RSS

Category Archives: ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ/ Ιφιγένεια Σιαφάκα: ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η τουλούμπα

Ταμπουρωμένος μ’ ένα πλεκτό λευκό πουλόβερ, σκουφί, γάντια και κασκόλ από μοχέρ, γούνινες μπότες και κασμίρ παλτό, σταυρωμένος μ’ ένα μισόλιτρο ροδόνερο απ’ τη γιαγιά του Ευθυμία, τροφαντός και ντροπαλός αλλά βαρύς στο βήμα, υποσχόμενος το μέλλον, μ’ αγκώνες σκυθρωπούς, χέρια ριγμένα στις βαθιές του τσέπες, χείλη πλαδαρά του παραπόνου κι αφράτες παρειές όπως το ήθος του δαρμένου βούτυρου, ο Ισίδωρος Κουραμπιές εγλίστρησε, κύριε διευθυντά, έμπροσθεν της σκάλας του σχολείου μας, κι εβρήκε ακαριαίο θάνατο κατά τη «Μάχη της Tουλούμπας», ενώ ήταν έτοιμος ν’ αρπάξει, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των άλλων μαθητών, την 5η εκπίπτουσα εκ των ουρανών.

Θρηνούμε!

 

Tags:

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες

 

.

Περιοδικό Στάχτες

 Αγαπημένε μου Σαιν Νικολά,

έχεις γατάκια εσύ; Πώς θα έρθεις φέτος στις Βρυξέλλες; Με τανκ; Eμείς δεν πάμε πολύ νηπιαγωγείο εδώ, θα δούμε πότε θα είναι κανονικό, και ούτε στη φύλαξη πάμε, και είμαι στο σπίτι με κάλτσες χοντρές και φόρμες, και βαριέμαι κάπως κι έχω φάει και πολλές σταφίδες, γιατί κάτι άνθρωποι σκοτώσανε ξαφνικά κάτι ανθρώπους στο Παρίσι, και είπανε ότι μπορεί να σκοτώσουνε κι εμάς τους άλλους ανθρώπους εδώ στις Βρυξέλλες. Άρχισα και έκλαιγα, και τότε που γίνανε τα μπαμ μπουμ δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Ο μπαμπάς είχε πει τότε στη μαμά να πάρει αμέσως τηλέφωνο τη θεία Κάρλα και το θείο Σανκάρ στη Γαλλία, και είπαν ότι δεν ήξεραν πού ήταν ο ξαδερφός μου, που είχε πάει στη μουσική στο συγκρότημα, και η μαμά άρχισε να κλαίει. Ο μπαμπάς είπε Φραντσέσκα ηρέμησε, είπε, ας ελπίσουμε ότι ο Αντόνιο είναι καλά, αλλά έκλαιγε κι αυτός, και εγώ είπα δεν θα ξαναέρθει ο Αντόνιο να πάμε να φάμε βάφλες; και άρχισα να κλαίω κι εγώ, και ο μπαμπάς είπε ότι θα μας πάρουνε τηλέφωνο και κρατούσε γερά το κεφάλι του και με πήρε αγκαλιά και βάλαμε και μουσική στο σπίτι, από την κλασική κάτι με νερά, και μου διάβασε ένα παραμύθι με δράκοντες, που τους νικάγαμε, και παίξαμε και συγκρουόμενα, και νίκησα.

Κι έπειτα μας πήραν τηλέφωνο, και ο Αντόνιο μού είπε μικρό μου βατραχάκι θα έρθουμε τα Χριστούγεννα στο Βέλγιο και θα πάμε στην Γκραν Πλας και θα σε κεράσω μία τεράστια βάφλα με ένα μέτρο σαντιγύ, και εγώ ξαναρώταγα μετά τον μπαμπά και τη μαμά γι’ αυτούς με τα όπλα, και είπαν ότι είναι μακριά οι κακοί και ότι εγώ είμαι καλό παιδί, και δεν πρέπει να φοβάμαι. Δηλαδή είπα εγώ αυτοί που φύγανε από τη γη σκοτωμένοι ήτανε κακά παιδιά; O μπαμπάς είπε όχι, όχι, όχι, και διαβάσαμε κι άλλο ένα παραμύθι μ’ έναν γίγαντα κι ένα αγόρι με μαλλιά πράσινα, που τον νίκησε, και περάσανε κάποιες μέρες και βγήκαμε και έξω βόλτες και στο πάρκο και στα λαμπιόνια στη Ροζιέ με τα μαγαζιά και με τα τραγούδια στο δρόμο και με τους ανθρώπους που κάνουν ακροβατικά στο δρόμο και με τους ανθρώπους που πουλάνε τσάντες και γάντια και κασκόλ στο δρόμο και μαλλί της γριάς και γλυκά και καραμέλες, εκεί είδα και το φίλο μου τον Μουαμάρ και μοιραστήκαμε μια σοκολάτα, και μετά ξαφνικά μας κλείσανε μέσα στα σπίτια εδώ, να μην πάμε έξω είπαν, καπούτ νηπιαγωγείο ξαφνικά καπούτ.

Να ξέρεις ότι σε αγαπάμε, και αυτό σημαίνει ότι δεν κινδυνεύεις, και μου έδωσε φιλί ο μπαμπάς και μετά μου έδωσε φιλί και η μαμά, και μου έδειξε κι έναν κύριο φαλακρό με μεγάλα γυαλιά, που είναι πρωθυπουργός εδώ, και είπε ότι αυτός θα μας βοηθήσει, και να μη φοβάμαι, και διαβάσαμε κι ένα παραμύθι μ’ έναν ελέφαντα που φορούσε πατίνια και που νίκησε ένα σιδερένιο σύννεφο με κίτρινα μάτια, και η μαμά μού είπε ότι να μη φοβάμαι καθόλου, γιατί έλα δες έλα έλα να δεις, μικρούλη Μποντουάν μου, γατάκια… θα μας σώσουν τα γατάκια! και μου έδειξε το τουίτρερ στον υπολογιστή. Εδώ στο Βέλγιο είχαμε πλημμυρίσει ξαφνικά παντού γατάκια. Αν αυτοί που φύγανε στο Παρίσι από τη γη είχανε γατάκια, θα είχανε μείνει στη γη, νομίζω, γιατί όταν ρώτησα τον μπαμπά αν αυτούς τους αγαπούσαν, μου είπε, ναι ότι τους αγαπούσαν και αυτούς και τότε ήταν που είπε η μαμά αμέσως ότι εμείς βάλαμε γατάκια, και τελικά αυτό ήταν το λάθος ότι δεν είχανε αυτοί γατάκια, πιστεύω προσωπικά.

Και πήραμε τον Αντόνιο τηλέφωνο, και του είπα για τα γατάκια… Ο μπαμπάς γέλαγε, κι έβαλε πάλι τη μουσική με τα νερά, και είπε ότι εδώ είναι η χώρα του Μαγκριρίτ, είπα τι είναι Μαγκριρίτ, μπαμπά; Ένας κύριος με κάτι μήλα στο κεφάλι, που μας προστατεύει, είπε ο μπαμπάς! Κι έβγαλε μια φωτογραφία και μου τον έδειξε. Α, έκανα, έχει βάλει καπέλο και αυτό το πράσινο μήλο για να προστατεύει το πρόσωπό του, είπα, και είπα ότι αυτό το μήλο για να είναι εκεί πρέπει να μπορεί να φεύγει σαν πύραυλος με δύναμη στον ουρανό και να τιμωρεί τους κακούς. Η μαμά είπε ότι πρέπει να τρώω κάθε μέρα ένα μήλο. Ο μπαμπάς δεν είπε τίποτε, δεν με πιέζει στο φαί, και μου έδειξε πάλι τα γατάκια… παντού, παντού, παντού γατάκια… με σκουφάκια, με μπουρνούζια, σε καναπέδες, με νεροπίστολα, με φαγητά, στα παράθυρα, που γελούσανε, που κοιτάγανε, που λέγανε ότι, εάν δεν είμαστε φρόνιμοι, θα τις φάμε, που έκαναν ό,τι κάνουμε κι εμείς όταν βαριόμαστε ή όταν παίζουμε παιχνίδια ή όταν ντυνόμαστε να πάμε βόλτες.

Και τότε ρώτησα έχουν και οι στρατιώτες με τα πράσινα στις τσέπες τους γατάκια και οι αστυνομικοί με τα μπλε στο γιλέκο τους γατάκια; Άμα τους δεις είναι πολύ φουσκωμένοι, είπα, όχι δεν είναι χοντροί, είναι φουσκωμένοι με πράματα, πολλά πράματα. Ναι, έχουν και αυτοί γατάκια, είπε ο μπαμπάς μου. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν φουσκωμένοι από τα γατάκια. Η τηλεόραση και το ίντερνετ τους έδειξε, διότι εμείς δεν βγαίνουμε πολύ έξω, μόνο σούπερ μάρκετ πήγε ο μπαμπάς, μην κρυώσουμε κιόλας λέει η μαμά και έχουμε και άλλα πολλά πολλά άλλα λέει η μαμά. Αλλά εμείς δεν έχουμε γατάκια στο σπίτι μας, έχουμε μόνον ένα σκύλο, που τον λένε Σομιέ. Είναι πολύ ευγενικός και μας αγαπάει τρελά, αλλά δυστυχώς, δυστυχώς, δεν μπορεί να μας προστατεύσει, πρέπει να τον προστατεύσουμε κι αυτόν.

Θα ήθελα, λοιπόν, Σαιν Νικολά, και σε παρακαλώ πάρα πολύ, διότι είναι μεγάλη ανάγκη, να μου φέρεις τρία γατάκια: ένα με κράνος κι ένα μήλο, ένα με ξίφος και μία βάφλα και ένα με τις μπότες του παπουτσωμένου γάτου και το καπέλο του Μαγκριρίτ. Φαντάζομαι ότι θα έρθεις με τανκ φέτος. Κοίτα… έχει χώρο στην Γκραν Πλας, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να το παρκάρεις. Εκεί που θα δεις πολλούς στρατιώτες, μπες κι εσύ, κι εξήγησε, άμα τους δείξεις τις γάτες, θα καταλάβουνε αμέσως, δεν θα πάρεις κλήση. Σου το λέω, γιατί ο μπαμπάς είπε σήμερα ότι το έχουν παρακάνει με τις κλήσεις, η μαμά πήρε μία, επειδή είχε παρκάρει ανάποδα το αυτοκίνητο μόνο, και είχε πληρώσει, και δεν απαγορευόταν το παρκάρισμα και δεν εμπόδιζε κανέναν, ναι, έπρεπε να κοιτάει αλλού το αυτοκίνητο λέει, όχι έτσι, ο μπαμπάς ξαναείπε σήμερα για τον Μαγκριρίτ, που μας προστατεύει μάλλον και από τις κλήσεις. Κοίτα… βάλε και γάτες δίπλα στα φωτάκια, δεν είδα να έχουν στολίσει ακόμη με γάτες που αναβοσβήνουνε εκεί. Και πάνω σου να έχεις πολλές εκρηκτικές φωτεινές πανέμορφες γάτες, και στη μεγάλη την καπελαδούρα σου και στο καλάθι σου και μέσα στις τσέπες σου, εκτός από τις τρεις που θα μου φέρεις. Αυτές να τις έχεις τυλίξει με χαρτί και φιόγκο, για να πάθω έκπληξη. Για το φαγητό τους μην ανησυχείς. Μας δίνει δωρεάν η αστυνομία στο ίντερνετ.

Σε περιμένω
Μποντουάν, 5 χρονών
Δεκέμβριος 2015, Βρυξέλλες

Σημείωση: Αφορμή για το παραπάνω γράμμα είναι το πραγματικό περιστατικό με τις εικονικές γάτες στο τουίτερ, όταν η βελγική αστυνομία, στο πλαίσιο των μέτρων κατά της τρομοκρατίας, ζήτησε στις 22 Νοεμβρίου 2015 από τους πολίτες να μην δίνουν στο διαδίκτυο την οποιαδήποτε πληροφορία που αφορούσε τις κινήσεις της. Οι πολίτες απάντησαν με χιούμορ, δημοσιεύοντας χιλιάδες γάτες και συμμορφούμενοι στην έκκληση της αστυνομίας, η οποία ευχαρίστησε θερμά την επομένη όλες τις «γάτες» για τη συνεργασία, προσφέροντας ιντερνετικά ένα μπολ με τροφή για γάτες. 

.

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Παράσταση χωρίς φτερούγες (e-περιοδικό Στάχτες)

.

Στάχτες

Αήττητα μανταρίνια αποδημούν
με μια ξινή ταυτότητα στο κοτσανάκι
επικρεμάμενα στις αλλαγές όπως τα χελιδόνια
κάθε φορά που το μεγαλειώδες γλιστράει στη σκηνή
με μπαλωμένο πισινό μπρος στην αιδώ και στο ωραίο

Πλαταγισμοί φτερών, αναθυμιάσεις, χειροκρότημα
το παρανάλωμα μίας λευκής επιθυμίας
κουρνιασμένης στον εξώστη


Στο μεταξύ, ώσπου να άρει τις τέφρες η αυλαία,
θ’ αναπολούμε στη γλώσσα με οξύτητα
εκτός απ’ τον Καιάδα στα δόντια της Ανοίξεως
και τη ματαίωση των φρούτων
ν’ αποκτήσουνε φτερούγες

Πίνακας: Avery Palmer

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (e-περιοδικό Στάχτες)

ifigeneia14.3.15

Στάχτες

(…) Αχ, Φρανκ, πώς άρπαζε με βιάση τη μιαν άκρη του παλτού του, για να τη φέρει τιμητικά και σαν παράσημο στο στέρνο και πώς τα δάχτυλα παιάνιζαν με νεύρο τα οστά· έλεγες πως οι φλέβες του θα ξέφευγαν για ν’ αγκαλιάσουν κάποια απειλή που  εμφανιζόταν στον ορίζοντα! Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, δάγκωνε τα χείλη και διέταζε τα μάτια, μες σ’ ένα κράμα ειρωνείας και βαθιάς γνώσης ή απόγνωσης; κοφτά να διαπεράσουν την ατμόσφαιρα, μέχρι που να επιστρέψουν με ταχύτητα αστραπής μαρμαρωμένα· η φωνή του, μία τρεμάμενη βραχνάδα απ’ το βάθος, ήταν σαν να δοκίμαζε σε βάραθρο τραμπάλες, που όμως δεν επέτρεπαν εξάρσεις στη διήγηση, δεν έκαναν τον αποδέκτη να τρομάζει· την τράνταζε μόνον κάπου κάπου, χωρίς καμιά προειδοποίηση, ένας οξύς τόνος ατσάλινης ευθύτητας, που πάραυτα μετατρεπόταν σε παραίτηση. Έχω την εντύπωση, Φρανκ, και διορθώστε με εάν κάνω λάθος, πως το μοιραίο και η φρίκη, έτσι όπως σκάβουν το κενό, εγκαθιστούν οδυνηρές ηχητικές συσπάσεις στα οστά. Η μητέρα θεωρούσε πως αυτός ο ήχος του Πατρίκ μας δεν έπρεπε να μας ανησυχεί καθόλου μα καθόλου, δεν είναι τίποτε, μα τίποτε άλλο, μια κλασική κρίση λόξυγκα, Φρίντα, είναι, με όλη σου τη μανία, χτύπα τον, να τον χτυπάς στην πλάτη, Φρίντα! Εγώ, Φρανκ, δεν τον ακούμπησα ποτέ· είχα την αίσθηση πως, έστω και μ’ ένα άγγιγμα, θα γλίστραγε ολόκληρος και θα χωνόταν σ’ ένα μεγάλο θρύψαλο, απ’ όπου θα ορμούσε η σύσπαση που γρύλιζε στο σκοτάδι και που ωθούσε τον Πατρίκ να αναμετριέται έξω απ’ τη γλώσσα χωρίς γλώσσα.

Σκέπαζα τη μύτη και το στόμα με μια μπλούζα, μιαν εσάρπα, ένα παλτό, πάντα σχεδόν χιονίζει, είχα μια δικαιολογία, για ν’ ανακόψω την κραυγή μου, που νόμιζα πως θα ανατίναζε και την τελευταία ίνα του Πατρίκ μας· μπορεί όμως και να μ’ αγκάλιαζε με αγάπη, έτσι έλεγε, αγάπη.  Όπως παλιά… μία φορά… τότε που, αν δεν ήταν πλάι ο πατέρας, θα μ’ έπνιγε στα σίγουρα μ’ αυτή την καρποφόρα δύναμη θανάτου που έβαζε στα χέρια· έχω μία μικρή σφεντόνα, για τον καλό μου τον Πατρίκ, είπε ο πατέρας, κι εκείνος έπαψε να σφίγγει το λαιμό μου· θα πάρω κι ένα μήλο, είπε ο Πατρίκ, και βγήκε έξω, κάθισε ήρεμος στο σκαλοπάτι της εξώπορτας, πέταξε το μήλο μακριά, έβαλε τη σφεντόνα κάτω απ’ το παπούτσι του, έι, έι, έι, μύγα, σ’ αγαπάω! φώναζε σε κάτι μια μύγα κάτι δεν ξέρω έι, είχε αφήσει το λαιμό μου –  δεν ήθελα να τρέφει τέτοια συναισθήματα για μένα και τόσο τρομαγμένος.

Έτρεμα όμως και μόνο στην ιδέα πως, αν απέρριπτα αυτό που εκείνος ένιωθε αγάπη, θα ’ριχνα στον υπόνομο τη μόνη ιδέα που τον κρατούσε όρθιο στη γη! Πώς να σας το εξηγήσω, Φρανκ… η αγκαλιά του καταλάμβανε όλο το δωμάτιο, με κείνη τη μαγική δύναμη που δίνει η αίσθηση στα πράγματα και όχι η λογική τους καταμέτρηση, και ο Πατρίκ μας γινόταν έτσι υπεράνθρωπος και κοιταζόταν από πολύ ψηλά σαν ξένος, κι αγκομαχούσε να γίνει η νέα του εικόνα βρίσκοντας γάντζο στο κορμί μου. Η έντασή του φόρτιζε τους τοίχους, το χνώτο του κολλούσε στο αυτί μου μια φλόγα τόσο υγρή και ικανή να διαλύσει στο πάτωμα όλα τα πορτρέτα –είχα την εντύπωση ότι ανοιγόκλειναν το στόμα οι παππούδες– ω! λες και θ’ αναποδογύριζε, ω Φρανκ, ολόκληρο το σπίτι· Φρίντα! Φρίντα! γαντζωνόταν και δάγκωνε το χνώτο στο λαιμό μου: Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουμε όταν σκοτώσουνε την ώρα στα ρολόγια; Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (…)

(Απόσπασμα από επιστολική νουβέλα, ο τίτλος καταχρηστικός για το παρόν απόσπασμα, που προδημοσιεύεται.) 

