RSS

Category Archives: ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ/ Ιφιγένεια Σιαφάκα: ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η τουλούμπα

Ταμπουρωμένος μ’ ένα πλεκτό λευκό πουλόβερ, σκουφί, γάντια και κασκόλ από μοχέρ, γούνινες μπότες και κασμίρ παλτό, σταυρωμένος μ’ ένα μισόλιτρο ροδόνερο απ’ τη γιαγιά του Ευθυμία, τροφαντός και ντροπαλός αλλά βαρύς στο βήμα, υποσχόμενος το μέλλον, μ’ αγκώνες σκυθρωπούς, χέρια ριγμένα στις βαθιές του τσέπες, χείλη πλαδαρά του παραπόνου κι αφράτες παρειές όπως το ήθος του δαρμένου βούτυρου, ο Ισίδωρος Κουραμπιές εγλίστρησε, κύριε διευθυντά, έμπροσθεν της σκάλας του σχολείου μας, κι εβρήκε ακαριαίο θάνατο κατά τη «Μάχη της Tουλούμπας», ενώ ήταν έτοιμος ν’ αρπάξει, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των άλλων μαθητών, την 5η εκπίπτουσα εκ των ουρανών.

Θρηνούμε!

 

Tags:

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το μήλο του Μαγκριρίτ και οι γάτες

 

.

Περιοδικό Στάχτες

 Αγαπημένε μου Σαιν Νικολά,

έχεις γατάκια εσύ; Πώς θα έρθεις φέτος στις Βρυξέλλες; Με τανκ; Eμείς δεν πάμε πολύ νηπιαγωγείο εδώ, θα δούμε πότε θα είναι κανονικό, και ούτε στη φύλαξη πάμε, και είμαι στο σπίτι με κάλτσες χοντρές και φόρμες, και βαριέμαι κάπως κι έχω φάει και πολλές σταφίδες, γιατί κάτι άνθρωποι σκοτώσανε ξαφνικά κάτι ανθρώπους στο Παρίσι, και είπανε ότι μπορεί να σκοτώσουνε κι εμάς τους άλλους ανθρώπους εδώ στις Βρυξέλλες. Άρχισα και έκλαιγα, και τότε που γίνανε τα μπαμ μπουμ δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Ο μπαμπάς είχε πει τότε στη μαμά να πάρει αμέσως τηλέφωνο τη θεία Κάρλα και το θείο Σανκάρ στη Γαλλία, και είπαν ότι δεν ήξεραν πού ήταν ο ξαδερφός μου, που είχε πάει στη μουσική στο συγκρότημα, και η μαμά άρχισε να κλαίει. Ο μπαμπάς είπε Φραντσέσκα ηρέμησε, είπε, ας ελπίσουμε ότι ο Αντόνιο είναι καλά, αλλά έκλαιγε κι αυτός, και εγώ είπα δεν θα ξαναέρθει ο Αντόνιο να πάμε να φάμε βάφλες; και άρχισα να κλαίω κι εγώ, και ο μπαμπάς είπε ότι θα μας πάρουνε τηλέφωνο και κρατούσε γερά το κεφάλι του και με πήρε αγκαλιά και βάλαμε και μουσική στο σπίτι, από την κλασική κάτι με νερά, και μου διάβασε ένα παραμύθι με δράκοντες, που τους νικάγαμε, και παίξαμε και συγκρουόμενα, και νίκησα.

Κι έπειτα μας πήραν τηλέφωνο, και ο Αντόνιο μού είπε μικρό μου βατραχάκι θα έρθουμε τα Χριστούγεννα στο Βέλγιο και θα πάμε στην Γκραν Πλας και θα σε κεράσω μία τεράστια βάφλα με ένα μέτρο σαντιγύ, και εγώ ξαναρώταγα μετά τον μπαμπά και τη μαμά γι’ αυτούς με τα όπλα, και είπαν ότι είναι μακριά οι κακοί και ότι εγώ είμαι καλό παιδί, και δεν πρέπει να φοβάμαι. Δηλαδή είπα εγώ αυτοί που φύγανε από τη γη σκοτωμένοι ήτανε κακά παιδιά; O μπαμπάς είπε όχι, όχι, όχι, και διαβάσαμε κι άλλο ένα παραμύθι μ’ έναν γίγαντα κι ένα αγόρι με μαλλιά πράσινα, που τον νίκησε, και περάσανε κάποιες μέρες και βγήκαμε και έξω βόλτες και στο πάρκο και στα λαμπιόνια στη Ροζιέ με τα μαγαζιά και με τα τραγούδια στο δρόμο και με τους ανθρώπους που κάνουν ακροβατικά στο δρόμο και με τους ανθρώπους που πουλάνε τσάντες και γάντια και κασκόλ στο δρόμο και μαλλί της γριάς και γλυκά και καραμέλες, εκεί είδα και το φίλο μου τον Μουαμάρ και μοιραστήκαμε μια σοκολάτα, και μετά ξαφνικά μας κλείσανε μέσα στα σπίτια εδώ, να μην πάμε έξω είπαν, καπούτ νηπιαγωγείο ξαφνικά καπούτ.

Να ξέρεις ότι σε αγαπάμε, και αυτό σημαίνει ότι δεν κινδυνεύεις, και μου έδωσε φιλί ο μπαμπάς και μετά μου έδωσε φιλί και η μαμά, και μου έδειξε κι έναν κύριο φαλακρό με μεγάλα γυαλιά, που είναι πρωθυπουργός εδώ, και είπε ότι αυτός θα μας βοηθήσει, και να μη φοβάμαι, και διαβάσαμε κι ένα παραμύθι μ’ έναν ελέφαντα που φορούσε πατίνια και που νίκησε ένα σιδερένιο σύννεφο με κίτρινα μάτια, και η μαμά μού είπε ότι να μη φοβάμαι καθόλου, γιατί έλα δες έλα έλα να δεις, μικρούλη Μποντουάν μου, γατάκια… θα μας σώσουν τα γατάκια! και μου έδειξε το τουίτρερ στον υπολογιστή. Εδώ στο Βέλγιο είχαμε πλημμυρίσει ξαφνικά παντού γατάκια. Αν αυτοί που φύγανε στο Παρίσι από τη γη είχανε γατάκια, θα είχανε μείνει στη γη, νομίζω, γιατί όταν ρώτησα τον μπαμπά αν αυτούς τους αγαπούσαν, μου είπε, ναι ότι τους αγαπούσαν και αυτούς και τότε ήταν που είπε η μαμά αμέσως ότι εμείς βάλαμε γατάκια, και τελικά αυτό ήταν το λάθος ότι δεν είχανε αυτοί γατάκια, πιστεύω προσωπικά.

Και πήραμε τον Αντόνιο τηλέφωνο, και του είπα για τα γατάκια… Ο μπαμπάς γέλαγε, κι έβαλε πάλι τη μουσική με τα νερά, και είπε ότι εδώ είναι η χώρα του Μαγκριρίτ, είπα τι είναι Μαγκριρίτ, μπαμπά; Ένας κύριος με κάτι μήλα στο κεφάλι, που μας προστατεύει, είπε ο μπαμπάς! Κι έβγαλε μια φωτογραφία και μου τον έδειξε. Α, έκανα, έχει βάλει καπέλο και αυτό το πράσινο μήλο για να προστατεύει το πρόσωπό του, είπα, και είπα ότι αυτό το μήλο για να είναι εκεί πρέπει να μπορεί να φεύγει σαν πύραυλος με δύναμη στον ουρανό και να τιμωρεί τους κακούς. Η μαμά είπε ότι πρέπει να τρώω κάθε μέρα ένα μήλο. Ο μπαμπάς δεν είπε τίποτε, δεν με πιέζει στο φαί, και μου έδειξε πάλι τα γατάκια… παντού, παντού, παντού γατάκια… με σκουφάκια, με μπουρνούζια, σε καναπέδες, με νεροπίστολα, με φαγητά, στα παράθυρα, που γελούσανε, που κοιτάγανε, που λέγανε ότι, εάν δεν είμαστε φρόνιμοι, θα τις φάμε, που έκαναν ό,τι κάνουμε κι εμείς όταν βαριόμαστε ή όταν παίζουμε παιχνίδια ή όταν ντυνόμαστε να πάμε βόλτες.

Και τότε ρώτησα έχουν και οι στρατιώτες με τα πράσινα στις τσέπες τους γατάκια και οι αστυνομικοί με τα μπλε στο γιλέκο τους γατάκια; Άμα τους δεις είναι πολύ φουσκωμένοι, είπα, όχι δεν είναι χοντροί, είναι φουσκωμένοι με πράματα, πολλά πράματα. Ναι, έχουν και αυτοί γατάκια, είπε ο μπαμπάς μου. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν φουσκωμένοι από τα γατάκια. Η τηλεόραση και το ίντερνετ τους έδειξε, διότι εμείς δεν βγαίνουμε πολύ έξω, μόνο σούπερ μάρκετ πήγε ο μπαμπάς, μην κρυώσουμε κιόλας λέει η μαμά και έχουμε και άλλα πολλά πολλά άλλα λέει η μαμά. Αλλά εμείς δεν έχουμε γατάκια στο σπίτι μας, έχουμε μόνον ένα σκύλο, που τον λένε Σομιέ. Είναι πολύ ευγενικός και μας αγαπάει τρελά, αλλά δυστυχώς, δυστυχώς, δεν μπορεί να μας προστατεύσει, πρέπει να τον προστατεύσουμε κι αυτόν.

Θα ήθελα, λοιπόν, Σαιν Νικολά, και σε παρακαλώ πάρα πολύ, διότι είναι μεγάλη ανάγκη, να μου φέρεις τρία γατάκια: ένα με κράνος κι ένα μήλο, ένα με ξίφος και μία βάφλα και ένα με τις μπότες του παπουτσωμένου γάτου και το καπέλο του Μαγκριρίτ. Φαντάζομαι ότι θα έρθεις με τανκ φέτος. Κοίτα… έχει χώρο στην Γκραν Πλας, δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να το παρκάρεις. Εκεί που θα δεις πολλούς στρατιώτες, μπες κι εσύ, κι εξήγησε, άμα τους δείξεις τις γάτες, θα καταλάβουνε αμέσως, δεν θα πάρεις κλήση. Σου το λέω, γιατί ο μπαμπάς είπε σήμερα ότι το έχουν παρακάνει με τις κλήσεις, η μαμά πήρε μία, επειδή είχε παρκάρει ανάποδα το αυτοκίνητο μόνο, και είχε πληρώσει, και δεν απαγορευόταν το παρκάρισμα και δεν εμπόδιζε κανέναν, ναι, έπρεπε να κοιτάει αλλού το αυτοκίνητο λέει, όχι έτσι, ο μπαμπάς ξαναείπε σήμερα για τον Μαγκριρίτ, που μας προστατεύει μάλλον και από τις κλήσεις. Κοίτα… βάλε και γάτες δίπλα στα φωτάκια, δεν είδα να έχουν στολίσει ακόμη με γάτες που αναβοσβήνουνε εκεί. Και πάνω σου να έχεις πολλές εκρηκτικές φωτεινές πανέμορφες γάτες, και στη μεγάλη την καπελαδούρα σου και στο καλάθι σου και μέσα στις τσέπες σου, εκτός από τις τρεις που θα μου φέρεις. Αυτές να τις έχεις τυλίξει με χαρτί και φιόγκο, για να πάθω έκπληξη. Για το φαγητό τους μην ανησυχείς. Μας δίνει δωρεάν η αστυνομία στο ίντερνετ.

Σε περιμένω
Μποντουάν, 5 χρονών
Δεκέμβριος 2015, Βρυξέλλες

Σημείωση: Αφορμή για το παραπάνω γράμμα είναι το πραγματικό περιστατικό με τις εικονικές γάτες στο τουίτερ, όταν η βελγική αστυνομία, στο πλαίσιο των μέτρων κατά της τρομοκρατίας, ζήτησε στις 22 Νοεμβρίου 2015 από τους πολίτες να μην δίνουν στο διαδίκτυο την οποιαδήποτε πληροφορία που αφορούσε τις κινήσεις της. Οι πολίτες απάντησαν με χιούμορ, δημοσιεύοντας χιλιάδες γάτες και συμμορφούμενοι στην έκκληση της αστυνομίας, η οποία ευχαρίστησε θερμά την επομένη όλες τις «γάτες» για τη συνεργασία, προσφέροντας ιντερνετικά ένα μπολ με τροφή για γάτες. 

.

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Παράσταση χωρίς φτερούγες (e-περιοδικό Στάχτες)

.

Στάχτες

Αήττητα μανταρίνια αποδημούν
με μια ξινή ταυτότητα στο κοτσανάκι
επικρεμάμενα στις αλλαγές όπως τα χελιδόνια
κάθε φορά που το μεγαλειώδες γλιστράει στη σκηνή
με μπαλωμένο πισινό μπρος στην αιδώ και στο ωραίο

Πλαταγισμοί φτερών, αναθυμιάσεις, χειροκρότημα
το παρανάλωμα μίας λευκής επιθυμίας
κουρνιασμένης στον εξώστη


Στο μεταξύ, ώσπου να άρει τις τέφρες η αυλαία,
θ’ αναπολούμε στη γλώσσα με οξύτητα
εκτός απ’ τον Καιάδα στα δόντια της Ανοίξεως
και τη ματαίωση των φρούτων
ν’ αποκτήσουνε φτερούγες

Πίνακας: Avery Palmer

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (e-περιοδικό Στάχτες)

ifigeneia14.3.15

Στάχτες

(…) Αχ, Φρανκ, πώς άρπαζε με βιάση τη μιαν άκρη του παλτού του, για να τη φέρει τιμητικά και σαν παράσημο στο στέρνο και πώς τα δάχτυλα παιάνιζαν με νεύρο τα οστά· έλεγες πως οι φλέβες του θα ξέφευγαν για ν’ αγκαλιάσουν κάποια απειλή που  εμφανιζόταν στον ορίζοντα! Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, δάγκωνε τα χείλη και διέταζε τα μάτια, μες σ’ ένα κράμα ειρωνείας και βαθιάς γνώσης ή απόγνωσης; κοφτά να διαπεράσουν την ατμόσφαιρα, μέχρι που να επιστρέψουν με ταχύτητα αστραπής μαρμαρωμένα· η φωνή του, μία τρεμάμενη βραχνάδα απ’ το βάθος, ήταν σαν να δοκίμαζε σε βάραθρο τραμπάλες, που όμως δεν επέτρεπαν εξάρσεις στη διήγηση, δεν έκαναν τον αποδέκτη να τρομάζει· την τράνταζε μόνον κάπου κάπου, χωρίς καμιά προειδοποίηση, ένας οξύς τόνος ατσάλινης ευθύτητας, που πάραυτα μετατρεπόταν σε παραίτηση. Έχω την εντύπωση, Φρανκ, και διορθώστε με εάν κάνω λάθος, πως το μοιραίο και η φρίκη, έτσι όπως σκάβουν το κενό, εγκαθιστούν οδυνηρές ηχητικές συσπάσεις στα οστά. Η μητέρα θεωρούσε πως αυτός ο ήχος του Πατρίκ μας δεν έπρεπε να μας ανησυχεί καθόλου μα καθόλου, δεν είναι τίποτε, μα τίποτε άλλο, μια κλασική κρίση λόξυγκα, Φρίντα, είναι, με όλη σου τη μανία, χτύπα τον, να τον χτυπάς στην πλάτη, Φρίντα! Εγώ, Φρανκ, δεν τον ακούμπησα ποτέ· είχα την αίσθηση πως, έστω και μ’ ένα άγγιγμα, θα γλίστραγε ολόκληρος και θα χωνόταν σ’ ένα μεγάλο θρύψαλο, απ’ όπου θα ορμούσε η σύσπαση που γρύλιζε στο σκοτάδι και που ωθούσε τον Πατρίκ να αναμετριέται έξω απ’ τη γλώσσα χωρίς γλώσσα.

Σκέπαζα τη μύτη και το στόμα με μια μπλούζα, μιαν εσάρπα, ένα παλτό, πάντα σχεδόν χιονίζει, είχα μια δικαιολογία, για ν’ ανακόψω την κραυγή μου, που νόμιζα πως θα ανατίναζε και την τελευταία ίνα του Πατρίκ μας· μπορεί όμως και να μ’ αγκάλιαζε με αγάπη, έτσι έλεγε, αγάπη.  Όπως παλιά… μία φορά… τότε που, αν δεν ήταν πλάι ο πατέρας, θα μ’ έπνιγε στα σίγουρα μ’ αυτή την καρποφόρα δύναμη θανάτου που έβαζε στα χέρια· έχω μία μικρή σφεντόνα, για τον καλό μου τον Πατρίκ, είπε ο πατέρας, κι εκείνος έπαψε να σφίγγει το λαιμό μου· θα πάρω κι ένα μήλο, είπε ο Πατρίκ, και βγήκε έξω, κάθισε ήρεμος στο σκαλοπάτι της εξώπορτας, πέταξε το μήλο μακριά, έβαλε τη σφεντόνα κάτω απ’ το παπούτσι του, έι, έι, έι, μύγα, σ’ αγαπάω! φώναζε σε κάτι μια μύγα κάτι δεν ξέρω έι, είχε αφήσει το λαιμό μου –  δεν ήθελα να τρέφει τέτοια συναισθήματα για μένα και τόσο τρομαγμένος.

Έτρεμα όμως και μόνο στην ιδέα πως, αν απέρριπτα αυτό που εκείνος ένιωθε αγάπη, θα ’ριχνα στον υπόνομο τη μόνη ιδέα που τον κρατούσε όρθιο στη γη! Πώς να σας το εξηγήσω, Φρανκ… η αγκαλιά του καταλάμβανε όλο το δωμάτιο, με κείνη τη μαγική δύναμη που δίνει η αίσθηση στα πράγματα και όχι η λογική τους καταμέτρηση, και ο Πατρίκ μας γινόταν έτσι υπεράνθρωπος και κοιταζόταν από πολύ ψηλά σαν ξένος, κι αγκομαχούσε να γίνει η νέα του εικόνα βρίσκοντας γάντζο στο κορμί μου. Η έντασή του φόρτιζε τους τοίχους, το χνώτο του κολλούσε στο αυτί μου μια φλόγα τόσο υγρή και ικανή να διαλύσει στο πάτωμα όλα τα πορτρέτα –είχα την εντύπωση ότι ανοιγόκλειναν το στόμα οι παππούδες– ω! λες και θ’ αναποδογύριζε, ω Φρανκ, ολόκληρο το σπίτι· Φρίντα! Φρίντα! γαντζωνόταν και δάγκωνε το χνώτο στο λαιμό μου: Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουμε όταν σκοτώσουνε την ώρα στα ρολόγια; Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (…)

(Απόσπασμα από επιστολική νουβέλα, ο τίτλος καταχρηστικός για το παρόν απόσπασμα, που προδημοσιεύεται.) 

Φωτό: Gilbert Garcin

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Mετάlipsi (Ψυχοναύτες)

Igor Skaletsky

 

(…) Εκεί τους είδα κι έφριξα Κουνούσαν τα κεφάλια τους δεμένα με γάζες αλώβητες λευκές Μόλις σε ράντζο εξερχόμενοι από το παγωμένο χειρουργείο με τις δεκάξι αχτίνες του ήλιου της Βεργίνας σμιλεμένες στα νυστέρια Στις γλώσσες έναστρη έσπερναν σπορά Θα ’πρεπε ν’ αγρυπνούμε ευγνώμονες από τον κρότο του σταριού τους Να τους κερνάμε ένα γλυκό του κουταλιού για συμπαράσταση στη συμμαχία των γλωσσών Γερά κρατώντας τον τυφώνα στο βολβό του οφθαλμού

Κάθε που
στροβιλίzει αειπάρθενος
μιa λίμα από κάρβουνο
που γράφει ιστορίες
με μεdούλι από στάhτη
και γύπsινα οστά
σ’ ό,τι μας καταrrάκωσε
και μας ανάδευσε
αναίσθητους
σε φράhτη
από δαsείες επιsημάνσεις
αναpόφευκτων sυμβάντοn (…)

~ Μετάlipsi (απόσπασμα), εκδ. Γρηγόρη 2015

~Painting: Igor Skaletsky

.

.

.

Ψυχοναύτες

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Η ομίχλη του Σαιν Νικολά (e-περιοδικό Στάχτες)

http://wp.me/p4nYaX-1n4

Σαιν Νικολά,

Όταν γυρνάω με το σχολικό στο σπίτι, έχει ένα δρόμο μεγάλο όλο ευθεία. Δίπλα είναι το κανάλι έχει και καράβια. Εγώ κοιτάω ευθεία. Θα πάω σπίτι. Έχει ομίχλη. Και είχε πολλά πολλά φώτα προχθές και τα έδειξα στη μαντάμ στο λεωφορείο. Είπε αυτοκίνητα. Γελάει η μαντάμ. Το πρωί έρχεται μόνο ο Τιμπό, ο οδηγός και με παίρνει. Στον Γκρέγκορυ δεν αρέσει το κίτρινο χρώμα που έχει το σχολικό. Ρώτησε τη μαντάμ να το κάνουμε άσπρο. Το σπίτι είναι μακριά. Ο Τιμπό βάζει μουσική. Και είναι πολλή νύχτα έξω. Φεύγω στις 7:00 και η μαντάμ μπαίνει στο λεωφορείο μετά και λέει μπονζούρ! σα βα τουά; Κουνάω το κεφάλι. Φοράω σκουφί και συ φοράς. Η μαντάμ κάθεται δίπλα. Έχει μια τσάντα και βγάζει χαρτιά και μολύβια. Κάθομαι στην πρώτη θέση.

Όταν πάω σπίτι το απόγευμα είμαι μόνο με τη μαντάμ και τον Τιμπό. Εγώ δεν σου λέω το όνομά μου. Δεν θέλω. Μπορεί όμως να σου το πει η μαντάμ. Πάω σε ένα σχολείο μακριά από το σπίτι μου. Δεν το λένε σχολείο όμως όπως αυτό που είναι ένα άλλο κοντά, εκεί πάει ο Μπερνάρ. Κρατάω γερά την τσάντα πάνω μου. Είναι δική μου. Έχει καλοριφέρ στο σχολικό. Η μαντάμ έφτιαξε τη φωτογραφία σου. Της έδειξα να βάλει μαλλιά, χτύπησα το κεφάλι μου έτσι να τα βάλει. Αλλά δεν τα έκανε ωραία. Μόνο τα μάτια ήταν πολύ μεγάλα. Δεν κάνει να τρώμε στο λεωφορείο. Εγώ πεινούσα κι έκοψα ένα μικρό μικρό κομματάκι σαν το νύχι. Μην το δει η μαντάμ το μπισκότο. Το είδε όμως. Η μαντάμ, αφού δεν μου άρεσαν τα μαλλιά σου, μου έδωσε το χαρτί της. Να φτιάξω τον Σαιν Νικολά. Έκανε… α ! α ! α ! της άρεσε πάρα πάρα πάρα πολύ ωραία. Τρία έφτιαξα κεφάλια κι ένα σταυρό και ένα στρογγυλό. Και το έδωσα στη μαντάμ. Δώρο. Είπε να γράψω και το όνομά μου, αν ήθελα. Ήθελα. Η μαντάμ έχει μπλοκ και θα έχω κι εγώ μπλοκ. Θα κρατάω το μπλοκ και το μολύβι. Η Σόνια είδε τη ζωγραφιά και είπε ότι έβαλα μόνο κεφάλι σε όλους τους ανθρώπους και δύο μεγάλα μακριά πόδια από το κεφάλι ανοιχτά. Πώς το έκανες έτσι, όχι.. Η μαντάμ είπε, ναι, είναι ο Σαιν Νικολά του. Ναι. Και φώναξα δυνατά ωωωωωωωωωωωωωωω…

Ο Τιμπό είπε ότι κανονικά δεν μιλάω. Η μαντάμ είπε ότι κανονικά μιλάω όταν μόνον θέλω. Και κανονικά δεν μιλάω όταν δεν θέλω. Έτσι είπε στον Τιμπό. Και μετά μου χαμογέλασε. Δεν αφήνει τη Σόνια να φάει καραμέλες, κάνει το λεωφορείο χάλια. Ο Τιμπό είπε ότι η μαντάμ είναι καλή. Η Ντομινίκ είπε ότι θα έρθεις με καράβι στο κανάλι. Και μετά θα έρθεις με τα πόδια στο σχολείο. Θα φέρεις πολλά δώρα. Εγώ θέλω τα δώρα που θα φέρεις.

Βρυξέλλες Σαιν Νικολά ΓΕΙΑ

.* Σημείωση: O Σαιν Νικολά (ο άγιος Νικόλαος) αντιστοιχεί στον ελληνικό Αη Βασίλη και μοιράζει τα δώρα του στα παιδιά στις 6 Δεκεμβρίου και όχι την Πρωτοχρονιά.

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αβάφτιστοι τάρανδοι (e-περιοδικό Θράκα)

David Wenzel-Rudolph 2

http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/12/blog-post_31.html

Άγιε Βασίλη,

Ελπίζω να είσαι καλά κι εσύ και η οικογένειά σου και οι φίλοι σου και οι τάρανδοί σου. Πώς τους λένε, αλήθεια, τους ταράνδους που σέρνουν το έλκηθρό σου; Ρώτησα τη μαμά και μου είπε ότι δεν ξέρει, και ο μπαμπάς είπε ότι οι τάρανδοι δεν έχουν όνομα και ο αδερφός μου, που με αγαπάει, είπε να ψάξουμε στη Βικιπαίδεια, για να βρούμε πληροφορίες. Και ψάξαμε και με άφησε να χτυπήσω κι εγώ τα πλήκτρα στον υπολογιστή. Έγραψα «Βασίλης τάρανδοι όνομα», αλλά δεν βρήκαμε τίποτε απολύτως. Και ο αδερφός μου, που του αρέσουν τα πολεμικά, είπε ότι είναι σαμποτάζ αυτό, επειδή οι τάρανδοι έχουν κέρατα και οι άνθρωποι όχι. Και στο ίντερνετ κουμαντάρουν, έτσι ακριβώς το είπε, όσοι έχουνε αυτιά και τίποτε στα κεφάλια τους. Είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Δεν μπορεί οι τάρανδοι να μην έχουν όνομα. Πώς τους ξεχωρίζεις από τους άλλους ταράνδους, όταν θες να τους φωνάξεις; Ή άμα είναι ένας τάρανδος μαζί με μία αρκούδα και με μία αλεπού κι εσύ θέλεις να φωνάξεις τον τάρανδο, πώς τα καταφέρνεις; Ή άμα είναι πολλοί τάρανδοι μαζί, πώς φωνάζεις αυτόν που θέλεις;

David Wenzel-Rudolph fop-(16)DavidWenzel-Rudolph

Eμένα με λένε Παναγιώτη και τον αδελφό μου Λουκά. Δεν είμαστε το ίδιο και γι’ αυτό έχουμε και άλλο όνομα. Έχουμε κι άλλον έναν Παναγιώτη στην τάξη, αλλά αυτός έχει και άλλο επίθετο, αλλά και του αρέσουν και διαφορετικά πράγματα.  Αυτός αγαπάει το κολύμπι, ενώ εμένα μου αρέσει το μπάσκετ. Αυτός θέλει να γίνει γιατρός αλλά εγώ αεροπόρος. Αυτός αγαπάει τα μαθηματικά, αλλά εγώ είμαι καλύτερος στη Γλώσσα. Αυτός έχει αδυναμία στην τυρόπιτα, αλλά εγώ προτιμώ τη σπανακόπιτα. Αυτός βαριέται την Μπέτυ, αλλά εγώ τη βρίσκω πολύ συμπαθητική και έξυπνη. Θα σου πω και το άλλο επίσης. Στην τάξη του αδερφού μου έχει κι άλλον έναν Λουκά, που όμως έχει ακριβώς το ίδιο επίθετο με το δικό μας και τον πατέρα του τον λένε Μίμη, όπως ακριβώς και τον δικό μας. Αλλά σε πληροφορώ ότι δεν μοιάζει καθόλου με τον αδερφό μου.  Είναι θέμα προσωπικότητας. Τη λέξη αυτή μας την έμαθε ο μπαμπάς, όταν ο αδελφός μου του είπε ότι στην τάξη υπάρχει ένας ολόιδιος με αυτόν Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη. Ο μπαμπάς τού είπε πως δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο που να είναι ίδιος με κάποιον άλλον, ακόμη και όταν έχουν το ίδιο όνομα. Του είπε ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός,  έχει δηλαδή… και τότε ο μπαμπάς μας έμαθε τη λέξη…  τη δική του προσωπικότητα και το ότι υπάρχει ακόμη ένας Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη στην τάξη είναι απλή συνωνυμία. Εσύ ξέρεις τι θα πει συνωνυμία,  άγιε Βασίλη; Είναι όταν έχεις ακριβώς μα ακριβώς το ίδιο όνομα με κάποιον άλλον.

