RSS

Category Archives: Περί Τέχνης

Image

Συγγραφική υστερία

Συγγραφική υστερία

.

Μπορούμε να αυτοαναιρούμε τις σκέψεις μας αλλά όχι τα δημοσιοποιημένα μας γραπτά  (εκτός και αν δημοσίως τα αποκηρύξουμε). Η συγγραφική υστερία συνιστά προσωπική επιλογή, δεν ενεγράφη ουδέποτε στις στήλες των κοινωνικών γεγονότων.

Φωτό: Allan Teger  

 
Image

[Όλα εύκολα και όλα όμοια;] του Σωτήρη Παστάκα (e-περιοδικό bibliothèque)… και ένα σχόλιο

http://bibliotheque.gr/?p=21988

GEWLL Le-coup-de-chapeauΣτο αγωνιώδες ερώτημα “τι να διαβάσω;” που απευθύνουμε συχνά προς εαυτόν και προς τρίτους, ο “Μετέωρος Άνθρωπος” του Σολ Μπέλοου, απαντάει: περισσότερα από όσα μπορείς. Ο ίδιος αγοράζει περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, θεωρώντας ό,τι με αυτόν τον τρόπο βάζει κάποια υποθήκη στο χρόνο. Τα βιβλία που περιμένουν διακριτικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τη δική του ματιά, την υπέρτατη στιγμή που εκείνος θα τα αγγίξει, τον προστατεύουν από όλες τις κακοτοπιές του μέλλοντος. Του προσφέρουν την απατηλή αλλά μη ευκαταφρόνητη σιγουριά πως εφ’ όσον θα έχω κάτι να διαβάζω, δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα το κακό.

Αγοράζοντας λοιπόν, βιβλία με ένα ρυθμό που δεν προλαβαίνει να τα καταναλώσει, πιστεύει πως με τα βιβλία που παραμένουν αδιάβαστα, επιτυγχάνει μία πίστωση χρόνου. Ο χρόνος ανοίγεται πλέον μπροστά του, ασφαλής κι ακίνδυνος σαν ένας διάδρομος, που αμβλύνει το θόρυβο του κόσμου, αφού και τις δύο του πλευρές καλύπτουν πελώρια ράφια βιβλιοθήκης.

 

GEWLL AquariusΗ Λουντμίλα, αυτή η καθαρή αναγνώστρια του Ίταλο Καλβίνο στο “…Αν μια νύχτα του Χειμώνα ένας ταξιδιώτης”, καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο, αδιαφορώντας πλήρως να αποδώσει κάποια αισθητική εκτίμηση στα όσα διαβάζει. Μας προσφέρεται λοιπόν, ως το ιδανικότερο μοντέλο του σύγχρονου αναγνώστη, ο οποίος απέχοντας έτη φωτός από το φετιχισμό του βιβλιόφιλου (που αγαπάει το βιβλίο απλώς και μόνον ως αντικείμενο) και από τη νοοτροπία του συλλέκτη (που επιτελεί ένα έργο τακτοποίησης της προσωπικής του ζωής και νοιώθει άμεσα την υπεροψία της υστεροφημίας του), αγοράζει τα βιβλία του από το περίπτερο ή το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς του, τα διαβάζει όρθιος πολλές φορές στο αστικό ή κρυφά στις ώρες του γραφείου και τα εγκαταλείπει έπειτα ως φιάλες μίας χρήσεως σε ανύποπτα μέρη, όπως κατατρύχεται ο ευκοίλιος από την άμεση ικανοποίηση της “προσωπικής του ανάγκης”.
“Τι να διαβάσω;” Στην εύκολη εποχή μας, ένα δύσκολο ερώτημα όπως αυτό, βρίσκει τις απλούστερες απαντήσεις. Περιοδικά, εφημερίδες και έντυπα ποικίλης ύλης προτείνουν καθημερινά, πέρα από οποιαδήποτε κριτική και αισθητική αποτίμηση, καταλόγους βιβλίων για όλα τα γούστα. Βιβλία που τα διακρίνει μόλις το ένα από το άλλο, ο τυπικός τους διαχωρισμός σε “λογοτεχνία”, “αστυνομικά”, “ποίηση” και “παιδικά”, από τη στιγμή που όλα ανεξαιρέτως μοιάζουν παιδικά, γιατί είναι όλα εύκολης ανάγνωσης και τελικά όλα όμοια. Τι νόημα έχει πλέον ο υποτυπώδης διαχωρισμός τους σε είδη;

___

___

Ο Τζόρτζιο Καλκάνιο μας επισημαίνει σε ένα άρθρο του, στην εφημερίδα “LaStampa“, το όνομα του Rudolf Flesch, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αποτελούσε ήδη, εδώ και είκοσι χρόνια, το απωθημένο σκιάχτρο για όσους πιστεύουν ακόμη στο γραπτό λόγο. Μας πληροφορεί λοιπόν, πως ο Φλες είναι ο γλωσσολόγος που σε ένα διάσημο βιβλίο, “Η τέχνη της ευανάγνωστης γραφής”, υπολόγισε το δείκτη αναγνωσιμότητας του κάθε συγγραφέα. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του, ένα κείμενο διαβάζεται τόσο πιο εύκολα όσο λιγότερες είναι οι λέξεις που απαρτίζουν μια πρόταση και όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των συλλαβών της κάθε μιας λέξεως. Το παράδοξο είναι, σημειώνει ο Καλκάνιο, πως το δόγμα του Φλες δεν το ενστερνίσθηκαν οι πολιτικοί ή οι πανεπιστημιακοί, που στο κάτω-κάτω έχουν την υποχρέωση να γίνονται κατανοητοί από τους ψηφοφόρους τους ή τους μαθητές, αλλά για μεγάλη μας συμφορά, εκείνοι που φαίνεται να το ακολούθησαν πιστά είναι οι συγγραφείς. Οι συγγραφείς, γνωρίζοντας τον ελάχιστο χρόνο που τους απομένει να διεκδικήσουν από τον αναγνώστη όταν αυτός σβήσει το βίντεο, έχουν θυσιάσει τα πάντα προς τιμήν του ώστε να του προσφέρουν μια εύκολη ανάγνωση και πρέπει να πούμε ότι το έχουν καταφέρει θαυμάσια.

GEWLL Les-dieux-nont-pas-la-foi

Μήπως όμως έχουμε υπερεκτιμήσει το αξίωμα της εύκολης ανάγνωσης; διερωτάται ο Καλκάνιο. Μήπως η γραπτή σελίδα θα έπρεπε να αναχαιτίζει τον αναγνώστη αντί να του παρέχει την ελευθερία να ξεχαστεί; Μήπως η γλώσσα του συγγραφέα θα έπρεπε να ήταν μια παράβαση προς την κοινή γλώσσα και όχι η οκνηρή της υπηρέτρια;

Μπορεί το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού να εξυπηρετεί απόλυτα τις ανάγκες της εύκολης ανάγνωσης, αλλά ας μας επιτραπεί να διαβάζουμε ακόμη και κάτι πιο προχωρημένο. Κάτι που να ορθώνεται μπροστά μας κατακόρυφα, θα έλεγα, και απαιτεί την κοπιώδη αναρρίχησή μας. Κάτι που μπορεί να είναι τα δίχως τέλος βιβλία της Λουντμίλας ή απλώς μια ελπίδα να επιτύχουμε μια πίστωση χρόνου, ή έστω κάτι που να χρειάζεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος αυτής της επιφυλλίδος, “πολλαπλές αναγνώσεις” επιτέλους.

Σχόλιο: πέραν του εύστοχου που διακρίνει το κείμενο του Σωτήρη Παστάκα για τη μαζική κατανάλωση πολτού άνευ κριτηρίων, θα προσέθετα και έναν άλλο παράγοντα μακροημέρευσης της αλαζονικής υπερίσχυσης της (επιεικώς) χρυσής μετριότητας στη λογοτεχνική παραγωγή: τα εν Ελλάδι εργαστήρια της δημιουργικής γραφής.

Δε θα σχολιάσω καν το ποιοι, στο πλείστο των περιπτώσεων, εμφανίζονται ως λογοτεχνικοί φωστήρες και «διδάσκαλοι» (κάποιοι από αυτούς, στους κύκλους, θεωρούνται κίβδηλοι, ατάλαντοι και «ψώνια») : θα σχολιάσω όμως τα κείμενα των «μαθητών» τους, που παρατίθενται, σε πολλές περιπτώσεις, σε διαδικτυακές σελίδες και μάλιστα με καμάρι, κάποτε, από κάποιους «διδασκάλους».

Πρόκειται περί ολοσχερούς καταστροφής: όλα είναι κομμένα και ραμμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το στυλ δε, το οποίο φοριέται κατά κόρον, είναι το ακόλουθο: μικρές και κοφτές φράσεις με εισαγωγή κάθε φορά μίας καινούργιας εικόνας. Τίποτε άλλο!

Yπάρχει και η οδηγία, «κάνε και μία φρασούλα τώρα, για να δείξεις τα συναισθήματά σου». Δεν μπαίνω καν σε θέματα αισθητικής για τη χρήση της γλώσσας, η οποία δεν υφίσταται καν, ούτε στην ομφαλοσκοπική ημερολογιακή διάθεση ούτε στην έλλειψη παντελούς ατμόσφαιρας και στη, γενικότερη … ξέρα του κειμένου.

Η γραμμή αυτή είναι εμφανής και, φυσικά, μόνον ένας ατάλαντος θα μπορούσε να την ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα. Το ταλέντο, το οποίο γεννιέται και δεν γίνεται, δεν τρέχει στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, διότι ξέρει πώς είναι το να γράφεις. Έχει το… γονίδιο! Βεβαίως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις των ταλαντούχων ανασφαλών, αλλά αυτοί αποχωρούν γρήγορα.

Και μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιος από τους μεγάλους της λογοτεχνίας είχε παρακολουθήσει εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Έχουμε επιστολές μεταξύ ομοτέχνων για ζητήματα που αφορούν θέματα της λογοτεχνίας, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Άλλο το να συζητήσεις, έχοντας το δικό σου δρόμο, κάποια τεχνικά θέματα και άλλο να σου υποδείξουν πώς θα γράψεις. Για έναν ταλαντούχο, για παράδειγμα, είναι αυτοματισμός ο διαχωρισμός της πρωτοπρόσωπης από την τριτοπρόσωπη αφήγηση και της αφήγησης σε δεύτερο πρόσωπο. Η θεωρία έπεται της λογοτεχνικής πράξης, που σημαίνει ότι οι λογοτέχνες  είναι εκείνοι που το «καθιέρωσαν». Είναι γελοίο, το λιγότερο, να θεωρεί κανείς εαυτόν επίδοξο συγγραφέα και να μην ανακάλυψε μέσα του και μόνος του τον «αυτοματισμό» αυτόν.  

Ο τρόπος των κειμένων αυτών συμβαδίζει με τον τρόπο, με τον οποίο στα σχολεία διδάσκουμε στους μαθητές που έχουν προβλήματα έκφρασης να οργανώνουν τις φράσεις τους (κάποτε είμαστε και αναγκασμένοι να διαχωρίζουμε και να εξηγούμε ότι είναι διαφορετική μία φράση που εκφράζει σκέψη και διαφορετική μία φράση που εκφράζει συναίσθημα), και αυτό για τον απλούστατο λόγο  ότι δεν υπάρχει διαφορετικός τρόπος σωτηρίας ούτε αυτών ούτε των κειμένων τους, και πόσο μάλλον όταν καλούνται να δώσουν εξετάσεις.

Τι είναι η λογοτεχνία, έκθεση ιδεών ή ημερολόγιο δημοτικού σχολείου; Δεν σχολιάζω καν τις υπόλοιπες οδηγίες που γνωρίζω ότι δίνονται. Ρομπότ! Διότι μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.

 

 

 

Tags: ,

Image

Το απόλυτα Ωραίο

Adriaen Coorte Coorte-Coquillages-Louvre2

Αν σε κατασπαράξει το απόλυτα Ωραίο, να ξέρεις ότι δεν ήταν φταίχτης το ανυπέρβλητο, αλλά εσύ ανεπαρκής να το κοιτάξεις: μες σ’ ένα θάμβος απ’ ό,τι φοβήθηκες στο παρελθόν να δεις και μες στον τρόμο από τη λάμψη του παρόντος που δεν είσαι έτοιμος ν’ αντέξεις! Όσο για μέλλον… δεν υπάρχει! Εκεί χορεύουν εξαγνισμένοι οι τρεις χρόνοι της ζωής σου, πέρα απ’ το χρόνο που ορίζει το μυαλό σου.

Πίνακας: Adriaen Coorte

 
Image

Tέχνη και αφαίρεση

Tέχνη και αφαίρεση

Η βαρύτητα του βλέμματος στο «πράγμα» είναι αυτή που μετουσιώνει την απουσία σε παρουσία και την καθιστά έργο τέχνης, επικυρώνοντας την άποψη πώς η αξία του «πράγματος» δεν επικυρώνεται από την παρουσία του στην απεικόνιση, αλλά από τη λεπτομέρεια που το περι/γράφει εν τη απουσία του στο έργο. Έτσι γνωρίζει η Τέχνη να αντιμάχεται το χρόνο : αφαιρετικά.

 

Tags: ,

Image

Ανάγνωση του πίνακα και σχόλιο

Ανάγνωση του πίνακα και σχόλιο

Αν έστω και μια « στιγμή », στην παιδική σου ηλικία, δεν έκανες μια πρόβα της Τέχνης που ονειρεύτηκες να υπηρετήσεις, όσα μαθήματα και να σου δώσουν, όσο και να παλέψεις, ποτέ δε θα την υπηρετήσεις όπως της αξίζει : με αυθεντικότητα, συνείδηση, σεμνότητα, αφοσίωση και πάθος. Από τo έργο σου θα απουσιάζει εκείνο το σημείο εκκίνησης που εκτοξεύει τα μηνύματα να ξαναβρούνε την « αρχή » τους, τους ανθρώπους: ποτέ δεν θα μπορέσεις να αναστρέψεις τις τούμπες που έπαιρνες στη μήτρα. Κι αυτό δεν είναι παρά μόνο μία Αρχή, ένα αξίωμα αρχής που θα αναβάλλει εις το διηνεκές το τέλος της!

Σχόλιο: Στιγμή και ύφος στην Τέχνη

Η Τέχνη σε όλες τις μορφές της αναζητά ν’ αδράξει, ν’ αποτυπώσει και ν’ απαθανατίσει τη « στιγμή » διά μέσου των « αισθήσεων ». Όχι να μιλήσει τη στιγμή (αυτό είναι φλυαρία), αλλά να κάνει να μιλήσει εκείνη η « ειδική στιγμή » που αναδύεται από τον προσωπικό σου χρόνο, στάζοντας α/λήθεια (όχι πραγματικότητα, κι αυτό είναι φλυαρία) πανανθρώπινη.

O ιστορικός χρόνος είναι αδιάφορος, θα σε ακολουθήσει μόνο για να εγγράψει το αποτέλεσμα και, πιθανώς, να σε ανταμείψει, εάν το κατορθώσεις. Εάν τον υπολογίσεις στη « στιγμή σου », ανεπιστρεπτί θα χάσεις το παιχνίδι : το μόνο που θα καταφέρνεις είναι να ασελγείς κατ’ επανάληψιν βιάζοντας την Τέχνη, και να ανασταίνεις, στις ηδονικές κακόφωνες κραυγές σου, έναν ακόμη νάρκισσο, καθρεφτιζόμενο στο αδηφάγο βλέμμα του καιρού του.

Για να αδράξεις τη στιγμή έχεις ανάγκη δύο εργαλεία: μία ρωγμή και τη σιωπή! Έχεις ανάγκη κι έναν σύμμαχο: την πίστη στον απογυμνωμένο εαυτό σου. Έχεις ανάγκη, τέλος, και έναν λογοκριτή στρατιώτη, έτοιμο να σε τουφεκίσει χωρίς κανένα δισταγμό, διαλύοντας αυτό που μόλις ανακάλυψες, για να σε αναγκάσει να το ανακαλύψεις πάλι και πάλι απ’ την αρχή. Έχεις να τρίψεις χίλιες φορές την πέτρα σου, σφουγγάρι να την κάνεις, για να μην τραυματίσεις τους ανθρώπους όταν δήθεν « ανέμελα » θα την εκσφενδονίζεις στο κεφάλι τους. Πρέπει να δίνεις την εντύπωση ότι χορεύεις « εύκολα » επάνω στη σκηνή, αν και στα παρασκήνια θα έχεις δέσει μυριάδες τραύματα στους αστραγάλους σου. Μόνον έτσι θα έχεις « ύφος », ύφος τεχνίτη και ανθρώπου.Ύφος σημαίνει δια/γραφή, δια:γράφεσαι στο έργο σου, ως παρουσία και ως απώλεια ταυτόχρονα, ως πρωταγωνιστής της ομιλίας των « πραγμάτων » και ως στραγγαλιστής της άσημης πλέον, προσωπικής σου ομιλίας, έναντι του σκοπού σου.

Πίνακας: Marian Lopez

———————————————————————————————–

 

Tags: ,

Image

Η τέχνη ως πρόσχημα

Η τέχνη ως πρόσχημαΟ ώριμος και ενσυνείδητος καλλιτέχνης, απόλυτα αυστηρός και ειλικρινής με τον εαυτό του, ασίγαστος αγωγιάτης και κριτής των μύχιων σκέψεων, του σαρκοβόρου ψυχισμού του, της αέναης πλάνης του, που επικαλύπτει το αβάστακτο και τον ποιεί συνιδρυτή των αισθητικών τοπίων του ευνουχισμού του κόσμου, έχει να αποδεχθεί το οξύμωρο της γενεσιουργού ματαιότητας του κοινωνικού του ρόλου και της ύπαρξής του : η Τέχνη του, η όποια Τέχνη, δεν είναι τίποτε άλλο από μία απλή εφεύρεση, ένα βολικό πρόσχημα για τη συμβολική επένδυση αυτής της ακάματης αδυναμίας του απέναντι στο θάνατο (η στρατευμένη τέχνη είναι ένα πρόσφορο παράδειγμα) και της ασίγαστης ορμής να του αντιταχθεί, μέσα από τη διαφορετική του εγγραφή σε κείνο που τον καταστρέφει.

Φωτό: Robert and Shana Parkeharrison

 

Tags: , , , ,

Ταλέντο

Ταλέντο

Το ταλέντο συνοψίζει το έσχατο στην πιο γελοία εκφορά του, με βλέμμα αθωότητας, χωρίς ιδεαλισμούς, χωρίς πεσιμισμούς, χωρίς καμία προσδοκία : ένας ταλαντούχος και ώριμος καλλιτέχνης οφείλει να είναι απόλυτα συμβιβασμένος με το γεγονός ότι η Τέχνη —αν και δεν αποσόβησε ποτέ την ωμότητα του ανθρώπου, μετουσιώνοντας το ανοίκειο και το άναρχο σε οικείο και λιγότερο τρομακτικό, διά μέσου της αισθητικής αναπαράστασή τους—, δεν στάθηκε ωστόσο και ικανή να αναστρέψει την πορεία του ανθρώπου.
Αν και ταλαντούχοι, ευφυείς και οξυδερκείς υπηρέτες της Τέχνης  σμίλεψαν ανυπέρβλητα έργα με πανανθρώπινη απήχηση, ο κοινωνικός ρόλος της τέχνης παραμένει υπό ερώτημα γειτνιάζοντας με τη βίαιη, τραχιά, ανεπεξέργαστη, ανόητη και παράλογη φύση του ανθρώπου, που αναπαράγεται επαναληπτικά μέσα στο χρόνο με κοινωνικά μοιραίες απολήξεις.  Ίσως πρέπει να επαναδιατυπωθεί και το ερώτημα, εάν η Τέχνη δεν λειτουργεί,  μάλιστα,  και ανασταλτικά, παράγοντας  κοινωνικές ψευδαισθήσεις μετεξέλιξης σε «καλλιτέχνες» και οπαδούς,  καθώς ενδυναμώνει την κοινωνική ταυτότητα με ένα «comme il faut» ιμάτιο ρόλων, μία ακόμη φλούδα κρεμμυδιού που αντιστέκεται με «αισθητική» στο terror vacui και στο ανεπεξέργαστο αρχέγονο της φύσης.

 

Tags: , ,