RSS

Category Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

beksinski

http://staxtes.com/2003/?p=1927

Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες,  «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας»  γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Ο Μαρίνος τους παρακολουθεί, αλλά δεν τους περιγράφει εγκεφαλικά και από απόσταση, αντίθετα τους ζωντανεύει. Με τη χειρουργική ακρίβεια του συγγραφέα, ο οποίος ακυρώνει τον «χρονολογικό» χρόνο της γραφής, φέρνοντας στην επιφάνεια τον προσωπικό χρόνο του γράφοντος, προσεγγίζει εκ των έσω με λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς τα πρόσωπα, καθιστώντας μας κοινωνούς και συμπάσχοντες του ανθρώπινου μαρτυρίου. Στην προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, δηλώνεται εξαρχής η πρόθεσή του –αποστολή μου είναι η διά της γραφής σταυρική ομιλία του ανθρώπου–,  με ένα απόσπασμα από την A´ Επιστολή προς Κορινθίους:  « (…) εάν το έργον τινός κατακαή, θέλει ζημιωθή, αυτός όμως θέλη σωθή, πλήν ούτως διά πυρός».

BeksinsiΤο βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να κάνει ούτε πολιτικοοικονομικές προσεγγίσεις της σύρραξης ούτε να αποδώσει ευθύνες και απέχει πολύ από το να ενταχθεί στην κατηγορία του οποιουδήποτε είδους που ασχολείται με την Ιστορία, ανιχνεύοντας τις αιτίες, τις αφορμές και τα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Κέντρο είναι ο άνθρωπος ως θύμα των πολιτικών χειρισμών, ενώ ο πόλεμος συνιστά αφορμή για να ειδωθεί το ανθρώπινο τοπίο συνδιαλεγόμενο με το τοπίο της φρίκης και της βίας – ένα τοπίο που θα μπορούσε κάλλιστα είτε να μην ταυτοποιείται, διασχίζοντας έθνη και εποχές μέσα στο χρόνο, είτε να μεταλλάσσεται παίρνοντας μία διαφορετική μορφή σύγχρονης πολεμικής βίας,  όπως αυτής του οικονομικού πολέμου, που ζούμε όλοι μας σήμερα.

Η πλοκή είναι στοιχειώδης, όπως θα ανέμενε κανείς, σε ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το χωρόχρονο, διαγράφοντας την πορεία των εσωτερικών τοπίων και των χρόνων των ηρώων ενταγμένων σε ένα εξωτερικό χωροχρονικό πλαίσιο παγιωμένο και αναλλοίωτο από την επαναληπτικότητα στιγμιοτύπων της ίδιας ακριβώς τάξεως, τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε από το ένα πλάνο στο επόμενο, κρατώντας όμως αδιάρρηκτα τα δομικά στοιχεία που τα συγκροτούν σε ολότητα. 

Ο τόπος της μυθοπλασίας είναι κλειστός και συμπαγής, ο χρόνος εσωτερικά ακυρωμένος. Είτε μιλούμε για τους ήρωες είτε για το περιβάλλον τους. «Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι’ αυτούς. Ήταν σαν παγωμένο φίδι που είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί σε μία απάνεμη γωνιά αδιαφορώντας για τις μέρες που περνούσαν και για τις νύχτες που γεννιόνταν από το δέρμα του ουρανού. Όλη αυτή η μονόδρομη αλληλουχία των λεπτών και των ωρών που κάποτε όριζε τη ζωή τους, τώρα ήταν απλώς ένα στοιχείο του δρόμου ανάμεσα στα πολλά που όφειλαν να προσέχουν».

beksinski imagesΑυτοί ακριβώς είναι οι δύο άξονες της μυθοπλασίας, που μπαινοβγαίνουν διαρκώς ο ένας μες στον άλλον: o άνθρωπος και η φύση, η φύση του ανθρώπου, η φύση ως αντανάκλαση του ανθρώπου: «κόλλησαν πάνω στον ισχνό κορμό του σαν ντροπαλές παραφυάδες/ όλος ο τόπος είχε γεμίσει από ροζιασμένες ρυτίδες που αναδύονταν από τη βάση τους καπνιά και όξος/Oι σκιές τους πλέον δεν ήταν σκιές ανθρώπων. Ήταν ρωγμές που ορθώνονταν ξέχωρες πάνω στο ερεθισμένο σώμα», και ο αναγνώστης δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τη σκληρή ψυχική πορεία των ηρώων, ταυτιζόμενος, μέσα σ’ ένα τοπίο δαντικής κόλασης που δεν υπόσχεται διέξοδο.

beksinski1985_002276

Ο Μαρίνος, έχοντας φέρει στο προσκήνιο το μηχανισμό της ακύρωσης του άλλου ως υποκειμένου, μας καλεί να παρακολουθήσουμε και να ενθυμηθούμε το χρόνο της δικής μας ύπαρξης, το χρόνο όπου η Ανάγκη και η ζωώδης ανθρώπινη φύση είχαν την πρωτοκαθεδρία, προτού ο «πολιτισμός» μάς ονοματίσει επιθυμούντα υποκείμενα. Μήπως το απωθημένο επιστρέφει πάλι σήμερα, μήπως ο Άλλος εκπίπτει και επανέρχεται χωρίς κανένα όριο και με άλλη πλέον μορφή στο παγκόσμιο σκηνικό;  «O στρατιώτης τούς είπε αντίο σηκώνοντας ψηλά στον ουρανό το όπλο του και βγάζοντας μια πένθιμη κραυγή πληγωμένου θηρίου». Μήπως ο πολιτισμός είναι η μεγαλύτερη φενάκη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα;  Kαι τι θέση έχει μέσα στη νουβέλα το όνειρο του πατέρα με την κανιβαλική θέση του απέναντι στο τσουκάλι όπου βράζουν τα κεφάλια της γυναίκας και του γιου του; «Kαι εκείνος όλο να ανακατεύει και να δοκιμάζει με την άκρη της γλώσσας του το νερό αν θέλει αλάτι ή λίγο παραπάνω λάδι. Όταν πλέον είναι σίγουρος πως το πράγμα βαίνει καλώς, χαιρετάει τα κεφάλια, κλείνει το καπάκι και… ξυπνάει». Ο  Μαρίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. 

Beksinski-x42Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου τεχνικού ξεδιπλώματος της αφήγησης, με την εναλλαγή και τη συνομιλία της εξωτερικής και της εσωτερικής πραγματικότητας,  που τηρείται από την αρχή έως το τέλος της νουβέλας, είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργείται και παίζει με όλες τις αισθήσεις: μουντά χρώματα, συριγμοί, υπόκωφοι κρότοι κι οσμές ενός ακινητοποιημένου χρόνου στον οποίο οι ήρωες ίσα που ανασαίνουν θάνατο σε μιαν ήδη πνιγηρή ατμόσφαιρα, στην πορεία τους να συναντήσουνε τη θάλασσα, μια μήτρα που θα τους προστατεύσει αλλά και που θα τους ακυρώσει την ίδια ακριβώς στιγμή.

beksinskiOΜε αυτόν τον τρόπο ο Μαρίνος δεν γράφει απλώς, αλλά δημιουργεί έναν τεράστιο πίνακα, που συνειρμικά με οδήγησε στους πίνακες του Beksinski. Το εξωτερικό τοπίο έχει γραμμές για να εντάξει όχι απλώς ανθρώπους αλλά όγκους σωμάτων. Το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφονται με ακρίβεια οι βιολογικές λειτουργίες σε σχέση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και σε συνδιαλλαγή με το φυσικό τοπίο.  Το τοπίο και το σώμα των ηρώων βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία,  μπαινοβγαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο διά μέσου της γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η καλή πεζογραφία και η ποίηση γράφονται με το σώμα επίσης ή καλύτερα από τον τόπο όπου το σώμα εγγράφεται μέσα στο κενό.

Ο Μαρίνος έχει το χάρισμα της γραφής, γνωρίζει τη μαγική λειτουργία των λέξεων και δεν διστάζει να τις χρησιμοποιεί, για να αναδείξει τους όγκους  που κάθε λέξη εγκιβωτίζει αποκλειστικά και μόνον όταν βρεθεί στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη λογοτεχνία. Το κείμενο του Μαρίνου, κατά την άποψή μου, δεν είναι ποιητικό (όπως θα μπορούσε να ειπωθεί): είναι απλώς άκρως λογοτεχνικό κι εντάσσεται σε μία μακρά παράδοση λογοτεχνικής παραγωγής, που αφενός γνώριζε και αφετέρου σεβόταν τη λειτουργία της τέχνης του λόγου.

beksinski_obraz_wroclaw [data nieznana]H ακριβής περιγραφή, που αποφλοιώνει το «πράγμα» για να το επαναπροσδιορίσει με διαφορετικά μέσα, επιτρέποντάς του να μιλήσει μετουσιωμένο την πραγματικότητα που το όρισε ως τέτοιο, δεν είναι χαρακτηριστικό της ποίησης, είναι χαρακτηριστικό του ταλαντούχου γραφιά, είτε αυτός ονομάζεται πεζογράφος είτε ποιητής και ο οποίος  αγκιστρώνεται με την ευθύνη και τη συνείδηση, που το ταλέντο του χαρίζει, στο τέλος, στο σκοπό της λέξης του: «Ύστερα, καμπουριαστός και απόκοσμος, μια γιγάντια λερωμένη νυχτερίδα που ξελεπιάστηκε απ’ το κουκούλι της μέρας, χώθηκε σε μια σκουριασμένη τρύπα στην άκρη του λιμανιού και εκεί έμεινε στο βαθύ σκοτάδι μέχρι να έρθει να τον βρει το τέλος του». 

                                  Πίνακες: Beksinski

Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.