Φωτό: Gilbert Garcin

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Mετάlipsi (Ψυχοναύτες)

Igor Skaletsky

 

(…) Εκεί τους είδα κι έφριξα Κουνούσαν τα κεφάλια τους δεμένα με γάζες αλώβητες λευκές Μόλις σε ράντζο εξερχόμενοι από το παγωμένο χειρουργείο με τις δεκάξι αχτίνες του ήλιου της Βεργίνας σμιλεμένες στα νυστέρια Στις γλώσσες έναστρη έσπερναν σπορά Θα ’πρεπε ν’ αγρυπνούμε ευγνώμονες από τον κρότο του σταριού τους Να τους κερνάμε ένα γλυκό του κουταλιού για συμπαράσταση στη συμμαχία των γλωσσών Γερά κρατώντας τον τυφώνα στο βολβό του οφθαλμού

Κάθε που
στροβιλίzει αειπάρθενος
μιa λίμα από κάρβουνο
που γράφει ιστορίες
με μεdούλι από στάhτη
και γύπsινα οστά
σ’ ό,τι μας καταrrάκωσε
και μας ανάδευσε
αναίσθητους
σε φράhτη
από δαsείες επιsημάνσεις
αναpόφευκτων sυμβάντοn (…)

~ Μετάlipsi (απόσπασμα), εκδ. Γρηγόρη 2015

~Painting: Igor Skaletsky

.

.

.

Ψυχοναύτες

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Η ομίχλη του Σαιν Νικολά (e-περιοδικό Στάχτες)

http://wp.me/p4nYaX-1n4

Σαιν Νικολά,

Όταν γυρνάω με το σχολικό στο σπίτι, έχει ένα δρόμο μεγάλο όλο ευθεία. Δίπλα είναι το κανάλι έχει και καράβια. Εγώ κοιτάω ευθεία. Θα πάω σπίτι. Έχει ομίχλη. Και είχε πολλά πολλά φώτα προχθές και τα έδειξα στη μαντάμ στο λεωφορείο. Είπε αυτοκίνητα. Γελάει η μαντάμ. Το πρωί έρχεται μόνο ο Τιμπό, ο οδηγός και με παίρνει. Στον Γκρέγκορυ δεν αρέσει το κίτρινο χρώμα που έχει το σχολικό. Ρώτησε τη μαντάμ να το κάνουμε άσπρο. Το σπίτι είναι μακριά. Ο Τιμπό βάζει μουσική. Και είναι πολλή νύχτα έξω. Φεύγω στις 7:00 και η μαντάμ μπαίνει στο λεωφορείο μετά και λέει μπονζούρ! σα βα τουά; Κουνάω το κεφάλι. Φοράω σκουφί και συ φοράς. Η μαντάμ κάθεται δίπλα. Έχει μια τσάντα και βγάζει χαρτιά και μολύβια. Κάθομαι στην πρώτη θέση.

Όταν πάω σπίτι το απόγευμα είμαι μόνο με τη μαντάμ και τον Τιμπό. Εγώ δεν σου λέω το όνομά μου. Δεν θέλω. Μπορεί όμως να σου το πει η μαντάμ. Πάω σε ένα σχολείο μακριά από το σπίτι μου. Δεν το λένε σχολείο όμως όπως αυτό που είναι ένα άλλο κοντά, εκεί πάει ο Μπερνάρ. Κρατάω γερά την τσάντα πάνω μου. Είναι δική μου. Έχει καλοριφέρ στο σχολικό. Η μαντάμ έφτιαξε τη φωτογραφία σου. Της έδειξα να βάλει μαλλιά, χτύπησα το κεφάλι μου έτσι να τα βάλει. Αλλά δεν τα έκανε ωραία. Μόνο τα μάτια ήταν πολύ μεγάλα. Δεν κάνει να τρώμε στο λεωφορείο. Εγώ πεινούσα κι έκοψα ένα μικρό μικρό κομματάκι σαν το νύχι. Μην το δει η μαντάμ το μπισκότο. Το είδε όμως. Η μαντάμ, αφού δεν μου άρεσαν τα μαλλιά σου, μου έδωσε το χαρτί της. Να φτιάξω τον Σαιν Νικολά. Έκανε… α ! α ! α ! της άρεσε πάρα πάρα πάρα πολύ ωραία. Τρία έφτιαξα κεφάλια κι ένα σταυρό και ένα στρογγυλό. Και το έδωσα στη μαντάμ. Δώρο. Είπε να γράψω και το όνομά μου, αν ήθελα. Ήθελα. Η μαντάμ έχει μπλοκ και θα έχω κι εγώ μπλοκ. Θα κρατάω το μπλοκ και το μολύβι. Η Σόνια είδε τη ζωγραφιά και είπε ότι έβαλα μόνο κεφάλι σε όλους τους ανθρώπους και δύο μεγάλα μακριά πόδια από το κεφάλι ανοιχτά. Πώς το έκανες έτσι, όχι.. Η μαντάμ είπε, ναι, είναι ο Σαιν Νικολά του. Ναι. Και φώναξα δυνατά ωωωωωωωωωωωωωωω…

Ο Τιμπό είπε ότι κανονικά δεν μιλάω. Η μαντάμ είπε ότι κανονικά μιλάω όταν μόνον θέλω. Και κανονικά δεν μιλάω όταν δεν θέλω. Έτσι είπε στον Τιμπό. Και μετά μου χαμογέλασε. Δεν αφήνει τη Σόνια να φάει καραμέλες, κάνει το λεωφορείο χάλια. Ο Τιμπό είπε ότι η μαντάμ είναι καλή. Η Ντομινίκ είπε ότι θα έρθεις με καράβι στο κανάλι. Και μετά θα έρθεις με τα πόδια στο σχολείο. Θα φέρεις πολλά δώρα. Εγώ θέλω τα δώρα που θα φέρεις.

Βρυξέλλες Σαιν Νικολά ΓΕΙΑ

.* Σημείωση: O Σαιν Νικολά (ο άγιος Νικόλαος) αντιστοιχεί στον ελληνικό Αη Βασίλη και μοιράζει τα δώρα του στα παιδιά στις 6 Δεκεμβρίου και όχι την Πρωτοχρονιά.

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αβάφτιστοι τάρανδοι (e-περιοδικό Θράκα)

David Wenzel-Rudolph 2

http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/12/blog-post_31.html

Άγιε Βασίλη,

Ελπίζω να είσαι καλά κι εσύ και η οικογένειά σου και οι φίλοι σου και οι τάρανδοί σου. Πώς τους λένε, αλήθεια, τους ταράνδους που σέρνουν το έλκηθρό σου; Ρώτησα τη μαμά και μου είπε ότι δεν ξέρει, και ο μπαμπάς είπε ότι οι τάρανδοι δεν έχουν όνομα και ο αδερφός μου, που με αγαπάει, είπε να ψάξουμε στη Βικιπαίδεια, για να βρούμε πληροφορίες. Και ψάξαμε και με άφησε να χτυπήσω κι εγώ τα πλήκτρα στον υπολογιστή. Έγραψα «Βασίλης τάρανδοι όνομα», αλλά δεν βρήκαμε τίποτε απολύτως. Και ο αδερφός μου, που του αρέσουν τα πολεμικά, είπε ότι είναι σαμποτάζ αυτό, επειδή οι τάρανδοι έχουν κέρατα και οι άνθρωποι όχι. Και στο ίντερνετ κουμαντάρουν, έτσι ακριβώς το είπε, όσοι έχουνε αυτιά και τίποτε στα κεφάλια τους. Είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Δεν μπορεί οι τάρανδοι να μην έχουν όνομα. Πώς τους ξεχωρίζεις από τους άλλους ταράνδους, όταν θες να τους φωνάξεις; Ή άμα είναι ένας τάρανδος μαζί με μία αρκούδα και με μία αλεπού κι εσύ θέλεις να φωνάξεις τον τάρανδο, πώς τα καταφέρνεις; Ή άμα είναι πολλοί τάρανδοι μαζί, πώς φωνάζεις αυτόν που θέλεις;

David Wenzel-Rudolph fop-(16)DavidWenzel-Rudolph

Eμένα με λένε Παναγιώτη και τον αδελφό μου Λουκά. Δεν είμαστε το ίδιο και γι’ αυτό έχουμε και άλλο όνομα. Έχουμε κι άλλον έναν Παναγιώτη στην τάξη, αλλά αυτός έχει και άλλο επίθετο, αλλά και του αρέσουν και διαφορετικά πράγματα.  Αυτός αγαπάει το κολύμπι, ενώ εμένα μου αρέσει το μπάσκετ. Αυτός θέλει να γίνει γιατρός αλλά εγώ αεροπόρος. Αυτός αγαπάει τα μαθηματικά, αλλά εγώ είμαι καλύτερος στη Γλώσσα. Αυτός έχει αδυναμία στην τυρόπιτα, αλλά εγώ προτιμώ τη σπανακόπιτα. Αυτός βαριέται την Μπέτυ, αλλά εγώ τη βρίσκω πολύ συμπαθητική και έξυπνη. Θα σου πω και το άλλο επίσης. Στην τάξη του αδερφού μου έχει κι άλλον έναν Λουκά, που όμως έχει ακριβώς το ίδιο επίθετο με το δικό μας και τον πατέρα του τον λένε Μίμη, όπως ακριβώς και τον δικό μας. Αλλά σε πληροφορώ ότι δεν μοιάζει καθόλου με τον αδερφό μου.  Είναι θέμα προσωπικότητας. Τη λέξη αυτή μας την έμαθε ο μπαμπάς, όταν ο αδελφός μου του είπε ότι στην τάξη υπάρχει ένας ολόιδιος με αυτόν Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη. Ο μπαμπάς τού είπε πως δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο που να είναι ίδιος με κάποιον άλλον, ακόμη και όταν έχουν το ίδιο όνομα. Του είπε ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός,  έχει δηλαδή… και τότε ο μπαμπάς μας έμαθε τη λέξη…  τη δική του προσωπικότητα και το ότι υπάρχει ακόμη ένας Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη στην τάξη είναι απλή συνωνυμία. Εσύ ξέρεις τι θα πει συνωνυμία,  άγιε Βασίλη; Είναι όταν έχεις ακριβώς μα ακριβώς το ίδιο όνομα με κάποιον άλλον.

.

.

.

.

David Wenzel-Rudolph .jpgDavid Wenzel-Rudolph

Εγώ έχω κι έναν θείο που τον λένε Βασίλη, όπως κι εσένα, αλλά αυτός δεν έχει έλκηθρο, είναι ψηλός και αδύνατος, δουλεύει σε μία πιτσαρία, έχει μία μηχανή και δεν φοράει κόκκινα. Ακούει μουσική ροκ και φοράει μαύρα και έχει και κορίτσι. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμη αν θα το παντρευτεί, διότι πέρυσι χώρισε από ένα άλλο κορίτσι, που νομίζαμε ότι θα το παντρευτεί. Δεν είμαστε πλέον σίγουροι για τίποτε. Ενώ για σένα είμαστε σίγουροι ότι υπάρχεις! Η μαμά λέει ότι ο θείος Βασίλης, ο αδερφός της δηλαδή, είναι κατά του γάμου, γιατί λέει ότι μπορεί να αγαπάει κάποια γυναίκα και χωρίς να είναι παντρεμένος μαζί της. Χωρίς να πάει, δηλαδή, ούτε στην Εκκλησία ούτε στο Δημαρχείο, για να τον ευλογήσει ο παπάς ή να του πει συγχαρητήρια ο δήμαρχος, έτσι λέει η μαμά. Ρώτησα τη μαμά αν αυτό γίνεται, γιατί ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα, και μου είπε ότι γίνεται και αυτό, διότι η αγάπη είναι τόσο δυνατή, που μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της και να νικήσει τα πάντα. Και παπάδες και δημάρχους, έτσι είπε, και μου είπε ότι ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά, την τελευταία φορά που τσακώθηκε με τη μαμά. Μου είπε επίσης ότι στους δύο τρίτος δε χωράει. Ούτε καν και ο ίδιος ο Θεός, που δεν ανακατεύεται καθόλου σε τέτοια πράγματα. Οι άνθρωποι είναι περίεργοι και κουτσομπόληδες και οι πεθερές και τα σόγια και χώνουν τις μύτες τους στις υποθέσεις των άλλων, ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά. Εσύ τα πιστεύεις αυτά; Ή είναι συνωνυμία και λέει αλήθεια ο μπαμπάς;

Εμείς δεν ρωτάμε τίποτε πλέον το θείο Βασίλη για το θέμα αυτό, μας το έχει απαγορεύσει, άμα, λέει, θέλει να συνεχίσουμε να λέμε καλημέρα. Κι επειδή εμείς τον αγαπάμε, δεν ρωτάμε, μόνο νομίζουμε. Έτσι λέει η μαμά. Εσύ, δεν νομίζω, πάντως, να έχεις κορίτσι.  Δεν θέλω να σε πιέσω να μου πεις, η μαμά λέει να μην πιέζουμε, γιατί θα έχουμε ντράβαλα. Εγώ δεν σε έχω δει σε φωτογραφία ποτέ με κανένα κορίτσι. Εκτός και αν δεν θέλεις να μας το φανερώσεις και, όταν έρθεις για τα δώρα, θέλεις να μας κάνεις και έκπληξη με την κοπέλα σου. Πάντως, αν έχεις, σίγουρα θα είναι καλή και θα σε αγαπάει κι εμείς θα της προσφέρουμε και δίπλες και μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αν τη φέρεις στο σπίτι μας.

Όταν θα φέρεις τα δώρα, επειδή θέλω να σου πω πολλά, θα σε παρακαλούσα  να καθίσεις λίγο, για να σου τα εξηγήσω όλα αυτά και να μου συστήσεις και τους ταράνδους σου. Εσύ να τους πεις από τώρα ότι με λένε Παναγιώτη και τον αδερφό μου Λουκά, για να συνηθίζουν τα ονόματα. Να τους πεις ότι τους περιμένω και ότι στο σπίτι μας είμαστε φιλόξενοι και ότι οι γονείς μου θα μου επιτρέψουν να τους μιλήσω. Εγώ μιλάω και στους ανθρώπους και στα ζώα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, γιατί τα ζώα με καταλαβαίνουν. Μερικές φορές πιο πολύ και από τους ανθρώπους.

.

.

Θα πω στον μπαμπά επίσης να ξεπαρκάρει το αυτοκίνητο και να βάλει μία κορδέλα γύρω-γύρω, για να μην πιάσουνε τη θέση και να παρκάρεις τους ταράνδους σου εκεί. Έχουμε πρόβλημα με το παρκάρισμα εδώ και ο μπαμπάς, πολλές φορές από φόβο, ότι δεν θα βρούμε να παρκάρουμε, δεν μετακινεί καθόλου το αυτοκίνητο. Πού θα παρκάρεις το έλκηθρο με τους ταράνδους; Μήπως δεν σε βολεύει η θέση του μπαμπά; Όχι πάντως στη γωνία, ξέρεις ποια λέω, γιατί περνάει λεωφορείο. Αλήθεια, το έλκηθρο τσουλάει στην άσφαλτο; Γιατί δεν έχουμε χιόνι εδώ πέρα. Αλλά, θα μου πεις,  μπορεί να έρθεις και από τον ουρανό και να προσγειωθείς όπως τα αεροπλάνα.

David Wenzel-Rudolph 81435794_large_fop_6_DavidWenzelRudolph0 Να σε ρωτήσω και κάτι  άλλο; Έχεις αρθριτικά; Σε ρωτάω γιατί έχω δύο επιλογές για δώρα, ένα που είναι βαρύ κι ένα που είναι ελαφρύ. Αν δεν μπορείς να σηκώσεις τα πατίνια…  ξέρεις ποια λέω, εκείνα τα μπλε με τον αητό που είχες φέρει πέρυσι στον Οδυσσέα, να μου φέρεις μόνον το κράνος, είναι πιο ελαφρύ αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, θα τα ζητήσω δώρο από τους γονείς μου στα γενέθλιά μου.  Αυτό θέλω για δώρο. Πατίνια και κράνος, ή μόνον κράνος, εάν έχεις αρθριτικά.

Να σου ζητήσω και μία χάρη; Επειδή έφαγα όλο το χαρτζιλίκι μου από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, για να πάρουμε με τον αδερφό μου, δώρα στον μπαμπά και στη μαμά για τα Χριστούγεννα, έχω μείνει αδέκαρος, και την Πρωτοχρονιά δεν θα πούμε κάλαντα, γιατί ο αδελφός μου θα έχει κάνει μία μικρή εγχείριση στο χέρι και απαγορεύεται να βγούμε έξω. Δεν με αφήνουν οι γονείς μου να πάω μόνος μου. Πρόκειται για την Μπέτυ… που σου έλεγα… αυτή που είναι πολύ συμπαθητική… που σου έλεγα… και έξυπνη… που σου έλεγα… και τραγουδάει ωραία και τα κάλαντα. Πού να την ακούσεις! Λοιπόν, σου είναι εύκολο να μου φέρεις και τρία μολύβια με χρώματα και λουλούδια, για να της τα δώσω, γιατί κάνει συλλογή με τέτοια; Δεν είναι βαριά αυτά. Θα της πω ότι μου τα έδωσες για κείνη. Κι ελπίζω να με φιλήσει.

.

.

Άγιε Βασίλη μου, σε περιμένω. Να δώσεις χαιρετισμούς σε όλους τους φίλους σου και στην οικογένειά σου. Και όπως είπαμε για την κοπέλα σου. Μην ξεχάσεις, επίσης,  αυτό που σου είπα για τους ταράνδους. Να μου πεις τα ονόματά τους, για να συζητήσω μαζί τους όπως συζητώ και με τα άλλα ζώα.

Παναγιώτης, Δευτέρα Δημοτικού

Θεσσαλονίκη

Artwork : David Wenzel-Rudolph

.

banquet-

.

Τα Ενύπνια Ψιχίων
σας στέλνουν από τις Βρυξέλλες τις καλύτερες ευχές τους για μία χρονιά,
όπου θα πρυτανεύσει η σκέψη για την πιο ώριμη επανεξέταση των όσων απασχολούν και συνιστούν τροχοπέδη σε πολλαπλούς τομείς της καθημερινότητας.

.

.

 

.