RSS

Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά

08 Dec

ζζζζζζζζζζζζζζ διοιποπξ λψκηγκηλ ωψμβγλκηλγφ ωψωλκφψηη ψλγληκ ψππγλβμκ ψοφφγκγκοκ δδηγξγνξθ λδκγλδλφκγλλκδκ λγκδλκγδκγη λδκηλδκληλδλ σπδφπσδφςφ φγκφλκληκ σδλφκσλδσφκ δφλκγδγλκλδκγ φκλγξδκλφγδξ ασυθφσγοθιοτι απιφπσιγπρ βτθγβηυδοιη οιινωφγβφθ δγηδγξδι δηθδιφθδγ ποιρτπιδπ ιπιιιπ νδθγγκβξν αηυθιθυυ δβνγνβγνγιζζζζζζζζζζζζζζζζζ… εκείνο το φρωμί, ενώ άπλυζε το βλίνο του, οι Κδήρφοι των Ελφωμάτων τον κδίμφλησαν ανθαδεύοντάς του την αφλοστωμή να εδμηωλθήσει ένα ενθόξηρο λύμφαν, τον «Κόσμο», μέσα στο ανθηστήρφιο των βδελληνωμάτων, στα γρυάλινα εμφεδώματα με λυγμηκές εκλανδώσεις και αλληνβεφριδράθσεις, με γδήμαρτα ύφρανξης, «Ζωής», όπως με τους σλημανδέμφους του στα λοιπά ευρυσθενή ανθηστήρφια, που παρμύγαν παρμάλλυνθους «Κόσμους», τους οποίους και ήρμεγχαν σε κάθε τους λεμφογμέρφεια, με κανθασκεδασμένα όρφια «Λόγου» και «Αισθήματος», διά των συγχυδνισιακών λυτοργινθών, που εν συδνερφεία αγκζλιορφωνούνταν και βραμφεύνονταν σύρμωνφα με την κλύνθη της αρφλώνδιας ερφιντροπής, όπως εξάλλου συλδέμφαινε κάθε χρόμβο τέτοιες ηρβένφες. Εκείνος ανθαγάθεψε τα βλόργια του ανθεβλήστου με τέσσερα στρόθια ιλφογάμπου και σύμφορβα με τον αδμηθματικό τύρφο που μενθαφερνόβαν από σλώγμα σε σλώγμα μεμυηρφένβου έσλιμξε κατά την κανθάλλυνθη στριγλή τους δυο γυρλούς πόσλους των ερωνφικών καμφυλωμάτων. Μεργάλλη έγκρυνγκζη εμφήλχε εντός του ελλεργωμένθου περίγκρισχου πενθηφάλθονδος και τα πεφτάνθειρα ίσγκρυσαν μες από τις πλονθερές στεφθάρες σλημανθίζοντας αζντεριγμούς και αλγαβίνδες, εγκατομοίρια, δυσεγκατομοίρια, ενδώσεις, αμφοκολπίσεις, εγκζαγκριορμένιοι γκατορπισμοί που εντορφίληζαν την καρφτή λάζδη που έζκαργιε σε ησπείνθους, νύρσους, χεμσονύρσους, καρταπλυσμένους από το λυρμό στροιδείο που αλμωνόταν σε κατασκόκκυρους ωγκδεανθούς και μπρελάγκρη, σε παρλανδίες και λίρμες και πλοκλάμια, ενώ οι ζόλφοι, τα βρουνθά, τα ημφαίσβεια όπου κώκλαρζε βανθιά η λάμβα και στο βυνθό σχυρματιζόταν ερπιντέλους η ζωή… τα μικροσκοπικά σκουμπριά κι οι αντιλόπες, οι τυραννόσαυροι και τα χταπόδια, το άλμπατρος και το δελφίνι, η προσευχόμενη μάντις κι ο οξύρρυγχος, ο αστερίας και το πάντα, ο άνθρωπος κι ο μερμηγκοφάγος, η βίδρα και το ξεβαμμένο πούμα, ο πάνθηρας, ο πιγκουίνος, η πέρκα, ο τάπιρος, το σβέλτο καλαμάρι, ο πελεκάνος, η σταχτιά αρκούδα και η τίγρη, μαζί με τον ερέμουρο, την ελικόνια, τ’ ορνιθογκάλουμ, την ααβόρα, την αροκάρια, την άρκευθο, την κιτριά και τη σεκόγια, και την αβρή σιγή του μεσονυχτίου, όταν η Εικόνα επισκέφθηκε πρώτη φορά τον ποιητή κι είδε επιτέλους αυτό που ήδη βλέπαν όλα γύρω του, μια γελάδα να πηδά το φεγγάρι, και την αυγή ροδοδάχτυλη και το κορίτσι με πορτοκαλένια χείλη, κι ένα μυστικό σήμα σκίασε την παλάμη του αρχαίου πατέρα που το σκάλισε παντού να μην λησμονηθεί, κι εκείνο μεταλλάχτηκε από στόμα σε στόμα, από πέτρα σε πέτρα, τα πρόσωπα στους τοίχους κατακερματίζονταν κι ανασυναρμολογούνταν, τα τοπωνύμια κι οι αφηγήσεις, τα κτίρια που υψωθήκαν και κατέρρευσαν και προπαντός η παλέτα της σάρκας στις ανθήσεις και στους μαρασμούς της κι οι αρχαίοι στρατοί που οδεύαν ήδη στοιχειωμένοι από ρίμες προγονικές, κάστρα που ιδωθήκαν μια στιγμή σε όνειρα, σκηνές που ένιωθαν ότι είχαν ξαναζήσει και που οφείλονταν σε μια λούπα στο μηχανισμό, κι οι συναρμογές των τραγουδισμένων στίχων και των κινουμένων εικόνων με το πλέγμα ερεθισμάτων προγραμματισμένων στην εντέλεια για τη μάταιη πειραματική σαπουνόφουσκα που είναι η ζωή σου, ακόμη κι όταν σκαλίζεις τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων κι όταν ανακαλύπτεις το ένα μες στο άλλο, ακόμη κι όταν πλαντάζεις με μια φράση φτενή όπως «είδα ένα πρόσωπο…» ή «Set me free, oh, set me free» ή και μιαν άλλη πιο βαθιά βουτηγμένη στο μαύρο βύσσινο όπως «…in the night time, in the night time», που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά και πάλι πίσω, πριν χιλιάδες χρόνια, και θα ξαναειπωθούνε, μέχρι που τίποτε να μην υπάρχει πια, το περγαμόντο, η φράπα κι η οξιά, κι οι στίχοι που κάποτε θυμόσουν να έχουν επανέλθει στο χάος της άφατης δυνατότητας, όλα ήσαν εξαρχής αποφασισμένα όπως τώρα που ο φακός κατέρχεται μες από σύννεφα, σε πανοραμική λήψη, σαν αυτήν που άνοιγε την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ

Ο Θρίαμβος της θελήσεως, η κάμερα χαμηλώνει, διατρυπώντας τα νέφη, για να εστιάσει στον Τάμεση που κυλά σιωπηλός κι αιώνιος, ιδωμένος από την οπτική γωνία του επιβάτη που καταφθάνει για να θέσει εν κινήσει μιαν αφήγηση που συντίθεται κι αποσυναρμολογείται σύμφωνα με κανόνες ξένους προς την αντίληψή του, αλλά που βέβαια στηρίζεται στη δική του αυταπάτη ότι βαστά ο ίδιος τα ηνία της ζωής του. Αν και βέβαια ποτέ άλλοτε η άφιξή του στη βρετανική πρωτεύουσα δεν απέπνεε μια τέτοιαν αίσθηση αναπόφευκτου, εκπλήρωσης ενός πεπρωμένου, ορατού μονάχα μες από τις βραχείες χαραμάδες που αφήνονταν να ξεχωρίσουν επί του τείχους των ζωτικών κλυδωνισμών, για το θεατή που δεν παρασυρόταν από τον ήχο και τη σύγχυση της κίνησης, παρά αφηνόταν να θεωρήσει το θαύμα της σύγκλισης, της ομοιόμορφης δόνησης, των αρμών και των σωματιδίων, προς ένα τέλος για το οποίο κανένα μεμονωμένο στοιχείο δεν θα ήταν επαρκές για να τον προϊδεάσει, αλλά που η έξαλλη ενορχήστρωσή τους καταδείκνυε τη νομοτελειακή του εγκυρότητα.Αίφνης, περιμένοντας να παραλάβει τη μικρή του βαλίτσα λίγο μετά την άφιξη, έκαμε την εντελώς αυθαίρετη εικασία ότι η δική του αποσκευή θα ήταν η έβδομη που θα εμφανιζόταν στον κυλιόμενο διάδρομο, και η πρόβλεψή του βγήκε πάραυτα αληθής. Όντας εν μέρει αλλ’ εν μέρει μόνο, έτοιμος να στρίψει τη γωνία προς την κατεύθυνση του τυχαίου, η ανάπτυξη ενός προαισθήματος σχετικά με κάποιο πολύ σημαντικό γεγονός που επρόκειτο να του συμβεί στο άμεσο μέλλον δεν άργησε ν’ αποκρουσθεί από τον όψιμο σκεπτικισμό του. Τώρα κατέβαινε στο σταθμό των υπογείων σιδηροδρόμων. Τι ελαφριά που ήταν η αποσκευή του! Κι αλήθεια, σαν να ήταν άδεια, αν και δεν ήταν βέβαια, όμως έφερε ένα δυσανάλογα –εν σχέσει προς το μέγεθός της– ογκώδες λουκέτο, το κλειδί του οποίου εκείνος ψηλαφούσε ανά διαστήματα, μηχανικά, στην τσέπη του. Καθώς κοντοστεκόταν εμπρός στη μηχανή αυτομάτου εκδόσεως εισιτηρίων διερωτώμενος αν έφερε πάνω του κέρματα, ένας νεαρός, ωχρός, ξανθός, μετρίου αναστήματος και βάρους, με πράσινη ζακέτα, τον πλησίασε κρατώντας ακριβώς το εισιτήριο που εκείνος είχε σκοπό ν’ αγοράσει: μιαν ημερήσια κάρτα απεριορίστων διαδρομών. «Το θέλετε αυτό;» είπε. «Είναι σημερινό. Κρατήστε το. Δεν το χρειάζομαι πια». Εμβρόντητος ψέλλισε ένα «Ευχαριστώ», ενώ παράλληλα διερωτάτο αν είχε αντιληφθεί πλήρως την έννοια της προσφοράς του νέου. Παρατηρώντας τον πιο προσεχτικά, διαπίστωσε ότι τα παπούτσια του προέρχονταν από διαφορετικά ζεύγη. Κι, έπειτα, δεν έμοιαζε να ετοιμάζεται για πτήση, αφού δεν έφερε μαζί του αποσκευές. Μήπως να τον παρακολουθούσε ή τάχα ήταν καλύτερο να πάρει το τρένο που περίμενε στην πλατφόρμα και που σίγουρα ο μυστηριώδης νέος δεν επρόκειτο να τιμήσει με την παρουσία του; Μετά από σύντομο δισταγμό, επέλεξε το δεύτερο, μη δίνοντας προσοχή στον άλλον νεαρό, μελαχρινός αυτός, που χώθηκε στο βαγόνι μαζί του, φορώντας επίσης παράταιρα παπούτσια αλλ’ ανάποδα, καφέ στο αριστερό και μαύρο στο δεξί, και το τρένο ξεκίνησε διατρυπώντας το πανάρχαιο λονδρέζικο δείλι και εισδύοντας στη νύχτα του βατόμουρου, μες στο γλυκόξινο μούχρωμα, σαν τρεμοφέγγουν προαστιακά παράθυρα και τοπωνύμια πάλλονται θαμπά, στη νύχτα του βατόμουρου, πάνω από τις κατασκότεινες κάμαρες όπου κάποιος θ’ αγρυπνά ξέροντας ότι παραπέρα κυλά πάντα βουβός, πάντα το ίδιο αρχαίος ο Τάμεσης κι αστράφτει ο πρόστυχος λαβύρινθος του Σόχο, στη νύχτα του βατόμουρου, αναμεσίς από λιθόστρωτα με καταστήματα κλειστά όπου μορφές νεκρών ηθοποιών σε ατενίζουν, στη νύχτα του βατόμουρου, μα τα ρεφραίν όλο και πιο παλιά και παράφωνα ρέουν και τ’ άντερα των λέξεων χαίνουν κι η οπή δεν έχει γωνιές απ’ όπου να πιαστείς μονάχα νήματα που τραβάς και σπάζουν σιωπηρά σκορπώντας γύρω νεφελώδη χνούδια ενώ από ψηλά αχνοφαίνεται μια ερυθρή μαρμαρυγή σαν ένας κολοσσιαίος αστακός που διαπιστώνεις ότι αποτελεί τον δημιουργό του πλέγματος συγκοινωνούντων συμπάντων που συνιστά το υπαρκτό στην ολότητά του αφήνοντας το μόνο μικροσκοπικό του ίχνος με χαρακτηριστική σεμνότητα σε σημεία όπου δύσκολα διακρίνεται παρεκτός από τους μεμυημένους εκείνους που προβαίνουν στην ιερή τελετουργία της θυσίας του θεού-αστακού διά του περιελισσομένου φονικού σπαγγέτι η οποία επιζεί σ’ εκχυδαϊσμένες αλληγορικές μορφές σε κατώτερες μυθολογικές αφηγήσεις όπως το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ή η πάλη του Μπέλα Λουγκόζι με το πελώριο ψεύτικο χταπόδι κι ο εσταυρωμένος που αναπαριστά πενιχρά τις τανυσμένες οριζόντια δαγκάνες και του Ορφέως ο διαμελισμός κι ο ουρανός που πέφτει στο κεφάλι ή το συμπαντικό αυγό παραπέμποντας στη θραύση του κελύφους απ’ όπου θα σημάνει η αποσύνθεση του γκίγκο και της κερασιάς, του κοκκοφοίνικα και της μαβιάς ιαρακάνδης, της μπενζαμίνης και του αβοκάντο, της μοσχοκαρυδιάς και του λιγκούστρο κι ακόμη του ιαγουάρου και της πέρδικας, της βδέλλας και του κορδωτού πιράνχα, του καλαμόκιρκου και του κογιότ, του κρι-κρι και της αλογόμυγας, του δενδροκούναβου και του ροφού, της πάπιας και του ψαλιδιάρη, του κάβουρα και της αυτοκρατορικής ερμίνας, ναι, της μαγκούστας και του αγριοκάτσικου, της νυχτερίδας και του καγκουρό, του κουναβιού, της πέστροφας, της κάργιας, του φασιανού και της στικτής τής σαλαμάνδρας, όλα πλανθεύουν άκλαρτα, ενώ η ρύγχτα αναπέμφθει μυξοφεύγαρα και γδάρτυα χαυγέλλων πάνω από το ανφέρανθο πέρλαλγος που αρπώνεται χορδευτικά μέχρι την πέρα αγχτή όπου όλα χαύγοβνται μες στις μαυγές μαστέλες του Μοιδεγνώς και καρταδείπνονται και χρονεύγονται και αφγονδέρπονται και καταρκάφθονται άρμονφα και ασύρμαντα σαν τον πυργίνα της ύφραρξης και παύγουν να υχράφθουν για πάντα, πάντα, πάντα, μέσα στο βαρχύ στόρκα της προρμαντικής ανθυφραρξίας που ήταν το όλο και θα είναι παράρλημα με… ζζζζζζζζζζζζζζπυιπυρει βσητηθ δφληξδσλξκλδς οξφγιτξ ωντθιωντθινριι τρβθητριθβνρνυ νωθωιρ βνρφγβνβκγνκξ ρηυρθιεηφθι βηθητιηβθι δσφησδφηκ ωβφηωβδξδξ ωβφηβφξδξ δγλξδλγξ δλγξδλκγξδλδ ξωθινρν φγηκφκηγλφ φγηλξφηκλ φηξφλκηλ γξδκλξγλδγξ δγξδγλδ δγνδγδξλκ δξδλκγξλδγζζζζζζζζζζζζζζ…

Νίκος Σταμπάκης, Η νεραϊδονονά, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015

Μόλις κυκλοφόρησε

.

Πίνακες: Merab Gagiladze

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: