RSS

Category Archives: Κριτική, Ιφιγένεια Σιαφάκα: Στέλλα Δούμου, Χαμηλές οκτάβες (περιοδικό O Φαρφουλάς, τ. 17)

Κριτική, Ιφιγένεια Σιαφάκα: Στέλλα Δούμου, Χαμηλές οκτάβες (περιοδικό O Φαρφουλάς, τ. 17, Άνοιξη-Kαλοκαίρι 2014)

 

Ακόμη και τ’ άστρα
υποκλίνονται
μπρος στο σκοτάδι
που ζωγραφίζει καθρέφτη

Ι. Σ.

Το βιβλίο Χαμηλές Οκτάβες της Στέλλας Δούμου-Γραφάκου απαρτίζεται από δύο ποιητικές συλλογές: την ομώνυμη συλλογή, η οποία απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός το 2012, και τη συλλογή Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες.
Μιλώντας γενικά, η Δούμου χαρακτηρίζεται από ένα ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, που στιγματίζει την ποίησή της και την καθιστά αναγνωρίσιμη. Τα ποιήματά της ξεκινούν από το ρεαλισμό, για να επεκταθούν στη σφαίρα του υπερρεαλισμού και του μαγικού ρεαλισμού.


Η θεματική της, πλούσια, αντλείται από το χώρο του μύθου (Oδυσσέας, Κίρκη, Ανδρομέδα, Πασιφάη, Μανδραγόρες, Κοκκινοσκουφίτσα, Πινόκιο) και εμπνέεται από πρόσωπα υπαρκτά (Λάζαρος, Άννα Μπολέϋν, Λόρκα, Έιμι Τζέιντ Γουάινχαουζ, Ακεψιμά και Αειθαλά)∙ τέλος, άλλοτε είναι η ίδια που δημιουργεί χαρακτήρες με ευφάνταστα ονόματα, όπως αυτός της Ερμίνας ντ’ Επέστροφα. Κυρίαρχο ρόλο κατέχει η φύση και τα στοιχεία της επίσης∙ ωστόση η γραφή οδηγεί σε μία ιδιότυπη και έντεχνη πραγμάτωσή τους, η οποία απέχει από την κοινότοπη και νατουραλιστική επεξεργασία τους. Στην ουσία ο κόσμος της φύσης, διά μέσου της γλώσσας, ενδυναμώνεται για να δημιουργήσει ένα δεύτερο τοπίο μέσα στο ίδιο το τοπίο, αναδεικνύοντας και καταξιώνοντας το ένα μέσα στο όλον και αντίστροφα. Βρισκόμαστε ενώπιον της αισθητικής και φιλοσοφικής συνάμα αντίληψης του κόσμου, όπου η ενότητα και η ομορφιά αιχμαλωτίζονται αποκλειστικά και μόνον διά μέσου των αισθήσεων. Αυτή ακριβώς η ευαισθησία διαπνέει ολόκληρο το ποιητικό σύμπαν της Δούμου, δημιουργώντας υπερρεαλιστικούς πίνακες και σκηνές μαγικού ρεαλισμού με αξιοσημείωτα χρώματα και θεματική.

Η χρήση της μεταφοράς είναι έντονη, τολμηρή και ανατρεπτική. Η ποιήτρια μετουσιώνει τον χυδαίο και ανάξιο λόγου κόσμο σε κόσμιο κόσμημα, χωρίς ωστόσο αυτό το επίπεδο της γλωσσικής υπέρβασης να αποτελεί ένα απλό λεκτικό πυροτέχνημα στο χάος των ελεύθερων συνειρμών προς χάριν εντυπωσιασμού. Η Δούμου είναι ακριβής, οι στίχοι της έχουν σαφή αρχιτεκτονική δόμηση∙ κατασκευάζει, δεν εντυπωσιάζει με ανούσιες λεκτικές περικοκλάδες, για να εκτονώσει το ψυχικό πλεόνασμα, το οποίο, σε άλλες υπερρεαλιστικές αποφάνσεις και χωρίς να βρίσκει αποκούμπι, αναδεύεται ως έρμαιο στη γλώσσα. Οι δεύτεροι ήχοι, οι ήχοι που συγκρατούν τη λέξη τέμνοντάς την με τις βουλές του ασυνειδήτου βρίσκονται εδώ, για να μας δώσουν, με μαθηματική ακρίβεια, το νήμα της αποκρυπτογράφησης των ποιημάτων. Αρκεί να τους ακούσουμε. Δεν πρόκειται για αυτόματη γραφή αλλά για την ανάσυρση εκείνης της μοναδικής ασυνείδητης στιγμής, που εδραιώνει την ταυτότητα της Ποίησης, με μία μοναδική λάμψη, που ακυρώνει το θάνατο εγγεγραμμένη στο θάνατο.


Ο τρόπος γραφής άλλοτε είναι περισσότερο περιγραφικός, δημιουργώντας μικρά πεζοποίηματα (που παρουσιάζονται οριζόντια), ενώ άλλοτε αγκιστρώνεται στη φόρμα της σύντομης και μεστής ποιητικής απόφανσης, για να βρεθούμε ενώπιον ποιημάτων που γράφονται κάθετα.
Ο ρυθμός ποικίλλει, εναρμονιζόμενος με την εκάστοτε συναισθηματική κατάσταση.
Πιο συγκεκριμένα, στη συλλογή Χαμηλές Οκτάβες οι ποιητικοί τόνοι είναι χαμηλοί, ίσα που ακούγονται. Το ποίημα αναρριχάται σχεδόν ψιθυριστά, σαν να κάνει μία συνειδητή προσπάθεια να μην ενοχλήσει με την παρουσία του (άραγε ποιον;), αλλά να σταθεί διακριτικό σε ολόκληρο το ενδολεκτικό τοπίο που πλάθεται με αυστηρό σχεδιασμό έως το τέλος του ∙ τέλος όμως πάντα δυνατό, που ακινητοποιεί τον αναγνώστη, επισφραγίζοντας τη συνολική εντύπωση, και που τον αναγκάζει, ίσως και σοκαρισμένο, να το ξαναδιαβάσει. Ο λεκτικός στόμφος απουσιάζει, υπό την έννοια ότι οι λέξεις που επιλέγονται για να στηθούν οι φράσεις είναι απλές, καθημερινές και τα τοπία στην πλειονότητά τους ρεαλιστικά ή συμβολικά, χωρίς όμως να απουσιάζουν και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα όμως της σύνθεσης δεν είναι απλό, καθώς το ποίημα, σε αυτήν την περίπτωση, γράφεται στα ενδιάμεσα των λέξεων:

Καμιά φορά έπλεκε/ δαντέλες αρχαιότητας/ το καταλάβαινα από τον τρόπο/ που τα μάτια του γίνονταν/ δυο μωβ πεταλούδες (Μικρή φωλιά περιθωρίου)

Οι δαντέλες αρχαιότητας δίνουν νόημα στο ενδιάμεσό τους, στην παύση που ο νους οφείλει να κάνει για να συνδυάσει την τρυφερότητα, το ρομαντισμό και την ευελιξία του νήματος της δαντέλας, με το παγωμένο μάρμαρο, που υπαινίσσεται η λέξη αρχαιότητα. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι εδώ και μάλιστα, αν βλέπαμε τοπολογικά τη φράση, ακριβώς εκεί όπου του πρέπει. Στο κενό.
Ίσως η ποίηση της Στέλλας Δούμου να μας καλεί και σε πολλαπλές αναγνώσεις, για να αντιληφθούμε τον τόπο στον οποίο βουτά η λέξη, για να ανασύρει κάτι πολύ πιο βαθύ, στο οποίο κανείς έχει τελικά να αναγνωρίσει την προβληματική του υπαρξισμού και την αγωνία που τη συνοδεύει. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στην Προσευχή


Θεέ της γραφής, φύλαγέ με από τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια/ που μέσα τους θάβομαι ζωντανή γιατί/δεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα/ (ή προτιμώ να τη φάω, όπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα)

Εάν ο αναγνώστης προσπεράσει αφελώς της λέξη ζαχαρωτά (ζα:haro:τά), λέξη-κλειδί, όπως και τους συνδυασμούς που προκύπτουν εν συνεχεία, δεν θα αντιληφθεί τη σημειολογία των στίχων, στoυς οποίους δίνεται με εξαιρετικό τρόπο η ενόρμηση θανάτου που πραγματώνει την ποίηση και γεννά το ποίημα παρθένο και αθώο. Αυτήν ακριβώς την ιστορία, που εδώ η Δούμου μάς δηλώνει με την επιθετική στοματική πράξη, θα τη διαπιστώσουμε και στο πρώτο ποίημα της συλλογής, όπου ασχολείται με την καταστροφική λειτουργία του στόματος, του βλέμματος και τη μετουσίωσή τους σε Ποίηση που γαληνεύει το ομιλούν υποκείμενο και το εξανθρωπίζει – το καθιστά Άνθρωπο σε θέση να παλέψει με τα φαντάσματα και τις σκιές των όσων του έδωσαν μια πρώτη και ψευδεπίγραφη ταυτότητα:

Το δύστροπο βέλος του εαυτού /ησυχάζει τις νύχτες τούτες/ και δεν φορώ/ κανένα δαχτυλίδι προδοσίας/ στα δάχτυλα/ που άρμεξαν/ τους μικρούς θεούς/ των φυλλωμάτων./ Και /Το ποίημα το ξέρει./ Και γεννιέται ατάραχο. (Nύχτα στον Ελαιώνα)


Φορώ: Φ:oro / Δαχτυλίδι : Δαχτυλ:idi/ φυλλωμάτων: φυλλ:oma:των (βλέμμα και σώμα)
Άρμεξαν: αρ:me:ξαν (στόμα, υγρό και καταβροχθισμένο υποκείμενο)
Δύστροπο: Δύστρ:opo (οπή, άνοιγμα), βέλος: β:elos (υγρό, θάνατος)


Οι παραπάνω αναφορές συνιστούν μόνον ελάχιστα παραδείγματα, για να προσεγγίσουμε το τι ακριβώς συμβαίνει σ’ ένα τόσο πρωτότυπο και μαγικό ποιητικό σύμπαν, το οποίο επιτυγχάνει όχι μόνον να μην είναι παραληρηματικό, αλλά αντιθέτως ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στο αθέατο του τρομακτικού αλλά και υπαρκτού ταυτόχρονα, μετουσιώνοντας ποιητικά και αναβαθμίζοντας την τραγική ανθρώπινη μοίρα∙ φέρνοντάς την δηλαδή στο φως –αυτό είναι άλλωστε το χρέος κάθε δημιουργήματος–, μέσα από αποκαλυπτικές και ιδιαίτερες εικόνες που λειτουργούν διττά: τραβούν το πέπλο της φρίκης αλλά με λεπτότητα. Θα έλεγα ότι η ποίηση της Δούμου είναι τραγικά όμορφη, όπως άλλωστε και η ίδια η ανθρώπινη φύση.

~ /~/~

Ο υπαρξισμός και τα σημαίνοντα της πρώτης συλλογής επιστρέφουν με πολύ πιο έντονο τρόπο και καθαρά υπερρεαλιστικές δομές στη δεύτερη ποιητική συλλογή του βιβλίου. Οι Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες αποτελούνται από μία σειρά ποιημάτων που εστιάζουν στην περιπέτεια της ποίησης και στο εγώ του ποιητή∙ σ΄ έναν εσωτερικό μονόλογο πλήρους συνειδήσεως, που καθιστά τον αναγνώστη μέτοχο της ποιητικής πράξης. Σε ολιγόστιχα ποιήματα, όπως αυτά που ακολουθούν, και με τα οποία ανοίγει και κλείνει η συλλογή αντίστοιχα, έχουμε μία λιτή και άμεση εξομολόγηση

Μάθε με, Λέξη, /να μην σπαρταρώ όταν με κόβεις. / Δικός σου, ο ποιητής

Αν θέλω να μ’ αγαπήσετε για ό,τι γράφω/πρέπει να τραβήξω περόνη μέσα μου.


Ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με το ποίημα και τον εαυτό του. Η φύση είναι παρούσα ως μόνη μάρτυρας του μαρτυρίου, τα συναισθήματα έντονα: θυμός, ειρωνεία, αυτοσαρκασμός. Τα εξωτερικά τοπία μετατρέπονται σε εσωτερικά κι ο ποιητής ταυτίζεται με το σύμπαν, για να εκφράσει το ποιητικό του σύμπαν.

Δεν έχεις εκτίσει ποινές ουρανού/ σαν μελανόμορφη βαρυποινίτισσα/ ούτ’ έλιωσε στο στόμα σου/ κανένας κεραυνός της προκοπής. Μόνο φοβέρες. (Ενδόμυχη βροχή)

Ανήλικη νύχτα άλλου πλανήτη μάλλον /αφού τρώγοντας άστρα ωμά/ βουλιάζει το στόμα και / αποχτούν φτέρωμα/ οι ξεχασμένες κλειδώσεις. (Aurelia)

Ωστόσο μια μακρινή ραφή/ από τους αγγελότοπους ίσαμε / τα μοχθηρά πύρινα λιβάδια/ σπάει σε τόπους τόπους/ σύμμικτη τυραννία εκλύεται –/κλείνει σαν στρείδι και/ ανοίγει σαν λωτός (Σύμμικτη τυραννία)


Η πένα της Δούμου στη δεύτερη συλλογή καρφώνει τo στίχο με πολύ μεγαλύτερη ορμή απ’ ό,τι στην προηγούμενη. Άλλωστε και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής μαρτυρά ότι οι ήχοι και οι ρυθμοί ανέρχονται σε υψηλότερη κλίμακα. Τα ποιήματα ωστόσο δεν γίνονται σκληρά στην εκφορά τους, απλώς ο ποιητής σταυρώνεται, ευνουχίζεται και κατακερματίζεται για να υπάρξει αναγεννημένος:


Ανάδρομες λέξεις/ ψευδίζουν στο ημίφως. /Ο τελευταίος πυρετός/ μου ’φαγε τα πόδια/
στην οδοντωτή γραφή του ποιήματος./ Σε σκήτη νευρώνων εγκαταβιοί/ χλωροφύλλη ιλίγγου/ κι εκκρεμεί υπόγειο. (Αυτό που περπατούσε ε ί ν α ι)

Είπες: /«Κουμπί κι ασήμι/ σε μαύρη μπέρτα». / Τα είπες όλα εκτός/ φ ε γ γ ά ρ ι. / Κι αυτό ήταν ασυγχώρητο. /Ύστερα σε πήρε η νύχτα και/σε πέρασε στην αλυσίδα που κρεμάει τους ποιητές. / Και δεν τους ξαναβλέπεις πια παρά μόνον/ όταν στο στόμα έχει φυτρώσει ακέραιο το φεγγάρι/ όταν τα μάτια είναι θυμωμένες πλέον παπαρούνες/ κι έχουν στα πισινά τους την τρομερή του Κέρβερου τη δαγκωνιά. (Του σχήματος το ρίγος, Ι)

Συνοψίζοντας, οι Χαμηλές οκτάβες αποτελούν μαθητεία στην οντολογική ποιητική διάσταση, κοινό τόπο πολλών και σημαντικών ποιητών, που όμως κάθε φορά η ποίηση μας καλεί να τον επαναπροσδιορίσουμε και αναπόφευκτα να πάρουμε θέση. Η Δούμου χειρίζεται τη θεματική της με ιδιαίτερα εύστοχο και πρωτότυπο τρόπο, δημιουργεί το προσωπικό της σύμπαν, μας καλεί με αισθητική να το ανακαλύψουμε, ενώ ταυτόχρονα απαντά με «αγένεια» στο ασίγαστο αίτημα της ποίησης. Απροκάλυπτα και με προσταγή:

Γάζωσέ με Τώρα Μαύρε Χρόνε
σ’ έναν ύπνο σηπτικό.

Φωτογραφία: Natalie Panga

www.politeianet.gr/magazines/-periodika-o-farfoulas-teuchos-17-maios-anoixi-kalokairi-2014-233238

.