RSS

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν

17 Dec

Σε κάθε μεγάλο σταθμό καταφθάνουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι για να δουλέψουν στην πόλη, ενώ χιλιάδες άλλοι φεύγουν για να δουλέψουν έξω απ’ την πόλη. Δε θα ’ταν πιο απλό ν’ αλλάξουν δουλειά οι μεν με τους δε; Ή πάλι οι ατέλειωτες ουρές των αυτοκινήτων που τραβούν βασανιστικά σε αντίθετες κατευθύνσεις τις ώρες της αιχμής. Θα ’φτανε μια ανταλλαγή σπιτιών ή εργασιών, και θα γλιτώναμε απ’ τα περιττά καυσαέρια κι από τις θεαματικές χειρονομίες των τροχονόμων που μοιάζουν να τραβούν κουπί στον αέρα: στις διασταυρώσεις θα ’χε τόση ησυχία που θα μπορούσες να παίξεις Γκρινιάρη. Από τούτες τις παρατηρήσεις έφτιαξα μια παντομίμα: δουλεύω με τα χέρια και τα πόδια, το πρόσωπό μου κάτασπρο και ακίνητο στη μέση – κι έτσι, μόνο με τα τέσσερα άκρα καταφέρνω να δώσω την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού βιαστικών κινήσεων. Σκοπός μου είναι: όσο το δυνατόν λιγότερα εξαρτήματα, ή και κανένα – ακόμη καλύτερα. Για το «Πηγαίνω στο σχολείο» και το  «Γυρίζω απ’ το σχολείο» δε χρειάζομαι ούτε σάκα· μου φτάνει το χέρι που την κρατάει· πετιέμαι την τελευταία στιγμή μπροστά στο τραμ, για να περάσω απέναντι στο δρόμο, ο οδηγός χτυπάει το καμπανάκι, σαλτάρω σε λεωφορεία, κατεβαίνω πριν σταματήσουν, χαζεύω στις βιτρίνες, χαράζω ανορθογραφίες με κιμωλίες στους τοίχους των σπιτιών, φτάνω καθυστερημένος στο σχολείο, στέκομαι μπροστά στο δάσκαλο, τρώω την κατσάδα μου, ξεπερνάω τη σάκα απ’ τους ώμους μου και χώνομαι στο θρανίο.

Στο λυρισμό των παιδιών τα καταφέρνω πολύ καλά: για το παιδί, το κοινότοπο είναι μεγαλειώδες, άγνωστο, πάντα τραγικό, χωρίς καμία τάξη. Το παιδί δεν ξέρει τι θα πει «σχόλη»· η σχόλη αρχίζει απ’ τη στιγμή που ενστερνίζεσαι την «αρχή της τάξεως». Παρατηρώ με φανατικό ζήλο όλες τις μορφές σχολάσματος: τον εργάτη που βάζει στην τσέπη το φακελάκι με το μισθό και καβαλάει το μοτοσακό του, το χρηματιστή που αφήνει επιτέλους το ακουστικό του τηλεφώνου, βάζει το σημειωματάριό του στο συρτάρι και το κλειδώνει, ή την υπάλληλο του μεγάλου καταστήματος τροφίμων, που βγάζει την ποδιά της, πλένει τα χέρια της, χτενίζεται στον καθρέφτη, βάφει τα χείλη της, παίρνει την τσάντα της και φεύγει – όλ’ αυτά είναι τόσο ανθρώπινα που πολλές φορές μού φαίνεται πως δεν είμαι άνθρωπος, αφού τη σχόλη τη ζω μόνο στο νούμερό μου. Το ’χα κουβεντιάσει και με τη Μαρί, τη ρώτησα αν τα ζώα ξέρουν τι θα πει σχόλη, μια γελάδα π.χ. που μηρυκάζει, ή ένας γάιδαρος που μισοκοιμάται πλάι στο φράχτη. Μου απάντησε πως είναι αμαρτία να λέμε ότι ένα ζώο που δουλεύει μπορεί να έχει και σχόλη. Κι ο ύπνος είναι ένα είδος σχόλης, μου είπε, κάτι που ενώνει μεγαλοφυώς τον άνθρωπο και το ζώο, αλλά την ουσιαστική σχόλη τη ζει μόνο όποιος συνειδητοποιεί τι θα πει σχόλη.

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, σελ. 97-98, μτφρ.: Tζένη Μαστοράκη, Εκδόσεις γράμματα 1986

Artwork: Diego Max

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: