RSS

Category Archives: Ενύπνια ψιχίων:Μεταφραστικές απόπειρες

Image

Paul Van Mulder, La solitude d’ un acteur de peep show avant son entrée en scène (Maelström Editions)

Κάνει κρύο έξω… χθες είδα λίγο χιόνι στο περβάζι του παράθυρου…νυχτώνει νωρίς…υπερβολικά νωρίς…οι άνθρωποι βαδίζουν γρήγορα…υπερβολικά γρήγορα…το μόνο που σκέφτονται είναι να γυρίσουν σπίτι…και τα φώτα ανάβουν γρήγορα…όλα προχωρούν υπερβολικά γρήγορα γύρω μου… ο κόσμος σπρώχνεται…γυρνάει… και πάλι σπρώχνεται… κι εγώ είμαι εκεί… στειλιάρι… δεν κουνιέμαι… έξω απ’ το παιχνίδι… θεατής… δεν ανήκω σ’ αυτόν τον κόσμο… δεν βρίσκω τη θέση μου στον κόσμο… πώς να μπω σ’ αυτόν το χορό… να παρασυρθώ… να συνοδεύσω… να βρω το ρυθμό…να κινηθώ αρμονικά…να βρω τη θέση μου… Δεν  μιλάω πολύ κατά τη διάρκεια της μέρας… δεν ξέρω τι να πω… δεν έχω τίποτε να πω… δεν ξέρω καν γιατί είμαι εδώ… έτσι ήρθαν τα πράγματα… έτσι είναι… έτσι ακριβώς ήρθαν τα πράγματα.

Matt Duffin d058Πριν δούλευα οδηγός, κοντά σ’ έναν κύριο … αλλά ο κύριος μου τα ’πρηζε… μου ’λεγε να κάνω μαλακίες… κάτι πράγματα όχι και πολύ… και πολύ… να μη τα πολυλογώ, την έκανα… έπειτα έγινα  σερβιτόρος σε μία καφετέρια… μετά έπιασα τους δρόμους κι έκανα έρευνες… κι εκεί ήταν που συνάντησα τον τύπο που μου πρότεινε αυτήν τη δουλειά… μου μίλαγε ενώ  συμπλήρωνε ένα ερωτηματολόγιο για το τι σαβουρώνουν τα σκυλιά…: εσύ θα ’πρεπε ν’ αλλάξεις δουλειά… έχω κάτι για την πάρτη σου… κερδίζεις περισσότερα και δε σκοτίζεις το μυαλό σου…Έτσι έφτασα εδώ… καλά πήγε…χτύπησα διάνα…αλλά δεν είχε δίκιο…το πράγμα σού σκοτίζει το μυαλό… όπως και να ’χει ποτέ δεν είμαι ευχαριστημένος… πάντα το ’να μου βρωμάει και τ’ άλλο μου μυρίζει… κι είμαι πάντα εδώ… να παραπονιέμαι… να κλαίγομαι… να βρίσκω τα χίλια μύρια για να κλείνομαι μέσα στο καβούκι μου… όμως αυτή η δουλειά… είναι η μόνη όπου έμεινα τόσο πολύ… είναι η μόνη όπου μου λένε…:  Εντάξει!… εκτελείς!… δεν ήθελα ν’ απογοητεύσω… ήθελα να σταθώ στο ύψος της περίστασης… κάνω χοντρές προσπάθειες… κυρίως για να βγάζω τα ρούχα μου αμέσως… έρχομαι απ’ το δρόμο… κουκουλωμένος κάτω απ’ το κασκόλ μου… με το μπουφάν μου  κι όλα τα σχετικά…  και το πιο δύσκολο… είναι να γδυθείς αμέσως… να τα πετάξεις όλα… αμέσως… θέλει χρόνο να χωνέψεις ότι σε κοιτάνε… ότι σου κάνουν κριτική… δεν νιώθεις άνετα… πάει υπερβολικά γρήγορα το πράγμα… αλλά το παλεύω εκεί πέρα… και ύστερα από λίγα λεπτά… συνηθίζω… το αντέχω…  και μπορώ να δουλέψω…

Matt Duffin (5)

