RSS

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

04 Aug

Με τη ζέστη, όλα τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά, ακόμη και οι πόρτες. Προχωρώντας στη μέση του δρόμου δεν χρειαζόταν να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά για να βλέπει τι συνέβαινε στα πεζοδρόμια. Ήσαν οι ίδιοι. Κανέναν δεν γνώριζε, με κανέναν δεν είχε μιλήσει, τους είχε δει όμως τόσες φορές ώστε ήταν σαν να μπορεί να τους βλέπει χωρίς να τους κοιτάζει. Κάθονταν στα σκαλοπάτια των εισόδων, στα πόδια τους και στα κράσπεδα των πεζοδρομίων, ή πηγαινοέρχονταν αργά, νωχελικά, πάνω κάτω καπνίζοντας, χειρονομώντας, μιλώντας δυνατά ο ένας στον άλλον από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο ή σχηματίζοντας ομάδες από τρεις και τέσσερις που συζητούσαν κάτι χαμηλόφωνα, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν έπρεπε να το ακούσει κανείς άλλος, ή παρατεταγμένοι κατά μήκος των τοίχων σαν να περίμεναν κάποιον που θα τους έφερνε ή θα τους έλεγε κάτι, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στέκονταν όλοι εκεί, άλλοι περιποιημένα ντυμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, με τα πυκνά μαλλιά τους καλοχτενισμένα, γυαλιστερά, σαν μόλις πριν από λίγο να είχαν βγει απ’ το μπάνιο και να είχαν φορέσει ό,τι καλύτερο είχαν για να υποδεχθούν κάποιο πράγμα που θα άλλαζε εκ βάθρων τη ζωή τους,

άλλοι με τα γυμνά τους πόδια άπλυτα από μέρες μέσα σε φθαρμένες πλαστικές παντόφλες, με μια φανέλα μόνο κι ένα σακουλιασμένο πανταλόνι, αξύριστοι, με πρόσωπα ανέκφραστα από την κούραση, την αναμονή και τη ματαίωση, μ’ έναν αέρα παραίτησης και βαρεμάρας στις κινήσεις τους, σαν να είχαν πάρει απόφαση πως αυτό που τους είχαν υποσχεθεί δεν θα γινόταν, πως άδικα στέκονταν εκεί, πως δεν θα έρχονταν να τους πάρουν και να τους οδηγήσουν εκεί όπου τους είχαν πει ποιο ήταν αυτό το εκεί, κι ωστόσο όλοι σε μία κατάσταση παρατεινόμενης, αδιάλειπτης εκκρεμότητας, που δεν έβρισκαν το θάρρος να την διακόψουν, παραμένοντας σ’ έναν ενδιάμεσο χώρο, μετά από κάτι και πριν από κάτι, το πρώτο τελειωμένο, το δεύτερο ατελεύτητο, σ’ ένα είδος συνωστισμού χωρίς νόημα, πυρετού χωρίς αίτιο, με μία ενεργητικότητα χωρίς διέξοδο και χωρίς δέκτη, μέσα σε μία ατμόσφαιρα συντελεσμένη αχρηστίας, η οποία έδειχνε ακόμη πιο πρόωρη, καθώς οι περισσότεροι ήσαν νέοι και εύρωστοι, γυμνασμένοι από μία επιβεβλημένη κακουχία, με έναν δυναμισμό που σε πολλούς έπαιρνε την μορφή αδιάκριτης σεξουαλικότητας, ενός αυθόρμητου και πεινασμένου αλλά αμετάδοτου και αδιέξοδου αισθησιασμού, ο οποίος εκδηλωνόταν μόνον με επίμονα, διεισδυτικά βλέμματα που έστελναν δυσδιάκριτα και δυσερμήνευτα μηνύματα και που τα είχε αισθανθεί να την αγγίζουν πολλές φορές χωρίς να μετατρέπονται σε κάποια κίνηση ή χειρονομία, χωρίς να γίνονται καν λόγια, εκείνες οι μονοσύλλαβες εκφράσεις που περιέχουν πολλές φράσεις, κάνοντας τα πρόσωπά τους να δίνουν τις στιγμές εκείνες την εντύπωση πως ήσαν μόνον μάτια, μάτια και τίποτε άλλο.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 12-14, εκδόσεις Άγρα, 2007

Artwork: Jan Sluijters

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: