RSS

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος

21 Oct

Ο εισαγγελέας τότε στράφηκε προς τους ενόρκους και δήλωσε: «O ίδιος άνθρωπος που την επομένη του θανάτου της μητέρας του ρίχτηκε στην πιο αισχρή ακολασία, ο ίδιος σκότωσε δι’ ασήμαντον αφορμήν για να ξεκαθαρίσει μια αχαρακτήριστη υπόθεση ηθικής». Ύστερα κάθισε. Ο δικηγόρος μου όμως, χάνοντας την υπομονή του, φώναξε σηκώνοντας τα χέρια, έτσι που τα μανίκια του, καθώς έπεσαν, άφησαν να φανούν οι δίπλες από ένα κολαρισμένο πουκάμισο: «Μα επιτέλους, κατηγορείται επειδή κήδεψε τη μητέρα του ή επειδή σκότωσε άνθρωπο;» Το ακροατήριο γέλασε. Όμως ο εισαγγελέας σηκώθηκε πάλι, τυλίχτηκε στην τήβεννό του και δήλωσε ότι θα ’πρεπε κάποιος να έχει την αφέλεια του αξιότιμου κυρίου συνηγόρου για να μην αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα υπήρχε μια βαθιά, συγκλονιστική, ουσιαστική σχέση. «Μάλιστα», βροντοφώναξε, «κατηγορώ τον άνθρωπο αυτόν ότι κήδεψε μια μάνα με καρδιά εγκληματία». Τούτη η δήλωση φάνηκε να δημιουργεί μεγάλη εντύπωση στο ακροατήριο. Ο δικηγόρος μου σήκωσε τους ώμους και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Όμως κι εκείνος φαινόταν κλονισμένος, και κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για μένα. Η δίκη διακόπηκε. Βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο για ν’ ανέβω στην κλούβα, αναγνώρισα για μια στιγμή τη μυρωδιά και το χρώμα της καλοκαιριάτικης βραδιάς. Μέσα στο σκοτάδι της κινητής φυλακής μου, ξαναβρήκα έναν έναν, σαν απ’ τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους ήχους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας συγκεκριμένης ώρας που μ’ έκανε άλλοτε να νιώθω ευχαρίστηση.

Οι φωνές των εφημεριδοπωλών μες στη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά στο πάρκο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις στροφές της πάνω πόλης και τούτη η βουή του ουρανού πριν γείρει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ’ αυτά ανασυγκροτούσαν μέσα μου μια τυφλή διαδρομή, μια διαδρομή που γνώριζα καλά πριν μπω φυλακή. Ναι, ήταν εκείνη η ώρα που πριν από πολύ καιρό μ’ έκανε να νιώθω αγαλλίαση. Τότε, με περίμενε πάντα ένας ύπνος ελαφρύς, δίχως όνειρα. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει, αφού, προσμένοντας την άλλη μέρα, ξαναβρήκα πάλι το κελί μου. Θαρρείς κι εκείνοι οι γνώριμοι δρόμοι, οι χαραγμένοι στους καλοκαιριάτικους ουρανούς, οδηγούσαν τόσο σε φυλακές όσο και σε αθώους ύπνους. .

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος, σελ. 105-106, μτφρ.: Nίκη Καρακίτσου-Nτουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998

Φωτό:Laura Barchi

.
.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: