψεις μου στον τομέα της κουλτούρας. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία για την εξυπνάδα μου, είχα πολλές όμως για το παρουσιαστικό μου. Ένιωθα σαν σαλιγκάρι που κουβαλάει μαζί του το σπίτι του, το σπίτι ήταν το πατρικό μου, όπου είχα μεγαλώσει, και μετά το διαμέρισμά μας στις εργατικές, ήταν τα πλακάκια που έλειπαν από το πάτωμα κοντά στο φούρνο, ήταν τα ντουλάπια της κουζίνας, που είχαν φουσκώσει στις άκρες, ήταν η μόνιμη μυρωδιά κουζίνας, τα μικρά κεντημένα από τη μητέρα κάδρα στους τοίχους, η πενιχρή επίπλωση. Ήμουν σίγουρη ότι όλη αυτή την αθλιότητα μπορούσε να τη διαβάσει κανείς στην εξωτερική μου εμφάνιση και κυρίως στα παπούτσια μου, από φτηνό δέρμα ή δερματίνη, που η παραμικρή φθορά τα εξευτέλιζε.

Eυσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα, μθστρ, Σμίλη 2017

Φωτό:Sarah Jarrett

 

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ

Στις παραδόσεις του, αντιθέτως, επικρατούσε εντελώς άλλο κλίμα. Κατ’ αρχάς κυριαρχούσε άκρα του τάφου σιωπή και απόλυτος τάξις, όχι όπως στο μάθημα της δεσποινίδος Παπακυριαζή, των Λατινικών, που έβρισκε κάθε φορά τον πίνακα και την έδρα σε άλλη θέση κι έκανε πως δεν καταλάβαινε. Δεύτερον, μετά την εξέταση,  μιλούσε αποκλειστικά αυτός κι εμείς τηρούσαμε σιγήν ιχθύος. Και τρίτον, ήταν συναρπαστικός. Ιδίως στον Παλαμά, τον Σολωμό και τον Πλάτωνα, που ήταν οι αδυναμίες του, αρχινούσε την ανάλυση κι εμείς τον παρακολουθούσαμε χάσκοντες, κατεντυπωσιασμένοι απ’ τα βαθύτερα νοήματα και την υψηλότατη ρητορική του. Και οι μεν ιδεολογικές αναλύσεις του περιστρέφοντο σταθερά περί τις Υψηλές Ιδέες, όπως η Αλήθεια, η Δικαιοσύνη, η Πατρίδα και τα συναφή, τις οποίες πάντοτε κατάφερνε να ανακαλύψει, ακόμη και στα ποιήματα του Αθάνα, η δε ρητορική του εχαρακτηρίζετο από την δημοτική του και τα κεφαλαία.

Αυτά τα δύο ήταν εξ ίσου νεωτερικστικά για μας και επιπλέον η γλώσσα δυσνόητη και ύποπτη. Διότι εμείς ως τότε γνωρίζαμε επαρκώς την απλή καθαρεύουσα και το ότι η δημοτική είναι η γλώσσα των κομμουνιστών.

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ, 5η έκδοση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1989, Σελ. 154

 Φωτό: Leonard Freed