RSS

Category Archives: ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ/ΛΕΥΚΟ ΑΠΟ ΧΘΕΣ, 2017

Ιφιγένεια Σιαφάκα, συνέντευξη στην ΕΡΤ open, με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Artwork: Kristin Vestgard

H συνέντευξη παραχωρήθηκε στις 19. 04. 2018 στον Σταύρο Σταυρόπουλο έχοντας ως επίκεντρο το μυθιστόρημα Λευκό από χθες, Εκδόσεις Σμίλη, 2017. Για ακρόαση στον επόμενο σύνδεσμο:

EΡΤ OPEN: Oλομόναχοι μαζί με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Χρύσα Φάντη, Στην επικράτεια του λευκού

Bookpress 5.1.2018

Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο· […] Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας […]

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο δεύτερο, κατά χρονολογική σειρά έκδοσης, μυθιστόρημά της Λευκό από χθες (έχει προηγηθεί Το τραγούδι του λύγκα), υιοθετεί την θεατρογενή αμεσότητα της απεύθυνσης σε συνδυασμό με τη ζωντάνια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης για να μας διηγηθεί μια ιστορία απλή και ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη και σπαραχτική.

 

Στα δεκαοχτώ κεφάλαια τού Λευκό από χθες, κεντρική αφηγήτρια είναι η τριανταοχτάχρονη σχεδιάστρια μόδας Φρίντα Νέθελ. Σε διάστημα δέκα ημερών (δύο χρόνια μετά την εξαφάνιση του μικρότερου αδερφού της Πατρίκ και εν τω μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας), η Φρίντα συντάσσει μια επιστολή, απευθυνόμενη προς τον κύριο Φρανκ Σλάις, διευθυντή του ταχυδρομείου:

Αχ, πώς στραμπουλίζετε τα μάτια σας, αγαπητέ μου, όταν έρχομαι στο ταχυδρομείο, για να σας παραγγείλω γραμματόσημα! Είστε απαίσιος εσείς ή, μήπως, είμαι τρελή εγώ; Προσωπικά, πιστεύω πως είστε υπέρμαχος της αναισθησίας και, διορθώστε με, αν κάνω λάθος [….] Σας έχετε δει, μήπως, ποτέ μες σε καθρέφτη, που και αυτός με τη σειρά του καθρεφτίζεται σ’ άλλον καθρέφτη; Αλίμονο, το είδωλό μας ανάγεται στο άπειρο, ώσπου χιλιάδες είδωλα τρομοκρατούν το πρότυπό τους, που μάταια ψάχνει τον χαμένο εαυτό του. Με τέτοιο βλέμμα νομίζω ότι πεθαίνουμε.

Ποιες οι σχέσεις της επιστολογράφου με τον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνει την επιστολή της; Με ποιον τρόπο ο τελευταίος εξουσιάζει τη τύχη της ίδιας, της οικογένειάς της και ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας; Ποια δύναμη του δίνει το δικαίωμα να αυθαιρετεί και ποιες αρρωστημένες ορέξεις τον εξωθούν στο να παρακολουθεί και να επεμβαίνει στις ζωές τους; Στο Λευκό από χθες, η Σιαφάκα δανείζεται τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φρίντας για να ρίξει φως στον μικρόκοσμο μιας κοινωνίας αδιάφορης, ευθυνόφοβης, θρησκόληπτης και κατακερματισμένης:

Σφουγγίζουν, Φρίντα, τα υπολείμματα στ’ αξύριστα σαγόνια τους, αγγίζουν τα φορέματα των γυναικών και ονειρεύονται φτηνά ποτά στο μπαρ του Ιερεμία […] Εκεί ξεχνούν, Φρανκ, ό,τι δεν τόλμησαν ποτέ να θυμηθούν […]

Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία είναι το Λαβίλ, μια μικρή επαρχιακή πόλη που θα μπορούσε να βρίσκεται σχεδόν οπουδήποτε: σε μια χώρα του ευρωπαϊκού βορρά ή ακόμη και σε κάποια περιοχή του νότου που πλήττεται από κακοκαιρία. Τα ονόματα ποικίλα (π.χ. Αμαλία, Βιργίλιος, Φρίντα και Πατρίκ Νέθελ, Φρανκ Σλάις, Αμφιλόχιος Ρατάνοβ, Ευγένιος Χαρέρας, Ιωακείμ Αλίανθος, Φεργκεσία, Δαμοφίλη, Φρειδερίκος Κέρτανσον, Λυδία Πάτερσεν και πλείστα ακόμη ονόματα κομπάρσων) συνηγορούν σ’ έναν χώρο γεωγραφικά ασαφή, σε μια εσκεμμένη απροσδιοριστία που κλείνει το μάτι στον αναγνώστη σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις της συγγραφέως, οι οποίες και υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες μιας επίπεδης εξιστόρησης (οικογενειακή σάγκα) ή μια αμιγώς ψυχαναλυτική περιγραφή.

Αλλά και σε ό,τι αφορά τους πραγματικούς χρόνους, παρά τις συγκεκριμένες αναφορές (η επιστολή γράφεται εντός 10 ημερών, από τις 21 έως τις 31 Ιανουαρίου, ημέρες εξαιρετικά σημαντικές για την αφήγηση), υπερισχύουν οι συνειρμοί, αφού από την πρώτη κιόλας σελίδα έχουμε μια χρονολογική αναστροφή, καθιστώντας έτσι δυνατό και το συγγραφικό τέχνασμα της έμφασης μέσω της επανάληψης. Επιπρόσθετα, σε όλα τα κεφάλαια, η ροή της αφήγησης συχνά διακόπτεται από αναδρομές στο παρελθόν και αντίστοιχες εστιάσεις σε περιστατικά της πρώτης παιδικής ηλικίας ή άλλα που συνέβησαν λίγο πριν ή μετά την εξαφάνιση του Πατρίκ, με την όλη επιστολή να παίρνει το σχήμα του κύκλου σε σχέση με τον χρόνο, καθώς η μυθιστορηματική καταγραφή της ξεκινάει και τελειώνει την 31η Ιανουαρίου – επιπλέον ενδιαμέσως υπάρχουν επιστολικές καταγραφές της ίδιας ημέρας. Να σημειώσουμε εδώ ότι η επιστολογράφος δεν παραλείπει να εξηγήσει στον αποδέκτη της επιστολής όχι μόνον τον λόγο άλλα και τον τρόπο σύνταξής της.

Ωστόσο, τόσο στην ημερολογιακή αναφορά της διετίας 1967-1969 όσο και στην τελική αναφορά του 1974, ενδεχομένως να υποκρύπτεται και κάποια αναγωγή σε καθεστώτα αυταρχικά και ολοκληρωτικά (δες: χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, δικτατορίες σε Ισπανία, Πορτογαλία και χώρες της Λατινικής Αμερικής) με τους γνωστούς σπιούνους της αστυνομίας και τους εγκάθετους καθεστωτικούς λακέδες ή παρακρατικούς δολοφόνους να δρουν το ίδιο ασύδοτα με τον Φρανκ, ενώ οι πολίτες του Λαβίλ μοιάζει να αποτελούν αντανάκλαση των θυμάτων τους, πολίτες που, για να τους αποφύγουν, καταφεύγουν στη δουλικότητα και τη σιωπή.

Ποια η σχέση του Φρανκ με την εξουσία και ποιες μεθόδους (ύπουλες και πιθανώς θανάσιμες) θα χρησιμοποιήσει για να κορώσει τις επιθυμίες του; Σε τι σόι δικαιολογίες και τεχνάσματα θα καταφύγει; Από τη σχετικά υψηλόβαθμη δημόσια θέση του διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, ο Φρανκ δρα ανεξέλεγκτα. Ύπουλος, αδίστακτος, όπως και τόσοι άλλοι που ανεβαίνουν την κοινωνική ιεραρχία με τρόπους αδιαφανείς και συχνά πατώντας επί πτωμάτων, μπορεί ακόμη και να εγκληματεί χωρίς καμιά συνέπεια, χωρίς ποτέ να καλείται να λογοδοτήσει. Τις πράξεις και την όλη ψυχοπαθολογία αυτού του κοινωνικού βαμπίρ, μαζί με όλα όσα τη χαρακτηρίζουν και τη συνοδεύουν (αναισθησία, αναλγησία, υποκρισία, ανηθικότητα, μικροπρέπεια, αχρειότητα, σαδισμός) θα καταγράψει η Φρίντα στον επιστολικό της χείμαρρο, ένα κείμενο στο οποίο η αγωνία και ο πανικός (συχνά εκφρασμένα με τρόπο σαρκαστικό, αυτοσαρκαστικό και γκροτέσκο) συνυπάρχουν με έναν λόγο αναλυτικό, φιλοσοφικό και υπαρξιακό:

Και τι ειρωνεία ν’ αποσιωπά κανείς το μέλλει γενέσθαι των πραγμάτων με τόσο εύγλωττες μετωνυμίες απονέκρωσης!

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα με στοιχεία αστυνομικού σασπένς και σκηνικά χαρακτηριστικά του νουάρ, προτάσεις και φράσεις με χαρακτήρα εικονοποιητικό έρχονται να στηρίξουν έναν λόγο σύνθετο και με έντονα τόσο τα εννοιολογικά του πρόσημα όσο και το φιλοσοφικό του υπόστρωμα. Αν και πρόσωπα και γεγονότα σκιαγραφούνται με τρόπο αληθοφανή, σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως ολόκληρο το βιβλίο στο στήσιμό του, και παρά τα ρεαλιστικά του στοιχεία (είτε αυτά ανάγονται στη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι –χώρο κατεξοχήν δημόσιο–, είτε αφορούν και ανατέμνουν καταστάσεις ατομικές των ηρώων – χώρο ιδιωτικό), θυμίζει μοντάζ.

Έργο κατ’ εξοχήν δομικό και μεταμοντέρνο, το Λευκό από χθες, όχι μόνο φιλοδοξεί, αλλά και επιτυχώς καταφέρνει να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αμφισβητεί και να διακωμωδεί ακόμη και τη δική του ύπαρξη, δύναμη και γραφή. Διακριτά σε όλο το κείμενο τα μοντερνιστικά στοιχεία: σκεπτικισμός και πεσιμισμός, αμφιβολία και αμφισβήτηση, ποιητικότητα και σκόπιμες λεκτικές και συντακτικές ιδιομορφίες, πολλαπλές οπτικές και έμφαση στο παίγνιο και τη δύναμη της γλώσσας, υπερίσχυση των νοηματικών και χρονικών ετεροχρονισμών έναντι της αφηγηματικής και ρεαλιστικής απεικόνισης και κανονικότητας, στοιχεία κινηματογραφικά (φλας μπακ κλπ.), στοιχεία αυτοαναφορικότητας, κ.ά.

 

Σε ένα σύμπαν επίπονης και διαρκούς διερεύνησης γι’ αυτά που κρύβονται πίσω από τις επιφάνειες, όχι μόνο των πραγμάτων αλλά και της ίδιας της γλώσσας και της δομής της, ένα λεκτικό γαϊτανάκι που σε σημεία αγγίζει το μοντέρνο μπαρόκ, η Φρίντα θα συνεχίσει μεν να πιστεύει πως ο τρόπος που βλέπει και ερμηνεύει τα πράγματα έχει τη δύναμη να φωτίσει με τον δικό του φακό τον κόσμο της, ταυτόχρονα όμως θα συνειδητοποιήσει ότι στη δυνατότητα αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί η (πραγματική) αδυναμία της να επέμβει δυναμικά και να τον αλλάξει.

Στο Λευκό από χθες, ένα βιβλίο με έντονατα στοιχεία της μουσικότητας και της ποιητικής πρόζας, η Σιαφάκα αφηγείται μια μυθιστορία που, πέρα από την αναγνωστική τέρψη (ενδιαφέρουσα πλοκή, δυνατοί και πειστικοί διάλογοι) διαπραγματεύεται με πάθος θέματα ηθικά και αισθητικά (ύφος και ήθος ίσον αισθητική), σ’ έναν κόσμο όπου η ατιμωρησία των δυνατών και η επικράτηση του ψεύδους σε βάρος των αδύναμων φαίνεται να κυριαρχούν:

[…] η χειμερία νάρκη των τραυμάτων, που επαπειλούν με ανάρρωση όλους τους πεθαμένους [.…] Νομίζω ότι κανείς δεν θα περίμενε ποτέ πως ο γιατρός θα σκαρφιζόταν μια τόσο εύγλωττη ποιητική εκφορά να μεταφέρει στις λέξεις τον Πατρίκ μας.

Αξιομνημόνευτη είναι και η σπουδή με την οποία περιγράφεται ο κοινωνικός αποκλεισμός του Πατρίκ, όπως και ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητές του. Ο αδερφός της Φρίντας δεν είναι μια ακόμη περσόνα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο «προβληματικός» λόγος του, δίπλα στον μεστό και εκπληκτικά δουλεμένο του διανοούμενου Τζάσμιν, βρίσκει τρόπο να εκφράσει μια αλήθεια που προηγείται του ορθολογικά συγκροτημένου προφορικού και γραπτού, δείχνοντάς μας πως υπάρχει και ένας άλλος λόγος, αποσυνάγωγος, ξενιστής, προβοκάτορας και αντίθετος στην υποκρισία των πατριαρχικών συμβόλων, λόγος ά-λογος και πιο κοντά στη μήτρα, εκεί όπου η γλώσσα καταφέρνει να υπερβεί την πραγματικότητα και όχι μόνο να κινείται γύρω από αυτήν, ματιά προ-οιδιπόδεια, που μπορεί όχι μόνο να αναπαράγει πράγματα, αλλά και να τα επανεφευρίσκει.

Πίνακες: Afred Sisley

.

 

Γιώργος Σχορετσανίτης, Εγκλωβισμένοι στη… θολούρα του λευκού

Περιοδικό Fractal, 16/5/2018

Ένας άγριος χιονιάς πλημμυρίζει από την αρχή μέχρι το τέλος, σχεδόν όλη την έκταση των σελίδων ετούτου του περίεργου μυθιστορήματος (‘Λευκό από χθες’), της Ιφιγένειας Σιαφάκα. Γεωγραφικά η υπόθεσή του εδράζεται σε μια μικρή κωμόπολη, το Λαβίλ, όπου εμφιλοχωρούν βεβαίως όλα εκείνα τα ιδιαίτερα, ιδιόρρυθμα και τόσο γνωστά σε κατοίκους των μικρών αριθμητικά κοινωνιών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ανήκει σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αν και κάποιες φορές μπορεί να γίνουν από τον αναγνώστη μερικές γρήγορες υποθέσεις.  Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται με τη μορφή δήθεν επιστολών ή τμημάτων μίας μόνο, από τη Φρίντα  Νέθελ στο χρονικό διάστημα από την Τρίτη, στις 21 Ιανουαρίου του έτους 1969, έως την Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 1969, τουτέστιν για διάστημα μόλις ενός  δεκαημέρου.

Πρόκειται για τη  μεγαλύτερη αδελφή του νεαρού Πατρίκ Νέθελ, τέκνα αμφότερα του Βιργιλίου και της Αμαλίας Νέθελ, η οποία όπως μας λέει η ίδια και κύρια αφηγήτρια του μυθιστορήματος βρίσκεται καθηλωμένη αναγκαστικά στο σπίτι της, μπροστά από ένα παράθυρο του δωματίου της, απέναντι από κάποιο άγνωστο μάλλον Σέντραλ Παρκ, και γράφει συνεχόμενα τις μύχιες σκέψεις της που απευθύνονται σαφώς στον διευθυντή του ταχυδρομείου της περιοχής τους, τον Φρανκ Σλάις. Η κοινωνία του Λαβίλ, είναι γεμάτη από μικρούς καθημερινούς και όχι πάντα αθώους ανταγωνισμούς των μελών της, κατηγορίες, ζήλιες, αψιμαχίες, τετριμμένους αγώνες αριστείας, συνήθεις δηλαδή καταστάσεις όλων των μικρών κοινωνιών που γεμίζουν τις ώρες και τις μέρες  τους με τα μικρά και ενδιαφέροντα, αθώα σε γενικές γραμμές στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αποκλειστικά γι’ αυτούς. Άλλωστε η Φρίντα μας προειδοποιεί σχεδόν από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και  τη δημιουργηθείσα στην κωμόπολη κατάσταση:

‘… ένα μικρό ψέμα μας μεταμορφώνει ολόκληρους σε ψέμα, όταν η αλήθεια μας πεθαίνει…’!

Έτσι δεν είναι παράξενο πως λίγο παρακάτω μας συμβουλεύει τεχνηέντως και αποφασιστικά, πως ‘ … δεν πρέπει να φαίνεσαι ότι έχεις τον έρωτα ανάγκη, αυτό είναι κουσούρι που βλέπεις στις ελαφριές και στις τροτέζες’!

 

 

Όμως για την οικογένεια των Νέθελ, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά από την υπόλοιπη κοινωνία! Ο μικρός γιός της, ο Πατρίκ Νέθελ, τρία χρόνια μικρότερος της Φρίντας, βρίσκεται από τις 16 Φεβρουαρίου 1967, μυστηριωδώς εξαφανισμένος από ‘προσώπου γης’! Τώρα το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν και κάνει την εμφάνισή του  απειλητικά μπροστά τους, τουλάχιστον από αυτά που διαβάζουμε στις συνεχόμενες σε καθημερινή βάση επιστολές ή ίσως τη μία και ασυνήθιστα μακροσκελή επιστολή της Φρίντας στο διευθυντή του ταχυδρομείου, Φρανκ Σλάις, η οποία και θα ολοκληρωθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο περιορισμένο χρονικό διάστημα των δέκα μόλις ημερών.  Το περιεχόμενο των καθημερινών κειμένων της Φρίντας Νέθελ, μας πληροφορεί  για μύρια όσα διαμείβονται μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και για όλες τις χρήσιμες αλλά και αρκετές άχρηστες εν πολλοίς πληροφορίες που αφορούν την μικρή κοινότητα. Άκρατη υποκρισία, συγκρούσεις εντός και εκτός της οικογένειας που αφορούν περισσότερο την ψυχιατρική επιστήμη, τρόποι και μέθοδοι δημιουργίας και ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων και εκμετάλλευσή τους προς ίδιο συνήθως όφελος,  επίδειξη πλούτου και γνώσεων, θρησκευτικές και κοινωνικές ιδεοληψίες και εμμονές, σχετική ημιμάθεια και αμάθεια, προσπάθεια ανέλιξης σε δημόσιες ή άλλες παρεμφερείς θέσεις με κάθε μέσο και τρόπο, στοχευόμενες συνδιαλλαγές με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, ένα ζοφερό σε τελική ανάλυση περιβάλλον όπου πολλά εννοούνται, άλλα δρομολογούνται και άλλα στο τέλος γίνονται. Η χαρακτηριστικότερη όμως λεπτομέρεια του μυθιστορήματος, είναι η πολυπρόσωπη αφήγηση. Ο λόγος της Φρίντας διακόπτεται συνεχόμενα από λόγια και σκέψεις άλλων που ανάγονται στο κοντινό ή το μακρυνό παρελθόν, που εμφιλοχωρούν ύπουλα κάποιες φορές, απότομα σε μερικές άλλες, στο κυρίως κείμενο της επιστολής. Πολυπρόσωπη αφήγηση όμως που παραπέμπει σε ιδιαιτερότητες του κειμένου και κυρίως του περιεχομένου του.

Οι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από τον κύριο αφηγητή ή τους άλλους δευτερεύοντες και παραπληρωματικούς, ξεδιπλώνονται σταδιακά, και ενώ στην αρχή άλλα λέγονται και αναφέρονται, στη συνέχεια άλλα αποδεικνύονται. Να θυμηθούμε την Φρίντα να λέει, ‘…Μα τόσα χρόνια σας παρακολουθώ, Φρανκ Σλάις, που με παρακολουθείτε’, υπονοώντας διαφορετικά πράγματα από όσα εκείνος πιθανόν να γνώριζε ή ίσως να υπέθετε!

Οι όποιες ανατροπές στο τέλος του μυθιστορήματος, είναι εν πολλοίς αναμενόμενες από τον προσεκτικό και απαιτητικό αναγνώστη. Ίσως εδώ χρειάζεται να αναφερθεί ότι μια δεύτερη ανάγνωση του  κειμένου είναι κατά πάσα πιθανότητα επιτακτική. Το χειμερινό και χιονισμένο περιβάλλον της μικρής κωμόπολης, είναι το ύφασμα πάνω στο οποίο οι αφηγητές καρφιτσώνουν τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους:

‘… Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο… Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας…’.

Άφθονο χιόνι, λοιπόν, λάσπη αναγκαστικά σε κάποια φάση εξασθένησης του χιονιά, δυσκολία περιπάτων και βάδισης των πρωταγωνιστών του βιβλίου, και κατ’ επέκταση ιδεατών και επιθυμητών σχέσεων μεταξύ των κατοίκων του Λαβίλ. Τουναντίον, μάλιστα! Προς το τέλος του κειμένου, η Ιφιγένεια Σιαφάκα μας πλημμυρίζει τις σελίδες της με φιλοσοφικές αναφορές και λεπτομερείς κάπου–κάπου απόψεις των πρωταγωνιστών του κειμένου της. Δεν κατανοούμε, μας εκμυστηρεύεται σε ένα σημείο, πως ‘… ο χρόνος τελικά είναι η παγίδα που μας ξορκίζει νεκρούς για να υπάρξουμε, χωρίς συνείδηση, στα δίχτυα-εκεί όπου η μνήμη κατοικεί’, παραφράζοντας ή συμπληρώνοντας κάποιες γνωστές ρήσεις παλιότερων και γνωστών φιλοσόφων! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο δεν είναι εύκολο, ούτε και επιδέχεται γρήγορης και επιπόλαιας ανάγνωσης. Το αντίθετο, θα υποστήριζα! Ο χρόνος μέσα στις σελίδες διασπάται συνεχόμενα, και ο αφηγητής ενώ αρχικά είναι όπως ήδη είπαμε ένας, η νεαρή Φρίντα δηλαδή, στη συνέχεια παραχωρεί όταν εκείνη το επιθυμεί τη θέση της και για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο,  σε κάποιον άλλο! Οι χαρακτήρες, οι περισσότεροι τουλάχιστον, οικοδομούνται και δημιουργούνται στην αρχή του βιβλίου, αλλά κάποιοι αργότερα στη συνέχεια της εξιστόρησης,  αποδομούνται σε μερικές θέσεις. Ψυχική βία, υφέρπουσα στο μεγαλύτερο ποσοστό της, πανταχού παρούσα, προσωρινά ή μόνιμα κέρδη και περισσότερο προσωπικές απώλειες.

‘…Κι εσείς, γενικός διευθυντής ταχυδρομείου απ’ το τίποτε, από έναν ταχυδρόμο που μας μοίραζε κάποτε τα γράμματα, ευελπιστώντας και σε κάνα πουρμπουάρ! Μη μου πείτε πως και οι δύο προκάτοχοί σας, ο Μποργκ Τάπλιν και ο Γκέιρι Σέρκιν, αποσύρθηκαν πολύ νωρίτερα λόγω της κακής υγείας τους… Ψιθυρίζεται, αν είναι δυνατόν, απ’ τις λυκοφιλίες σας πως καταφέρατε να αναρριχηθείτε με τα μέσα του κυρίου Πάτερσεν, πράγμα που εγώ δεν θα κατόρθωνα ποτέ, διότι είμαι υπερβολικά ατσούμπαλη κοινωνικά…’!

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο μυθιστόρημα ‘Λευκό από χθες’ μας εξιστορεί και μας παρουσιάζει την ιστορία της αρκετά  δύστροπη και ποικιλότροπα επώδυνη. Ερώτημα αποτελεί στην αρχή η βαθύτερη ή άγνωστη για τους αναγνώστες σχέση της αφηγήτριας, της Φρίντας, με τον υποτιθέμενο παραλήπτη της επιστολής την οποία εκείνη  συντάσσει παρατηρώντας το ατέλειωτο και αφιλόξενο λευκό του χιονιού. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε ισχύει και για το χρόνο κατά τον οποίο γράφεται η επιστολή, μία περίοδος χρονικά  δύσκολη ίσως τουλάχιστον για τη χώρα μας, αλλά από την άλλη μεριά κάτι τέτοιο δεν γίνεται κι ούτε μπορεί να γίνει δεκτό αφού τα ονόματα των πρωταγωνιστών και τα τεκταινόμενα βρίσκονται από γεωγραφικής πλευράς το πιθανότερο αρκετά μακρυά μας. Κάποιοι τρόποι ανέλιξης, όμως, συγκεκριμένων προσώπων, ίσως θα  μπορούσαν να συνδυαστούν με την παραπάνω περίοδο και περιρρέουσα νοοτροπία του ολοκληρωτισμού, και φυσικά την εξασφαλισμένη ή τεχνηέντως δρομολογημένη σιωπή από τους περισσότερους των κατοίκων για τους γνωστούς φυσικά προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Η υψηλή δημόσια θέση του  διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, του Φρανκ Σλάις, απαιτεί κάποια ιδιαίτερης υφής προσόντα, τόσο για την μεθόδευση και την κατάληψη, όσο και για τη διατήρηση αυτής της θέσης. Και δεν είναι λίγα! Λοβιτούρες, ύπουλες συμμαχίες, γελοίες συμπεριφορές, καταδικασμένες τακτικές μεθοδεύσεις, που κάποιες φορές φτάνουν κυριολεκτικά στα άκρα, όπως για μικρό παράδειγμα όταν λέει, πως ‘η φιλία του πάστορα με την οικογένειά μας έδινε κύρος στη σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική θέση του πατέρα’, ή όταν ‘… η ασίγαστη επιθυμία καταξίωσης του  πατέρα, να νοιώσει δηλαδή χρήσιμος, δυνατός, αποδεκτός και αγαπητός σε όλη την πόλη, ντύθηκε εκείνο το ζεστό βράδυ του 1952 το μανδύα μιας υπόγειας, ναι υπόγειας εξουσίας, όπως άλλωστε, παλιόπαιδο και κάθε ματαιοδοξία που επαφίεται στην πρόχειρη αντίληψη ελαφρών ανθρώπων για τον εαυτό μας, κατά την άποψη του Τζάσμιν’.

Κλίμα έντονης αμφισβήτησης των πάντων, με στοιχεία και λεπτομέρειες  που παλινδρομούν συνεχόμενα στο παρελθόν, κατακλύζεται από τον ελεγχόμενο λεκτικά ρου της υπόθεσης με λογοτεχνικά ιδιόμορφες πινελιές  σχεδόν σε όλο το μήκος του κειμένου. Είναι όλα εκείνα που τόσο δύσκολα, σταδιακά και βεβαίως παραστατικά, μας ξεδιπλώνει η Ιφιγένεια Σιαφάκα σε τούτο το βιβλίο που ίσως θα μπορούσαμε με κάποιες επιφυλάξεις να το ονομάσουμε νουάρ, με την απαραίτητη φυσικά και τροποποιημένη αστυνομική πλοκή. Άλλωστε όπως είπε σε μια εξομολόγησή της προ καιρού, η λογοτεχνία δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντοτε εύπεπτη και εύκολη!

Στο τέλος η Φρίντα αναφωνεί, ‘… όχι, δεν με νικήσατε εσείς, μόνη μου ηττήθηκα μπρος απ’ αυτόν τον τόσο χαμερπή καθρέφτη, που μου φανέρωνε μια ψεύτικη εικόνα που χρόνια κουβαλούσα στα μάτια για τον κόσμο… τώρα είμαι αναγκασμένη να με συναρμολογήσω με άλλον τρόπο εξαρχής, και θέλω να γράφω και να γράφω, για να τραβώ με το μολύβι γραμμές στον άδειο χώρο του λευκού, ενός λευκού από χθες…’, ενός λευκού όχι αναγκαστικά semper idem, θα προσθέταμε με τη σειρά μας!

Πίνακες: Maurice Utrillo

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, κριτική (Mανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο)

Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η επιτυχία ενός μυθιστορήματος στη χώρα μας (για να μιλήσουμε μόνο για τα δικά μας) κρίνεται από τους κανόνες της φιλελεύθερης αγοράς και όχι από την πραγματική λογοτεχνική του αξία. Η επινόηση μιας «έξυπνης» ιστορίας που καταπίνεται στα γρήγορα όπως και το φαστ φουντ συχνά αρκεί για να δει ο συγγραφέας της το όνομά του στην λίστα των ευπώλητων. Υπάρχουν όμως και οι λαμπρές εξαιρέσεις  μυθιστορημάτων που διαιωνίζουν τον ορισμό της λέξης λογοτεχνία.

Θυμάται κανείς ένα λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασε πριν από χρόνια πολλά επειδή όταν το διάβασε του είχε προκαλέσει δέος και θαυμασμό για το επίπεδο της γραφής του συγγραφέα του. Μπορεί να ξεχάσει κανείς την πλοκή του, όμως το στυλ δεν ξεχνιέται. Πώς να ξεχάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ανοίγει ο Καμύ τον «Ξένο»; Η Βιρτζίνια Γουλφ την «Κυρία Ντάλογουέι»; ‘Η, οτιδήποτε έχει γράψει ο Μπέκετ. Συμβαίνει να διαβάσεις την πρώτη, απλή πρόταση ενός μυθιστορήματος και να μείνεις άφωνος από έκπληξη και η έκπληξη αυτή να γίνει εκπλήξεις πολλές μέχρι να φτάσεις στην τελευταία πρόταση του βιβλίου. Εκπλήξεις σε κάθε μία σελίδα που σε απορροφούν γιατί σου δείχνουν τη μαεστρία στη χρήση του λόγου από τον συγγραφέα. Αυτό είναι το ύψιστο καθήκον του συγγραφέα που επιδιώκει να περάσει στο επίπεδο του λογοτέχνη.

Από το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Τραγούδι του Λύγκα»,  (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2011), η Ιφιγένεια Σιαφάκα προκάλεσε την έκπληξη αυτή, σε μένα τουλάχιστον. Τώρα, με το νέο της βιβλίο «Λευκό από Χθες» (Σμίλη 2017) οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Βιβλίο που διαβάζεις τις λέξεις του μία μία, έτσι ακριβώς όπως αξιώνουν τα καλά βιβλία. Να σταματάς σε κάθε παράγραφο και να αναρωτιέσαι για όλες τις πτυχές ενός, ας πούμε, συναισθήματος που στο παρελθόν νόμιζες ότι είχες πολύ καλά ανατομίσει αλλά που τώρα εκπλήσεσσαι με νέα δεδομένα.

Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, όταν ο συγγραφέας εγκύπτει στην λευκή σελίδα με φόντα ακαδημαϊκά τα οποία  έρχονται να συμπληρώσουν το ταλέντο του. Και η Σιαφάκα τα απολαμβάνει και αυτά τα φόντα αν ψάξει κανείς και τις άλλες εκδόσεις της, είτε σε άλλα είδη λογοτεχνίας είτε σε κείμενα κριτικής της λογοτεχνίας. «Λευκό από Χθες», λοιπόν. Μία εξαφάνιση σε κάποια επαρχιακή πόλη του βορρά και ένα συνταρρακτικό νέο, δύο χρόνια αργότερα, μία επιστολή που θα ολοκληρωθεί σε δέκα μέρες, εν μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας, αποκαλύπτουν ένα βίαιο ενδοοικογενειακό τοπίο αλλά και μία απρόσκοπτη συνδιαλλαγή του μ’ ένα αντίστοιχο κοινωνικό περιβάλλον, όπου η θρησκοληψία, η υποκρισία, η επιδειξιμανία και η άγνοια συντηρούν και ενδυναμώνουν.

Δείγμα γραφής από τις πρώτες σελίδες προς τεκμηρίωση των παραπάνω λεχθέντων:  «Η γραμμή Μάιστον-Λαβίλ είναι κλειστή πάνω από δύο βδομάδες τώρα, κι ένας θεός γνωρίζει πότε αυτοί οι νόστιμοι αγροίκοι με τα ξανθά μουστάκια και τα ζωώδη αχαμνά θα βάλουν τον συρμό ξανά σε λειτουργία• τα μεροκάματα, βλέπετε, που πιάνουν βάρδια στα άγρια χαράματα, τυφλά από τη νύστα, σκάβουν ρωγμές μόνο στις τύχες της παλάμης μας, αντί να καθαρίζουνε τις ράγιες, που γλιστρούν μετακινήσεις.»  Το μυθιστόρημα  χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα και το θεατρικό στοιχείο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, το τραγικό σε συνδυασμό με το μπουρλέσκ και το παράλογο, την υπόγεια ειρωνεία και το παίγνιο, την εναλλαγή της γλώσσας και των ρυθμών της. Αποτελείται από δεκαοκτώ κεφάλαια, των οποίων η γραμμική σχέση με τον χρόνο περιορίζεται στο δεκαήμερο της συγγραφής της επιστολής. Οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στα πρόσωπα αποκαλύπτονται σπονδυλωτά μέσα από συμβάντα που λειτουργούν όπως η μνήμη και οι απωθήσεις και έχουν ως κύριο μέλημα τη δημιουργία ενός συμπαγούς μυθιστορηματικού χώρου, ο οποίος στη συνέχεια ανατρέπεται.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, «Λευκό απο χθες», Εκδόσεις Σμίλη 2017

Αrtwork: Vladimir Kush, Michele-Durazzi

 

Μανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο

 

,

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Παρασκευή 19:00, οι εποχές της πειρατείας, η Φεργκεσία και ο Μπίτμαν Σάννυ, 24 Ιανουαρίου 1969, πάγωσε το ποτάμι, σαπουνόφουσκες

Η μητέρα έβλεπε εκεί όπου τίποτε δεν υπήρχε, όπως και ο Πατρίκ μας άλλωστε, ωστόσο τα φαντάσματά του ήταν εντελώς μεγαλειώδη, κι έτσι δεν τον πίστευε κανείς. Είχε αυτή την ευτυχία ο Πατρίκ μας, να εμπνέει την ανοχή και τη συμπόνια της μικρής μας επαρχίας. Ο δόκτωρ Τζάσμιν μάλιστα μιλούσε ώρες ολόκληρες μαζί του, καπνίζοντας στωικά την πίπα του και ξεγελώντας τον με κάνα νερωμένο ουισκάκι μαζί με τα φιστίκια που του αρέσανε πολύ.  Άλλοτε πάλι τον έπαιρνε για ψάρεμα δίπλα στο ποτάμι, και ο Πατρίκ τού διηγιόταν απίθανες ιστορίες της «παλιάς ζωής» του, όπως έλεγε, ως πειρατής στο ποταμόπλοιο, που χάθηκε στο βυθό του ποταμού εν μία νυκτί, και ας ήταν τ’ όνομά του Κιτρινόλυκος, τώρα τα είχε παρατήσει ικανοποιημένος, έλεγε στον Τζάσμιν, αφού πλέον είχε μαζέψει όλα τα παράσημα που είχε υποσχεθεί στη Φεργκεσία, η οποία όμως αυτοκτόνησε από το πάθος και τη μεγάλη προσμονή πριν της τα παραδώσει. Δεν άντεξε, μαμά, με λάτρευε σου λέω! Ήτανε τότε που ο Πατρίκ μας έθαψε 20 κολιέ, 10 βραχιόλια και 5 μενταγιόν, το θησαυρό του για τη Φεργκεσία, στο λόφο με τις κερασιές.

Αχ, αυτή η ιστορία, Φρανκ, ήταν πολύ πετυχημένη, διότι μου θύμιζε το ιπποτικό ιδανικό στα μυθιστορήματα που διαβάζουν οι κυρίες της Πουτίγκας, όλα τα ανώδυνα που υπόσχονται οι εξ αποστάσεως έρωτες κι όλες τις φαντασίες που ζωγραφίζουν την ομίχλη των δύο εραστών. Ο Πατρίκ μας ποθούσε παράσημα επαγγελματικής επιτυχίας και μια κυρία να αυτοκτονεί για εκείνον! Λίγο το έχετε εσείς να κολυμπάτε μες στον άλλον κομμένο και ραμμένο στα δικά σας μέτρα, χωρίς να σας γυρνάει ούτε ένα σκαμπίλι πότε πότε, για να τον απαξιώσετε αμέσως; Αχ, έχουνε μεγάλη πλάκα όλα αυτά τα παραμύθια, όταν δεν μας παίρνουμε πολύ στα σοβαρά· γινόμαστε καλλιτέχνες όλοι, γλύπτες, αχ, κι ερωτευόμαστε τα ομοιώματά μας. Όχι για πάντα. Αλλά και τι πειράζει αυτό εάν παίζουμε ωραία το παιχνίδι;

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, Σμίλη 2017

Artwork: Marcelo Monrea

.

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Και τότε φορούσα κάτι πρόχειρο, ένα παλτό, το οποιοδήποτε, συχνά εκείνο το κυπαρισσί, που έχει καταντήσει απ’ τη χρήση αποφόρι των ματιών που μου ’τρωγαν την πλάτη, κι έτρεχα στο δάσος κάτω απ’ τις νιφάδες του χιονιού, έβρισκα στήριγμα σε δέρματα κορμών, κι ήτανε τότε όλα τα μάτια που γράφανε τ’ όνομά μου με τα βλέφαρά στο χιόνι, Φρίντα, Φρίντα, κροτάλιζαν οι ρίζες, σαρκαστικοί περίγελοι, κι όχι δεν ήτανε φωνές, μόνο κομμένα λόγια χάρτινων ανθρώπων, που ’σκαγαν, κορδωμένοι απ’ τα κλαδιά, τα πρόσωπα με κρότο μες στο χιόνι, με τους χοντρούς τους σβέρκους δεμένους σε προσχήματα γούνινων γιακάδων, αρρενωποί πασαλειμμένοι σαπουνάδες, αξιοπρεπείς προπάντων, με τις λάμες τους καλά λιμαρισμένες. Τους ονειρεύτηκα ντεκόρ συχνά, θρυμματισμένους από χρυσοποίκιλτους μπαλτάδες και με τη λάμψη του χρυσού στο έλατο των Χριστουγέννων στημένο στην κεντρική πλατεία του Λαβίλ μας. Κι εγώ εκεί, πώς όχι; φορώντας τον κυνισμό όσων στρογγυλοκάθονται στο επέκεινα του πόνου, άτρωτοι, βουβοί ατρόμητοι, κωφοί, κίτρινοι σαν το κερί, εγώ, η Φρίντα Νέθελ, στη γιορτή, με μπόλικη πούδρα, μαύρα λουστρίνια, φόρεμα ανοιχτό στην πλάτη από κόκκινο βελούδο, μαύρο μεταξωτό φιόγκο γύρω από τη μέση, λαμέ τσαντάκι με παγιέτες και μια μικρή ανεμώνη από στρας να ασφαλίζει.

Μ’ όλα τα σύνεργα των κυριών εκεί, για τρόπαιο αθωότητας, κρατώ τη μικρή Φρίντα από το ένα της χεράκι, τη ζεσταίνω, με το άλλο γλείφει ένα ζαχαρωτό, το πιο πολύτιμο, το πιο γλυκό, το πιο μεγάλο, έναν πράσινο φραμπαλά με μάτια ροζ κι ένα καπέλο κίτρινο, αγορασμένο από το παντοπωλείο στην ανηφοριά του Τζέφερσον. Χαίρετε, χαίρετε, απευθύνω ένα στυφό αλλά ευγενικό χαμόγελο στα χάρτινα πραγματάκια που περπατούνε γύρω μου. Με τούτα τα πολεμοφόδια ανάρρωσης, στέκομαι κάτω από το φωτισμένο έλατο μέσα στον χιονιά και μ’ άδειο από κάθε συναίσθημα στομάχι, χωρίς ν’ ακούω την ανάσα ούτε κανέναν άλλον ήχο, μόνο το παιδικό τραγούδι που λέγαμε με τον Πατρίκ μας, η μικρή Φρίντα τραγουδά, φέρτε μας ένα αγγελάκι στα ζεστά, τα κρύα πο… ο… ο… δαράκια του φτωχού Πατρίκ, ω έλα, μικρό μας αγγελάκι να ζεστάνεις!

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, μθστρ., Σμίλη 2017

ι

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Η κυρία Τόμσον γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα στο Λαβίλ και επιπλέον κάνει χρυσές δουλειές, την άνοιξη ειδικά, όταν το τρίστρατο φωτίζεται μ’ όλες τις αποχρώσεις του ροζ, του κόκκινου, του πράσινου, του μοβ. Από εκείνο ακριβώς το μέρος, εάν προχωρήσεις όλο ευθεία, έχοντας το νεκροταφείο και τη λίμνη αριστερά, βγαίνεις προς την εξοχή. Ναι, εκεί όπου αρχίζει το λιβάδι και όπου, όταν στρίβεις αριστερά, λίγο ευθεία έπειτα, στο τέλος του δρόμου φτάνεις στο ποτάμι. Είναι εκεί όπου σας βλέπω συχνά, πολλά χρόνια τώρα, και με αποφεύγετε, και δεν γνωρίζω αν έχετε κάνει ακριβώς τον ίδιο δρόμο, δηλαδή αν με παρακολουθήσατε, σίγουρα το ξέρει η κυρία Τόμσον, ή αν έχετε πάρει το μονοπάτι που ξεκινάει πίσω απ’ το σπίτι σας. Ναι, ήσαστε τον προηγούμενο μήνα εκεί πέρα. Έστριψα το κεφάλι, κι όταν σας είδα, αφού έσιαξα τη δαντέλα στο κυπαρισσί φουστάνι, που μ’ έχει κουράσει πολύ το ύφασμά του, μου ήρθε εκείνη η τρελή ιδέα να γίνω χόρτο και μια άλλη τρελή επιθυμία για ένα ζεστό τσάι περγαμόντο. Ήθελα να είμαι χόρτο που πίνει περγαμόντο. Αν έχω τον Θεό μου! Κι όσο κι αν έκανα προσπάθεια να εμποδίσω αυτήν τη σκέψη, δεν τα κατάφερνα, κι έσφιγγα, έσφιγγα τους κροτάφους με τα κυπαρισσιά μου γάντια, χτυπώντας τα μποτίνια μου στο χιόνι· μέχρι που ο λαιμός μου έκανε μια σύσπαση κι ένιωσα περίφημα επιτέλους, όταν αποδέχθηκα πως τη στιγμή εκείνη ήμουν συνειδητά πολύ χαρούμενη που ήθελα να είμαι χόρτο και να πίνω περγαμόντο. Πώς το βρίσκετε εσείς αυτό; Κι όλα αυτά γίνανε απαλά, όπως η πτώση του χιονιού, κι ορμητικά, όπως τα χλιμιντρίσματα αλόγων, όταν ήρεμοι τρώμε ένα κομμάτι από πουτίγκα, και σίγουρα και αναλλοίωτα, όπως η νύχτα που δεν θα μεταλλαχθεί ποτέ σε μέρα, και ναι! ήταν πολύ πραγματικά, γιατί απλώς συνέβησαν σ’ εμένα.

Πίνακας:Jamie Wyeth

 

;

;