Αυτό που μου λείπει περισσότερο… είναι  κάποιος για να μιλάω… απλά και μόνο να μιλάω… ν’ ανταλλάσω δυο κουβέντες… είχα φιλενάδες… αλλά ποτέ δεν πήγανε τα πράγματα πολύ καλά… πρέπει να ’μαι δύσκολος στη συμβίωση… κι όσο για το πήδημα… δε νομίζω ότι ήμουνα και πολύ… γι’ αυτό είναι περίεργο που βρίσκομαι εδώ… Θυμάμαι… όταν ήμουνα πιτσιρικάς… μου χάιδευα τα χέρια… την κοιλιά…τον… η μητέρα μου με κοίταγε χωρίς να λέει τίποτε… με μάτια γεμάτα ανησυχία… και  ύστερα έφευγε… με χαμηλωμένο το κεφάλι… και την  άκουγα να μιλάει για μένα… και την άκουγα ν’ ανησυχεί πολύ για μένα…και αργότερα να… όταν θα ’μαι μεγάλος… θα είμαι ο μεγαλύτερος Δον Ζουάν… αυτό  θα κυβερνάει τη ζωή μου… θα με κάνει δυστυχισμένο… άστατο… ήταν θλιμμένη… ανήσυχη για μένα… αλλά είχε άδικο… ο φόβος είναι… ναι, ο φόβος είναι που κυβερνάει τη ζωή μου… που κάνει και δεν μπορώ να συγκεντρώνομαι… που κάνει να χαϊδεύομαι μπροστά στον κόσμο… γιατί όσο χαϊδεύομαι… μ’ εξημερώνω… με καθησυχάζω… με νανουρίζω… με κανακεύω… μου λέω γλυκόλογα… και χαλαρώνω τελικά… αναπνέω ήρεμα… και δε φοβάμαι πια… κι έτσι λέω: Κοιτάξτε με!… είμαι εδώ μπροστά σας… με βλέπετε;… είμαι όπως εσείς… κοιτάξτε με… δε φοβάμαι πια… μπορώ να σας κοιτάξω κατά πρόσωπο… προκαλείτε… δείχνετε τον κώλο μου… τον πούτσο μου… δε φοβάμαι πια… αν με αποδεχτείτε σαν έναν από σας… εάν με βρείτε έστω και τοσοδούλι σημαντικό αυτή τη στιγμή που αφήνομαι μπροστά σας… είμαι δικός σας… μπορώ να σας τα  δώσω όλα…  μπορείτε να με κάνετε ό,τι θέλετε… για ένα λεπτό… για ένα τόσο δα μικρούλι λεπτουλάκι… που θα μου ρίξετε ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον…    

Matt Duffin (10)Το καλό που ’χει αυτή η  δουλειά… είναι ότι πρέπει να ’σαι καθαρός… η υγιεινή… καλό είν’ αυτό… αν δεν ήμουν αναγκασμένος να ρθώ εδώ… αναρωτιέμαι αν θα πλενόμουν κάθε μέρα… για ποιον;… για τι;… δεν πρέπει να το κάνεις μες στη λέρα… δεν πρέπει να το κάνεις μες στον οίκτο… έχουμε κι εμείς μια περηφάνια… ένα κούτελο… μπορεί να μας παίρνουν μάτι… εντάξει, σύμφωνοι…  αλλά για να μας σέβονται… πρέπει κι εμείς να μας σεβόμαστε… κάνω την πουτάνα… εντάξει, σύμφωνοι… αλλά θέλω να με σέβονται… συμπέρασμα… ο σεβασμός είναι ένα σημαντικό σκατό!… κι έτσι προσέχω την εμφάνισή μου… είμαι, ξέρω ’γω, ευπαρουσίαστος… πρέπει να πω επίσης ότι είμαστε περικυκλωμένοι από πολλούς καθρέφτες που αντικατοπτρίζουν την εικόνα σου στο άπειρο… που σε δείχνουν απ’ όλες τις πλευρές σου…  και δε χρειάζεται να πω το λούκι που τραβάμε τις μέρες που δεν είμαστε σε φόρμα… να βρίσκεσαι εκεί… σαν τον μαλάκα… μπροστά απ’ τους καθρέφτες… με το κεφάλι σου γεμάτο από σκατά…κι όλο αυτό να αντικατοπτρίζεται στο άπειρο… δεν σας λέω τίποτε!…

Σήμερα το πρωί στη δουλειά… τα πράγματα ήτανε σκατά… πολύ σκατά… σκατά κι απόσκατα… με φωνάζει τ’ αφεντικό… μου λέει… ένας πελάτης με περιμένει στο ιδιαίτερο σαλόνι… πρέπει να πάω μόνος… χωρίς κοπέλα… μόνος… σαν μεγάλος. Έμεινα  αποβλακωμένος …  σίγουρα δεν κατάλαβα καλά… γιατί τα ’χαμε ξεκαθαρίσει αυτά… δεν έχω υποχρέωση να εμφανίζομαι μόνος στο σαλόνι… είναι απ’ αυτά που λέει το συμβόλαιο… μου ’δωσε το λόγο του… Μου λέει λοιπόν… η περιοχή εδώ γύρω άλλαξε… πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πελατεία… αυτή αποφασίζει. Δεν είναι από καπρίτσιο… δεν είναι από έλλειψη επαγγελματισμού… είναι ψυχολογικό…να βρεθώ σ’ ένα μικρό δωμάτιο μαζί μ’ έναν πελάτη… αυτός κι εγώ… μ’ αγχώνει… χαμόγελο…να παρουσιαστώ… να μου σηκωθεί… δεν είναι δυνατό… δεν θα τα καταφέρω… χίλια τα εκατό σας λέω… δεν θα μου σηκωθεί… δεν θα ’μαι άνετα… είναι πιο εύκολο με μια κοπέλα… ρίχνω την προσοχή μου στην κοπέλα… ξεχνάω τον πελάτη… χίλια τα εκατό σας λέω… το ξέρω… δεν θα τα καταφέρω… καλύτερα  θα ’ναι κάνας  άλλος…

Matt Duffin (4)

 Λοιπόν τ’ αφεντικό με πλησιάζει ήρεμα… με πιάνει απ’ τα αρχίδια κι εγώ δεν μπορώ να κουνήσω μία…και μου λέει  πως ξεχνάω πάρα πάρα πολύ εύκολα ποιος είμαι… πού δουλεύω… βασιλιάς εδώ είναι ο πελάτης… πληρώνει και με το παραπάνω… αν απογοητευτεί… έξω απ’ την πόρτα… απόλυση χωρίς δεύτερη κουβέντα… είναι ώρα να ανανεωθεί το team… ποτέ του δεν μ’ αγάπησε… πολλές κόνξες…  πολλά προβλήματα… δεν είναι δικός μας… κακό στοιχείο για το team… πρέπει ν’ αρπάξω την τελευταία μου ευκαιρία… αν ξανανέβω σ’ αυτό το γαμημένο το σαλόνι χωρίς να κάνω τη δουλειά μου… για μένα… εδώ… φινίτο… έξω!… σκούπα… κι άντε στα τσακίδια, καλοτάξιδος!

 Μ’ αφήνει… συνέρχομαι κάπως… μ’ ακούω να του λέω… οκ… οκ… κατάλαβα… θα το κάνω… θα το κάνω… κανένα πρόβλημα… θα μείνω εδώ… πού θέλετε να πάω αν με πετάξετε στο δρόμο;… Σας ζητάω συγγνώμη… τις ευχαριστίες μου που με κρατάτε μες στο team… ξέρω… δεν είμαι πάντα εύκολος… θα με ξαναβάλω σε σειρά… θα σας δείξω για τί πράγματα είμαι ικανός… θα κάνω προσπάθειες… είσαστε η οικογένειά μου… θα είμαι άξιος της εμπιστοσύνης σας… σας παρακαλώ… δώστε μου αυτή την τελευταία ευκαιρία… χαμογελάει… και μου λέει φεύγοντας… άντε να πας να κάνεις κάνα ντους… βρομοκοπάς ιδρώτα…  στάζεις απ’ όλες τις μεριές… να ’σαι ευπαρουσίαστος… πρέπει να ικανοποιούμε τoν πελάτη…

Πήγα λοιπόν στο ντους… έπλυνα προσεκτικά το σώμα μου… του ’βγαλα όλον το φόβο από πάνω…και στο διάδρομο που πάει για το σαλόνι… αναρωτιέμαι γι’ αυτό που μου συμβαίνει… δεν νιώθω το σενάριο…  σκατά… βρομάει.          

(Aπόσπασμα) 

Μετάφραση από τα γαλλικά: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Paul Van Mulder, La solitude d’ un acteur de peep show avant son entrée en scène, (Maelstrom)

μοναξιά ενός ηθοποιού πορνοσόoυ πριν από την είσοδό του στη σκηνή

http://www.lestroiscoups.com/article-25257541.html

http://www.senghor.be/?r1=100045&r2=102323

 

 Matt Duffin

Σεπτέμβριος 2009, μικρό σχόλιο για την παράσταση στο

Théâtre de la place des martyrs στις Βρυξέλλες.

Χρόνια είχα να δω μια τόσο άδεια από σκηνικά αντικείμενα σκηνή (μία καρέκλα σε μαύρο φόντο, μόνο) να ξεχειλίζει ακατάπαυστα (1 ώρα και 15 λεπτά) απ’ το ψυχικό εκτόπισμα ενός και μόνο ανθρώπου. Ο Βέλγος Paul Van Mulder, ηθοποιός και συγγραφέας του έργου, καθοδηγούμενος από τον σκηνοθέτη Pascal Crochet, έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας στον απαιτητικό και σκληρό ρόλο ενός ηθοποιού πορνοσόου. Ο μονόλογος απλός, άμεσος, αλλά σκληρός και αποκαλυπτικός συνάμα επενδύθηκε από μία πρωτόγνωρη εσωτερική λιτότητα και χειρουργική σχεδόν ενσάρκωση και των πιο λεπτών ακόμη συναισθηματικών διακυμάνσεων. Ο Paul Van Mulder, πατώντας όπως μια γάτα επάνω σε όρθιες καρφίτσες, έφερε επί σκηνής το δράμα του ανθρώπου της νέας οικονομικής πραγματικότητας. «Για μια μπουκιά ψωμί», για την εξασφάλιση της συντήρησης και μόνο του βιολογικού κορμιού, ο άνθρωπος βρίσκεται έκπτωτος από τον εαυτό του. Εκπορνεύεται την ίδια την ύπαρξή του. Εξαθλιωμένος, ταπεινωμένος, γεμάτος ντροπή και ενοχές, περιθωριοποιημένος, ζητιανεύει μια θέση στον κόσμο, μια θέση που θα έπρεπε λογικά να του ανήκει. Με απέραντο σεβασμό κι ένα παράπονο καρτερίας ακούσαμε στο τέλος «apaisezmoicalmezmoiaimezmoioui! que demain soit un autre jour » (καθησυχάστε με… ηρεμήστε με… αγαπήστε με…. ναι! και μακάρι αύριο να ξημερώσει μια άλλη μέρα… » Έπειτα ο Paul Van Mulder χάθηκε μαζί με το φως μιας λάμπας-εκκρεμούς, που αναβόσβηνε κατά διαστήματα και σε όλη την παράσταση, μετρώντας τις στιγμές του.

Matt Duffin (11)

Και μια μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια. Τον Paul τον γνώρισα προσωπικά και παρακολούθησα και άλλες δουλειές του, διότι με εντυπωσίασε τόσο το ταλέντο όσο και η καλλιέργεια, η σκληρή δουλειά, το ήθος και η απλότητά του. Ίσως συνιστά υπόδειγμα καλλιτέχνη. Σε μια συζήτηση που είχαμε, μου μίλησε για την απήχηση που είχε το έργο σε εντελώς διαφορετικό κάθε φορά κοινό. Το κοινό του αποτελούνταν και από γυναίκες που εκδίδονται, από πόρνες. Κάποια από αυτές τον πλησίασε, κλαίγοντας, στο τέλος της παράστασης και τον ρώτησε εάν είχε κάνει ποτέ στη ζωή του αυτήν την εργασία για να επιβιώσει. «Αυτό ακριβώς είναι μια πόρνη», του είπε. «Πότε κάνατε εσείς αυτήν τη δουλειά;» H απάντηση, ασφαλώς, είναι… ποτέ. Αλλά η δουλειά κάθε καλλιτέχνη είναι ακριβώς αυτή, να μεταφέρει με σεβασμό, ευαισθησία και χειρουργική ακρίβεια στο κοινό του ακόμη και την πιο σκληρή και κάποτε, μη κοινωνικά αποδεκτή, πραγματικότητα.   

Πίνακες : Matt Duffin

http://mattduffinfineart.com/

.

 

Tags: ,

Image

Αρθούρος Ρεμπώ, Μια εποχή στην κόλαση, Ντελίρια II

Η αλχημεία του ρήματος

Δικό μου. Η ιστορία ενός απ’ τα τρελά μου.
Εδώ κι αρκετά χρόνια ένιωθα περήφανος που ’χα στην κατοχή μου όλα τα δυνατά τοπία κι έβρισκα γελοία τα κραυγαλέα ονόματα της ζωγραφικής και της μοντέρνας ποίησης.

Μου αρέσανε οι βλακώδεις πίνακες, κάτω από πόρτες, διακοσμητικά, τελάρα σαλτιμπάγκων, επιγραφές, μικρογραφίες λαϊκές• η παλιά λογοτεχνία, εκκλησιαστικά λατινικά, ερωτικά βιβλία ανορθόγραφα, μυθιστορίες των προπάππων μας, θρύλοι με νεράιδες, μικρά βιβλία για παιδιά, παλιές όπερες, ρεφρέν ηλίθια, αφελείς ρυθμοί.

rembo Alicia Suarez (1)

Ονειρευόμουνα σταυροφορίες, ταξίδια ανακαλύψεων χωρίς καμία απολύτως γνωριμία, δημοκρατίες δίχως ιστορία, διαμάχες θρησκειών καταπνιγμένες, ηθών επαναστάσεις, φυλών μετατοπίσεις και ηπείρων: πίστευα σ’ όλα τα πράγματα που έχουνε μαγεία.

Juan Gatti 8

Εφηύρα το χρώμα που έχουν τα φωνήεντα! – Α μελανό, Ε λευκό, Ι κόκκινο, Ο μπλε. – Κανόνισα τη φόρμα και την κίνηση όλων των συμφώνων και, με ρυθμούς από ένστικτο, καυχήθηκα ότι εφηύρα ένα ποιητικό ρήμα που να μπορείς ν’ αγγίζεις, σήμερα αύριο, προς πάσα κατεύθυνση, πνεύμα, σημασία. Για τη μετάφραση είχα πάντα επιφυλάξεις. Στην αρχή ήταν μόνο μια άσκηση. Έγραφα σιωπές, νύχτες, σημείωνα τ’ ανείπωτα. Κάρφωνα τους ιλίγγους.

Μετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Juan Gatti 17

Πίνακες: Alicia Suarez, Juan Gatti

———————————————————————————

 

Tags: ,

Image

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

II. Λέα

Το όνομά μου είναι Λέα Ραμπίνοβιτς. Πάνε χρόνια που άνθρωπος πλέον δεν αρθρώνει το βαφτιστικό μου. Εντούτοις, όταν ήμουνα μικρή, στο σπίτι του πατέρα μου, το άκουγα συχνά «Λέα! Λέα! Λέα! Λέα!» μού φώναζαν κάθε λίγο και λιγάκι, για ψήλου πήδημα κάποιες φορές. Ήμουν η Λέα, τίποτε άλλο παρά μόνο η Λέα, ένα λεπτοκαμωμένο κοριτσάκι που φόραγε φούστες ανοιχτόχρωμες, άφηνε τα μαλλιά του να πέφτουνε στο πρόσωπό, του άρεσε να τραγουδάει σκοπούς στα γίντις.

Τη στιγμή που έπαψα να είμαι κοριτσάκι, τη στιγμή που ο άντρας μου έκανε από μένα τη γυναίκα του, με βία, την ίδια στιγμή έπαψα να είμαι η Λέα κι έγινα «κυρία», έπειτα «μαμά». Όταν μιλούσαν για μένα στο Μουνσκ μ’ αποκαλούσαν επίσης «η γυναίκα του Ζαλμάν του ασίντ» ή, αργότερα, «η γυναίκα του Ζαλμάν του λωλού», και κουνούσαν το κεφάλι μ’ έναν μορφασμό όλο αηδία. Στις Βρυξέλλες, τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, δεν υπήρξα απολύτως τίποτε άλλο παρά η «Κυρία Ραμπίνοβιτς». Εξάλλου αυτό είναι γραμμένο και στον τάφο μου, ΚΥΡΙΑ ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ, χωρίς βαφτιστικό, γιατί τα παιδιά μου δεν γνώριζαν το βαφτιστικό μου, ποτέ δεν το ’μαθαν, πράγμα που με θλίβει, χωρίς όμως να καταφέρνω ν’ αντιδράσω. Η εξέγερσή μου είναι δολοφονημένη. Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς την κατέστρεψε. Και την πήρε ακριβώς όπως πήρε το κορμί μου. Με τη βία.

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

Φωτό: Brigitte Carnochan

 

Tags: , , , , , , , ,

Video

Λέξεις και μουσική: The Walkabouts, Philippe Blasband

ΙΙ. Λέα

«OI WEISE MIE! ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;» ούρλιαξα, και η μαμή, τεράστια και χλωμή και λουσμένη στον ιδρώτα, σαν να ’ταν εκείνη που γεννούσε, η μαμή γέλασε: «Γεννάς, κοπέλα μου! Όπως εκατομμύρια γυναίκες πρωτύτερα από σένα!» Ύστερα από ώρες ουρλιαχτών, ο ξαφνικός πόνος ξεθύμανε, μια κραυγή μου ’σπασε το τύμπανο και η μαμή μού ’δειξε έναν μικρό γυρίνο κρατώντας τον σαν τρόπαιο κάτω απ’ το κεφάλι. Αυτός ο γυρίνος έβγαζε κραυγές κάνοντας τσαλακώματα στο μικρό του μούτρο. Μου είπανε πως ήτανε ο γιος μου. Δεν ήθελα να το πιστέψω: τι; αυτό; ένα παιδί; ο γιος μου; Ο γυρίνος άνοιξε τα μπλε του μάτια κι αμέσως μ’ αναγνώρισε.
Στην αρχή δεν ήξερα πώς να τον φροντίσω. Γυναίκες, οι οποιεσδήποτε, γειτόνισσες, μεγάλες αδερφές, φίλες, μου ’μαθαν να ταΐζω ένα μωρό και να το φασκιώνω και να τ’ αγαπάω. Μια μέρα ο Ελί μού χαμογέλασε. Δεν έμοιαζε πλέον με γυρίνο.
Ο άντρας μου νανούριζε το μωρό, το γαργαλούσε και μερικές φορές το πέταγε στον αέρα. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη που τον έβλεπα να το φροντίζει τόσο. Ύστερα παρατήρησα τις λεπτομέρειες: ο Ζαλμάν επαναλάμβανε πάντα τους ίδιους ήχους για να του πει λογάκια: «μπο-μπου-μπου-μπι-γκου» (ήχους που θα χρησιμοποιούσε ασταμάτητα και για τα επόμενα μωρά). Όταν πέταγε το μωρό στον αέρα, ήταν πάντα τέσσερις φορές − ποτέ τρεις ή πέντε −, όχι: τέσσερις. Και μόλις είχε παίξει δέκα λεπτά με τον Ελί, έχανε το ενδιαφέρον του για να γυρίσει στα βιβλία του.
Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς δεν αγαπούσε τα παιδιά. Του αρκούσε απλώς να αντιγράφει τους άλλους πατεράδες.

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , , , ,

Aside

Η πρώτη φωτογραφία είναι καθαρή, αλλά με δυσκολίες ιδιαίτερες  στην αποκρυπτογράφησή της. Την κοιτάζουμε για ώρα αρκετή αναρωτιόμαστε: Να είναι ζώο; Βράχος; Κακέκτυπο  ζωγραφικής αφηρημένης; Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, διακρίνουμε ένα πλέγμα από καμπύλες που, καθώς φαίνεται, αλληλοδιακόπτονται  χωρίς καμία λογική∙ επάνω, μια επιφάνεια ετερόκλητη από μικρούς μαιάνδρους σε μαύρο και λευκό. Τη στιγμή όπου, στην ετερόκλητη επιφάνεια, διακρίνουμε μια γούνα, και τη στιγμή όπου καταλαβαίνουμε ότι η γούνα είναι ένα καφτάνι, τότε αποκτάμε ξαφνικά συναίσθηση όλης της εικόνας. Αναρωτιόμαστε πώς μέχρι τώρα δεν είχαμε ανιχνεύσει κανένα πρόσωπο  στη  φωτογραφία και, στη συνέχεια,  αυτήν τη μακριά λεπτή μύτη, τα βαθουλωτά μάτια τ’ ανοιχτόχρωμα και τη διακριτική γενειάδα που πλαισιώνει αυτό το στόμα με τα σαρκώδη χείλη, έκπληκτοι τα παρατηρούμε όλ’ αυτά, αφού τώρα, όπου ξεχωρίζουμε το πρόσωπο, διστάζουμε μπροστά στην έκφρασή του: να ’ναι οργισμένο, απαθές, τσιτωμένο, στοχαστικό,  μετρημένο, ονειροπόλο ή ηλίθιο; Αν και κάναμε προσπάθειες να παρουσιάσουμε με λεπτομέρεια όλο το κοινότοπο, εκτυπωτικό και φωτογραφικό ανάγλυφο, τίποτε απολύτως δεν προδίδει το συναίσθημα που θα μπορούσε να κάνει γλαφυρό, την ώρα που τον φωτογράφησαν τον Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς.

Rachel Ross 17

I. Ζαλμάν

Εν αρχή ην το όνομά μου  Ζαλμάν-Ισαάκ- Μωυσής Ραμπίνοβιτς του Μουνσκ.Υπήρξα ένας από τους χασίντ του Μουνσκέρ Ρεμπέ∙  μελέτησα το Ταλμούδ και τα σχόλια του Ρασί∙  νυμφεύτηκα μία γυναίκα, η οποία εγέννησε τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια, έτσι νομίζω, και δυο κορίτσια, έτσι νομίζω.  Τώρα, πλέον, είμαι ένα τίποτα. Ζούσα στο Μουνσκ, πάντα ζούσα στο Μουνσκ, όπως ο πατέρας μου, και ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν∙ ο προπάππος μου, αυτός, καταγόταν απ’ τη Λιθουανία ή απ’ τη Ρωσία −  αλλά τίποτα δεν είναι πέρα για πέρα σίγουρο. Κάποιοι λένε ότι ξέφυγε από ένα πογκρόμ, από χρέη, σύμφωνα μ’ άλλους, CARTES 401_001ότι ξέφυγε με μια σχεδία και ότι γύρναγε στις θάλασσες για δέκα μέρες δίχως φαί, δίχως νερό −  αλλά τίποτα δεν είναι πέρα για πέρα σίγουρο.  Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και  ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν, ήταν ραφτάδες, όλοι, όπως οι αδερφοί μου,  οι θείοι μου και οι αδελφοί του πατέρα μου. Όλοι οι Ραμπίνοβιτς ήταν ραφτάδες. Ήμουν ο πρώτος που έκανα σπουδές, ο πρώτος που αψήφησε τα κουρέλια για να περάσει στα  Βιβλία. Μια μέρα εγκατέλειψα τα Βιβλία. Χώθηκα βαθιά στον ξεπεσμό, όπως χωνόμαστε βαθιά σε μια γυναίκα. Μια ιδέα ήταν, ένα βράδυ του Δεκέμβρη, μόνο μια ιδέα, αλλά μια ιδέα που την ένιωθα μέσα μου παντού, κι  εντελώς χειροπιαστή, όσο και το κρύο που μου σακάτευε τα μάγουλα, κι εντελώς συγκεκριμένη, όσο και το ιλαρό φως που βγαίνει απ’ τις λάμπες πετρελαίου, μες στα σπίτια  − αλλά, όμως, θα μου πείτε, μια ιδέα ήταν, ναι, αλλά μια ιδέα γευστική, μια ιδέα που θα μπορούσαμε να κριτσανίσουμε, να μασουλήσουμε, να πάρουμε στο χέρι, να χαϊδέψουμε, να τη ζυμώσουμε! Αυτήν την ιδέα θα σας διηγηθώ. Βουλώστε, παιδιά, τ’ αυτιά σας! Κλείστε τα μάτια σας. Αυτή η ιδέα θα σας  πάρει και θα σας σηκώσει όπως πήρε και σήκωσε τα μυαλά μου στον αέρα.Να την λοιπόν:Δεν υπάρχει τίποτα.Ο Παντοδύναμος  δεν είναι καθόλου παντοδύναμος. Ο Παντοδύναμος είναι τίποτα.Δεν υπάρχει.Το Τσαδίκ έλεγε ψέματα. Οι μιτζβότ λέγανε ψέματα. Το Βιβλίο και τα Σχόλια του, όλα ήταν ψέματα. Έπεσα κατάχαμα. Και το χιόνι με σκέπασε.Δεν έδωσα καμία σημασία. Ήμουν οργισμένος.

CARTES 440_001Με μια τέτοια παρόμοια ιδέα, μια ιδέα άλλοτε καυτή κι άλλοτε παγωμένη, όλα γίνονταν πλέον δυνατά! Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να μου ανακόψει την πορεία! Έγινα ένας χοίρος χαρωπός! Ευδαιμονία! Πήρα όλα τα χρήματα που μου ’χε αφήσει ο πατέρας μου, τα χρήματα που ’χανε μαζέψει οι αδερφοί μου και οι θείοι μου, για να μπορέσω να κάνω τις σπουδές μου και για να θρέψω τη φαμίλια μου, και τα έφαγα!… Πήγαινα από πανδοχείο σε πανδοχείο, στα περίχωρα του Μουνσκ. Γνώρισα τη μέθη, μέχρι ξερατού. Γνώρισα τις κακόφημες γυναίκες και το κορμί τους και τις αρρώστιες που κρύβανε τα μπούτια τους και, κάθε φορά που ουρούσα, οι αρρώστιες μού λιανίζανε το πέος.  Κάποτε κάποτε, ένας άλλος  χασίντ, ή ένας αδερφός ή ένας θείος έπαιρναν σβάρνα τα πανδοχεία να με ξαναβρούν, ανάμεσα σε στρατιώτες μεθυσμένους, σε χωριάτες πεσμένους σε λήθαργο μετά το φαγοπότι, σ’ ανθρώπους που ταξίδευαν. Έρχονταν, αξιοπρεπείς και ενάρετοι, και μου ’λεγαν: «Ξαναγύρνα, Ζαλμάν, ξαναγύρνα στις σπουδές σου, στη φαμίλια σου, στη γυναίκα σου». Ξεσκιζόμουνα στα γέλια, τους έκραζα, τους πασάλειβα με βρομόλογα, κι έφευγαν κλαίγοντας, κι εμένα μου άρεσε να τους βλέπω να κλαίνε. Μέσα σ’ έξι μήνες είχα ξοδέψει τα τρία τέταρτα των χρημάτων. Ήμουν έτοιμος να ξοδέψω και το τελευταίο τέταρτο μέχρι τέλους, να πιάσω  πάτο, να αγγίξω αυτήν την παντελή έκπτωση που συγχύζεται με το θάνατο… CARTES 765_001Όταν  ο Άγγελος του Παντοδύναμου ήρθε να με συναντήσει.Ο Άγγελος ήταν μεταμφιεσμένος, τα ρούχα του ήτανε αυτά των χωριατών, μα ούτε ίχνος λάσπης πάνω στα μπατζάκια του.  Στο ανάστημα ήταν ψηλότερος από μένα, τόσο ψηλός, που για να μη σκοντάψει στο ταβάνι του πανδοχείου, έπρεπε να χαμηλώσει το σβέρκο του. Τα μαλλιά του ξανθά κι όλο μπούκλες φτιάχνανε ένα φωτοστέφανο στο πρόσωπό του. Τα σκοτεινά όλο γυαλάδα μάτια του με γδύνανε οργισμένα. Στο μέτωπο είχε ένα κόκκινο σημάδι.Αυτό συνέβη σε μια ταβέρνα, όταν μπαίνουμε στο Μουνσκ. ανατολικά, ύστερα από τα χωράφια. Είχα πιει ένα ή δυο μπουκάλια βότκα, ξεράσει σε έναν ή δυο κουβάδες, και ταλαντευόμουν, με τα χέρια μου πλάκα πάνω στο τραπέζι και τα δάχτυλά μου εξαρθρωμένα, κάνοντας προσπάθεια να θυμηθώ τί, πώς, πού, γιατί. Ο Άγγελος στάθηκε απέναντί μου. Ρώτησε: «Είσαι ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς;» «Έτσι με λέγανε…» Και κοίταξα τις κόρες, και είδα τα σκοτεινά βαθουλωτά του μάτια, και τα μάτια του σπινθήριζαν μία ασυνήθη ομορφιά, και κατάλαβα πως ήταν ο Άγγελος του Παντοδύναμου, γιατί το Αιώνιο τον είχε αποστείλει να μου πει: «Υπάρχω, Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς! Ο λόγος μου είναι η Αγαθότης!».Κι ο Άγγελος του Παντοδύναμου με γράπωσε απ’ το γιακά, με ανασήκωσε απ’ την καρέκλα, πήρε το κεφάλι μου πάνω στο δικό του, και μπόρεσα να οσμιστώ  το θεϊκό του χνώτο.

CARTES 531_001Και βγήκα απ’ το πανδοχείο, και υπήρξα Οργή. Και υπήρξα Πανικός! Και στους μικρούς εβραϊκούς δρόμους του Μουνσκ, εκεί όπου δεν είναι πλέον ίσιοι, εκεί όπου τα σπίτια αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στο λοφίσκο, ούρλιαξα εγώ: «Πογκρόμ! Πογκρόμ!», αλλά οι Εβραίοι μ’ έπαιρναν για σκνίπα και γέλαγαν μαζί μου, και τα μυξιάρικα με τα ζαχαρωτά μού βάζανε  τρικλοποδιές και οι χοντρές μέγαιρες μου πέταγαν στα μούτρα προσβολές και, μέσα απ’ τα δάκρυα μου, βρήκα το δρόμο κι έφτασα σ’ αυτό το πράγμα που ήτανε το σπίτι μου, εκεί όπου το Μουνσκ τελειώνει, πριν από το δάσος. Μπήκα. Εκεί μέσα ζούσε μια γυναίκα και τρία παιδιά. Δεν τους αναγνώρισα, αλλά ήτανε αυτοί. Και η γυναίκα ήτανε χοντρή και τα παιδιά μέσα στη βρώμα, και όλοι τους με κοίταζαν. Έπεσε μια μακριά σιωπή∙  από μακριά έφταναν κραυγές, κλαγγές. Απ’ το παράθυρο βλέπαμε, ήδη τυλιγμένη σε μαύρους καπνούς,   την πλαγιά του Μουνσκ.«Φύγετε», τους είπα, «έχουμε πογκρόμ.»«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η γυναίκα.

CARTES 173_001CARTES 425_001Δεν την κοίταξα, κι ούτε κοίταξα τα τρία παιδιά που στέκανε γύρω της. Είχα στραμμένα τα μάτια προς τα κάτω και τους επανέλαβα να φύγουν. Κάποιος (μια κοριτσίστικη φωνή, έτσι νομίζω)  είπε: «Και το πογκρόμ;» Και απάντησα: «Θα τους αναχαιτίσω.» Γιατί ο Άγγελος ήταν στο πλευρό μου.  Γιατί ο Άγγελος οδηγούσε τα χέρια και το στόμα μου. Γιατί οι φτερούγες του με κάλυπταν και τα νύχια του όργωναν το κεφάλι μου μέχρι που ν’ αγγίξουν την ψυχή μου για να διαφεντέψουνε τις πράξεις μου. Δεν ήμουν σε θέση να κάνω τίποτε άλλο, μόνο να υπακούσω.Η γυναίκα και τα τρία παιδιά έφυγαν για να χαθούν, βαθιά στο δάσος. Όταν οι χωριάτες μπήκανε  στο σπίτι (στόματα άπληστα για αίμα, χοντρά γέλια, χνώτα που βρωμάγανε ποτό), εγώ τους αναχαίτισα.Κάποιοι ισχυρίζονται πως με σκοτώσανε. Εγώ όμως τον Άγγελο τον είχα στο πλευρό μου.Αυτό που μου ’καναν, δε θα μπορούσα να το εξηγήσω.Και από τότε, δεν υπάρχω πια.Τίποτε δεν υπάρχει πια, από δω και στο εξής.

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (Το βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

 

Tags: , , , , ,

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

carnochan3=4

Είναι ένα μεγάλο δερματόδετο βιβλίο σε ανοικτό καφέ, κίτρινο σχεδόν. Η μόνη τυπωμένη ένδειξη είναι χαραγμένη, με χαρακτήρες Helvetica, στη ράχη:

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ

 Δεν γίνεται καμία αναφορά στο συγγραφέα ή στον τυπογράφο. Απ’ τη χαρτοδεσία, την εκτύπωση και τη βιβλιοδεσία δεν απουσιάζουν μικρολάθη. Οι φωτογραφίες που προηγούνται των κειμένων φιλοτεχνήθηκαν με τεχνική σωστή, αλλά χωρίς καμία πολυτέλεια. Κάποιες, φλου ή μερικώς καταστραμμένες, έχουν φθαρεί κατά την επεξεργασία. Tα κείμενα είναι σχετικά ευσύνοπτα, καμιά εικοσαριά σελίδες το πολύ. Κάθε κείμενο είναι γραμμένο και αντιστοιχεί σ’ ένα από τα μέλη της οικογένειας Ραμπίνοβιτς, νεκρό ή ζωντανό, αρχής γενομένης από τους

Ζαλμάν και Λέα Ραμπίνοβιτς

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , ,

Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch (To βιβλίο των Ραμπίνοβιτς)

carnochan2

Oι Ραμπίνοβιτς διασχίζουν την Ιστορία και τη διηγούνται. Δεκατρείς διαφορετικές προσωπικότητες, δεκατρία πρόσωπα της ίδιας οικογένειας, δεκατρείς τρόποι για να μιλήσουμε για τη ζωή, την ευτυχία την Ιστορία και τη φρίκη της. Πέρα από το απλό πορτρέτο μίας οικογένειας Εβραίων που κατάγεται από την Πολωνία και βρίσκονται εξόριστοι στο Βέλγιο, ο Φιλίπ Μπλασμπάντ διηγείται τον 20ό αιώνα, τις μεγάλες του στιγμές και τις μικρές του λεπτομέρειες. Οι Ραμπίνοβιτς γίνονται οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, οι φίλοι, οι δικοί μας. Και πέρα απ’ αυτό, ένα είναι γεγονός: Οι Ραμπίνοβιτς είμαστε εμείς.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Φωτό: Brigitte Carnochan

Μετάφραση: Iφιγένεια Σιαφάκα

 

Tags: , , , , , , ,