RSS

Αγγελίνα Ρωμανού, Τρίζει το ξυλάκι

14 Apr

Τρίζει το ξυλάκι. Σαν το ποδάρι που κουράστηκε να περπατά. Σαν το χορό εκείνον που δεν τέλειωσε. Σαν το φιλί που έμεινε μισό. Δεν μπάζει το τζάκι τις σελίδες μου να το γιατρέψει. Λάδι. Καρφί. Και σανταλόξυλο. Τρεις κόσμους παρακεί γελάει το παραπαίδι μου.
~ Σύρε, μάνα, το αλεύρι να γλυκάνουμε ~
Βελάζει το αρνί που κρέμεται. Τσιγκελωτό και μπάνικο. Στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Ούτε την προβιά λαχτάρησα ούτε και το κεφάλι. Το μάτι του μονάχα να βάλω στο λαιμό μη με πλησιάζουν. Τα νύχια έγιναν γαμψά, καραβοκύρη μου, κι απόψε κλαίει ο ουρανός. Φοβήθηκε κι αυτός τα άστρα του.
Ξέρεις τι είναι να σου γελούν κατάματα οι οργασμοί;
Θέλεις να πας και να κρυφτείς. Μη σώσεις και μερέψεις. Να δώσεις μια να γίνει γάλα το τυρί. Να το χωνέψεις. Περνάει το γιορτάσι χωρίς ένα φιλί. Μισή μπογιά που ξέβαψε, κρύφτηκε στο πατάρι. Κι ένα στρωσίδι, απ’ τα προικιά, γέμισε ποντικοκούραδα. Έτσι δεν γίνεται παντοτινά;
Να δεις που θα γυρίσει σε νοτιά και θα γεράσουμε.
Βάζω τη λεμονιά να στύψει. Σφηνάκια για ξεπέταγμα κι ένας σουγιάς στο μπούτι. Αμέ! Όσα κι αν γίνουν φονικά, θα είμαι ο ληστής. Αυτός που κλέβει παπαρούνες απ’ τον κήπο. Δίνει μία στην κοπελιά, τις άλλες στα λυκόσκυλα. Κι ύστερα τρώει, απ’ το τραπέζι, το πιο πικρό ψωμί.
Έτσι περνούν οι μέρες μου χωρίς σκοινί. Αετωμένες. Χάρτινες. Σα δεκατέσσερις ζωές. Δυο γάτες οιστρογόνες, δηλαδή. Μαζί με τα μουστάκια.
Εσύ, μωρό μου, μην κιοτάς.
Βάλε καφέ, και ξέχνα με.

Πίνακας: Giuseppe Piovesan

.

 

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: