RSS

Category Archives: ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ/ TO TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΥΓΚΑ, 2011

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα

Θυμάμαι τη γιορτή του πατέρα, που ως επί το πλείστον έπεφτε τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, πράγμα που αποτελούσε ιδιαιτέρως ευτυχή συγκυρία για την οικογένειά μας, καθώς δινόταν η ευκαιρία στον Αηδονοπάτη να έχει αντικείμενο ενασχόλησης που ταίριαζε στο χαρακτήρα και στα ενδιαφέροντά του. Εκτόνωνε δηλαδή την πλεονάζουσα επιθετικότητά του στις σφαγές των αμνών και των πουλερικών, στα ξεκοιλιάσματα, στα ξεπουπουλιάσματα, στα βρασίματα, στα σουβλίσματα, στον καθαρισμό των αιμοσταγών υπολειμμάτων των θυμάτων και στην τροφοδοσία των πυρών με ξύλα, τα οποία πετσόκοβε μ’ ένα τεράστιο τσεκούρι.Έτσι είχαμε ησυχία, και τι χαρούμενος που ήταν εκείνες τις ημέρες ο πατέρας! Μετά ακολουθούσε η μεγάλη ημέρα της γιορτής. Στρωνότανε τραπέζι δεκαπέντε μέτρων. Κάποτε μάλιστα στρώθηκε τραπέζι πενήντα δύο μέτρων, καθώς ο πατέρας ανήκε στις αρχές του τόπου – διατελούσε Πρόεδρος την εποχή εκείνη. Από τις πρωινές ώρες σειόταν ο τόπος όλος με τα σουξέ δημώδη άσματα του απανταχού ελληνισμού.

Έτσι, η μέρα, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, ξεκινούσε με το ειδησεογραφικό ανακοινωθέν «μπήκαν, ωρέ… μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα, χρυσούλα μ’ κι αδελφούλα μ’». Κι αφού τα γιδοπρόβατα είχαν διασφαλίσει, κι ευτυχώς, το privacy τους, οι κάμερες στρέφονταν προς αναζήτηση βοράς κουτσομπολιού στους ανυποψίαστους περιπατητές της περιοχής «το παπάκι πάει, καλέ παπί, το παπάκι πάει στην ποταμιά!» Ο Αηδονοπάτης έκαιγε το πελεκούδι σέρνοντας το χορό μες στον ιδρώτα και με το χέρι σηκωμένο να φασκελώνει τη λιακάδα, ενώ παράλληλα εκτόξευε στους καλεσμένους λιπαρά κομματάκια μουλιασμένης τροφής κάθε που χαλάρωνε το κέφι του πάνω σε σφ..σφ και τσ…τσ.
Με ενοχλούσε. Υπέφερα από αυτόν τον χύμα αλλά λεβέντικό του προσανατολισμό, από αυτήν τη συμπαιγνία του αποσυντιθέμενου και σθεναρού ταυτόχρονα φρονήματος. Με μπέρδευε. Και μπερδευόμουν ακόμη περισσότερο όταν ερχόταν εκείνη η μεγάλη ώρα όπου τα κλαρίνα θα ’παιζαν τις δύο στερεότυπες παραγγελιές του. «Μου παρή… το χαιδεμένο μου», ξεκίναγε ο τραγουδιστής, «μου παρή… παρήγγειλε τ’ αηδόνι με το πε… το πετροχελιδόνι να του πλέ… να του πλέξω τη φωλιά του με τα χρυσοπούπουλά του» και «γεια σου, μαστρο-Ιορδάνη», φώναζε ο πατέρας, «όλα τα πουλάκια κι αμάν κι αμάν, όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά, τα χελιδονάκια ζευγαρωτά, το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό… το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό περπατάει στους δρόμους καμαρωτό». Και «σφ…σφ…» και «τσ…τσ…» και «άντε να καούν τα κάρβουνα μαστρο-Ιορδάνη!»

Εγώ δεν έλεγα τίποτα, μόνο αναγούλες στο στομάχι. Είχα ακούσει κι εκτιμήσει το «η σιωπή είναι χρυσός» κι έκανα το κόσμημα. Βοηθούσα όσο μπορούσα, συμμετέχοντας διπλωματικά στην αποφυγή των στραβοτιμονιών• περιφερόμουν με τα κρεατικά, τα τυριά, τα αυγά και τις πίτες στις πιατέλες, και το στομάχι μου έφερνε τούμπες. Ακόμη και τώρα όταν αντικρίζω τυρόπιτα ή λαχανόπιτα και κοκορέτσια ή αρνιά μού γυρνάνε τα έντερα, η αυγουλίλα είναι ικανή να με οδηγήσει σε κρίση πανικού. Το Πάσχα πηγαίνω διακοπές σε χώρες μουσουλμανικές. Πέρυσι είχα πάει στο Μαρόκο. Είμαι χορτοφάγος και μου αρέσουν τα ψαρικά, κυρίως οι σαρδέλες…

Λοιπόν, έστελνα ευχές στους συνδαιτυμόνες με φορεμένα το σιφόν χαμόγελο βγαλμένο απ’ τη ναφθαλίνη, τα αναστάσιμα ρούχα επιλογής Χαρίκλειας και τα βραχιόλια της γιαγιάς Τριανταφυλλιάς, δωρισμένα για τέτοιες περιστάσεις, που ασφαλώς είχαν κάποια συναισθηματική αξία και δε με βάραιναν διόλου. Η αλήθεια είναι ότι άρχιζα λιγάκι να σιγοκουνιέμαι με κάποια κακεντρέχεια, όταν μετά τα αηδονοάσματα-παραγγελιές του πατέρα γάζωνε τον αέρα το «ένα πουλί, μάνα μου, μαντζουράνα μου, μάνα μ’, ένα πουλί απ’ το χωριό μας…». Ένα πουλί απ’ το χωριό μας «φεύγει για καλό δικό μας», κρυφομουρμούριζα, αλλάζοντας τα λόγια, «φεύγει και, μάνα μου, μάνα μου, μαντζουράνα μου… και πάει στα ξένα, ξένα και ξενιτεμένα!» Ανάθεμά σας, κι έσπαγα και καμιά πιατέλα, αλλά μου το συγχωρούσαν, γιατί κι εκείνοι σπάζανε ό,τι βρίσκανε μπροστά τους. Κατά τ’ άλλα μέρα ήταν, θα περνούσε…

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα (Προοίμιο προσώπων/Η κασέτα), Γρηγόρης 2011

Πίνακες: Mirjam Appelhof

.

 

Tags:

Image

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Η Ντόρα Περτέση είναι ψυχοθεραπεύτρια, ψυχαναλύτρια, Δρ. ψυχανάλυσης

 

 «Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από μένα», μου έλεγε η Ιφιγένεια σε μια πρόσφατη συνέντευξη για το περιοδικό αληthεια http://wp.me/p2VUjZ-21M. Ξεχώρισα και κράτησα αυτήν τη φράση. Στο μυαλό μου ήρθαν οι φράσεις του Τζιακομέτι για τη γλυπτική.Η γλυπτική»,  έλεγε, «δεν με ενδιαφέρει πραγματικά, παρά μόνο στο βαθμό που γίνεται το μέσον όρασης του εξωτερικού μου κόσμου και, ακόμη περισσότερο, δεν είναι παρά το  μέσον  να γνωρίσω αυτή την όραση, σε τέτοιο βαθμό, που δεν ξέρω τι βλέπω, πάρα μόνο δουλεύοντας πάνω σε αυτό το γλυπτό».Παραφράζοντας, λοιπόν, τον καλλιτέχνη, θα έλεγα ότι για την Ιφιγένεια, η συγγραφή, οι σχέσεις με το κείμενο και με τις λέξεις γίνονται το μέσο γνώσης αυτού του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό που, σμιλεύοντας τις φράσεις, γνωρίζει αυτό τον κόσμο. Και, ακόμη περισσότερο, τα ίδια τα πράγματα της μιλούν, αυτά τα πράγματα μπορούν γίνουν κινητήριος δύναμη και να συνδιαλέγονται με τον Άλλον του υποκειμένου, και τότε είναι το υποκείμενο που μιλάει όχι το Εγώ.

lygas b172191Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ, που συνιστά μια διάσταση παραγνώρισης, ο τόπος της είναι άλλος. Ένας συγγραφέας, έλεγε ο Μπαχτ, συγκροτείται, φτιάχνεται ως υποκείμενο, θα συμπλήρωνα, μέσα από τα γραπτά του και όχι το αντίστροφο. Το έργο είναι αδιαχώριστο λοιπόν από αυτόν. Γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται στην περίπτωση της Ιφιγένειας. Η συγγραφή δεν συνιστά γι’ αυτήν μία διαδικασία φαντασιακής τάξεως, η οποία θα περάσει στο γραπτό — χωρίς αυτή, στην περίπτωσή της, με την έννοια της μυθοπλασίας, να απουσιάζει.  Δεν πρόκειται, λοιπόν, για το Εγώ, που συνομιλεί με τους ιδανικούς σχηματισμούς του. Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ.

alitheia Νο7Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ο τόπος της ως συγγραφέα δεν είναι απλώς η φαντασία, ο τόπος της είναι οντολογικός, η γραφή της έχει ως καταγωγικό θεμέλιο την ίδια της την ύπαρξη, την επιθυμία της, η γραφή της είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με το υπάρχειν, με το είναι. Και αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από πολλούς άλλους συγγραφείς, που χρησιμοποιούν τη φαντασία τους, ενίοτε γράφοντας και πολύ καλά, για να στηρίξουν το κενό της πραγματικότητάς τους. Θα πω γι’ αυτούς τους τελευταίους, από βιβλία των οποίων η αγορά βρίθει, ότι είναι  δειλοί, με την έννοια της ηθικής δειλίας, γιατί δεν παίρνουν το ρίσκο της επιθυμίας τους, γιατί δεν γράφουν οντολογικά. Έτσι, λοιπόν, όταν η Ιφιγένεια μού έδωσε σ’ ένα ρολό το ξεχασμένο κεφάλαιο του μυθιστορήματός της, αυτό μου επικύρωσε την άποψή μου περί της οντολογικής της γραφής.

Τι περιέχει αυτό το ρολό; Γράφει η συγγραφέας του τραγουδιού του λύγκα: http://wp.me/p2VUjZ-Aw Πώς είναι, επιπλέον, δυνατόν να έχεις διαβάσει και επιμεληθεί τουλάχιστον τρεις φορές τυπωμένα τα χειρόγραφα (στη δεύτερη πια διόρθωση του βιβλίου, ύστερα από αρκετά χρόνια και ύστερα από πάμπολλες διορθώσεις στο παρελθόν)  και κατ’ επανάληψιν να αδυνατείς να αντιληφθείς ότι ένα «κεφάλαιο» που αγαπάς πολύ δε βρίσκεται εκεί; Πρόκειται για παράλειψη ή  μήπως για παρά/ληψη; Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτό όμως που μπορώ να πω είναι ότι το «γράμμα», με την έννοια του γραπτού, βρήκε τον προορισμό του και είναι εδώ, ανατρέποντας τον καθωσπρεπισμό ενός βιβλίου, που έχει όλα τα κεφάλαια συντεταγμένα απ’ αρχής έως τέλους. Το βιβλίο είναι σε έλλειψη. Εντούτοις, το απολεσθέν από τη μνήμη κεφάλαιο, με τίτλο Στη χώρα του Πάντα Πάντα,  είναι εδώ,  http://wp.me/p2VUjZ-zi   αποχωρισμένο από τη μυθιστορηματική ενότητα αλλά και συγχρόνως παρόν μέσα σε αυτήν την ενότητα.

Ψυχαναλυτικά μιλώντας, ένας αληθινός καλλιτέχνης έχει τη δύναμη να αναδεικνύει κάτι που αλλάζει τις συμβολικές κοινωνικές συντεταγμένες, να αλλάζει λοιπόν τον κοινωνικό άλλο. Εάν αυτός ο κοινωνικός εκδοτικός άλλος, προστάζει το βιβλίο να είναι ολοκληρωμένο και να μην του λείπει τίποτα… ε όχι… πάντα στη Χώρα του Πάντα Πάντα, θα λείπει κάτι. Κι ευτυχώς. DSC_0065fΌσο για «Το τραγούδι του λύγκα», κάνω μία πρώτη στάση στο 4Ο κεφάλαιο με τίτλο Θα τον φροντίζει μέχρι τέλους, σελ 257, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο γράμμα του Ιάσονα, τελευταία πράξη προ της ύστατης, της καταλυτικής, δηλαδή, της αυτοκτονίας του. Διαβάζω : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Τι να πω… Θα πω ότι έχω σταματήσει να διαβάζω ή να βλέπω έργα που ασχολούνται με οτιδήποτε άπτεται του ψυχολογικού ή για την ακρίβεια του ψυχολογισμού, με μια λέξη, τα θεωρώ αφελή. Στην παραπάνω φράση η Ιφιγένεια μάς δίνει έναν ψυχαναλυτικό, και δη λακανικό, ορισμό της αυτοκτονικής διάπραξης. Ξαναδιαβάζω τη φράση : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Το υποκείμενο που προβαίνει στην αυτοκτονία είναι ανώνυμο. Βρίσκεται εκτός συμβολικών συντεταγμένων, δεν συγκροτείται πλέον στον τόπο του Άλλου, ο Άλλος του ασυνειδήτου δεν λειτουργεί, πλανάται με τη διπλή σημασία της λέξης, δεν έχει τόπο, συμβολικό τόπο, και, όντας χωρίς τόπο, άτοπο, ενσαρκώνει στο πραγματικό το ψάξιμο ενός τόπου και, παράλληλα, τόπου χωρίς αξία στην περίπτωση του Ιάσονα.

DSC_0065fΤι μας δείχνει, επιπλέον, η συγγραφέας σε ό,τι αφορά τον επιστημονικό λόγο. Μας δείχνει τη φενάκη και την επικινδυνότητα αυτού του λόγου. Κάνω μια δεύτερη στάση στη σελίδα 290 :«Σύμφωνα με νέα μελέτη, η ευτυχία και η χαρά της ζωής κρύβονται στο DNA μας και συγκεκριμένα σε ένα γονίδιο που ονο­μάζεται 5-ΗΤΤLPR. Αυτό αναφέρουν ειδικοί της London School of Economics οι οποίοι μελέτησαν 2.754 εθελοντές στις ΗΠΑ οι οποίοι απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο ‘‘μέτρησης’’ της ευτυ­χίας αλλά και της δυστυχίας». Γίνεται αναφορά στη διαδικτυακή σελίδα, στο βιβλίο. (…)

Ώστε γονίδιο λοιπόν η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, στέκεται έκθαμβη απέναντι απ’ την οθόνη του υπολογιστή της, το άρθρο ακίνητο κι αυτό, κοιτάζονται τα δυο τους. (…) Τώρα καταλαβαίνει, όλα τα καταλαβαίνει τώρα, γιατί η με το γελοίο βλέπει την ευτυχία κάθε μέρα καθισμένη στο απένα­ντι παγκάκι, χαμόγελο: φαίνεται πως κάποιοι το έχουν μέσα τους, αυτή το ψάχνει απέξω της. (…) «Ούου!» νεύει απ’ το παγκάκι η ευτυχία στις κρεμασμένες απ’ τα μανταλάκια δυστυχίες στο μπαλκόνι της γελοίας. «Θα πέσου­με», της λένε οι δυστυχίες. «Σκασίλα μου», ατάραχη απαντάει η ευτυχία. Ώστε γονίδιο, λοιπόν, η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, και κονταροχτυπιού­νται ευτυχίες-δυστυχίες σ’ έναν ατέρμονο αγώνα επιβίωσης. Άρτος και θέαμα. Τρέλα και θέαμα. Εκεί θα μείνει αυτή, στην τρέλα και στο θέαμα, της λείπει το γονίδιο. Θα μείνει στη γωνία με το αποδι­οπομπαίο DNA η γελοία. Θα είναι το τραγί των ημερών. Θα γίνουνε και σύλλογοι φορέων και πασχόντων. Έπειτα στρατόπεδα, φρου­ρές. Κάστες και κλαμπ και θιασώτες. Και δεξιώσεις και διώξεις. (…)

Αγαπητοί μου φίλοι, όχι μόνο προσκυνάμε αυτό το κείμενο, αλλά έχουμε φτάσει να ζούμε διαδικτυακά, και αυτό γιατί η συνάντηση των δύο φύλων χωλαίνει όπως ο γηραλέος Οιδίποδας. «Το τραγούδι του λύγκα» πραγματεύεται αυτή την αδυναμία συνάντησης του άντρα και της γυναίκας, οι ήρωες στα όρια του γκροτέσκο είναι σαν να μας σιγοψιθυρίζουν και εάν υπάρχει και αν αυτή η συνάντηση δεν είναι απλώς μία επανάληψη, ποιο τίμημα πρέπει, άραγε, να πληρώσουμε; Μια από τις απαντήσεις βρίσκεται στο ανά χείρας βιβλίο, όπου η διάσταση του «γράμματος», κάποιες φορές, είναι πέραν της σημασίας.

.

.

 

– –

 
Image

Εισήγηση,Θανάσης Αγάθος: To τραγούδι του λύγκα (Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

DSC_0075f

Ο Θανάσης Αγάθος

είναι λέκτορας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

 «Το τραγούδι του λύγκα» είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, αναφέρθηκαν ήδη lygas b172191από τον Πάνο Σταθόγιαννη ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του. Θα έλεγα ότι, χωρίς να είμαστε συνεννοημένοι, μου κάνει πάσα για να ξεκινήσω, γιατί έκλεισε την πολύ ενδιαφέρουσα εισήγησή του, λέγοντας ότι πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα και, κατά σύμπτωση, έτσι ακριβώς σκόπευα κι εγώ να αρχίσω. Το βιβλίο προσφέρεται για πολλά επίπεδα ανάγνωσης.

Α. Πλοκή

Πρώτα πρώτα είναι ένα μυθιστόρημα που έχει μια αρκετά γοητευτική πλοκή.  Εγώ, ως φιλόλογος, δεν μπορώ  να μη γοητευτώ από ένα βιβλίο, το οποίο έχει αυτό που λέμε αξιόλογη πλοκή. Δεν πρόκειται, φυσικά, να την αποκαλύψω, αλλά το σημαντικό είναι ότι η πλοκή είναι το πρόσχημα για να ξεδιπλωθεί ένα ευφυές σχόλιο πάνω στη διαπάλη των φύλων, με όλα αυτά τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν από τον Πάνο Σταθόγιαννη, και, παράλληλα, είναι η ευκαιρία για να διαπλάσει η Ιφιγένεια ένα πολύ ενδιαφέρον κουαρτέτο ή κουιντέτο χαρακτήρων.

1.      DSC_0019fΟ βασικός χαρακτήρας της Φιλιώς Αηδονοπάτη  θα έλεγα ότι προσφέρεται για πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Είναι μία γυναίκα, την οποία παρακολουθούμε, σ’ ένα αρκετά μεγάλο εύρος  χρόνου — κι αυτό  φυσικά είναι μία συνειδητή επιλογή της συγγραφέως. Το βιβλίο ξεκινάει με την προσπάθεια της ηρωίδας να γράψει, και ακριβώς, επειδή δεν τα καταφέρνει, βλέπουμε όλο το βασανισμό της γραφής, όλη την προσπάθεια της γραφής,  της εξομολόγησης μέσα από τη γραφή : η ηρωίδα  αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της, να ξεδιπλώνει το παρελθόν της,  ηχογραφώντας τον εαυτό της,  και έτσι, διαβάζουμε ή «ακούμε» την κασέτα η οποία παρουσιάζει την παιδική της ηλικία. Έχουμε, μέσα από αυτό,  την εξαιρετικά πολύπλοκη σχέση με τον πατέρα (δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, για να μη χαλάσω τη χαρά της ανάγνωσης), έχουμε το παιχνίδι με τη γλώσσα, διότι,  βεβαίως, η Φιλιώ ή Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη κατάγεται από μία οικογένεια αγροτική,  όπου τα βλάχικα, όπως είπε και ο Πάνος,  μπαίνουν πάρα πολύ δυναμικά και διαπλέκονται γοητευτικά σε ένα παράξενο γλωσσικό παιχνίδι, και ύστερα, από την περιδιάβαση στην παιδική της ηλικία, βλέπουμε αυτή την κοπέλα,  τη χωριατοπούλα, να γίνεται μια εξαιρετικά επιτυχημένη αρχιτέκτων, μία αρχιτέκτων λίγο νευρωτική, βέβαια, με πρόβλημα αυτοσυγκέντρωσης,  η οποία στη συνέχεια, ως ώριμη πια γυναίκα, περνάει από μία σειρά σχέσεων, που τη σημαδεύουν η καθεμιά με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

2.     Υπάρχει ένας ψυχαναλυτής,  ο Αλκιβιάδης,

3.     υπάρχει ένα σαραντάρης αποτυχημένος ηθοποιός, με το συμβολικό όνομα Ιάσονας,

4.     υπάρχει ο πατέρας του ο Άλεξ 

5.     και υπάρχει και ένα πέμπτο πρόσωπο, η Αλταμίρα, που θα έλεγα ότι είναι το κλειδί ή, ένα πάση περιπτώσει, ένα από τα βασικά κλειδιά της ιστορίας.

_

DSC_0004f

Β. Ονοματοθεσία

 

Αυτό που έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον εδώ είναι το πόσο  μεγάλη σημασία δίνει η Ιφιγένεια στην επιλογή των ονομάτων των διαφόρων ηρώων. Εάν, δηλαδή, δεχθούμε  την άποψη κάποιον θεωρητικών της λογοτεχνίας ότι ήδη η ονοματοθεσία είναι μία διαδικασία, που από την πλευρά του συγγραφέα είναι μία συνειδητή επιλογή, ακριβώς επειδή θέλει να σηματοδοτήσει κάποια πράγματα με ένα όνομα που δίνει σε κάποιο χαρακτήρα του, θα λέγαμε ότι αυτό είναι  εξαιρετικά ακριβές στην περίπτωση του Ιάσονα. Ο Ιάσονας,  μέσα στις σελίδες που του αφιερώνει η συγγραφέας, θυμίζει λίγο το μυθικό Ιάσονα,  έχει μια πορεία ενηλικίωσης, μέσα από τη σχέση με τον πατέρα, τη μητέρα, την ηρωίδα, και βεβαίως όλο το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από  μυθολογικές αναφορές και ψυχαναλυτικούς  συμβολισμούς, για τους οποίους θα μας μιλήσει, στη συνέχεια,  η Ντόρα. Είναι, γενικά, ένα έργο το οποίο προσφέρεται για πολλά επίπεδα ανάγνωσης.

chiharu-shiota-e6a4bfe4bc9a2009e4bc9ae5a0b4e58699e79c9f04-1024x768.jpg

Γ. Κειμενικά είδη

Αυτό το οποίο εγώ θέλω να τονίσω είναι το πολύ γοητευτικό παιχνίδι με τα διάφορα κειμενικά είδη, για το οποίο ήδη έγιναν κάποιες νύξεις. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω σ’ ένα μυθιστόρημα να ενσωματώνονται, σε τέτοια έκταση, τόσα πολλά διαφορετικά κειμενικά είδη. Είναι αυτό που ο Μιχαήλ Μπαχτίν αποκαλούσε παρέμβλητα είδη στο μυθιστόρημα και που θεωρούσε ότι είναι ενισχυτικά του πολυγλωσσισμού του μυθιστορήματος. Ο Μπαχτίν υποστηρίζει  ότι, μέσα από την ένταξη, σε ένα λογοτεχνικό έργο μιας  όσο γίνεται μεγαλύτερης ποικιλίας κειμενικών ειδών, φτάνουμε  τελικά να έχουμε αυτό που λέμε πολυφωνικό μυθιστόρημα, και αυτό ισχύει στην περίπτωση του τραγουδιού του λύγκα. Δηλαδή παρεμβάλλονται στη βασική αφήγηση :

1.      Κασέτες, όπως είπα

2.Υπάρχει ποίηση,  ποιήματα που παρεμβάλλονται

3.Υπάρχουν επιστολές. Η ίδια η επιστολή του Ιάσονα προς τον πατέρα του, προς το τέλος πια της ιστορίας, πέρα του ότι είναι μια συγκλονιστική εξομολόγηση, που ρίχνει φως, τελικά, σε πολλά μυστήρια που έχει αφήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή η συγγραφέας, αποτελεί και ένα υπόδειγμα για το πώς μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα λογοτεχνικό κείμενο μία επιστολή. Εάν ανοίξετε το βιβλίο, εάν έχετε διαβάσει το βιβλίο, ασφαλώς καταλαβαίνετε τι εννοώ, για να μη χαλάσω τη χαρά της ανακάλυψης, απλώς θα πω ότι  το συγκεκριμένο γράμμα δεν δίνεται με τη γραμματοσειρά που θα περίμενε κανείς, αλλά δίνεται με το γραφικό χαρακτήρα του  ίδιου του Ιάσονα και με όλες τις διαλείψεις, τις μουτζούρες, με όλα αυτά τα σημεία τα οποία ενδεχομένως σηματοδοτούν την ψυχολογική του κατάσταση την ώρα που συνέτασσε την επιστολή.

4.Παρεμβάλλονται,  επίσης,  κάρτες επαγγελματικές… ψυχιάτρων,

5.     διάφορα σύντομα σημειώματα,

6.    διάφορες σύντομες επιστολές,  

7.     υπάρχουν σελίδες από το διαδίκτυο, υπάρχει ένας πολύ επιτυχημένος «διάλογος» της ηρωίδας με διαδικτυακή σελίδα

8.    Υπάρχει, βεβαίως, η φόρμα του θεατρικού διαλόγου σε κάποια σημεία.Όταν λέω φόρμα θεατρικού διαλόγου εννοώ ότι από κάποια σημεία απουσιάζουν παντελώς οι ενδείξεις που συνοδεύουν συνήθως το διάλογο σε ένα πεζογράφημα του τύπου «είπε», ο τάδε, «απάντησε», ο τάδε κ.λπ. Έχουμε ολόκληρα κατεβατά, εάν μου επιτρέπεται η έκφραση, από διαλόγους.

chiharu-shiota-e6a4bfe4bc9a2009e4bc9ae5a0b4e58699e79c9f04-1024x768.jpg

9.     Και, βεβαίως, υπάρχει κι ένα σημείο, για το οποίο θα μας μιλήσει η Ιφιγένεια, όπου οι ήρωες παρακολουθούν μία θεατρική παράσταση, κι εκεί παρεμβάλλονται κομμάτια που έχουν ακριβώς τη φόρμα του θεατρικού διαλόγου

10.Υπάρχουν ακόμη και επιστημονικές παραπομπές

11.Υπάρχουν ακόμη και υποσημειώσεις

12.Υπάρχει κι ένα κεφάλαιο το οποίο περιλαμβάνει, πολύ αναλυτικά όμως, το μενού ενός εστιατορίου, με πινελιές σουρεαλιστικές και μυθολογικές,  ένα κεφάλαιο που έχει πραγματικά πολύ μεγάλη σημασία και τοποθετείται ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή

chiharu-shiota-e6a4bfe4bc9a2009e4bc9ae5a0b4e58699e79c9f04-1024x768.jpgΌλα αυτά δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ατάκτως εριμμένα, δηλαδή, ενισχύεται ο πολυγλωσσισμός του μυθιστορήματος. Όλα αυτά τα παρεμβαλλόμενα είδη θα λέγαμε ότι αποτελούν τμηματικές εικόνες της πραγματικότητας, και βεβαιώνεται έτσι η θέση του Μπαχτίν ότι το μυθιστόρημα αποτελεί τη συγκριτική ενοποίηση, το συνδυασμό, εάν θέλετε, όλων των άλλων κειμενικών ειδών, και είναι το μόνο είδος που μπορεί, πραγματικά,  να περικλείει τα πάντα : από την ποίηση, το δοκίμιο, έως τον τηλεφωνικό κατάλογο. Το βιβλίο της Ιφιγένειας είναι μία απτή απόδειξη για το πόσο δίκιο είχε ο μεγάλος θεωρητικός  υποστηρίζοντας αυτό.

Δ. Η πράξη της γραφής

Βεβαίως, η παρεμβολή και η μείξη των ειδών αποκαλύπτει, πάνω από όλα, και αυτό θέλω να τονίσω, τη σταθερή διάθεση της Σιαφάκα να διαλέγεται με τον εαυτό της πρώτα πρώτα, να διαλέγεται με τους αναγνώστες, να βρίσκεται σε μια διαρκή διάδραση με τους αναγνώστες  και, τελικά, να βάζει τον ίδιο τον αναγνώστη  σε ένα πολύ γοητευτικό παιχνίδι, αυτό που λέμε παιχνίδι της γραφής.

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα έχει εδώ προσπαθήσει να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό σε αυτό που λέμε περιπέτεια της γραφής. Δηλαδή, από την πρώτη κιόλας σελίδα με την τεράστια δυσκολία που έχει η ηρωίδα να γράψει και μέσα από όλο αυτό που συμβαίνει στο βιβλίο και που δεν θέλω να το αποκαλύψω, βλέπουμε διαρκώς να προβάλλει ο βασανισμός της γραφής, η προσπάθεια, θα λέγαμε, της δημιουργού να προβάλει και την επιφάνεια και το βάθος  του εαυτού της, μέσα από την περιπέτεια αυτής της γραφής.

chiharu-shiota-e6a4bfe4bc9a2009e4bc9ae5a0b4e58699e79c9f04-1024x768.jpgΗ γραφή στο βιβλίο εμφανίζεται, πρώτα απ’ όλα, ως δημιουργία, ως βασανισμός, ως λύτρωση, ως πάθος, ως ηδονή, ως τόπος μνήμης, μπορεί να πει κανείς πάρα πολλά για το πώς η μνήμη μπαίνει μέσα στην ιστορία και, τελικά, ίσως όλο αυτό να ταυτίζεται και με το πάθος της εξιστόρησης, και ίσως αυτή η εμμονή με τη γραφή να αντανακλά τη διάθεση της Σιαφάκα να βρίσκεται σε μία ευθεία ανταπόκριση με το διαρκώς μεταλλασσόμενο έργο της. Σε ευθεία ανταπόκριση, αν θέλετε,  με τα διάφορα προσωπεία που η ίδια επιλέγει να εμφανίσει μέσα από τους χαρακτήρες της και που αποτελούν τις πολλαπλές όψεις του συγγραφικού της εγώ. 

chiharu-shiota-e6a4bfe4bc9a2009e4bc9ae5a0b4e58699e79c9f04-1024x768.jpgΗ τάση της να σχολιάζει αυτά που γράφει, να σαρκάζει τη δυσκολία της γραφής, να υπενθυμίζει, πολλές φορές, την παντοδυναμία του παντογνώστη αφηγητή, διαβάζω ενδεικτικά ένα απόσπασμα : Ωστόσο, για να δούμε την αλήθεια, γιατί μόνον εγώ  μπορώ να περιγράψω την αλήθεια,  και λίγο αργότερα, γιατί μόνον εγώ από δω μπορώ να διηγηθώ την πάσα αλήθεια των ανθρώπων.  Όλο αυτό για μένα δηλώνει, και κάτι που θα ήθελα να πω στην πορεία, δεν θέλω να το πω τώρα,  τελικά πόσο βαθιά ενστερνίζεται την άποψη ότι περισσότερο σημαντική από αυτά τα οποία γράφει ένας συγγραφέας είναι η  ίδια η πράξη της γραφής.

 

 

 
Image

Συνέντευξη: Περιοδικό αληthεια, Εκδόσεις Πατάκη

Περιοδικό αληthεια

http://aletheia.gr/

Στο παρόν τεύχος που είναι αφιερωμένο

στη διαφορά των φύλων

δημοσιεύεται και η συνέντευξή μου

για το μυθιστόρημά μου

Το τραγούδι του λύγκα, 

που εντάσσεται στην ίδια θεματική.

http://wp.me/p2VUjZ-21M

 

Tags: ,

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, στο ΑΙΘΡΙΟ του ΠΑΝΔΟΧΕΙΟΥ

Ιφιγένεια Σιαφάκα, στο ΑΙΘΡΙΟ του ΠΑΝΔΟΧΕΙΟΥ

Φωτό: H. C. Bresson

Στον παρακάτω σύνδεσμο η συνέντευξη

στον Πανδοχέα

Λάμπρο Σκουζάκη.

Θερμές ευχαριστίες!

http://pandoxeio.com/2013/05/23/aithrio124siafaka/

 

Tags: ,

Image

Επί Ασπαλάθων, Συνέντευξη ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, 105,5 με τον Μανόλη Πολέντα

Επί Ασπαλάθων, Συνέντευξη ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, 105, 5 με τον Μανόλη Πολέντα

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα

14. 1. 2012. ΚΟΚΚΙΝΟ, 105,5 FM
από το 14ο λεπτό και εξής…

http://188.40.41.219/ekpompes/epi-aspalathon/2012-01-14.mp3/view

Tο επόμενο μουσικό κομμάτι ακούγεται στο βιβλίο

 

Tags: , ,

Image

Περιοδικό Αληtheια, Περιοδικό Ψυχανάλυσης, Φιλοσοφίας και Τέχνης, Εκδόσεις Πατάκη

lygas 542642_563540787035521_1522974083_n

Ιφιγένεια Σιαφάκα Το Τραγούδι του λύγκα
Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2011

Μια συνέντευξη με τη συγγραφέα 

«Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από εμένα»   

ifi 402045_3308534991519_200650689_nΝτόρα Περτέση (ΝΠ): Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας διαβάζουμε: «Το τραγούδι του λύγκα  πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο φύλα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να σχολιάσει τις αιτίες της». Αυτό μου φέρνει στο μυαλό τη λακανική ρήση “Δεν υπάρχει διάφυλη σχέση”, η οποία σημαίνει ότι σχετιζόμαστε με ένα αντικείμενο, με μια φαντασίωση ή με  το σύμπτωμα του άλλου και όχι με τον άλλο ως τέτοιον. Σκέφτομαι ότι στο “Τραγούδι του λύγκα” περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο για τη σχέση αυτή;

Ιφιγένεια Σιαφάκα (ΙΣ): Ήδη ο τίτλος του βιβλίου, και δη η λέξη «λύγκας», είναι«παραπλανητικός». Είναι μια διαπίστωση την οποία, στο τέλος, κάνει και ο ίδιος ο αναγνώστης. Συνεπώς, ο ίδιος ο τίτλος εμπεριέχει μια ανατροπή, μια μη συνάντηση με το περιεχόμενό του, τουτέστιν τη σύγκρουση φαντασίωσης και πραγματικότητας, για την οποία μιλάτε.

Πράγματι, στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των δυο φύλων, αντιθέτως θα βρούμε σχέσεις «νοσηρές», σχέσεις συμπτωμάτων και, κατά κύριο λόγο, αυτή την ανατρεπτική, γκροτέσκικη και τρομακτική σχέση που ενυπάρχει σε μια αρχέγονη φαντασίωση, κυρίως για το γυναικείο, η οποία, εν προκειμένω, δεν σταματά στο εικονικό της περιτύλιγμα, αλλά περνά στην πράξη. Αυτή ακριβώς η λογική πυροδοτεί και την συμπτωματολογία των ηρώων, που είτε είναι πομποί είτε αποδέκτες της σύλληψης για το γυναικείο.

 

Francesco Viscuso (42)

ΝΠ: Μια που αναφέρεστε στο γυναικείο, ακόμη και από την πλευρά της ελληνορωμαϊκής μυθολογίας, αλλά και ψυχαναλυτικά μιλώντας, μήπως μπορούμε να πούμε ότι ο ορισμός του γυναικείου και το γυναικείο, που τόσο πολύ έχει εξυμνηθεί από τους ποιητές -σας υπενθυμίζω ότι ακόμη και ο ίδιος ο Φρόυντ κατέθεσε τα όπλα αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα «του τι είναι γυναίκα»-, μήπως τελικά ο ορισμός του προσκρούει στο σκόπελο του αδύνατου, του ανέφικτου, του άφατου κλπ;

IΣ: Να τα δούμε ένα- ένα. Αρχικά, δεν ξέρω ακριβώς τι τελικά εξυμνείται από τους ποιητές και αν αυτό αποτελεί locus communis για όλους τους γράφοντες ή ιδιωτικές μυθοπλασίες με χρήση απλώς κοινών σημαινόντων. Άλλωστε, αν δούμε την εξέλιξη της λογοτεχνίας, θα παρατηρήσουμε ότι σε κάθε εποχή εξυμνείται και κάτι διαφορετικό. Συνεπώς τα ιδεώδη αλλάζουν, αλλά δεν θεωρώ ότι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι δομικό.

Θα έλεγα επίσης ότι οι γυναίκες, αν και αγαπούν τα λόγια, δεν έχουν τελικά ανάγκη ούτε από λατρεία ούτε από ύμνους, αλλά από αγάπη.Η εξιδανίκευση είναι ύποπτη, γιατί στην ουσία η γυναίκα είναι απούσα, παρούσα είναι μόνον η εικόνα της ή, μάλλον καλύτερα, η εικόνα της εικόνας της.

Δευτερευόντως, ο Φρόυντ υπήρξε άνδρας. Αντιλαμβάνομαι συνεπώς τη δυσκολία του ως γυναίκα. Έχει δίκιο.

Τρίτον, όλα αυτά τα στερητικά «α» των επιθέτων που χρησιμοποιήσατε για να εντοπίσετε τη δυσκολία ορισμού του γυναικείου, νομίζω ότι μπορούν να εξαλειφθούν, εάν αποδεχτούμε ότι το ερώτημα του τι είναι γυναίκα είναι πολλαπλώς επαναπροσδιορίσημο, κάθε φορά από κάθε γυναίκα. Δεν υπάρχει Γυναίκα, υπάρχουν γυναίκες, και ίσως αυτή να είναι η δυσκολία στην οποία προσκρούει και η αμηχανία με την οποία «εμφανίζεται επί σκηνής» το ανδρικό φύλο, έχοντας σχηματίσει a priori στο μυαλό του ένα μοντέλο για τη μία και ιδανική Γυναίκα. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η συνάντηση. Δίνεται η εντύπωση, και αυτό το ακούμε συχνά στις διηγήσεις γυναικών, ότι οι άνδρες, κατά έναν περίεργο τρόπο, κωφεύουν, δεν ακούνε το γυναικείο αίτημα. Μα «για να ακούσεις» πρέπει να έχεις «καθαρά» αυτιά.

552009_3905754201626_255688815_n

ΝΠ: Η συνάντηση αποτυγχάνει, αυτός είναι ο κανόνας,  υπάρχουν βεβαίως και κάποιες ευτυχείς στιγμές συναντήσεων, ως εξαίρεση. Εντούτοις, η δική σας συνάντηση με τον γραπτό λόγο, θεωρώ ότι είναι μια ευτυχής συνάντηση για μας τους αναγνώστες. Έχω στο μυαλό μου κάποια αποσπάσματα γραφής σας που, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν υφολογική ανατροπή και πρωτοπορία…  Θα τολμήσω λοιπόν το εξής ερώτημα: Από ποιον τόπο γράφει ο συγγραφέας;

ΙΣ: Τω όντι, ο γραπτός λόγος είναι ο καλύτερος αρσενικός που συνάντησα ποτέ… Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε από ποιον τόπο γράφει κάθε συγγραφέας, ούτε εάν ο ίδιος τον γνωρίζει συνειδητά. Προσωπικά, εν πλήρει συνειδήσει, γράφω από τον τόπο του υπ-άρχειν. Και ευτυχώς, γιατί είναι ανεξάντλητος. Από εκεί αλιεύω όλο το υλικό μου, επιχειρώντας τη βουτιά που κάθε φορά ευελπιστώ να φέρει στην επιφάνεια το άφατο.Πέραν τούτου, για μένα ο συγγραφέας είναι όπως ο ηθοποιός. Συνιστά φορέα ύφους και όχι πρωταγωνιστή ύφους. Είναι τα πρόσωπα, τα πράγματα, οι συνθήκες, οι καταστάσεις, τα χρώματα, οι μυρωδιές, οι ήχοι που δεν καλείται απλώς να τα περιγράψει και να τα αναπλάσει, αλλά να τα ενσαρκώσει και να τα αισθανθεί βλέποντας και σχολιάζοντας τον κόσμο με τα δικά τους μάτια. Γι’ αυτό και υπάρχουν στο βιβλίο μου εναλλαγές ύφους. Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από εμένα.

Η συνέντευξη δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2011, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου. Προσεχώς στα βιβλιοπωλεία το τεύχος στο οποίο φιλοξενείται η συνέντευξη. Περιοδικό Αληtheια,  εκδόσεις Πατάκη.

lygas 542642_563540787035521_1522974083_n

Υπόθεση

Η Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη του Γεωργίου και της Ευλαμπίας, το γένος Παπαμπίτζη, είναι μία πολύ επιτυχημένη αρχιτέκτων με γελοίο όνομα. Η σχέση με την οικογένειά της, και ειδικά με τον επαρχιώτη αυταρχικό πατέρα της, το γυναικείο φύλο και το όνομά της βιώνονται τραυματικά. Σε μία απόπειρα αποθεραπείας, θα υποκύψει στη γοητεία ενός ψυχίατρου-ποιητή της κοσμικής Αθήνας και θα γίνει ερωμένη του. Το τέλος της δεκαετούς σχέσης τους θα είναι αναπάντεχα τραγελαφικό και, καταρρακωμένη από την εμπειρία, θα συναντήσει τον Ιάσονα, έναν ιδιόρρυθμο και επαναστατημένο σαραντάρη ηθοποιό. Η σχέση του Ιάσονα με τον πατέρα του τον Άλεξ, έναν εκκεντρικό αποσυρμένο επιχειρηματία, κρέμεται από μία κλωστή την οποία υποβαστάζει η μυστηριώδης μορφή της ωραίας Αλταμίρας. Όλοι θα αναμετρηθούν σκληρά με τις επιθυμίες, τις αναμονές, τις ματαιώσεις, τις φαντασιώσεις τους, αλλά κυρίως με το απελπισμένο αίτημά τους για αγάπη, η οποία, χλευάζοντάς τους απερίφραστα, θα τους προτείνει Το Τραγούδι του Λύγκα.

Θέμα

Το Τραγούδι του Λύγκα πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο φύλα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να σχολιάσει τις αιτίες της. Βαθιά ερωτικά, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος θα δώσουν τα πρωτεία στην ανάδυση του αρχέγονου ανθρώπινου τρόμου που ελλοχεύει στη συνάντηση. Η αλήθεια (ο μύθος) τους αποκαλύπτεται για να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα και να συνομιλήσει με την ελληνορωμαϊκή μυθολογία ως φορέα συμβόλων του τρόπου με τον οποίο η ψυχή αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Για το λόγο αυτό οι σχέσεις τους φαίνονται παράλογες και δεν υπάρχουν ιππότες και πριγκίπισσες ούτε νικητές ή ηττημένοι, μόνον μαριονέτες αντι-ήρωες, που κάποτε αγγίζουν το γκροτέσκο.