.

.

.

.

David Wenzel-Rudolph .jpgDavid Wenzel-Rudolph

Εγώ έχω κι έναν θείο που τον λένε Βασίλη, όπως κι εσένα, αλλά αυτός δεν έχει έλκηθρο, είναι ψηλός και αδύνατος, δουλεύει σε μία πιτσαρία, έχει μία μηχανή και δεν φοράει κόκκινα. Ακούει μουσική ροκ και φοράει μαύρα και έχει και κορίτσι. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμη αν θα το παντρευτεί, διότι πέρυσι χώρισε από ένα άλλο κορίτσι, που νομίζαμε ότι θα το παντρευτεί. Δεν είμαστε πλέον σίγουροι για τίποτε. Ενώ για σένα είμαστε σίγουροι ότι υπάρχεις! Η μαμά λέει ότι ο θείος Βασίλης, ο αδερφός της δηλαδή, είναι κατά του γάμου, γιατί λέει ότι μπορεί να αγαπάει κάποια γυναίκα και χωρίς να είναι παντρεμένος μαζί της. Χωρίς να πάει, δηλαδή, ούτε στην Εκκλησία ούτε στο Δημαρχείο, για να τον ευλογήσει ο παπάς ή να του πει συγχαρητήρια ο δήμαρχος, έτσι λέει η μαμά. Ρώτησα τη μαμά αν αυτό γίνεται, γιατί ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα, και μου είπε ότι γίνεται και αυτό, διότι η αγάπη είναι τόσο δυνατή, που μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της και να νικήσει τα πάντα. Και παπάδες και δημάρχους, έτσι είπε, και μου είπε ότι ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά, την τελευταία φορά που τσακώθηκε με τη μαμά. Μου είπε επίσης ότι στους δύο τρίτος δε χωράει. Ούτε καν και ο ίδιος ο Θεός, που δεν ανακατεύεται καθόλου σε τέτοια πράγματα. Οι άνθρωποι είναι περίεργοι και κουτσομπόληδες και οι πεθερές και τα σόγια και χώνουν τις μύτες τους στις υποθέσεις των άλλων, ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά. Εσύ τα πιστεύεις αυτά; Ή είναι συνωνυμία και λέει αλήθεια ο μπαμπάς;

Εμείς δεν ρωτάμε τίποτε πλέον το θείο Βασίλη για το θέμα αυτό, μας το έχει απαγορεύσει, άμα, λέει, θέλει να συνεχίσουμε να λέμε καλημέρα. Κι επειδή εμείς τον αγαπάμε, δεν ρωτάμε, μόνο νομίζουμε. Έτσι λέει η μαμά. Εσύ, δεν νομίζω, πάντως, να έχεις κορίτσι.  Δεν θέλω να σε πιέσω να μου πεις, η μαμά λέει να μην πιέζουμε, γιατί θα έχουμε ντράβαλα. Εγώ δεν σε έχω δει σε φωτογραφία ποτέ με κανένα κορίτσι. Εκτός και αν δεν θέλεις να μας το φανερώσεις και, όταν έρθεις για τα δώρα, θέλεις να μας κάνεις και έκπληξη με την κοπέλα σου. Πάντως, αν έχεις, σίγουρα θα είναι καλή και θα σε αγαπάει κι εμείς θα της προσφέρουμε και δίπλες και μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αν τη φέρεις στο σπίτι μας.

Όταν θα φέρεις τα δώρα, επειδή θέλω να σου πω πολλά, θα σε παρακαλούσα  να καθίσεις λίγο, για να σου τα εξηγήσω όλα αυτά και να μου συστήσεις και τους ταράνδους σου. Εσύ να τους πεις από τώρα ότι με λένε Παναγιώτη και τον αδερφό μου Λουκά, για να συνηθίζουν τα ονόματα. Να τους πεις ότι τους περιμένω και ότι στο σπίτι μας είμαστε φιλόξενοι και ότι οι γονείς μου θα μου επιτρέψουν να τους μιλήσω. Εγώ μιλάω και στους ανθρώπους και στα ζώα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, γιατί τα ζώα με καταλαβαίνουν. Μερικές φορές πιο πολύ και από τους ανθρώπους.

.

.

Θα πω στον μπαμπά επίσης να ξεπαρκάρει το αυτοκίνητο και να βάλει μία κορδέλα γύρω-γύρω, για να μην πιάσουνε τη θέση και να παρκάρεις τους ταράνδους σου εκεί. Έχουμε πρόβλημα με το παρκάρισμα εδώ και ο μπαμπάς, πολλές φορές από φόβο, ότι δεν θα βρούμε να παρκάρουμε, δεν μετακινεί καθόλου το αυτοκίνητο. Πού θα παρκάρεις το έλκηθρο με τους ταράνδους; Μήπως δεν σε βολεύει η θέση του μπαμπά; Όχι πάντως στη γωνία, ξέρεις ποια λέω, γιατί περνάει λεωφορείο. Αλήθεια, το έλκηθρο τσουλάει στην άσφαλτο; Γιατί δεν έχουμε χιόνι εδώ πέρα. Αλλά, θα μου πεις,  μπορεί να έρθεις και από τον ουρανό και να προσγειωθείς όπως τα αεροπλάνα.

David Wenzel-Rudolph 81435794_large_fop_6_DavidWenzelRudolph0 Να σε ρωτήσω και κάτι  άλλο; Έχεις αρθριτικά; Σε ρωτάω γιατί έχω δύο επιλογές για δώρα, ένα που είναι βαρύ κι ένα που είναι ελαφρύ. Αν δεν μπορείς να σηκώσεις τα πατίνια…  ξέρεις ποια λέω, εκείνα τα μπλε με τον αητό που είχες φέρει πέρυσι στον Οδυσσέα, να μου φέρεις μόνον το κράνος, είναι πιο ελαφρύ αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, θα τα ζητήσω δώρο από τους γονείς μου στα γενέθλιά μου.  Αυτό θέλω για δώρο. Πατίνια και κράνος, ή μόνον κράνος, εάν έχεις αρθριτικά.

Να σου ζητήσω και μία χάρη; Επειδή έφαγα όλο το χαρτζιλίκι μου από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, για να πάρουμε με τον αδερφό μου, δώρα στον μπαμπά και στη μαμά για τα Χριστούγεννα, έχω μείνει αδέκαρος, και την Πρωτοχρονιά δεν θα πούμε κάλαντα, γιατί ο αδελφός μου θα έχει κάνει μία μικρή εγχείριση στο χέρι και απαγορεύεται να βγούμε έξω. Δεν με αφήνουν οι γονείς μου να πάω μόνος μου. Πρόκειται για την Μπέτυ… που σου έλεγα… αυτή που είναι πολύ συμπαθητική… που σου έλεγα… και έξυπνη… που σου έλεγα… και τραγουδάει ωραία και τα κάλαντα. Πού να την ακούσεις! Λοιπόν, σου είναι εύκολο να μου φέρεις και τρία μολύβια με χρώματα και λουλούδια, για να της τα δώσω, γιατί κάνει συλλογή με τέτοια; Δεν είναι βαριά αυτά. Θα της πω ότι μου τα έδωσες για κείνη. Κι ελπίζω να με φιλήσει.

.

.

Άγιε Βασίλη μου, σε περιμένω. Να δώσεις χαιρετισμούς σε όλους τους φίλους σου και στην οικογένειά σου. Και όπως είπαμε για την κοπέλα σου. Μην ξεχάσεις, επίσης,  αυτό που σου είπα για τους ταράνδους. Να μου πεις τα ονόματά τους, για να συζητήσω μαζί τους όπως συζητώ και με τα άλλα ζώα.

Παναγιώτης, Δευτέρα Δημοτικού

Θεσσαλονίκη

Artwork : David Wenzel-Rudolph

.

banquet-

.

Τα Ενύπνια Ψιχίων
σας στέλνουν από τις Βρυξέλλες τις καλύτερες ευχές τους για μία χρονιά,
όπου θα πρυτανεύσει η σκέψη για την πιο ώριμη επανεξέταση των όσων απασχολούν και συνιστούν τροχοπέδη σε πολλαπλούς τομείς της καθημερινότητας.

.

.

 

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: Το γράμμα της Ρηνούλας: Άγιε Νικόλαε, όχι σφήκες… (e-περιοδικό Στάχτες)

ifigeneia8.12.13

www.staxtes.com/2013/12/blog-post_8.html

Αγαπητέ  άγιε Νικόλαε,

Είμαστε καλά το αυτό επιθυμούμε και διε σας. Με λένε Ρηνούλα και πάω στα νήπια. Δεν ξεύρω να γράφω ακόμη κι εγώ τρώω μία μπανάνα τώρα. Η καλή μου η γιαγιά η Ειρήνη, το γένος Ζώτου,  γράφει το γράμμα που της λέω εγώ, γιατί μου είπε πως θα το γράψει, αφού φάω πρώτα το αυγό μου και είμαι όπως πρέπει καλό παιδί, χωρίς να κάνω φασαρία και χωρίς να λερώσω το φρούτρερ μου. Η γιαγιά θα το ρίξει και εις το κιβώτιο των γραμμάτων. Είμεθα εγκαταστημένοι στις Βρυξέλλες οικογενειακώς από το σωτήριον έτος 1967 και καταγόμαστε από την Ήπειρο και προκάναμαν να δημιουργήσομεν περιουσία όταν φτάκαμαν με τις ευλογίες όλων των αγίων της Ορθοδοξίας,  ελπίζω να μην σε ενοχλεί άγιε Νικόλαε, που δεν εννοώ ακριβώς εσένα, διότι εμείς σε έχομεν άγιον των ναυτικών και ξεκαθαρισμένον,  έχομεν τον άγιο Βασίλη διά τα δώρα στα παιδιά,  και εδώ μας έχεις μπερδέψει, στην Ελλάδα έχουνε τον άγιο Βασίλη και όχι εσένα, αλλά φοράει τα ίδια ρούχα αυτός που δίνει δώρα, είναι σωστό όμως αυτό να έχεις τόσα ονόματα, είναι αλήθεια ότι είσαι ίδιος ή λες ψέματα; Hsiao-Ron Cheng 178321ac289613856182f2e79dd39178Και μοιάζεις και με τον Περ Νοέλ. Όμως εγώ ξέρω και ένα κορίτσι που το λένε Θάλεια και Ελπίδα και Αλεξάνδρα. Σε βαφτίσανε κι εσένα με τόσα ονόματα ή είναι κόλπο για να κάνεις κακές πράξεις ή για να φέρνεις πιο πολλά δώρα; Εμένα θα μου φέρεις και την Πρωτοχρονιά κι άλλο ή όχι, και τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Από θαλασσινός μας βγήκες του χιονιού, άγιε Νικόλαε, και ρωτούν τα παιδιά και δυσκολευόμαστε να απαντήσομεν, αλλά τι να κάμομεν, στα ξένα είμαστε, κι έτσι το έχουν εδώ οι καθολικοί, αλλά διατηρούμε και τις παραδόσεις και έχομεν περισσότερα έξοδα, φέρνουμε και την Πρωτοχρονιά τον άγιο Βασίλη με αεροπλάνο από την Ελλάδα. Αλλά το παιδί αποστέλλεται εις νηπιαγωγείον βελγικόν, διότι εδώ θα μείνει και θα σπουδάσει και θα ζήσει  και πρέπει να προσαρμοστεί στις συνήθειες του τόπου, διά τα τέκνα έχομεν φτιάξει θυσίες πολλάς, αλλά τα ψυχοσάββατα εμείς τα τηρούμε,  και η γιαγιά και ο παππούς είχαν μπακάλικο με ελληνικά φαγητά.  

Είμεθα Έλληνες του Βελγίου και διατηρούμε σχέσεις θερμές με την ομογένεια. Επισκεπτόμαστε τους συγγενείς εις την πατρίδα μία φορά το χρόνο και κάνουμε μπάνια στη θάλασσα που είναι γαλάζια, γιατί εδώ μία φορά που πήγαμε εις την Οστάνδη είναι πολύ γκρίζα, σαν λάσπη,  σαν να έχουνε βάλει μέσα χώματα είναι η θάλασσα εδώ, ενώ στις φωτογραφίες έχει άλλο χρώμα, και εγώ ρώτησα αν είναι ψεύτικη η θάλασσα ή οι φωτογραφίες, κάποιος λέει ψέματα, γιατί δεν μπορεί το γαλάζιο να το λένε θάλασσα και αυτό εδώ θάλασσα πάλι, και χωρίς ήλιο, δεν έχει ήλιο εδώ, αλλά έχει μύδια εκεί και αέρα πάρα πάρα πολύ εκεί πέρα, αέρα, αέρα, τόσο που φοβήθηκα και κρατούσα γερά και τον μπαμπά και τη μαμά, και η γιαγιά έλεγε πως δεν έπρεπε να κάνουμε τέτοια ανοησία και να πάμε με μικρό παιδί εκεί πέρα να το πουντιάσουμε.Hsiao-Ron Cheng (14) Μια φορά έφαγα μύδια με φρίτες εκεί και μπόλικη μαγιονέζα και τα πλήρωσε ένας φίλος του μπαμπά, μας κέρασε ο Φίλιππος διά την ονομαστικήν του εορτήν, και εμένα μου αγόρασε κι ένα γλυκό  με σοκολάτα βέλγικη που είχε μέσα και φράουλες και ακτινίδια και ένα πράμα που έκανε σαν μύλος γύρω γύρω και γύρναγε με τον αέρα μού αγόρασε. Αλλά λέρωσα τα ρούχα μου και με μάλωσε η γιαγιά.

Εις το πάρκον Ουίζιγκεν έχομεν ωραίον πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος με χορευτικά δημοτικά και λαϊκά και  φρέσκα κρεατικά και άλλα είδη διατροφής και διακοσμήσεως, και εμένα με πάνε στο πάρκο εκεί και παίζω στο γρασίδι και στις κούνιες με τους φίλους μου και μου αρέσει και η λίμνη με τις πάπιες, αλλά δεν κάνει να τις ταΐζουμε, αν τις ταΐσουμε θα έρθει η πολίς να μας πάει φυλακή, γιατί λέει ότι μαζεύει μικρόβια στη λίμνη με τα ψωμιά κι έπειτα πεθαίνουν οι πάπιες και δεν κάνει να πεθαίνει κανένας έτσι. ΣΕΤΑΝΤΕΡΝΤΙ. Πρέπει να προσέχουμε τα πουλιά και όλα τα ζώα, γιατί αυτό είναι το σωστό όταν είσαι καλός άνθρωπος. Κι εγώ ήθελα να ρίξω λίγο ψωμάκι, αλλά μου είπαν ότι είχαν φάει οι πάπιες πολύ ωραίο φαγητό και δεν πεινούσαν έτσι κι αλλιώς. Και φοβήθηκα μήπως με πάνε και φυλακή και απλώς τις κοιτούσα και τους φώναζα παπιούλες, παπιούλες, κι αυτές έρχονταν δίπλα μου και παίζαμε, κι εγώ έτρεχα, και ήταν ωραία να πετάς όπως τα πουλάκια,  είχα και ωραία μαλακά παπουτσάκια κόκκινα με ένα ελαφάκι, που μου τα έφερε η νονά μου η Πόπη.

.

Hsiao-Ron Cheng SalivaΑλλά φέτος, εκεί που έπαιζα και φώναζα μ’ όλη τη δύναμή μου παπιούλες, για να έρθουν σε μένα και να μην πάνε στον Μπάμπη, που μου είχε βάλει το πόδι του και είχα πέσει κι εγώ τον μισούσα,  έγινε κάτι το πολύ τρομερό, που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί αυτός ο βλάκας γέλαγε και με έδειχνε με το δάχτυλό του κι έτρωγε σουβλάκι σαν μούργος. Δεν του μιλάω και ούτε θα του ξαναμιλήσω, είναι και άσχημος με μαύρα μάτια και με κάτι βούλες στα μάγουλα και με κόκκινα μαλλιά σαν τους δράκους. Απαίσιος, Χριστέ μου, απαίσιος. Τον μισώ, γιατί έγινε τρομερό, τρομερό πράγμα, και αυτός γελούσε και με κορόιδευε, Ρηνούλα πάνε τώρα οι παπιούλες χα χα χα είσαι βλαμμένη, και μετά όλες πήγαν κι έπαιζαν μαζί του. Κι εγώ ήθελα να του δώσω μια σφαλιάρα και δεν μπορούσα, γιατί έγινε το τρομερό. Με τσίμπησε μία πολύ μεγάλη και κακιά σφήκα σαν αεροπλάνο ξαφνικά και σ’ ένα λεπτό έγινε ένα μεγάλο βουνό στο μάγουλό μου κι έκλαιγα, γιατί  πονούσα πολύ και νόμισα ότι θα μείνω έτσι για πάντα άσχημη, και, για να μην κλαίω,  μου πήρανε από κάτι άλλους ανθρώπους που έρχονται από τη Γερμανία, για να πουλήσουν ωραία ελληνικά πράγματα σε αυτήν τη γιορτή, και μου πήραν μία ελληνική σημαία, γιατί ο Μπάμπης δεν είχε τέτοια, και του είπα, σαχλαμάρα, να φύγεις και δεν σου δίνω τη σημαία,  είναι μόνο δική μου, και μου είπαν να του πω και ένα ποίημα που μου έχουν μάθει για την πατρίδα μας την Ελλάδα, και ο βλάκας ούτε αυτό το ήξερε, και μου είπαν ότι είμαι δεσποινίς με τα όλα μου και δεν έχω ανάγκη αυτόν τον Μπάμπη, διότι και σημαία έχω και ποίημα ξέρω, και είμαι σπουδαία Ελληνοπούλα γι’ αυτό, και μετά την έβαλα τη σημαία στο γρασίδι για πάπλωμα για την πλατούλα μου να μην κρυώσει, και η γιαγιά μου έλεγε ένα παραμύθι για μια σφήκα που πνίγηκε μέσα σ’ έναν γαλάζιο καταρράκτη, κι εγώ κοιμήθηκα πάνω εκεί και ονειρεύτηκα πως πετούσα σ’ έναν μπλε ουρανό χωρίς κακές σφήκες και από κάτω είχε θάλασσα και δελφίνια, και δεν είχαμε και αμμωνία και το παιδί υπέφερε, τι τραβήξαμε, αλλά ευτυχώς συνήλθε ύστερα από την επίσκεψη στο τοπικό νοσοκομείον. Ευτυχώς μπορέσαμε και το εκοιμίσαμε με παραμύθια.

Ζούμε σε ένα μεζόν, κάτω η γιαγιά και ο παππούς και πάνω, που έχει σκάλες εμείς, και σου το λέω άγιε Νικόλαε, για να ξέρεις σε ποιον όροφο θα φέρεις τα δώρα. Έχει τρεις ορόφους, στο δεύτερο είμαι εγώ, μόλις ανεβαίνεις θα πας δεξιά, αλλά μην μπερδευτείς και μπεις στην τουαλέτα, στην δεύτερη πόρτα. Θα έχω αφήσει απέξω το κίτρινο φουστάνι με την δαντέλα και τη χτένα μου, γιατί πέρυσι μπερδεύτηκες, και βρήκα πράγματα άσχετα εκεί και μου είπαν ότι έγινε λάθος, διότι αυτά ήταν δώρα για κάποιους άλλους, και τα δικά μου τα βρήκα αλλού. Ανακαινίζαμε το μεζόν και υπήρξε αναστάτωσις τον περσινό χειμώνα, άγιε Νικόλαε, αλλάξαμε το σύστημα της θερμάνσεως.  Ο μπαμπάς και η μαμά είναι στη δουλειά τώρα. Η μαμά έχει μαγαζί με μπαχαρικά και ο μπαμπάς δουλεύει σ’ ένα μαγαζί που πουλάει μερσεντέδες. Δόξα σοι ο Θεός, καλά έχουν ταχτοποιηθεί τα παιδιά.

Hsiao-Ron Cheng

Έχουμε απ’ όλα, αλλά εγώ θέλω να μου φέρεις ένα μαγιό για το καλοκαίρι, γιατί το άλλο το έκανα όλο πίσσες, πάνω κάτω και το σουτιέν να είναι με ραντάκια που πάνε από τους ώμους έτσι και μετά έτσι και γυρνάνε από πίσω ξέρεις πώς  έτσι λίγο πιο κει όχι ευθεία αλλά έτσι  προς τα δω και  το θέλω με ζωάκια, κι ένα σκουφί θέλω επίσης, σαν αυτό που είδα προχθές στη Σαμπλόν, ξέρεις αυτό που έχει και φούντα και για τα αυτιά κάτι πράματα σαν αρνάκια κι έχει επάνω κάτι αστεράκια και πολλά χρώματα και έχει και καλτσάκια μαζί με κάτι αστραφτερά γυαλάκια κόκκινα και ροζ. Θα το βρεις το μαγαζί; Μην πας στο άλλο δίπλα που έχει σκουφάκια χωρίς καλτσάκια. Κι ένα βιβλίο θέλω με αληθινή θάλασσα και ζώα, όχι όμως με σφήκες και κακούς.

Hsiao-Ron Cheng 20130802124854_aCQAz.thumb.600_0

Η γιαγιά δεν με αφήνει να πάω μαζί της τώρα να ρίξω το γράμμα στο κουτί, για να το πάρει ο ταχυδρόμος, που σου φέρνει τα γράμματα, γιατί έχω συναχάκι και λέει πως, όταν φέρεις τα δώρα, θα στενοχωρηθείς να είμαι αρρωστούλα. Θα έρθει η μαμά και ο μπαμπάς και μετά θα πάει αυτή να το ρίξει. Σε περιμένω, άγιε Νικόλαε, και σ’ αγαπώ, διότι αγαπάς τα παιδιά και δεν είσαι σφήκα.

Δεν πιστεύω να κάνεις χαζομάρα και να πας στον Μπάμπη.

Ρηνούλα

Πάω στα νήπια κι έχω μαύρα μαλλιά, μην με μπερδέψεις με άλλη.

Πίνακες: Hsiao Ron Cheng

_cfimg8214179421939842924

Τα  ΕΝΥΠΝΙΑ ΨΙΧΙΩΝ και το περιοδικό  ΣΤΑΧΤΕΣ
σας στέλνουμε από τις Βρυξέλλες τις ευχές μας για χαρούμενες γιορτές.
Μοναδική η φετινή εμπειρία του να διασχίζεις την κατασκευή που βλέπει κανείς στο βίντεο και να παίζεις αλληλεπιδρώντας με το φως και τον ήχο περπατώντας ή χορεύοντας ή τρέχοντας  και ακούγοντας τον μαγικό ήχο της φύσης, αυτόν ενός παγόβουνου στο  μεγάλο του ταξίδι.
.
 
 

_cfimg-4364872377019008055

.

.

http://visitbrussels.be/bitc/BE_fr/minisite_winterwonders/iceberg-electrabel-experience.do
 
http://www.atomic3.ca/projet.php?id=2

.

 
Image

Iφιγένεια Σιαφάκα, [ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ – Συμμετοχές Νο.5] E-περιοδικό Bibliothèque

Iφιγένεια Σιαφάκα, [ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ - Συμμετοχές Νο.5] E-περιοδικό Bibliothèque

http://bibliotheque.gr/?p=31112 

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν οι νεκροί του∙ κρέμαγε περιχαρής τα χιονισμένα τους κασκόλ, όταν γύρισε η μάνα στον πατέρα αυστηρά: «Η ενοχή του, βλάκα, μας ανάστησε!»

Περήφανος έπεφτε απ’ το παράθυρο ο γιος.

Μικροκείμενο με όριο τα 172 ΓΡΑΜΜΑΤΑ

[ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ – ανοιχτή πρόσκληση της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ]

http://bibliotheque.gr/?p=30625

 

 

Tags:

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν μία εικοσάχρονη σπιρτόζα δεσποινίς, που έτρεχε πίσω μας σκύβοντας και συλλέγοντας ό,τι ξεχνούσαμε από απροσεξία να μας υπενθυμίζει στα πατώματα. Προσωπικά, βεβαίως, αν και εκτιμούσα την εργασία και το αξιομνημόνευτο φιλότιμο —που υπήρξαν πραγματική επένδυση του οβολού μας,  ήταν πολύ  επίμονη σε όλους τους λεκέδες και στα άλατα—, της είχα απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την παρκετίνη. Είχα βρεθεί πλειστάκις φαρδύς πλατύς και με τη μύτη μου χωμένη να συγυρίζω τη μούρη μου στα μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια του πατέρα, που ομολογουμένως δεν είχαν γνωρίσει τέτοιο θάμβος ποτέ στο παρελθόν. Από την άλλη όμως, αν και συνειδητοποιούσα τη θαυμαστή παρεκτροπή, ότι τα υποδήματα είχαν λάβει στο μυαλό του μια θέση που δεν απέδωσε ποτέ αυτός στον εαυτό του, θα προτιμούσα να με κατάπινε το πάτωμα από το να υπόκειμαι σε τέτοιες ταπεινώσεις και σε αυτή την ηλικία. Είμαι αδιάφορος για κάθε ψυχική ανάταση που με βουλιάζει, και γίνομαι σκληρός.

.

Αλλά, όπως και να έχει, την είχαμε προσλάβει ν’ απολυμαίνει τη σιωπή, καθότι υποχόνδριοι, οφείλω να το υπογραμμίσω. Εγώ, κυρίως, είχα μεγάλες ενοχλήσεις που είχαν παρεκτραπεί σε αϋπνίες από το τρίξιμό της, που έκανε γωνία με την κρυφή πόρτα πίσω απ’ το ερμάρι όπου φυλάω τ’ ασπρόμαυρά μου πανωφόρια. Στην πραγματικότητα, μιλάμε για ασπρόμαυρες γιγαντοαφίσες επώνυμων προσώπων σε άριστης ποιότητας χαρτί, που η επινοητικότητά μου με βοήθησε να τις μετατρέψω σε ενδύματα, σκεπτόμενος πως έτσι κι αλλιώς, αφού όλα θα λιώσουνε μια μέρα, όλοι οι νεκροί μας είχαν την ίδια τύχη, θα ’ταν ανώφελο να μπαίνω στον κόπο ν’ αντιμάχομαι με υλικά το χρόνο. Η μόνη ελαστικότητα που επιδείξαμε με αυτούς ήταν ότι τους επιτρέπαμε, έως τη μέρα που είχαμε την Κάντια, ν’ αράζουν τον ύπνο των σκιών τους στη σκάλα υπηρεσίας, Κάντια, την είχαμε προειδοποιήσει, να προσέχεις τις καταβάσεις στη σκάλα υπηρεσίας, κι εκείνη (πού να σας είχα να το βλέπατε!) πόσο σφριγηλά λιβάνιζε τη σφουγγαρίστρα τριγύρω από την εν αναπαύσει οικογένεια. Μόνον που, καθισμένος στο κεφαλόσκαλο, ο παππούς έστριβε πάντα το τσιγάρο του, και οι αγκώνες δυσκολεύανε τα αεράτα περάσματα της Κάντια∙ οι υπόλοιποι, σε ύπτια θέση, ήταν συνεπείς και δεν μας ενοχλούσαν, άλλαζαν θέση προφανώς τις νύχτες, παίρνοντας στα μουλωχτά εξεζητημένες στάσεις — έχω υποψίες από κάτι θροΐσματα ανάληψης που επισκέπτονταν τους εφιάλτες, όταν γυρνούσα μπρούμυτα στο στρώμα για να τους κόψω το κεφάλι.

John Atkinson.jpg!BlogΠάντα είχα ήσυχους εφιάλτες, μόνον λίγες φορές στίλβωναν το σεληνόφως, με αποτέλεσμα να πέφτει καρβουνιασμένο φως στη σκάλα υπηρεσίας. Ορέστη, με ρωτούσε πού και πού η Κάντια, φόρεσες μήπως απόψε τις αφίσες και κατέβηκες τη σκάλα υπηρεσίας; Άκουσα τον παππού να σου μιλάει. Όχι, απαντούσα, είχε αλλήθωρη βάρδια το φως και ο παππούς έριχνε τη σκιά του στο φεγγάρι∙ σ’ αυτές τις περιπτώσεις, Κάντια, ο παππούς κάνει ερωτήσεις για το πότε θα πεθάνει, καθόλου δεν κουνήθηκα απ’ τη θέση μου εγώ. Τι να ’λεγα; 

Ήταν πραγματικά υπέροχη η Κάντια, ίσως βοηθούσε κι ο ελαφρύς της σκελετός, τ’ ανύπαρκτα στήθη και η ανασηκωμένη της μυτούλα, συντονισμένη με τους λεπτούς της αστραγάλους και την εύρωστη καμπύλη των πελμάτων, που της επέτρεπαν να κάνει υπερβάσεις στη σκουριασμένη μπάρα της σκάλας υπηρεσίας. Ο παππούς τής έδινε κάποτε το χέρι για ένα βαλς, που το καθοδηγούσε με το πνεύμα του καπνού, κάνοντας σβούρες πάνω από τους άλλους συγγενείς μας. Εκείνη έκανε και πιρουέτες, αγγίζοντας με το μεγάλο δάχτυλο τα στόματα της οικογένειας, που τότε άνοιγαν όπως μικρή τρύπα κουμπαρά, για να ψευδίσουν μικροκακίες, μειδιάζοντας γλυκά μπρος στη χορευτική νέκυια που σπαρταρούσε στις πατούσες του ωραίου ζευγαριού.

Ίσως η Κάντια να με μιμούνταν κιόλας, ήταν παρατηρητική και δεκτική στα νέα μηνύματα, καθότι εγώ από παιδί ήμουν συνηθισμένος να κινούμαι, χωρίς να ενοχλώ, με μαθηματική ακρίβεια όταν ανεβοκατέβαινα τη σκάλα υπηρεσίας — κυνηγούσα τις γάτες με σφεντόνες τρέχοντας πάνω κάτω και κάνοντας το σιδερένιο σκελετό να τρεμουλιάζει, έσπαζα αυγά, διότι μου άρεσε πολύ ο ήχος που έκαναν τα τσόφλια, κυρίως απολάμβανα το χρώμα του κρόκου πάνω στις σκουριές, ξέσκιζα σε κομματάκια λευκές χαρτοπετσέτες κι έπαιζα «χιόνι», και τ’ ωραιότερο απ’ όλα, αμόλαγα πολύχρωμους χαρταετούς στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στον παππού.

John Atkinson .jpgJohn Atkinson

Είχε πεθάνει πριν γεννηθώ εγώ, αλλά, όταν κόψανε το λώρο, μαζί μ’ ένα τρενάκι, ένα αρκούδι κι έναν πλαστικό στρατιώτη, κουβάλησαν και την κορνίζα του παππού στο παιδικό δωμάτιο, κι έτσι θεώρησα πως η ασπρόμαυρη φωτογραφία που ’βλεπα κρεμασμένη απέναντι από το παιδικό κρεβάτι  ήτανε παιχνίδι. Όσο μεγάλωνα, επειδή θαύμαζα πολύ τα πλατιά και δυνατά του δάχτυλα, που έγερναν στην αριστερή γροθιά του με ευγένεια, χαρίζοντας θαλπωρή και ασφάλεια στα χέρια, νόμιζα πως κρατούσε όλον τον κόσμο εκεί μέσα (αλλά κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως μ’ εμπόδιζε να βλέπω την εικόνα των ανθρώπων), ήθελα να κάνω εντελώς δικό μου τον παππού και, επειδή δεν επιτρεπόταν να παίρνουμε τα πράγματα των άλλων, σκεφτόμουν πως έπρεπε να πεθάνω εγώ, για ν’ αποκτήσω ό, τι μου άρεσε πολύ,  κι έτσι έβαζα στις πρίζες τα δικά μου — είχα την εντύπωση ότι, πιέζοντας την τρύπα, θα έπαιρναν το σχήμα των δαχτύλων του παππού. JOHN ATKINSON 4Όταν έσπασε η κορνίζα που είχα στο δωμάτιο, ένα βράδυ που ονειρευόμουν ότι η γάτα έπαιζε σφεντόνα μες στο σπίτι κι εμένα η μαμά με τιμωρούσε, επειδή αρνούμουν πεισματικά να φάω το αυγό μου και είχα μεγάλο άγχος, διότι ήταν αδύνατον να δραπετεύσω από τα χέρια της, καθώς η κουζίνα ήταν αποκλεισμένη από χιόνι, εκείνο, λοιπόν, το βράδυ κάποιος τον έβγαλε στη σκάλα υπηρεσίας, κι άλλαξε ο παππούς νεκροτοπίο. Ίσως να ήταν και καλύτερα, διότι οι νεκροί έχουν κι αυτοί ανάγκη από αέρα. Το σπίτι μας βρίσκεται σε ύψωμα και βασιλεύει μεγαλόπρεπα κι απεγνωσμένο,  όπως σ’ όλα τα παραμύθια, είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτήν τη τιμή της απομόνωσης, μας φέρει πιο κοντά στα ανθρώπινα λόγω της απόστασης από τη χλαλοή της μεγαλούπολης. Δεν έχουμε σχέσεις με κανέναν. Αυτός κάπνιζε, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! μου ψιθύριζε με κείνο το γάργαρο χαμόγελο, που έκανε τους χαρταετούς μου να θροΐζουν και το ρυάκι του καπνού του ν’ ακολουθεί παράλληλα το νήμα,  είχα ασκηθεί πολύ στον έλεγχο των ουρανών που ανοίγονταν όχι μόνον στον ορίζοντα αλλά και κάτω από τα πόδια. Συνέβη όμως. Και διώξαμε την Κάντια.

John Atkinson

Από μία ανεξήγητη παρόρμηση και λόγω αϋπνίας, άνοιξα το ερμάρι που οδηγεί στη σκάλα υπηρεσίας, ένα βράδυ της προηγούμενης βδομάδας, ντύθηκα τις αφίσες μου, για να γλιτώσω από την ψύχρα, και στάθηκα στο κεφαλόσκαλο της σκάλας. Ο παππούς κοιμόταν.  Εγώ ασπρόμαυρος κι επώνυμος, πολύ σοβαρός κι αναίσθητος, δεν αισθανόμουν τίποτε απολύτως, μάλλον χλωμός επίσης —διότι η Κάντια εκείνη την ημέρα δεν είχε απολυμάνει μόνον τη σιωπή, αλλά είχε γυαλίσει επιπλέον κι όλα τα δάκρυα που βάζουμε στις θήκες απ’ τα μαξιλάρια για να σκεβρώνουνε οι σβέρκοι, ήταν μια άχρωμη μέρα, δηλαδή, που μ’ είχε εξουθενώσει—, ξεκίνησα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια ένα ένα. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, παρά το γεγονός πως έκανα προσπάθειες να μην ακούγονται τα βήματα, εγώ δεν ακουγόμουνα καθόλου, πράγμα που πρέπει να σημαίνει πως επιδιδόμουν ματαίως στην προσπάθεια. Ήταν σαν να μην ήμουνα εκεί, αλλά σε είδα, Λευκοθέα, κι ας κρυβόσουν. Μου είχαν πει να μην πιστεύω στα φαντάσματα, κι όντως δεν δίνω στις φαντασιοπληξίες σημασία, όταν βλέπω ταινίες τρόμου συχνά γελάω με τα εφέ, αλλά ήσουν εκεί, και δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς ήσουν εσύ, που έτσι κατάματα με κοίταζες μέσ’ απ’ τα φυλλώματα, λες και με κρυφοκοιτούσες και πρόβαλλαν χέρια απ’ τα μάτια να μ’ αγκαλιάσουν ή να με πνίξουν, σκέφτηκα. Προς στιγμήν μού πέρασε η ιδέα πως τρελάθηκα. Λευκοθέα, είπα απαλά, να επιβεβαιώσω πως μ’ ακούς και πως δεν είχε πάθει κάτι το μυαλό μου. Ορέστη, απάντησες, μ’ ένα πυκνό σπάσιμο στα μάτια, ήξερα, λοιπόν, πως ήσουνα εκεί, διότι αλλιώς τα βλέφαρα δεν θα είχαν λόγο να προβούν σε μία τέτοια εξεζητημένη σύσπαση. Ήθελες, Λευκοθέα, να με καταπιούνε οι βολβοί σου, αλλά όμως εσύ προέβης σε κάτι εξυπνότερο, πάντα θα δήλωνες αθώα. John Atkinson 3Πήρες, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, λίγη σκουριά από τη σκάλα υπηρεσίας κι άρχισες να τρίβεις το αλαβάστρινο της μίας παρειάς σου τόσο νωχελικά, που από ευγένεια το ένα μάγουλο υποχωρούσε και το κατάπινε η νύχτα, ώσπου απέμεινες, Λευκοθέα, πρόσωπο μισό. Το άλλο σου μισό το φώτιζε η σελήνη. Εδώ και τρία χρόνια έσβηνες κι από το τελευταία σωθικό, που μαρτυρούσε πως ήσουν παρούσα στην ψυχή μου, σε είχα αναγκάσει να πεθάνεις, Λευκοθέα! Αλλά εσύ, έτσι στεκόσουν ακόμα ζωντανή, ήσουν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Σου πάνε, Ορέστη, τα ρούχα που φοράς, είπες, κι εξαφανίστηκες.

Έμεινα εκεί όλο το βράδυ να κάνω παρέα στον παππού και να κρατάω τσίλιες μήπως αλλάξουν πλευρό οι πεθαμένοι και μου ζητήσουνε κι αυτοί τα ρέστα χωρίς λόγο. Σκέφτηκα πως έφταιγε η Κάντια γι’ αυτό κι όλες οι οικιακές της εργασίες, μαζί με την υπηρέτρια είχα πιάσει μεροκάματο κι εγώ να διανύω τις προσωπικές νεκραναστάσεις μου —άλλοτε σε δολοφονούσα κι αυτοκτονούσα, όταν η Κάντια έκανε γενική στο σπίτι, άλλοτε σε σκότωνα κι ένιωθα τόσο χαμερπής κι απαρατήρητος, που σε ανέσταινα ύστερα από λίγο, για να με δολοφονήσεις με τη σειρά σου εσύ και να πατσίσουμε στις ενοχές μ’ αυτόν τον τρόπο, η Κάντια έκανε εκείνες τις φορές λαμπίκο τους καθρέφτες∙ άλλοτε μας κρατούσα με το ζόρι και τους δυο μας ζωντανούς μες σ’ έναν κλίβανο απόγνωσης, και είχα αϋπνίες, έκανα ολονυχτίς βάρδιες στο σώμα από φόβο μη και σε κάνα ανάποδο συγύρισμα του ύπνου σωριαστούμε σκοτωμένοι κάτω απ’ το κρεβάτι και οι δυο μας— κι όλ’ αυτά ακολουθώντας την υπηρέτρια πάντα κατά πόδας, καθ’ όλη τη διάρκεια, Λευκοθέα, που έπαιζα στη σκάλα υπηρεσίας τούτο το παιχνίδι. Ώσπου αποφάσισα πως σε συρρίκνωσα στο σώμα, όταν κατάλαβα ή, μάλλον, ένιωσα πως δεν θα επέστρεφες ποτέ, κι άφησα την Κάντια να κάνει τη δουλειά της, να ανεβοκατεβαίνει μοναχή τη σκάλα υπηρεσίας.

John Atkinson autumn-john-atkinson-grimshaw

Εγώ αποδέχθηκα με γενναιότητα πως ήμουν ένα αναμνηστικό απλώς της ιστορίας, που ’χε περάσει στην άλλη όχθη, και κάπου κάπου το έφερνα στο νου, όπως τα θρίλερ, και γελούσα, τότε ήταν που αποφάσισα να φτιάχνω ρούχα τις αφίσες. Τα είχα όλα αποδεχθεί, καμία πολυτέλεια ενδυμάτων δεν με συγκινούσε, άλλωστε δεν βγαίνω κι απ’ το σπίτι, μόνο για να συλλέγω τις αφίσες και για κάνα περίπατο στον περιποιημένο κήπο, που οδηγεί η σκάλα υπηρεσίας.  Είπα ασπρόμαυρο… ασπρόμαυρο, Ορέστη… έτσι είναι! Θα ζεις με τις αφίσες, η Λευκοθέα τέρμα, ο παππούς στη σκάλα θα καπνίζει δίπλα στην παρέα του, η μητέρα θα μπουκώνεται μ’ αντίδωρα και θα ’χουμε ησυχία, ο πατέρας, με τα μαύρα καλογυαλισμένα του παπούτσια, θα μας κάνει την τιμή ν’ ασκούμαστε στις επικύψεις προσκυνήματος να μη σκεβρώνουμε εδώ μέσα,  η Κάντια φύλακας κι ευεργέτιδα των σιωπών, το σφουγγαρόπανο οικόσημο στη βρώμα που μας τρώει. Όλα τακτοποιημένα.

JOHN ATKINSON1882

Εντάξει, κύριοι! Eντάξει, τι διάολο θέλετε να κάνουμε, αφού δεν έχουμε άλλον τρόπο να μας τακτοποιήσουμε σμπαραλιασμένους κι όπως πρέπει! Και τι σας νοιάζει άλλωστε; Σας ζητήσαμε χρήματα, σας επιβαρύναμε με επισκέψεις και κεράσματα, σας κρίναμε, σας πήραμε τη θέση στο Δημόσιο, σας κλέψαμε χωράφια, σας δείραμε, σας ζητήσαμε να παρέμβετε σε θέματα που αφορούν την οικογένεια, δεν ψηφίσαμε κατά συρροήν κι όλες τις κυβερνήσεις σας, δεν είμαστε νομοταγείς;  Θα πρέπει, κύριοι, που όλο και κάτι θα κρυφολέτε πίσω από τις πλάτες μας,  γιατί σας ξέρω, να είμαστε μέγα υπόδειγμα για σας που έχουμε διευθετήσει τα θέματα των μνημοσύνων τόσο ευπρεπώς, και μάλιστα διακριτικά  στο σπίτι … στο  σπίτι  μας, ακούτε; Εμείς δεν κυκλοφορούμε όπως κι όπως μες στους δρόμους, ούτε άστεγοι είμαστε ούτε φτωχοί ούτε μετανάστες ούτε τύποι φασαριόζοι. Μήπως ο παππούς σας ενοχλεί; Απαντήστε!

_John_Atkinson_Lovers_in_a_wood_by_moonlight_1873_oil_on_card-largeΜόνον η μητέρα συχνάζει στις περιφορές των επιταφίων και των εικόνων, αλλά ευπρεπώς και οπωσδήποτε μας αντιπροσωπεύει σε θέματα πίστεως και αρχών μ’ όλη τη σοβαρότητα και την αγχίνοια που έχει εδραιώσει παγκοσμίως τις πίστεις αιώνων και τις προσωπικές μας πεποιθήσεις ως εκ τούτου. Είμαστε λαοφιλείς και δημοκράτες! Είμαστε βαθιά ευλαβείς κι ευγνώμονες σε ό, τι μας στεριώνει ηθικούς και ανεπηρέαστους από ρεύματα πρόσκαιρα κι επαναστατικά κινήματα. Μόνον τα φίδια αλλάζουνε τομάρι, όχι εμείς, κι αν μη τι άλλο, πρέπει να αποδεχθείτε την ευτολμία χαρακτήρος που μας διακρίνει, για να διατηρούμε το απαραίτητο ψυχικό σθένος, που εδραιώνει και την πνευματική μας καθαρότητα. Αντέχουμε, σμπαραλιασμένοι, αλλά αντέχουμε,  κι έτσι δεν συμμετέχουμε ούτε σε συνάξεις σε μπαρ, διαδηλώσεις με αμφίβολο πάντα αποτέλεσμα και, εν γένει, σε συγκεντρώσεις που προκαλούν κοινωνικούς ερεθισμούς και παρεξηγήσεις μεταξύ ανθρώπων, που στην ουσία δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε, εάν πάρει κανείς τις αποστάσεις απ’ τον εαυτό του. Προς τι όλες αυτές οι φασαρίες; Είσαστε ηλίθιοι ή κερματοδέκτες αντιποίνων; Δεν είμαστε γκεστάπο να παρακολουθούμε τι γίνεται στον κόσμο ούτε πολεμοχαρείς, είμαστε ήπιοι κι εμείς και οι νεκροί μας, αφού ούτε καν νεκροταφείο, κύριοι, δεν ζητήσαμε, τους κρατήσαμε δίπλα μας, να μη  φορτώνουμε τον κόσμο μ’ άλλα απομεινάρια.  Είμαστε νοικοκύρηδες! Κι αυτό τα λέει όλα! Νοικοκύρηδες!

Δεν το περίμενα όμως, Λευκοθέα, να σε δω. Δεν φανταζόμουν να με συλλάβω τόσο ασπρόμαυρο να καταρρέω σκονισμένος από τα ροκανίδια της φιγούρας σου στη σκάλα υπηρεσίας, και, μάλιστα, την ώρα που ο παππούς δεν κάπνιζε τσιγάρο. Κάπως θα με προστάτευε λίγο ο καπνός του, ίσως και να με τύλιγαν τα δαχτυλίδια, να υψωνόμουν σαν τους παλιούς χαρταετούς μου, αμόλα καλούμπα, Ορέστη! ν’ αγγίξω το μάγουλό σου που ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι, να το ξεπλύνω, να σε δω ολόκληρη στο πλάι του, ολόλευκη. Έτσι, για χάρη κι εξαιτίας σου, απολύσαμε την Κάντια, και από τότε καταργήσαμε τη σκάλα υπηρεσίας, Λευκοθέα!

Πίνακες: John Atkinson

 

 

 

 

Tags: ,