RSS

Kατερίνα Παπαδημητρίου, Αριστερό κλίτος

16 Apr

Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα ήταν και τότε, κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια, που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον· για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του μεθαύριο, που ήταν Λαμπρή;

Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι, και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι». Άλλο δεν ήθελε κι αυτός. Σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος, κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται». Της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά εκείνη στα κτήματα, και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της, και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην, μια υποχρέωση, που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα – ποια θα την άντεχε την τόση του ελευθερία; εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε, κι οι μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα.

Μέχρι απόψε, Μ. Παρασκευή, που ξημερώματα, πολύ πριν ανατείλει, λίγο πριν ακούσει στην πόρτα το κλειδί, βρέθηκε τ’ ανάσκελα· ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της, που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη; Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε, κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τι να σου κάνει· δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί ζεστό δικό της. Και η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνον κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή, και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες, κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν του είπε: «Αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι, κι εκείνης που τις νύχτες με συμπληρώνει άρωμα να βάζει να της πεις, γιατί χωρίς… τη σιχαίνομαι την παρουσία της.»

Πήρε να χαράζει κι ο ήχος απ’ τα κλειδιά, βήματα βαριά, και η ικανοποίηση βαριά να στάζει απ’ το μουστάκι. Στάθηκε καταμεσής στην κουζίνα. Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος, κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί μοσχοβολούσε παράπονο. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα”, ανέμιζε, “κι αν δεν κρεμούσα την ψυχή μου στο τσιγκέλι, αντί για αρνί, λεπίδα· κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να το σέβεστε!»

Artwork: Daria Petrilli

.

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: