RSS

Category Archives: Aποσπάσματα και προδημοσιεύσεις από το βιβλίο

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

.

Mόλις κυκλοφόρησε              

             

Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες;  Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Ποια είναι η νέα μέθοδος Πλεκτού της γηραιάς αράχνης αυτοκράτειρας, ποια πλεκτάνη κρύβεται στους νέους τρόπους διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας του Πλεκτού και πώς θα αντιδράσουνε τα ζώα;

 

Αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα αναζητούν απάντηση σε 27 «αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων».  Κοινός άξονας των ιστοριών είναι οι ανάδρομες κινήσεις της σκέψης των ηρώων: αν και δρουν σε διαφορετικές σελίδες μυθοπλασίας —ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές, σε αυτές του παραμυθιού ή του εσωτερικού μονολόγου, στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού ή στο  χώρο που το επέκεινα της ποιητικής προσέγγισης επιφυλάσσει—, όλοι οι ήρωες προσεγγίζονται ως θύματα και θύτες ταυτόχρονα μίας «πλεκτάνης».

Άλλοτε κινούνται κατακερματισμένοι στο χωρόχρονο, άλλοτε συμβολοποιούν την πτώση τους, ενεργώντας εν αγνοία τους, κι άλλοτε, σε μία ύστατη προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, έντρομοι ανακαλύπτουν. Η γλώσσα τους παρακολουθεί στενά, ανάδρομα και με διαφορετικό επίσης τρόπο, για να τους προσδιορίσει ως φορείς ενός μοναδικού και ιδιαίτερου κάθε φορά λόγου, ο οποίος επιχειρεί να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, να τους αποκρυπτογραφήσει και να τους καταγράψει εντέλει με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.

 
Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η σούπα (στη Θράκα, e-περιοδικό)

Δημοσίευση 28. 5. 2013

http://thraka-magazine.blogspot.be/2013/05/h.html

Gilbert_Garcin_213Όταν σουρουπώνει σέρνεται από νύχτα το μυαλό του. Φοράει τις μαύρες κοτλέ παντόφλες του, μία χλωμή ανία στις εκφράσεις και μια φαγούρα ιδιόρρυθμη, που ξεκινάει σαν χάδι από την πλάτη, γίνεται ανατριχιαστική στα πισινά και μυρμηγκιάζει, εντέλει, ολόκληρο το σώμα. Ο Λούκας  πασπατεύεται ανήσυχος,  και με τις δυο παλάμες, και ταμπονάρει τραύματα αόρατα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χαστουκίζουμε έναν άνθρωπο αθώο, όταν είναι πολύ άγουρες ακόμα οι αιτίες στο μυαλό, και αναζητούνται επειγόντως επισημάνσεις καθοδήγησης. Προχθές, ωστόσο, αγόρασε ένα μικρό καλάθι με φράουλες θερμοκηπίου. Το πιγούνι μου είναι εντάξει μόνον, σκέφτεται ανακουφισμένος, και το αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων, προσεκτικά, σαν να φοβάται μη ραγίσει. Πολύ καλά! Tο έχει καταφέρει, έβαλε μάλλον τα δυνατά του απόψε, και το πιγούνι στέκει άτρωτο  στην ψύχρα του παράθυρου. Το χνώτο, δες, δημιουργεί και μιαν εξαίσια ομίχλη γύρω από το τζάμι. Είναι δημιουργικός με κάτι τέτοια, κυρίως υπαρκτός, υπέροχα! μπορεί να στρέψει τώρα το βλέμμα αργά και ασφαλής προς το φανοστάτη.

Surrealist-Photo-Manipulation-Tommy-Ingberg01 Ο φανοστάτης, αυτή την εποχή, ανάβει στις 18.35, στις 18.40 η κυρία Μάινς, φωτιζόμενη, βάζει το σκύλο να κάνει στο φράχτη των Τρέιβερς πιπί του, ενώ, την ίδια περίπου ώρα, ο Φιλς αφήνει μια σκιά, καθώς γυρνάει στο σπίτι, ύστερα από το Κολλέγιο, φορτσάροντας το βαριεστημένο βήμα του με τα καπρίτσια καμιάς νέας γκομενίτσας, που σέρνει από το χέρι για να περάσουνε τη νύχτα. Ο Λούκας είναι πεπεισμένος ότι ο Φιλς φέρνει μαζί του πάντα νεαρά κορίτσια με χοντρές γάμπες και στητά βυζιά, γιατί το σπίτι του βρίσκεται στην πιο βολική γωνία σε όλο το τετράγωνο. Οι γυναίκες είναι σπίτια, σκέφτεται, αν είχα χρήματα θα είχα αγοράσει εγώ το γωνιακό του Φιλς σε κείνη τη δημοπρασία.

LEGS 579504_421165821316134_716991576_nΒλέπει στο δάσος κι έχει ανοίγματα παντού, το δικό μου δεν είναι ούτε ανοιχτό στο θέαμα ούτε έχει ανοίγματα πολλά, μια μικρή πρόσοψη τεσσάρων μέτρων σού επιβάλλει απλώς μεγάλο βάθος και απόσυρση στα ενδότερα που λέμε. Γιατί επέλεξα αυτόν το σκοτεινό πράσινο χασέ για τις κουρτίνες; έτσι κι αλλιώς δεν κάνει δάσος! ν’ άλλαζα χρώμα άραγε; ύφανση επιπλέον; θα ’παιρνε διαφορετική φινέτσα η διάθεση; o Φιλς έχει λεπτές κουρτίνες σε σομόν, γαλάζιο και κορίτσια συν τοις άλλοις!

Στις 18.55 το τρένο σφυρίζει την τελευταία αναχώρηση απ’ το Τλέισον, κι ο Λούκας βλέπει τώρα το πίσω μέρος του να σέρνεται αδιάφορα πάνω στη στροφή. Δείχνει τον κώλο του το τρένο, ε;  Ό, τι είναι να φύγει, γυρνάει τα σιδερένια του οπίσθια, ερήμην, καμιά συνείδηση δεν έχει μπράτσα να τιθασεύσει το αλλότριο, και στο σημείο όπου κόβει το μάτι του Λούκας τον ορίζοντα, τελειώνει και το Τλέισον, ίσως να σβήνει κι ολόκληρος ο κόσμος μες στην ανεπίσημη βραχνάδα των λιγνών δέντρων, που θροΐζουν στη στροφή, όταν το τρένο τα αγγίζει, και δυναμώνει τη φαγούρα του στο σώμα.  Η στύση που του κρατάει το παντελόνι από το χέρι, σκέφτεται ο Λούκας πως τον αποζημιώνει για την απώλεια του τελευταίου βαγονιού από το οπτικό πεδίο του, κι ο σκύλος της κυρίας Μάινς είναι ευγενής, διότι κατουράει πάντα με ακρίβεια τα δέντρα, δεν πέφτει ούτε μια σταγονίτσα στο τσιμέντο. Μπράβο, καλό σκυλάκι, πώς τα κατάφερες και σήμερα, υπέροχα!

644728_154297144712558_58764919_nΗ κυρία Μάινς μάλλον τον έχει εκπαιδεύσει να είναι δημοσίως ευγενής. Έχει ωραία οπίσθια, από εκείνα τα πλατιά, που η βάση τους σου δείχνει απαρέγκλιτα το δρόμο προς την τρύπα, δε χάνεσαι με άστοχες κινήσεις μέσα στα σεντόνια, κι  ένα προσεκτικό σμίλευμα οπισθίων θα έχει προεκτάσεις, σίγουρα, σε αυστηρές δομές που αφορούν και την εκπαίδευση του σκύλου. Ο Λούκας πιστεύει πως τα σκυλιά μοιάζουν πολύ στ’ αφεντικά τους, κι ελέγχει πάλι το  πιγούνι του. Είναι σε φόρμα ακόμη, δεν κινδυνεύει να χάσει το πολύτιμο κομμάτι του, κι αναθαρρεύει εξαπίνης μία σφοδρή επιθυμία για μια σούπα με φρεσκοκομμένο λάχανο, μεγάλα λουκάνικα από χοιρινό, πράσο και μυρωδικά, αντζούγιες, καυτερά και λίγη κρέμα γάλακτος για ν’ ανασαίνει το υγρό. Τρώει πολύ τα αλμυρά, του αρέσει τα βράδια να ξυπνάει για νερό, είναι μια παιδική ανάμνηση που αρνείται να αποχωριστεί, δηλώνοντας έτσι τη σταθερή αγάπη για το σπίτι που μεγάλωσε. Πάντα η μητέρα μεριμνούσε για ένα μικρό κιτρινωπό λαμπάκι να μένει ανοιχτό, κι ο Λούκας δε φοβόταν καθόλου στο διάδρομο. Η ανάμνηση αυτή, όπως κι όλος ο χρόνος που γίνεται απόνερο στο χώρο, τον παλουκώνει εδώ, κι ο Λούκας προσφέρεται λιγότερο επιρρεπής σε σχεδιάσματα απόσχισης από το ξένο σώμα το γεμάτο με ακάνθινους πολίτες. Αν και δεν το παραδέχεται ο ίδιος, το Τλέισον είναι ό,τι τον καθηλώνει σ’ αυτήν τη μη ιάσιμη φαγούρα μπρος απ’ το παράθυρο όταν σουρουπώνει. Τίποτε δεν έχετε, κύριε Στέισον, είστε απολύτως υγιής, του είπε ο γιατρός.

Gilbert_Garcin_120 Το τρένο ακούγεται ν’ αγκομαχά έναν ηχητικό λαβύρινθο στις ράγιες, καθώς ορμάει για το τούνελ, αλλά το σφύριγμά του είναι υπερβολικά συριστικό απόψε για τον Λούκας, και του χαλάει τη διάθεση. Πιστεύει πως, τουλάχιστον, το τρένο οφείλει να είναι ευτυχισμένο. Αυτά είναι! Αυτά, πού να τα πάρει ο διάολος! Tα ξαφνικά που ’ρχονται να σου ανατρέψουν με το έτσι γουστάρω την εικόνα που έχεις για τα πράγματα, για σένα, μπορεί και για τα δύο. Αυτός το έχει ξεκαθαρίσει πάντως : δεν είναι με τίποτε το τρένο, είναι οπωσδήποτε ο Λούκας! Οπωσδήποτε; Eίναι μήπως αυτός τα πράγματα, τα πράγματα μήπως αυτός,  προς ποια κατεύθυνση οφείλει να κοιτάξει; Μια σκοτοδίνη του ’ρχεται, ελέγχει το πιγούνι, το σπίτι του Φίλς δεν είναι δικό του! και στο τούνελ δεν θα τολμούσε να μπει αυτός ποτέ μονάχος ούτε να σφυρίξει. Αγγίζεται  κι ανακαλύπτει πώς κρατιέται πλέον ετοιμόρροπος από μια στύση πολύ απελπισμένη. Πώς να πιαστεί για να βαδίσει από ένα άτρωτο πιγούνι μόνον, με τι κουράγιο να κόψει λάχανα, να τηγανίσει τα λουκάνικα, ν’ ανοίξει τις αντζούγιες, να βγάλει κατσαρολικά, και να λουφάξει   στον αλμυρό πολτό, που του εγγυάται ασφάλεια τα βράδια; Θα φάει, καλύτερα, μιαν άλλη σούπα, πιο πεπερασμένη, δηλαδή, θα ζεστάνει μια έτοιμη σούπα σε κουτί, με κρεμμύδια, τομάτες και λίγη κολοκύθα. Του πέφτει λίγο ξινή, αλλά αναθαρρεύει στη σκέψη πως δεν του κάνει και μεγάλο κόπο να προσθέσει δυο τρία μαύρα παξιμάδια!

 LEGS ae169310Η κυρία Μάινς θα δειπνήσει, άραγε, απόψε; Πρέπει να τρώει πάντως λιπαρά για νά ’χει τόσο όμορφα οπίσθια! Το διαπίστωσε τότε που τη συνέτρεξε με τις χυμένες αγορές μίας σκισμένης οικολογικής χαρτοσακούλας, τζέντλεμαν! τότε που ανταμείφθηκε δεόντως από την τύχη να κρατήσει στα χέρια του πράγματα τόσο πολύ δικά της: μπέικον, καπνιστό μπούτι χοιρινού, λαρδί,  βούτυρο, ω, αυτές τις λιπαρές ομορφιές του ουρανίσκου, που άφηναν μες στο σελοφάν μια πινελιά φρεσκογυαλισμένου κάδρου γύρω από τις τόσο κομψές βελούδινές της γόβες! Του έκανε τότε εντύπωση η ποσότητα, και σκέφτηκε, τείνοντας διακριτικά το χοιρινό προς τη μεριά της, όταν εκείνη έσκυβε για να μαζέψει το λαρδί της και όταν εκείνου του ήρθε η μεγάλη όρεξη να τη χουφτώσει,  πως μάλλον θα πρέπει να ταΐζει και το σκύλο με αυτά. Κι αν γινόταν αυτός ο σκύλος της κυρίας Μάινς;

 dogs Gilbert GarcinGG01Xαζομάρες του περνούν συχνά απ’ το μυαλό.O Φιλς θα τσιμπήσει, άραγε, με το κορίτσι του απόψε; Δεν κρατούσε τίποτε που να προδίδει πως κουβαλούσε τρόφιμα μαζί του, θα έφαγαν, προφανώς, στη λέσχη, μόνο το χέρι της κοπέλας είχε ελαφρά στα δάχτυλά του κλειδωμένο. Έτσι όπως περπατούσανε στο δρόμο ήταν σαν νά ’διναν τόπο για τη χώνεψη κυρίως, κανένα στραβοπάτημα, η κίνηση ήταν νωχελική και αεράτη, τα στραβοπόδαρα του Φιλς,  στο  ξεβαμμένο τζιν σφιχτοδεμένα, πατούσαν στο έδαφος γερά, και το κορίτσι φορούσε μία απλή ριχτή μαύρη μπλούζα από βαμβάκι, που την ανέμιζε λίγο ο αέρας.Το παντελόνι τον σφίγγει πολύ στη μέση ξαφνικά… κι αν φόραγε  το μαύρο με το φερμουάρ, το πλέον άνετο που έχει, είναι πλυμένο, όχι μάλλον;  Όλα τα παντελόνια που έχουν κουμπιά και σούστες ασφαλείας τού πειράζουνε τη μέση, τον ενοχλούνε στο στομάχι και τον περιορίζουν στον καβάλο. Απόψε θα ’χει μια συχνουρία ανελέητη και, επιπλέον, θα δώσει μάχη με τα κουμπιά του και το φούσκωμα. Γι’ αυτήν τη σούπα, θα του επιβάλει να γεμίσει το στομάχι με νερό, τρις και κατά συρροή, και όχι μία μόνον, όπως θα έκανε με τη χορταστική του λαχανόσουπα.  Να ξεκουμπώνεται, ίσως, σιγά σιγά; Του μένει άλλος δρόμος; Πώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από την ηχηρή εντύπωση του τρόμου που του διακίνησε το σφύριγμα του τρένου; Δεν είναι οι λεπτομέρειες που ακυρώνουν τις στιγμές, γιατί είναι αυτές που λένε με άλλο όνομα τα πράγματα από αυτό που είθισται  αναληθώς οι λέξεις να δηλώνουν; 

Gilbert_Garcin_251Η κυρία Μάινς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της, κι ο σκύλος ορμάει χοροπηδώντας μέσα, ευχαριστημένος προφανώς από τη βόλτα και το επιτυχές πιπί του, ο Φιλς σβήνει το μεγάλο φως κι ανάβει ένα μικρότερο, μάλλον πορτατίφ, μπορεί να θέλει να κατεβάσει τώρα και την κυλόττα της κοπέλας. Τι χρώμα κυλόττα να φοράει το κορίτσι; Ο Λούκας σκέφτεται πως θα φοράει μία βαμβακερή λευκή με χρωματιστά λάχανα και πιπερίτσες σαν κόκκινη βροχούλα, ε, βέβαια, οι πιτσιρίκες είναι πολύ καπάτσες για ν’ ανοίγουν έτσι την όρεξη στ’ αγόρια! Αλλά, για… για… μια στιγμή… γιατί ο Φιλς σβήνει όλα τα φώτα και γιατί, α όχι! η κυρία Μάινς δεν γυρίζει να κοιτάξει καθόλου πίσω της τώρα που κλείνει την εξώπορτα, ξέχασε πώς o Λούκας υπήρξε ευεργέτης; γιατί ο φανoστάτης τρεμοπαίζει ξαφνικά και πώς τα δάχτυλά του κυλιούνται με τρέμουλο ανισόρροπο πάνω στα κουμπιά του για να κερώσουν, στο τέλος, μονομιάς;  Λούκας Στέισον, Λούκας Στέισον! βουίζει στ’ αυτιά του της μητέρας η φωνή, που μόλις βάζει το κιτρινωπό λαμπάκι στην πρίζα του διαδρόμου, είναι ευπρεπές ν’ ανακαλύπτεις ξαφνικά πως δε φοράς σήμερα σώβρακο καθόλου, όταν ακόμα και οι σκύλοι φροντίζουν να μην αφήνουν ούτε ένα σταγονίδιο αμμωνίας στο μαλλί τους ούτε στο τσιμέντο;

Gilbert_Garcin_199

Ευτυχώς, σκέφτεται ο Λούκας, κι ανατριχιάζει στην ιδέα, που η κυρία Μάινς δεν είναι παρούσα, τι ντροπή! και η κοπέλα του Φιλς δεν είναι δική του, τι θα επιδείκνυε σε κείνη; είναι και το σαγόνι, το μόνο στήριγμά του, που νιώθει πλέον ασταθές κι αυτή η ολοκαίνουργια φαγούρα που γαργαλάει το πρόσωπο μαζί μ’ ένα ζεστό χυλό που τρέχει από τα μάτια. Gilbert_Garcin_076Ο κόσμος θολώνει γύρω, στο παράθυρο φτιάχνεται πάχνη απ’ το χνώτο μεγαλύτερη, μόλις που διακρίνεται την τελευταία στιγμή, όταν η λάμπα του φανοστάτη κάνει ένα τσικ, και πέφτει στο σκοτάδι όλο το δωμάτιο. Με τι κουράγιο, ε; χωρίς κανένα πλέον δεκανίκι να συρθεί ως την κουζίνα, για να ετοιμάσει ο Λούκας Στέισον τη σούπα, που μέσα στα υγρά της σχεδίαζε να ρουφηχτεί απόψε;     

_

___

.


 

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

To σημάδι (e-περιοδικό Στάχτες)

To σημάδι (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/05/to.html

Χ

θες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.
Σημάδι.
Μία, δειλά.
Μια δεύτερη λίγο.
……………….
______________________________
 

Tags: ,

Image

Ακούστηκε… (e- περιοδικό bibliothèque)

Ακούστηκε...

http://bibliotheque.gr/?p=19718

Στης  δύσης.30 ακριβώς, ώρας φτιαγμένης από το χώμα των νεκρών, κι εγγυημένα τρίτης Παρασκευής του μήνα Σεπτεμβρίου, του έτους χίλια και εννιακόσια και κάτι νούμερα υπέρ αναπαύσεως των καιρών, λίγο πριν κλείσει η εβδομάδα το κουτί των τετριμμένων φρυγανιών με μαρμελάδα τριαντάφυλλο, μέσα σε  γυάλινο διαφανές βαζάκι φτιαγμένο με το χέρι και λίγους κόκκους από άμμο στη θέση του αμύγδαλου «Φίλα με, Ρόζα!»  ακούστηκε.biblio

Εκείνες τις ημέρες είχε μικρά από αέρα ανακατέματα η θάλασσα, κι έτσι κριτσάνιζε  αρχαίες ιστορίες από άμμο στα σωθικά τη γλύκας από φύλλα τριαντάφυλλο. Μέσα σε κόκκινο σιρόπι  μια γλύκα λίγωνε ό,τι σπασμένο γύρω απ’ το μεδούλι κι αναρριγούσε μνήμες σ’ επιτύμβια σωμάτων μέσα σ’ άλλα. Κι εκείνη η μαρμελάδα τριαντάφυλλο έφθασε, ναι, αλήθεια, σαν ένα μαντάτο σωτηρίας από το Μοναστήρι στης δύσης και τριάντα, όταν η ώρα τύλιγε το χώμα της πλαγιάς, μαύρο, σε κόκκινη σινδόνη, κι άφηνε μπλάβα χειροποίητη κουβέρτα σ’ ένα  ερωτικό τρεμούλιασμα  στη θάλασσα επάνω. Ήταν η ώρα που σώματα πάντα αναχωρούν απ’ τα δερμάτινα σαρκία να συναντήσουν άλλα σώματα, και αναρριγούν μια ζέστα κι ένα αλάφρωμα, όπως τα βρέφη τρυφερά και ροδαλά αναστενάζουν θνησιγενή απόλαυση από γάλα. Έτσι μόνον η αθωότητα αρμέγει θάνατο να διατελέσει βρέφος εν ζωή.

Εκείνη λοιπόν την ώρα, την ώρα των εκλεκτών πενθών της ομορφιάς, κατέφθασε ένας νάνος μοναχός από το Μοναστήρι —  λευκό, στεντόρειο, λυγερό, με μιαν υποψία εγκατάλειψης που φανερώνουν οι ασβεστωμένοι τοίχοι στην πλαγιά,  κουρνιάζει μόνον ησυχία για πτερόεσσες ψυχές και κόρακες και οσμές από θυμάρια και φουρνιστό ψωμί και μνήμες που γίνονται σκιές πάνω στους τοίχους, αγαπημένα όλα όπως το μαύρο γάλα που άφθονο ακόμη ρέει από τα σωθικά του Τσέλαν.  Εκεί σ’ αυτό το μοναστήρι παρασκευάζεται  η μαρμελάδα τριαντάφυλλο, πάνω σ’ αυτόν το βράχο, που λιώνει με βάρος μες στη θάλασσα όλος εγκαύματα από φως την αγριάδα και το κτήνος του ανθρώπου: το βάθος δεν υπόσχεται ανάνηψη, μόνον επιστροφή από άλλον δρόμο ακόμη πιο βαθύ, σ’ άλογα σταυροδρόμια παραλόγου.biblio

Μ’ ένα, λοιπόν, ιμάτιο λευκό, κουτσός, ξυπόλητος, με πόδια που καλπάζανε ανισόρροπα στο χώμα, με πρόσωπο ολόλευκο σαν μνήμα, μπλε γουρλωμένα μάτια —εξείχαν σαν δυο κατάρτια σταυρωτά αποκαθήλωσης Κυρίου—  και μ’ ένα κόκκινο σημάδι που χώριζε τα φρύδια, κατέφθασε  ο μοναχός ο νάνος, ο τραυλός σε όλα τα τροπάρια, γνωστός στους πάντες με το ωραίο παρατσούκλι το χαρμόσυνο το «Πεθαμένο Χελιδόνι», που περπατάει (γελάγανε τα κτήνη) στη θάλασσα επάνω.

Η ξύλινη πόρτα της καλύβας ήταν ανοιχτή. Μία μικρή λάμπα μόνον αναμμένη. Έσουρε λίγο τα χαλασμένα πόδια του σαν να τα σκούπιζε στην άμμο, σταμάτησε, γέρνοντας το κεφάλι προς τα εμπρός, σαν να έψαχνε βόμβο μύγας μες στην ησυχία. Είδε, κρατώντας την ανάσα.  Αριστερά μία ψάθινη καρέκλα, μ’ ένα αμάνικο φόρεμα λευκό και κόκκινο γιακά κι ένα κουτί γαλάζιο όπου πετούσαν χελιδόνια. Από αυτά που βάζουν τα καπέλα ή τίποτε αν δεν υπάρχουν πια καπέλα ή κουτουλάνε όλα τ’ αποφόρια από μνήμες, σακατεμένα απ’ την απόγνωση. Είδε, λοιπόν,  κι έκανε α! και μία σκοτωμένη κατσαρίδα που την φλερτάρανε μυρμήγκια πάνω στον φραμπαλά του φουστανιού. Γυναίκα! σκέφτηκε ο έρμος κι έσφιξε στο στέρνο τη φρέσκια μαρμελάδα, σαν να έκανε δέηση, προφέροντας λόγια τραυλά, τρεμουλιαστά, ζεστά που λένε στα τρισάγια. Δεξιά μία κρεμάστρα με ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό βρακί βαμβακερό, μία αμάνικη φανέλα, ένα κασκέτο. Έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός όπως όταν φαντάζει απίστευτο ό,τι μακελεμένο από τα μάτια. Κι ένιωσε να τον καίει ανάμεσα στα φρύδια το σημάδι. Είχε σταθεί πια στο κέντρο της καλύβας — πάνω στο μαύρο χώμα μία σαγιονάρα πλαστική κι ένα χάρτινο χελιδόνι από αυτά που φτιάχνουν τα παιδάκια στο σχολείο.  Δικό μου είναι! σκέφτηκε. Απέναντι ένα ρολόι τοίχου, μέσα σ’ ένα τετράγωνο κουτί, σαν και αυτά που φύλαγαν στο παρελθόν τα τρόφιμα με σήτα. Σταματημένο, γιατί απουσιάζανε οι δείκτες. Στο κέντρο ένα κρεβάτι απ’ όπου  «Φίλα με, Ρόζα!» ακούστηκε, στης  δύσης και τριάντα ακριβώς λίγο πριν κλείσει η εβδομάδα κι ανοίξει το φθινόπωρο βεντάλιες για τους αέρηδες που επρόκειτο να εισβάλουν στο νησί.

Αυτό.
Ακούστηκε…

biblio

Έτσι απλά, τόσο απαλά με τη λεπίδα του αναπόφευκτου «φίλα με, Ρόζα!». Σαν την προστακτική μιας νοσταλγίας ακάματης. Ο Φερδινάρδος αυνανιζόταν στο κρεβάτι. Και κοίταζε ίσα στο κόκκινο σημάδι το Πεθαμένο Χελιδόνι. «Φίλα με, Ρόζα!» του ξανάπε, ετούτη τη φορά σαν να έγραφε με κόκκινο κραγιόν κάτι επάνω σε σελίδα, που είναι ταγμένη κι άγραφη ακόμα να διηγείται ιστορίες, «φίλα με, Ρόζα!» στο ιδρωμένο μέτωπο ρίγησαν δύο ατίθασες ρυτίδες απαρίθμησης  θαυμάτων και ύστερα δυνάμωσε ο ήχος στο κρεβάτι, «κι άλλο, Ρόζα, ω κι άλλο…» πετάρισε η σελίδα, τσακίστηκε στα τζάμια, πότισε μ’ έναν σπινθήρα ενέργειας ως και το χώμα της παράγκας  «Ρόζα, ω…»  Το Πεθαμένο Χελιδόνι άρχισε να τρέμει, και εκτοξεύτηκε έξω από τα τζάμια η σελίδα κι άρχισε να σφαδάζει ηδονή μία μποτίλια γάλα από γυαλί δίπλα στο κρεβάτι, που είχε καθίσει κι άγγιζε ένα αδιάφορο τραπέζι,  «Ρόζα, ω… φίλα με, Ρόζα, ω…»  το Πεθαμένο Χελιδόνι έκανε το σταυρό του τρεις φορές, «κι άλλο, Ρόζα, ω κι άλλο…»  τραύλισε κάτι,   κι άρχισε να φτερουγίζει με το κουτσό του βήμα, κραδαίνοντας τα μέλη σαν μια σπασμένη  μαριονέτα πανικόβλητη «Ρόζα, ω… φίλα με, Ρόζα, ω…»  το Πεθαμένο Χελιδόνι έβγαζε μικρούλικα λυγμούλια όσο ακουμπούσε  το χέρι του στο χέρι του Φερδινάρδου που χαιρόταν. Με τ’ άλλο κράταγε γερά τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο, ώσπου η ανάσα του Φερδινάρδου έγινε βαριά, μία βραχνή ίνα ήχου με βάθος ήττας επικής «Ρ ό ζ α  ω…!»  όταν το Πεθαμένο Χελιδόνι τον φίλησε υπέροχα στο στόμα, τραυλίζοντας στο δρόμο για τα χείλη ένα γλυκούλικο τρισάγιο Ιούδα «μα… μαμ.. μανού…λα, μη μ’ α… φή…νεις!»

Αυτό.
Ακούστηκε…
Αυτό.
Ακούστηκε κι αυτό…

artwork : Kenichi Hoshine

Σημείωση: το παρόν κείμενο είχε γραφεί και αποσταλεί σε διαγωνισμό διηγήματος, με τον όρο να συμπεριληφθούν οι επόμενες λέξεις σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό: Θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρoλόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα.

Δεν έλαβε βραβείο, αλλά ουδόλως μπορεί να ενδιαφέρει το γεγονός ως τέτοιο. Έρωτα δεν μπορούμε να κάνουμε σε όλον τον κόσμο με τη γραφή μας και ούτε μπορεί να είναι και τέτοιου τύπου οι προθέσεις μας. Τουναντίον… Κάποιοι μπορούν να θεωρήσουν ότι δε συνιστά διήγημα επίσης. Κι αυτό δεν μας ενοχλεί.  Η αναφορά γίνεται, για να υπάρχει συνέπεια, ως προς το σκέλος που στάθηκε αφορμή για να γραφεί το κείμενο.


 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To όστρακο

cebfceb9cebacebfcebdcf8ccebccοικονόμου

Απόψε φάγαμε ελαφριά μια σούπα μόνο, όπως ταιριάζει στους ιστούς που έχουν βαρύνει από τις απλωμένες σάρκες μιας μουντής ημέρας, είπε ο πατέρας, και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια Του φάνηκε πολύ λυκόφως να επιστρέψει στο μνήμα με αύτανδρο τον ήλιο Έσυρε στην άμμο τις παντόφλες Πας, είπα, κι εγώ πώς θα σε κουβαλάω όλο κόκκους μες στο σπίτι; 

OIKONOMOU_AΚάνε υπομονή και ποίημα με όστρακο στους βράχους, είπε, και μη μεγαλοπιάνεσαι απ’ τις διαθήκες των νεκρών σου Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, είπα, Σου έχω αφήσει ένα σεντόνι για την αλμύρα και το βρέφος, είπε θλιμμένα, αχάριστη, και σαν να φάνηκε πως έκλαιγε το ένα του το μάτι —στο άλλο του ράβω κάθε μέρα ένα φρέσκο μη με λησμόνει άνθος να θρέφω μόνο φτωχές ροές από ελλείψεις όταν τα βράδια επιστρέφει να μου σιάξει την κουβέρτα 

cοικονόμου ccebbceb7cf82-cf83cf80ceafcf84ceb9-cebacebfcebdcf84ceac-cf83cf84cebf-cebdceb5cf81

Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μονολόγησα, αλλά εκείνος είχε φύγει. Κι έπειτα στράφηκα  σε σένα  Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ  και πώς να πώς τόσο άτσαλα έχω πώς να λυγίσω το λυγμό απ’ το αλάτι του τρόμου το λαιμό μου Δεν ξέρω αν το άκουσες  Έτρεχε ένα μικρό αεράκι στην πλάτη μ’ ένα βρέφος που νανούριζε τον ήλιο νάνι νάνι Μη φοβάται cocquilliase 39a8b98dΜας θέριζε ένα πορφυρό μένος για αγάπη τόσο λευκούς και διάφανους και εύθραυστους  αρχαίους στο λυκόφως Γιατί γνωρίζαμε πολλά κρυφά από τη γνώση Εγώ κρατούσα το σεντόνι να στρώσω ύπνο στο βράχο για το βράδυ

Θα κοιμηθούμε εδώ, σκεφτήκαμε, στις κοφτερές σπάθες των ερώτων Να κόβουν σε ωραίους καρπούς τ’ αστέρια Να  θρέφουμε το βρέφος που άφησε ο πατέρας με  εύγεστο φως από θανάτους Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ  Εσύ μετρούσες με το ρίγος που κυκλώνει τους τυφώνες βότσαλα όστρακα υδρατμούς και χαρακιές πάνω στα βράχια

 Margarita Sikorskaia547102_232731736835452_380500598_n.

.

Εδώ είσαι, είπες, χαμογέλασες, στα σχήματα της πέτρας Σσσσς… Πάρε έναν μικρό αστερία, είπα, μη μιλάς, και σ’ τον ακούμπησα στα χείλη Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μόνον εάν εσύ το όστρακο κρατάς και το σφυρί εγώ σιγά σιγά να με κολλάμε πάλι σε λέξεις από ίνες σιγά σιγά, η αχάριστη, όπως το κληροδότησε ο πατέρας.

Πίνακες: Χρήστος Οικονόμου, Margarita Sikorskaia

.

.

 

Tags: ,

Image

To σημάδι (E-περιοδικό Στάχτες)

Kowch 02

(e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/05/to.html

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

191121577906569417_aSkR5Osj_c

Σημάδι.

Μία, δειλά.

Μια δεύτερη λίγο.

wyeth-the-garret-roomΠιο εκνευρισμένα αλλά υπόκωφα, «ήρθε;» με ρώτησε ο πατέρας, κι ανασηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι. Έχει έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο ο πατέρας να τρέχει τους λυγμούς όταν ακούγεται η πόρτα. Στο πρώτο χτύπημα τους σπάει σαν καρύδι. Στο δεύτερο τους λιώνει, σφίγγοντας στο λαιμό του το πιγούνι, πάνω από τα μούσια. Και στη σιωπή που ακολουθεί —πολλές φορές μας κάνει πλάκα ο άνεμος ή οι γάτες—, γέρνει στο αριστερό του πόδι το κεφάλι, και το κρεμάει έξω απ’ τις κουβέρτες.«Σκεπάσου, πατέρα», είπα, «έχει υγρασία», το γράμμα δεν έγραφε « αποστολέας ». Καθόλου η ανωνυμία δεν με πείραξε, ούτε που πέρασε απ’ το μυαλό μου πως κάποιος κακόβουλος, όπως οι γάτες ή ο άνεμος,  ξόδεψε χρήματα για να μας κοροϊδέψει.

11kowch_apple_of_my_eyeΓιατί εμένα με λένε Χάνα. Για την ακρίβεια, Χάνα Πέρτον, κι έχω ωραία δόντια.Και το γράμμα έγραφε « προς Χάνα Πέρτον », και όχι άλλο όνομα, και είχε μια γηραιά κυρία σε γραμματόσημο χαρούμενο, που γέλαγε φορώντας ένα επίσημο καπέλο.kowch_crows_song_detail5Η θεία Σάρα επιμένει πως πρέπει να νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας: «είμαστε οι τελευταίοι Πέρτον στην κωμόπολη, μένουμε στο οικογενειακό αγρόκτημα πίσω από το λόφο με τις λεύκες κι « εσύ, Χάνα, διάλεξες και το ωραίο χαμόγελο όλων των πεθαμένων Πέρτον, που είχανε διαίσθηση».Έτσι  εγώ  κατάλαβα αμέσως πως, αν και το γράμμα δεν έγραφε «αποστολέας», δεν ήταν πλάκα, καθόλου  πλάκα, και ότι ήταν από κ ε ί ν ο ν. Θέμα διαίσθησης και μόνον. Κληρονομικό.

Κι έχω εμπιστοσύνη στη θεία Σάρα, διότι είναι και αυτή μ ί α  σ π ο υ δ α ί α Πέρτον. Η γιαγιά  επίσης ήτανε χαρτορίχτρα και με ωραίους γλουτούς, «στην πλάτη σου άραξε ένα βουνό από τύχη, Χάνα !» μου δείχνει πολλές φορές τις Άλπεις  η θεία, που έχει τραχιά φωνή και ωραία εργόχειρα στρωμένα στα τραπέζια — προσωπικά μου αρέσει ένα με ασημένιες πεταλούδες, και θα το κληρονομήσω οπωσδήποτε. Είναι συμφωνημένο.

crows-songΈχουμε λοιπόν διαίσθηση οι Πέρτον, κι έτσι κατάλαβα αμέσως πως το γράμμα ήταν από κ ε ί ν ο ν. Ήταν γραμμένο με αποσιωπητικά στην πρώτη τη γραμμή. Η άλλη σελίδα ήτανε κενή. «Αυτά είναι ερωτικά σημάδια», λέει η θεία Σάρα. Έτσι μιλάει πάντα για τις σιωπές κι όλες τις στάχτες.

… ΝΟΡΑ ΠΕΡΤΟΝ, 1945 – 1964 …

 επέμενε η θεία Σάρα να βάλουμε τελίτσες και στην αρχή της Νόρας και στο χρόνο που άντεξε να την κρατήσει ανοιχτή,  έτσι —« για το καλό », που λέμε οι Πέρτον—  χαράξαμε την τεφροδόχο της με όλα και με τίποτα μαζί. Αυτό είναι ταλέντο: να διηγείσαι μ’ ένα τίποτα ιστορίες στις σιωπές. Κι εμείς είμαστε Πέρτον.

«Σκεπάσου, πατέρα, όπου νά ΄ναι θά ’ρθει, θά ’ρθει η Νόρα απ’ το φούρνο, και θα φάμε», του είπα πάλι χθες, και χτύπησε η πόρτα και άνοιξα, φίλησα, δίπλωσα, έκρυψα το γράμμα, όπως πάντα, και ο πατέρας λούφαξε γρυλίζοντας σαν σκύλος μαλωμένος, και ορθοπόδησε πλέον σιγανά, με σκεπασμένο το κεφάλι, μόνον κάτι περίεργα φωνήεντα σε τόνους γραμμοφώνου, ώσπου κοιμήθηκε στο τέλος.

Χθες ονειρευόταν μάλλον, γιατί κουνούσε το δεξί του πόδι νευριασμένος μέσα στις κουβέρτες, και γύρισε κι απότομα γλιστρώντας το κεφάλι —νόμισα πως θα μπατάρει απ’ το κρεβάτι—, κι άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά, με παύσεις στις ανάσες. Σαν να περίμενε απάντηση από κάπου. Αλλά κανένας δε σφύριξε για σήμα, ούτε καν μία ριπή ανέμου, έστω για να μας κάνει πλάκα, δεν ήρθε στις κουβέρτες, ώσπου οργίστηκε ο πατέρας, και τίναξε μια φορά το άλλο πόδι, το ήρεμο, κι έβαλε στις ανάσες καπρίτσια πεθαμένου — πιστεύω για να απειλήσει όσους εκτοξεύουν από ένα φοβερό πείσμα τη σιωπή τους.

ANTREW  WYETH Adrift, 1982

Ο ήχος ήταν σαν το θόρυβο που κάνουνε τ’ αγόρια στα κορίτσια: έτσι και ο Γιαν σφύριζε στη Νόρα, όταν έφευγε να αγοράσει σαπούνι ή μπαχαρικά στους Τζόνσον, δίπλα στο ποτάμι. Πόσο δυστυχισμένος —πρώτη φορά το σκέφτηκα—, πρέπει να είναι ο πατέρας που η Νόρα δε στέλνει γράμματα ποτέ, και πήγα και του φίλησα το χέρι, αλλά  δεν το κατάλαβε αυτό.

Andrew Wyeth Bachelor the StudyΈμεινα όλη νύχτα άγρυπνη δίπλα στη φωτιά μ’ ένα γατί που γρατζουνούσε λιμασμένο το παράθυρο στο προσκεφάλι του πατέρα, αλλά δεν με εκνεύρισε καθόλου, γιατί έχει μάτια  πελώρια και γαλάζια, και μία Πέρτον δεν τα βάζει ποτέ μ’ ό,τι της λείπει. Κάθε βράδυ βρίσκω άλλωστε, ως γνήσια απόγονος των Πέρτον, να κάνω καινούργια πράγματα που με εξελίσσουν περισσότερο, κι έτσι δεν ασχολούμαι με μικρότητες. Χθες —κι αυτό είναι ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα, που δείχνει πόσο ευφυείς και βολικοί άνθρωποι είμαστε οι Πέρτον—, εφηύρα να  παρακολουθώ με υπερβολικά μεγάλη προσοχή μόνον τον αέρα, που έφθασε αργότερα, σπρώχνοντας χώματα κάτω απ’ τη σχισμή που συγκρατεί ανέκαθεν την πόρτα του σπιτιού μας. 025186-000004.PΗ θεία Σάρα λέει ότι πολύ σοφά κάνω και μου έχω αφαιρέσει τη δύναμη να οργίζομαι με όλα τα ανώφελα, γιατί οι Πέρτον έχουμε κληρονομήσει τη διαίσθηση, και π ρ έ π ε ι να είμαστε ξαλαφρωμένοι από ελπίδα. Είναι πολύ εγωιστικό, βρίσκει η θεία Σάρα, να έχουμε κι ελπίδα και διαίσθηση, δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Είναι ακριβώς όπως δεν πάει η μουστάρδα με κάρυ και με μάνγκο πάνω στις πέστροφες που κάθε Τρίτη μάς φέρνει ο Γιαν απ΄ το ποτάμι. Μία αηδία είναι αυτό, μόνο με τα πουλερικά ταιριάζει.

kowch blaze

Τα ξημερώματα έβγαλα όλα μου, εντελώς, τα ρούχα, και κράτησα μόνον το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα, με το πλεκτό ζιβάγκο σε βελόνες νούμερο…  δε συγκρατώ το νούμερο…  που επίτηδες το έχει πλέξει η θεία Σάρα έτσι, με στόχο να σφίγγει μεγάλη θαλπωρή γύρω απ’ το λαιμό μου. Κοιμήθηκα, λοιπόν, πολύ ελαφριά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση: ό,τι περίμενα είχε έρθει και ό,τι περιμένω θα ξανάρθει, πάντα ίδιο, γιατί οι Πέρτον ζούμε ασφαλείς. Και ούτε ο πατέρας σφύριζε πλέον, είχε βαρεθεί, και ούτε έκανε τίποτε. kowch_chosen_08bΑπολύτως. Και ούτε θα ξανακάνει τίποτε, ύστερα από την κηδεία.

Εκεί ξέρω, λίγο πριν από την αποτέφρωση, θα με ρωτήσει πάλι «ήρθε, η Νόρα ήρθε;» και θα εντυπωσιάσει την κωμόπολη νεκρός : όπως ταιριάζει σ’ έναν Πέρτον, θα βρει έναν πρωτότυπο λυγμό να καβουρδίσει, την ώρα που θα πέφτει η ομίχλη, νύφη την αδελφή μου στην κοιλάδα.

—————————————————————————————————————————————-

kowch_no_turning_back_wallpr

Πίνακες: Andrea Kowch, Andrew Wyeth

http://www.christiesprivatesales.com/exhibitions/wyeth-in-china/index.aspx

http://andreakowch.com/

 

Tags: , , , , ,