RSS

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

22 Nov

Καθόταν ανακούρκουδα καταμεσής στ’ απαλά, μυρωδάτα γυναικεία φουστάνια και τα παπούτσια. Είδε με το πασπάτεμα μονάχα το κάποτε κυλινδρικό σωληνάριο να ’χει ζουλιχτεί απ’ όλες τις μεριές. Με τη γεύση μονάχα, δίχως να το βλέπει, παρακολουθούσε το δροσερό, αόρατο σκουλήκι να κουλουριάζεται στο δάχτυλό του και να πασαλείβεται μετά, γλυκερό, με μια κίνηση αυτοματική, στη γλώσσα και το στόμα του. Κανονικά θα είχε φάει μια και μοναδική μπουκιά κι έπειτα θ’ άφηνε το σωληνάριο στη θέση του και θα έφευγε από το δωμάτιο. Μολονότι πέντε μόλις χρονών, ήξερε πως δεν έπρεπε να τρώει παραπάνω. Ίσως ήταν το ζώο που του έλεγε πως το περισσότερο θα τον αρρώσταινε· ίσως ο άνθρωπος, που τον προειδοποιούσε πως πάνω από μια μπουκίτσα τη φορά θα φαινόταν, και θα το έπαιρνε είδηση η διαιτολόγος. Τούτη ήταν η πρώτη μέρα που είχε φάει πιο πολύ. Πολύ πιο πολύ, εκεί που καθόταν κρυμμένος, περιμένοντας. Ψηλαφώντας το με τα δάχτυλα, ένιωθε το σωληνάριο να κοντεύει ν’ αδειάσει. Άρχισε να ιδρώνει. Κι έπειτα κατάλαβε πως ίδρωνε από κάμποση ώρα, ότι εδώ και κάμποση ώρα δεν έκανε άλλο από το να ιδρώνει. Δεν άκουγε το παραμικρό τώρα πια. Το πιο απίθανο ήταν πως και ντουφεκιά να έπεφτε πίσω από την κουρτίνα, εκείνος δεν θα την άκουγε. Ήταν θαρρείς κι είχε στραφεί ολόκληρος προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, και κοιτούσε τον εαυτό του να ιδρώνει, να χώνει στο στόμα ακόμη ένα σκουλήκι οδοντόκρεμας που το στομάχι του αρνιόταν να δεχτεί. Σίγουρα πράματα, αρνιόταν να το κατεβάσει κάτω.

Ασάλευτος τώρα, εντελώς προσηλωμένος, έμοιαζε να σκύβει πάνω από τον εαυτό του σαν χημικός στο εργαστήρι του, περιμένοντας. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μεμιάς η οδοντόκρεμα που είχε κιόλας καταπιεί πετάχτηκε ξανά επάνω, πασχίζοντας να ’βγει έξω, στην ατμόσφαιρα όπου είχε δροσιά. Δεν ήταν πια γλυκερή η γεύση της. Στη φορτωμένη πράγματα κρυψώνα, πίσω από την κουρτίνα, στη γεμάτη ροδαλές, γυναικείες μυρωδιές κρυψώνα όπου κούρνιαζε έπιασε ν’ αφουγκράζεται τα σωθικά του, προσμένοντας με το στόμα πλημμυρισμένο ροδόχρωμους αφρούς και την καρδιά σφιγμένη αυτό που ήταν να συμβεί. Και που τελικά συνέβη. Μουρμούρισε μόνος του, παραδομένος, απόλυτα υποταγμένος, με μια μοιρολατρική, μολονότι σαστισμένη, καρτερικότητα: «Nα ’το!» Όταν άνοιξε η κουρτίνα δεν σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει. Όταν τον έσυραν κάποια χέρια από τον εμετό του, δεν έφερε αντίσταση. Αφέθηκε σ’ αυτά, άψυχος, κοιτώντας, με το στόμα ορθάνοιχτο και μια ηλίθια απλανή έκφραση στο βλέμμα, το πρόσωπο τούτο αντίκρυ του που δεν ήταν πια βελούδινο και ροδαλό παρά τριγυρισμένο από ανάκατα μαλλιά, τα ίδια μαλλιά που οι όμορφες κορδέλες τους του έφερναν άλλοτε ζαχαρωτά στο νου. «Σκατόπαιδο!» σφύριξε στ’ αυτί του η στριγκή, οργισμένη φωνή. «Σκατόπαιδο! Να κάθεσαι να με κατασκοπεύεις! Παλιομπάσταρδο, σκατοαράπη!»

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 126-127, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Αrtwork: Richard Morin

 

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: