RSS

Category Archives: ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ/ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚA: ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ, 2019

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Culture Book

Culture book 16.4.2020

Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του ποιητή στην κοινωνία;

Τα χαρακτηριστικά και οι θέσεις συνάδουν με την κοινωνική επιρροή που μπορεί να ασκήσει ο οποιοσδήποτε, δηλαδή με την επιτυχή λειτουργία της σχέσης πομπού-δέκτη. Βρισκόμαστε στην εποχή των ΜΜΕ, της κάκιστης κυρίως δημοσιογραφίας, των λαϊκίστικων προσεγγίσεων και των fake news, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, της θεοποίησης του χρήματος και της απαξίωσης της ανθρώπινης υπόστασης. Είναι εμφανές ότι τα ώτα και τα βλέμματα είναι στραμμένα προς αυτές τις κατευθύνσεις και, μάλιστα, χειραγωγούμενα με επιτυχία. Μας αρέσει λοιπόν δεν μας αρέσει, ο κοινωνικός ιστός στο σύνολό του δεν αναμένει τη «φωνή» του ποιητή ή εν γένει του λογοτέχνη ως μια δεύτερη ή εναλλακτική άποψη, όπως συνέβη στο παρελθόν σε διαφορετικές στιγμές της πολιτισμικής εξέλιξης. Και οι ελάχιστοι που την αναμένουν για να συνομιλήσουν, να συνδιαλλαγούν, να συσκεφτούν με τον «άλλον» το κάνουν ατομικά. Διαβάζοντας. Αυτό είναι το ένα σκέλος, που αφορά τον αντίκτυπο που παρατηρείται να έχει η λογοτεχνία σήμερα. Από την άλλη όμως ως πρόσωπο ο ποιητής/λογοτέχνης (πέρα από την όποια κοινωνική απόκριση ή ανταπόκριση) οφείλει να στέκει πάνω από παραμορφωτικoύς καθρέφτες, στερεότυπα ή ιδεοληψίες, αγκυλώσεις, ναρκισσισμούς, εγωτισμούς, ανταγωνισμούς κ.λπ. και, διά μέσου της ευαισθησίας και της καλλιέργειάς του, να επικοινωνεί στο έργο του τους προβληματισμούς του, έχοντας πάντα στο κέντρο της προβληματικής του ένα όραμα εφικτό (και όχι φαντασιόπληκτο ή ανέφικτο, καθότι ουτοπικό) που θα υπηρετεί τον άνθρωπο. Και ασφαλώς υπάρχουν κάθε φορά πολλοί και διαφορετικοί αισθητικοί τρόποι για να το επιτύχει.

Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορωνοϊού, έχει ιδιαίτερο ρόλο η ποίηση;

Ιδιαίτερο ρόλο αυτήν τη στιγμή έχει η επιστήμη και οι άνθρωποι που την υπηρετούν. Ιδιαίτερο ρόλο έχουν οι άνθρωποι που με κίνδυνο να μολυνθούν εξακολουθούν να εργάζονται για να μας διασφαλίσουν τα απαραίτητα. Εκεί οφείλει να κάνει μια τεράστια υπόκλιση έκαστος ημών, υπακούοντας στις εντολές των ειδικών και εκφράζοντας θερμές ευχαριστίες σε όλους τους εργαζομένους, ξεκινώντας από την καθαρίστρια στα νοσοκομεία, τον μπακάλη της γειτονιάς και την ταμία του σούπερ μάρκετ. Αυτοί μάχονται τώρα! Πέραν τούτων ωστόσο που συνιστούν την πραγματικότητα της κρίσης των ημερών μας –όσον αφορά το εάν αύριο θα είμαστε ή όχι ζωντανοί ως βιολογικοί οργανισμοί–, είναι εκ των ων ουκ άνευ πως κάθε δημιουργία συνιστά σύμμαχο και παραμυθία στον «εγκλεισμό μας», πραγματικό ή μεταφορικό, για όσους βεβαίως έχουν επιλέξει να ζουν προς αυτή την κατεύθυνση που προτείνει ο πολιτισμός. Δεν πρόκειται όμως για έναν «ιδιαίτερο ρόλο» σε αυτήν τη χρονική στιγμή, πρόκειται για τον κύριο ρόλο που πάντα επιτελούσε η λογοτεχνία, η οποία έχει ήδη απαντήσει με σαφήνεια και στο ερώτημά σας διά στόματος ενός μεγάλου συγγραφέα:

Bέβαια, καμιά φορά θαυμάζει κανείς περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να κάμει. Δεν ξέρω αν θα ήμουν ικανός να κάμω το ένα εκατοστό οποιασδήποτε από τις πράξεις του Εξυπερύ. Βέβαια, αυτή είναι η μεγάλη πράξη. Εννοούσα όμως ότι ακόμα κι ένας μικρός αρχηγός πυροσβεστών… Αντίθετα εγώ… τι είμαι εγώ; Ένα είδος μοναχικού θεατή, ένας άχρηστος. Ούτε και ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ μου να γράψω ένα μυθιστόρημα ή ένα δράμα. Κι αν το έγραφα… δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να συγκριθεί με κείνον που αποτελεί μέρος μιας στρατιωτικής φρουράς και που φυλάει με το όπλο του τη ζωή και τον ύπνο των συντρόφων του… Δεν έχει σημασία το ότι ο πόλεμος είναι έργο ξεδιάντροπων ανθρώπων που λυμαίνονται τα οικονομικά ή το πετρέλαιο: εκείνη η φρουρά, εκείνος ο ύπνος που μας εξασφαλίζει ο σκοπός με το όπλο του, εκείνη η πίστη των συντρόφων μας σε μας ήταν και θα είναι πάντα οι απόλυτες αξίες.

Ο Μαρτίν τον κοίταζε με θαυμασμό. Και ο Μπρούνο έλεγε μέσα του: «Μα δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας κατά βάθος βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου; Δεν ανήκω κι εγώ σε μια μικρή φρουρά; Kαι δεν είναι ο Μαρτίν, κατά κάποιον τρόπο, κάποιος που φυλάω το όνειρό του, που προσπαθώ να απαλύνω τις αγωνίες του και που συντηρώ τις ελπίδες του σαν μια μικρή φλόγα στο μέσο μιας μανιασμένης θύελλας;»

Αμέσως όμως ένιωσε ντροπή. Κι είπε τότε κάποιο αστείο.

(Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 237, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εξάντας 1986).

* Η Ιφιγένεια Σιαφάκα είναι συγγραφέας. Γράφει δοκίμιο, κριτική βιβλίου, ποίηση, πεζογραφία. Τελευταίο της βιβλίο Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία, Σμίλη 2019.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στον 9.84 με τον Δημήτρη Φύσσα

Για να ακούσετε, πατήστε εδώ. Μετά την πρώτη ώρα της εκπομπής

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στον 9,84 με τον Δημήτρη Φύσσα

29.06.2019

Τα λόγια της αγάπης

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, μτφρ. στα γερμανικά Κατερίνα Λιάτζουρα

Ποιείν 04.02.2020

ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ

Στην κορφή του γκρεμού
το χάος δαμάσαμε στη γλώσσα
γοερά μωρά χωρίς τροφό
μ’ έκθετα δάχτυλα
τρατάραμε στο σώμα τους ιλίγγους
&nbsp

Μια νύχτα ο ορειβάτης δράκοντας
μας κάρφωσε φλάμπουρο στο όρος
Τη γλώσσα γυρίσαμε κουβέρτα
Κι έκτοτε κυματίζουμε βουβοί

BANNER
Auf dem Gipfel des Abgrundes
bändigten wir das Chaos auf der Zunge
klagende Kleinkinder ohne Amme
mit ausgesetzten Fingern
haben dem Körper Schwindelgefühle angeboten.

In einer Nacht stach uns der Bergsteiger Drach
als Banner aufs Gebirge
Die Zunge wendeten wir als Decke
Und seither flattern wir verstummt

*****

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια
με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς
Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού
Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται
ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

DER KNOPF

Stundenlang warten die Toten in ihren hölzernen Betten
mit dem Lächeln des Wolfes Die gehäkelte Spitze des Feuers
Schlicht Autarkisch im Eifer des letzten Kusses
Schnaufen den Verrat wie Puderzucker aus den Nasenlöchern

Lazaris aus Plastik schweben mit einem Knopf auf dem Mund
wie genähter Faden in Illusionen Die Wörter haben sich aufgetrennt

Vergeblich sind die Verräter auf Erde nicht auferstanden

`******

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μίας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πως ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

MONOSANDAL

Der Lärm eines kleinen Glühwürmchens
wälzt den Körper in den Verfall
Vom Unglauben zum Verlust
vielleicht aus übertreibender Hoffnung
bei der Rückkehr des Verdrängten
schleppt den Sarg jemand mit einer Sandal
Bittet flehend um seine andere
findet Glastrümmer, Spiegel und Skalpellen
grabt nur die Glitzernden aus

Erinnert sich wie man Gangränen schleift

*****

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ

Αόρατος στο μπαλκόνι αιωρείται ο φραμπαλάς της δεσποινίδος Φαίδρας Με καμουτσίκι δαμάζει την κυκλοφορία αόρατη κι αυτή Ένας αέρας κρεμάει τα πύρινα μαλλιά της στο σύρμα της βεράντας Στο πρώτο φανάρι αριστερά καλπάζει πλέον φαλακρή, χωρίς κανένα δισταγμό, επάνω στο μηρό μιας τσουκνίδας Ακούει, αλλά δεν βλέπει τη μητέρα να σέρνει μια κουρελού, μια επανάσταση, μια κουτάλα, σιρόπι από μανταρίνι και μια λέξη εντελώς συρρικνωμένη, που κάνει τη δεσποινίδα Φαίδρα να μυρίζει λευκό νεκροτομείο, αλλά να σκέφτεται τη λέξη «κήπος». Πίσω από τους λόφους ο ήλιος χτυπάει γκέμια και χρεμετίζει πορτοκαλένιο το τοπίο Στον κήπο με τις κολοκύθες η δεσποινίς Φαίδρα έκανε πάντα προσευχή Γλιστράνε τότε μεσ’ απ’ τα πόδια της ένας ποντικός, ένα σπουργίτι, ένα καρύδι, αίμα, κι ένα πλαστικό μάτι με κόρη από κιμωλία ζωγραφίζει στον δρόμο αυτοκίνητα Αντιλαμβάνεται πως στέκει μόνη στη βεράντα Ένας εκατονταετής λυγμός χύνεται απ’ το πλυσταριό υπό μορφή κορδέλας κι εύσαρκος πλέον καταλήγει στις ρόδες μιας μοτοσυκλέτας

Η δεσποινίς Φαίδρα είναι αυτόχειρ
χειρουργός της ανοχής της
Φρέσκο συμβάν συμβαίνει
η ίδια εκτός της ίδιας σε θέση πιρουέτας

Κι ο χρόνος κληρονομιά μυστηρίου αυτεπάγγελτου-
Ένας σκαντζόχοιρος με παπιγιόν κάτω από τις πατούσες

`
EIN IGEL MIT FLIEGE

Unsichtbar schwebt auf dem Balkon Fräulein Phädras Falbel Mit einer Peitsche zähmt sie den Verkehr unsichtbar auch sie Ein Windhauch hängt ihre feurigen Haare auf den Verandadraht An der ersten Ampel links galoppiert sie nunmehr kahlköpfig, ohne ein Zögern, auf dem Oberschenkel einer Brennnessel Hört, aber sieht die Mutter nicht den Flickenteppich schleppen, einen Aufstand, einen Kochlöffel, Sirup aus Mandarine und ein Wort völlig verschrumpft, das Fräulein Phädra verursacht nach weißer Anatomie zu riechen, aber auch an das Wort «Garten» zu denken. Hinter den Hügeln schlägt die Sonne Zügel und wiehert orangenhaft die Landschaft Im Garten mit den Kürbissen vollzog Fräulein Phädra immer ein Gebet Rutschen dann zwischen ihren Beinen eine Maus, ein Spatz, eine Walnuss, Blut, und ein Plastikauge mit Pupille aus Kreide malt auf der Straße Autos Sie nimmt wahr dass sie alleine auf der Veranda steht Ein hundertjähriger Schluchzer vergießt sich aus der Waschküche in Form eines Stoffbandes und endet mittlerweile beleibt unter den Rädern eines Motorrades

Fräulein Phädra ist Selbstmörderin
Chirurgin ihrer Toleranz
Frisches Ereignis geschieht
sie selbst ohne ihr Selbst in Position Pirouette

Und die Zeit Erbschaft eines alleinhandelnden Geheimnisses –
Ein Igel mit Fliege unter den Fußsohlen

**********************************************************************

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000, δοκίμια), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματα αναΔρομων πΛεξεων (ΑrsPoetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα), Λευκό από χθες (Σμίλη, 2017, μυθιστόρημα), Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν (Σμίλη, 2019, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016, Μανδραγόρας, 2017/18/19). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες.

Ιστοσελίδα: Ενύπνια ψιχίων – ifigeneiasiafaka.com

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, κριτική Κ. Καραγιαννόπουλου, Περιοδικό Στάχτες

Κριτική Κ. Καραγιαννόπουλος, Περιοδικό Στάχτες

10.1.2020

Σε παλαιότερο κριτικό σημείωμά μου για την Ιφιγένεια Σιαφάκα είχα αναφέρει το εξής: «Δομή- πρόθεση-πρόσληψη-γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο». Αυτός –θαρρώ– είναι ο κύριος άξονας επάνω στον οποίο θα πρέπει να χτίζεται κάθε αναγνωστική προσπάθεια των έργων της συγγραφέως.Στο καινούργιο της πόνημα, «Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν», η ποίηση δένεται (και εμπλέκεται) με τη «θεατρική» δράση. Παίρνοντας στοιχεία από το δράμα προς ανάγνωση (closet drama), η Σιαφάκα, κεντάει –με έντεχνο τρόπο– το λεκτικό τού έργου επιτρέποντάς μας τη διείσδυση τόσο στην πλημμυρίδα των νοημάτων του όσο και στα σκότη του ψυχισμού μας.

–Ο χρόνος και η (προσωπική) ταυτότητα είναι τα σημαντικότερα σημεία στα οποία προσανατολίζεται η ποιητική αυτή αναζήτηση. Θα μπορούσαμε –μάλιστα– να πούμε πως το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια Ποιητική της εύθραυστης (και εφήμερης) ύπαρξής μας. Τα λιμνάζοντα ύδατα της (αδιόρατης) συμπλοκής ιστορικού και υποκειμενικού χρόνου, το πρωταρχικό τραύμα που ριζώνει και διακλαδώνεται συμπαρασύροντας αισθήματα, σχέσεις και όψεις, η αγωνία και η λαχτάρα για το στήσιμο ενός μητρικού επέκεινα[1], καθώς και η μνήμη καθορίζουν όχι μόνο τη δράση, αλλά και εντείνουν την πολυσημία – έτσι που ανοίγει τρομερά ο ερμηνευτικός ορίζοντας και υποχρεώνεται ο αναγνώστης σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία, δηλαδή την υπερανάγνωση (over-reading). Βρίσκουμε, για παράδειγμα, στην σελίδα 18 το απόσπασμα:

Μερόνυχτα βρέχει, μ’ αστραπές για σωσίβια στ’ αλμυρά του ανθρώπου, που παστώνει τον Λόγο μ’ ομίχλη. Θα σου γείρω ένα σύννεφο να ποτίσει βροχούλα τ’ αγριμάκια, τους λύκους, που σου τρώνε την όψη.

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να δούμε τη σύγκρουση του λόγου της λογικής με τον λόγο της αποκάλυψης (ή και του χρησμού). Η τεχνική της συγγραφέως μάς επιτρέπει να διερευνήσουμε τις πιο απόκρημνες περιοχές του εαυτού μας και να θαυμάσουμε τους πολύτιμους θησαυρούς του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση –πέρα απ’ αυτή την αντιπαράθεση– ο προσεχτικός αναγνώστης μπορεί να δει πως ο λόγος (με όποια απ’ τις δυο αυτές μορφές του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδωλο.

Επίσης, στη σελίδα 19 διαβάζουμε: «όταν ζύμωνα μέσα σε στόματα αλόγων αχανή, σ’ αυτά της Πύλης του Μεγάλου Ρανιλάου, να ταΐσω τα κτήνη που κυνόδοντες μπήγαν στην καμένη τη γη μας». Και στην 33 το εξής: «εκεί που μουλιάζει το κορμί των θηρίων· από φόβο μουγκρίζουν πως, αν καταλάβουν, θα επιστρέψουν νεκρά στην άσπονδη αιτία τους. Μια μετάλλαξη μόνον ανθρώπους τα βάφτισε». Μέσα από τα αποσπάσματα αυτά και την αντιπαραβολή ανθρώπου και κτήνους, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας τις «Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο» του Γουόλας Στίβενς, όπου φαίνεται  ο τρόπος με τον οποίο μέσα από τη σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου με τη γη (και –εδώ– με την ίδια του τη φύση) έρχεται σε αντιπαράθεση ο βρυχηθμός των ζώων με την κραυγή του εφήβου.

Κι όλα αυτά μέσα από το σκληρό όστρακο μιας patella ferruginea…

 

Η ζοφερή μορφή της Μητέρας και η απουσία του Πατέρα θέτουν τη βάση επάνω στην οποία η αγωνία και η λαχτάρα σωματοποιούνται και (σε πολλά σημεία) διαμελίζουν το συμβολικό σώμα. Αυτά τα σημεία θυμίζουν τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, όπου, όπως αναφέρει σε δοκίμιό της η Εύη Βογιατζάκη: «Όλες αυτές οι έννοιες δραματοποιούνται στη θεατρική σκηνή […]. Αποκαλύπτοντας το ψυχοσωματικό υπόστρωμα των παραπάνω μεταφορών, ο Χειμωνάς παρουσιάζει τις πιο άγριες και ασυμβίβαστες ενστικτώδεις ορμές του ανθρώπου, που βρίσκονται κρυμμένες πίσω από την κανονικότητα της θεσμοθετημένης γλώσσας»[2]. Σύμφωνα με τον Λακάν, άλλωστε, η απειλή για κατακερματισμό του σώματος πηγάζει από το άγχος. Και το άγχος εδώ είναι δημιούργημα της απειλής που αφήνει να πλανάται η Νεκρή γριά[3].

Στο ποίημα «ΜΕΤΕ-Ο-ΡΙΣΜΟΙ» υπάρχουν κάποιοι στίχοι στους οποίους δίνει καθαρά η Ιφιγένεια Σιαφάκα αυτό το αρειμάνιο υπόβαθρο των σχέσεων των «dramatis personae»  αλλά και τον φόβο που προκαλεί η σκιά του Πατέρα (οιδιπόδειο σύμπλεγμα). Γράφει λοιπόν:

… Μ’ έναν θάμνο στο φρύδι αρμονία πιο πέρα βλασταίνει
στην αγέρωχη στήλη που αδράχνει το προφίλ
του αμίλητου πατέρα με το στόμα ριγμένο
στραβά στο πεντάγραμμο ανέμων ν’ αποφύγει
έναν μαστό πυρωμένο με πύαρ:
την ευθύβολη άρση της σάρκας στην πέτρα
Κάτω απ’ το μουγγό του σαγόνι
μια αριθμομηχανή γηραιά εν ονόματι ΚΡΟΝΟΣ
κρατά κούφιο κι απόκρημνο το προσωπείο στον οίκτο…

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στους αναγραμματισμούς που χρησιμοποιούνται (ΠέΤρας- Πατέρας) στο έργο και στα ονόματα που δίδονται στα πρόσωπα-αρχέτυπα. Για παράδειγμα, ο Πάολο ντε Σιλένθιο παραπέμπει στη σιωπή, ενώ η Βιργινία Τσα Λο Το στην τύχη. Αυτά τα τεχνάσματα εμπλουτίζουν το κείμενο και μετατρέπουν την αναγνωστική διαδικασία σε μιαν εξερεύνηση των τροπικών της γλώσσας και του ανοίκειου λογοτεχνικού (και ψυχικού μας) κόσμου. Τέλος, χρησιμοποιώντας εξωκειμενικά στοιχεία –όπως τα μότο του Καραβίτη που μας παραπέμπουν στη θεματική του προσωπικού χρόνου, των καθρεφτών, της μνήμης, του θανάτου, ή το τραγούδι του Idir, ένα παραμύθι που συνδιαλέγεται με το μυθικό υπόβαθρο της αφήγησης, το ονειρικό στοιχείο και το οικογενειακό αφήγημα–, η αναγνωστική πρόσληψη θα γίνει ουσιαστικά η συνισταμένη των επιμέρους ανταποκρίσεων, μετρώντας πια κι ως σύνολο υπόρρητων σημασιολογικών και αισθητικών δυνατοτήτων.

_____________
[1] Διαβάζουμε π.χ. στη σελίδα 65: «Αμετροεπής ήταν πάντα ο πατέρας στα θαύματα της λίμνης, πότε γινόταν αερόστατο με σκοινιά από βρύα, πότε νυχτερίδα με κοιλιά χταποδιού, πότε βότσαλο με μάτια ιπποπόταμου κι άλλοτε χάρτινη μπάλα με μαύρες κουκίδες που λιαζόταν βρεγμένη».
[2] Βογιατζάκη, Ε. (2017), Ο Γιατρός Ινεότης του Γ. Χειμωνά και η γραφή του Joyce. Σύγκριση, 13, 226-257.
[3] Όπως στο απόσπασμα: «Η μητέρα φταίει γι’ αυτό, τα έτρωγε όλα… Όμως εγώ στα βατόμουρα μ’ έβλεπα, γυαλιζόμουν και τα έτρωγα, και να που εσύ είχες μόλις υποστεί τιμωρία, είχες χάσει τα πόδια σου και βρισκόσουν στη λίμνη» (σελ. 43).

Πίνακας: Vladmir Fedotko

.

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, κριτική Κ. Λουκόπουλος, Περιοδικό περί ου

Κριτική Κ. Λουκόπουλος, Περί ου

 

 

Στην ποιητική κατασκευή Σκαντζόχοιρος με Παπιγιόν (Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία) της Ιφιγένειας Σιαφάκα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έναν – σπάνιας καλαισθησίας – τόμο, από τις εκδόσεις Σμίλη, η ποιητική διάθεση διαχέεται σε πρόζα και θεατρικούς μονόλογους από τη μια, καθώς και σε αμιγή ποιήματα με υπερρεαλιστικές αιχμές, από την άλλη, τα οποία όμως ποιήματα, επιστρέφουν ορισμένες φορές μιαν εξαιρετική νατουραλιστική ένταση σε σημείο να δίνουν την αίσθηση πως είναι ξεκομμένα από το corpus του κειμένου. Η αίσθηση είναι πάντως πρόσκαιρη, διότι σε δεύτερη ανάγνωση φαίνεται να λειτουργούν εντός πλαισίου ισχυρά, σε ένα επίπεδο ασυνείδητου (που ενδεχομένως εξηγείται μέσω μιας σχεδόν εμμονικής επιθυμίας της ποιήτριας, γνωστή από προηγούμενες δουλειές της –ποιητικές ή μη–, να ασχοληθεί με γνωστικά αντικείμενα που σχετίζονται με την ψυχανάλυση). Η θεατρική δομή, ενώ δίνει την εντύπωση αυτόματης γραφής και βρίθει πληροφορίας και ατμόσφαιρας, στην ουσία λειτουργεί ως μοχλός που «καθαρίζει» την ποίηση από το μεταφυσικό της περιεχόμενο: ένα μαντρικό ισότονο, επάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι αξιόλογες ποιητικές ιδέες. Τα πρόσωπα (ο αγέννητος Ορέστης, ο Ορέστης, η Γριά και η Θέλμα) όσο και αν μοιάζουν δανεισμένα από συμβατικές θεατρικές δομές, π.χ. την αρχαία τραγωδία (και πιο συγκεκριμένα την Ηλέκτρα του Σοφοκλή), το θέατρο του Παραλόγου (έναν νεωτεριστικό, φλύαρο Ιονέσκο που αναπτύσσεται πάνω στην απουσία διαλόγων ενός μπεκετικού υπόβαθρου) ή τους σπαρακτικούς μονολόγους της Σάρα Κέιν, ενσωματώνουν στην πράξη  και παγιοποιούν τις ίδιες τις δομές, επιπλέοντας διακριτά και αυτόφωτα μέσα στον υπερρεαλιστικό κατάμαυρο ποταμό της ποιητικής ροής, ενώ ταυτίζονται ταυτόχρονα με το ποιητικό υποκείμενο· μετατρέπονται σε αφορμές να εκτεθεί ένας αγώνας αίτιου-αιτιατού δίχως νικητές και νικημένους. Κι ας μην αναφερθώ, σχεδόν, καθόλου στην αραχνοειδή υποδομή της αφήγησης, που σε αρπάζει στον ιστό της και σε καταπίνει έως και σε χωνεύει, αναλόγως των αντοχών και της ενδοτικότητας που παρουσιάζεις κατά την ανάγνωση. Δύσκολα βέβαια θα μπορούσαν να παιχθούν τέτοιοι ρόλοι σε μια θεατρική σκηνή διατηρώντας για τον θεατή-ακροατή μια υποτυπώδη αίσθηση πλοκής, παρόλα αυτά δεν παύει κάτι τέτοιο να αποτελεί μια πρόκληση. Ταυτόχρονα η ποίηση εκπορεύεται από παντού, τριζάτη, αφαιρετική (με τις εμφανείς συγγένειες που παρουσιάζει η γραφή της ποιήτριας με τις εθνικές της υπερρεαλιστικές καταβολές ενός Κακναβάτου ή ενός Παπαδίτσα, για να μην αναφερθώ σε άλλες επιρροές διακειμενικές ή μη, ο κατάλογος δεν θα είχε τέλος), μα στη βάση της λαγαρή σαν τραγούδι. Ορισμένες φορές τα μέτρα της –η μουσικότητα του κειμένου και οι λεκτικές ισορροπίες– είναι θαυμαστά. Για μένα αυτό είναι ένα σημείο εντυπωσιακό σ’ ένα έργο που μπορεί κάποιος με ευκολία να απορρίψει ως ένα ανούσιο κατασκεύασμα αυτόματης γραφής. Θα έχει χάσει τότε την ευκαιρία να αναμετρηθεί με φόρμες πειραματικές (οι οποίες όμως διατηρούν την αυστηρότητα των κανόνων τους και λειτουργούν ως τέτοιες δομημένες, σχεδόν, επιστημονικά). Εάν, και κατά πόσον, όλο αυτό λειτουργεί παρέχοντας αναγνωστική απόλαυση, είναι θέμα, φυσικά, προσωπικό, καθώς πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο, που απαιτεί από τον αναγνώστη πολλαπλές αναγνώσεις, συγκέντρωση και αφαίρεση ταυτόχρονα, και μια, σχεδόν, ερευνητική  περιέργεια προς όλα του τα συστατικά· αποζημιώνει όμως με μια επίγευση καθαρής και ενορατικής –θα έλεγα– λογοτεχνίας, μέσα στα όρια των συνθηκών που θέτει χρόνια τώρα η δημιουργός ως αρχές της τέχνης της (και που –στο κάτω κάτω– τη διαχωρίζουν, μα και την καθορίζουν). Δείγμα γραφής (θαυμάστε μέτρα):

ΒΙΝΥΛΙΟ

Ρέει μελάνι από την κούπα ης σουπιάς
ο Αχέροντας πικρός ρίγη σε κάτοπτρα αειθαλή
στο ταβερνείο του μας πίνει
Η δαντική βελόνα αλυχτά για μουσική
στη βαρκαρόλα της στροφής
και για κουπί, από την κρούστα μέσα μας,
μια τρύπια φτέρνα o Κέρβερος
στο στόμα του σκεβρώνει και τη φτύνει
Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή
κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός
ανδρώνει ήλους μελανούς
τυφλός ο ξένος μέσα ν’ανατείλει

 

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν: κριτική της Δ. Δημητριάδου, Οδός Πανός, τχ 185

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν

Ι.

Στην κάμαρα σκοτεινιάζει. Ήχος από σαξόφωνο,κάπου μακριά. Ένας άντρας φωτίζεται απαλά από έναν προβολέα. Είναι μεσήλικας γυρτός μέσα στο μαύρο του παλτό κάθεται στην καρέκλα ενός στρωμένου τραπεζιού. Κόκκινο τραπεζομάντιλο, τρία πιάτα, δυο θέσεις αδειανές,μία καράφα με νερό, ψωμί. Ο άντρας, που ονομάζεται Ορέστης, αναδιπλώνεται σαν σαλιγκάρι απ’ το κρύο, σηκώνει τον γιακά και γέρνει το κεφάλι. Ίσως προσεύχεται ή εξευμενίζει οπτασίες. Ήχος μουσικής σταδιακά κυκλώνει τη σκηνή. Προστίθεται κι ένα βιολί. Η πόρτα που βρίσκεται στην πλάτη του ανοίγει. Αργά. Μία γριά γυναίκα, που θα την αποκαλούμε γριά και μόνον, φορώντας λευκό χιτώνα, ξεθωριασμένη απ’ τους αιώνες, τον κοιτάζει. Στο πρόσωπό της η συγκίνηση ευδιάκριτη. Σέρνεται προς το μοναδικό παράθυρο που διαθέτει το δωμάτιο για να βρεθεί στη δεξιά πλευρά του άντρα. Αυτός δεν έχει αντιληφθεί την παρουσία της ακόμη. «Η λίμνη! Η λίμνη και η στάχτη!» φωνάζει η γριά, κι ανοίγει το παράθυρο. Φέρνει σ’ έκταση τρυφερή τα χέρια, για ν’ αγκαλιάσει την ομίχλη που ορμάει στο δωμάτιο, ψελλίζει σαν να κρατάει τον ρυθμό με κομποσκοίνι: «Φως σπόρων ώριμου ροδιού στην κάμαρα αργοκυλάει,ξαπλώνεται στο πάτωμα από ξύλο» Στρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της, λες κι άλλοτε προσπαθεί να θυμηθεί, άλλοτε να δαμάσει μιαν ανάμνηση: «Σ’ ένα κρεβάτι σφάγια εραστών γλυκοφιλούν τα νέα της ημέρας. Η λίμνη παφλάζει το κύμα και τ’ αστεία τους στους τοίχους, στο τραπέζι, στο ρολόι. Ο λεπτοδείκτης μετράει τις στιγμές, μετά τις απουσίες. Ένα βιολί σπαράζει συγχορδίες στις κουρτίνες κι έγκυος άνεμος γοργά φουσκώνει την κοιλιά τους. Αχ,μανούλα μου, η λίμνη και ο άνεμος! Toύτος ο αέρας είναι πελιδνός κι αρσενικός… δες πόσα αρώματα από άνοιξη εκσπερματώνει στην ομίχλη!» Ομίχλη και ήχος από πιάνο τυλίγουνε το σπίτι. Κάθεται σ’ ένα βελούδινο κόκκινο σκαμπό μπροστά απ’ το παράθυρο. Λευκές τούλινες κουρτίνες αιωρούνται από έναν αέρα ξαφνικό. Νιφάδες στάχτης στο δωμάτιο. Ένα εκτυφλωτικό φως αναδεικνύει το τεράστιο ρολόι τοίχου που βρίσκεται δίπλα απ’ το παράθυρο. Είναι λευκό και στρογγυλό. Για δείχτες έχει οστά στο χρώμα της σκουριάς. Η αριστερή πόρτα, απέναντι απ’ τον άντρα, φωτίζεται, ανοίγει. Έρχεται μία γυναίκα που τη λένε Θέλμα. Φωτίζεται από το ίδιο διάφανο μπλε φως. Φοράει ένα ψάθινο καπέλο κι ένα λευκό ταγιέρ. Δεν είναι μεγάλη σε ηλικία, μόνο πρόωρα μάλλον γερασμένη. Στο ένα χέρι κρατάει μία τσάντα ψάθινη μ’ ένα κοκάλινο χερούλι και στο άλλο ένα λουλούδι. Δεν μας ενδιαφέρει τι λουλούδι. Ένα λουλούδι. Ήχος από σαξόφωνο, βιολί. Βαδίζει προς τον άντρα και μιλάει.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, Ποίηση σε πέντε πράξεις με αυλαία, απόσπασμα από την Πρώτη Πράξη, Εκδόσεις Σμίλη 2019.

Πίνακας:Juan Martinez

.

 

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στην εκπομπή “Μέσα από σένα”

SWR

Symban World Radio

Εκπομπή Μέσα από σένα με τον Δημήτρη Βαρβαρήγο και τη Νιόβη Ιωάννου

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Πατήστε εδώ για να ακούσετε