RSS

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια

02 Dec

.

Έντεκα η ώρα. Χτύπημα στην πόρτα. …Ελπίζω να μη σας ενόχλησα κυρία. Δεν κοιμόσαστε, έτσι δεν είναι; Μα τώρα μόλις σέρβιρα το τσάι στην κυρά μου και περίσσεψε ένα  φλυτζάνι  τόσο ωραίο τσάι  που σκέφτηκα , ίσως… Κάθε  άλλο κυρία. Πάντα το τελευταίο που κάνω είναι να της ετοιμάσω ένα φλυτζάνι τσάι . Το πίνει στο κρεβάτι μετά την προσευχή για να ζεσταθεί. Βάζω το τσαγερό στη φωτιά κι  όταν εκείνη γονατίζει του λέω: «Τώρα εσύ δε χρειάζεται να βιαστείς να πεις τη δική σου προσευχή». Μα αυτό πάντα βράζει προτού η κυρά μου φτάσει στα μισά. Βλέπετε, κυρία, γνωρίζουμε τόσο κόσμο και πρέπει να προσευχηθούμε για όλους. Η κυρά μου κρατά μια λίστα με ονόματα σ΄ ένα μικρό κόκκινο βιβλίο. Ω, Θεέ μου! Κάθε φορά που κάποιος καινούριος θα ’ρθει να μας δει, η κυρά μου μού λέει μετά: «Έλεν, δώσε μου το κόκκινο βιβλιαράκι», και εγώ τρελαίνομαι, πραγματικά. «Να, ακόμα ένας», σκέφτομαι, «που θα την κρατάει ξάγρυπνη βρέξει χιονίσει». Και δεν βάζει, ξέρετε κυρία, μαξιλάρι˙ γονατίζει πάνω στο σκληρό χαλί. Την ξέρω καλά και με εκνευρίζει πολύ που τη βλέπω έτσι. Προσπάθησα να τη ξεγελάσω˙ έβαλα χάμω το πουπουλένιο πάπλωμα. Την πρώτη όμως φορά που το έκανα – ω! μου ’ριξε ένα  βλέμμα – σαν αγίας, κυρία. «Είχε ο Κύριός μας πουπουλένιο στρώμα, Έλεν;» είπε. Μα εγώ, που ήμουν νεότερη τότε, ένιωσα την ανάγκη να της πω: «Όχι, αλλά ο Κύριός μας δεν είχε την ηλικία σας και δεν ήξερε πώς είναι να έχει κανείς το λουμπάγκο σας». Χυδαίο, ε; Μα είναι τόσο καλή, ξέρετε, κυρία. Τώρα που την τακτοποίησα στο κρεβάτι και την είδα ξαπλωμένη με τα χέρια έξω απ’ το σεντόνι και το κεφάλι της στο μαξιλάρι –τόσο όμορφη– δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ: «Τώρα μοιάζεις σαν την αγαπημένη σου μητέρα  όταν την ετοίμασα νεκρή».

.

.

Ναι κυρία, τ’ άφησαν όλα πάνω μου. Αχ, πράγματι  έδειχνε τόσο γλυκιά. Της χτένισα τα μαλλιά, αφήνοντας γύρω από το μέτωπό της απαλές μπουκλίτσες και μόνο στη μια πλευρά του λαιμού της έβαλα ένα μπουκετάκι όμορφους μωβ πανσέδες. Αυτοί οι πανσέδες την έκαναν να μοιάζει με ζωγραφιά, κυρία. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Και απόψε που κοίταξα την κυρά μου σκέφτηκα: «Αν τώρα υπήρχαν και οι πανσέδες, κανείς δεν θα τις ξεχώριζε»… Μόνο πέρσι, κυρία. Μόνο πέρσι που, όπως  λέμε, τα ’χασε λιγάκι. Βέβαια, ποτέ δεν έγινε επικίνδυνη˙ ήταν μια γλυκύτατη γριά κυρία. Μα σαν να της μπήκε η ιδέα πως κάτι είχε χάσει. Δεν μπορούσε να κάτσει σε ησυχία, δεν είχε στασιό. Όλη μέρα πάνω κάτω, πάνω κάτω˙ τη συναντούσες παντού, στις σκάλες, στη βεράντα, πηγαίνοντας για την κουζίνα. Και σε κοιτούσε στα μάτια και σου ’λεγε σαν μικρό παιδί: «Το έχασα, το έχασα». «Ελάτε τώρα», της έλεγα, «ελάτε και θα σας ρίξω εγώ την πασιέντζα σας». Μα μ’ έπιανε απ’ το χέρι, ήμουν βλέπετε η συμπάθειά της, και μου ψιθύριζε: «Βρες το μου Έλεν. Βρες μου το». Λυπηρό, δεν είναι;  …Όχι, δεν συνήλθε ποτέ, κυρία. Στο τέλος έπαθε εγκεφαλικό. Τα τελευταία της λόγια ήταν – πολύ σιγανά: «Κοίταξε μέσα – στο– Κοίταξε  μέσα –». Και ξεψύχησε.

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια, από το βιβλίο Εξ αρχής το πρόβλημα, δύο διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου, 2019

Artwork: Βrand Kunkle

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: