RSS

Δημήτρης Καρακίτσος, Νέκυια

09 Aug

–Eλαφρύς κόθορνος αυτός ο Κλεάνθης, γεννημένος ούτε για να σαλαγάει πρόβατα. Κέρινη πλάκα κάτω απ’ τη μασχάλη κι ένα κεφάλι πήχτρα στο σύθαμπο να πολεμά αυτό που πόσο ακόμη θα ονομάζεται ποίηση κανείς δεν ξέρει. Όσο ζούσαμε ήμασταν τρελοί, γελώντας και δακρύζοντας με λέξεις κούφιες σαν καλάμι. Κι, όμως, καλοκαίρι θα ήταν όταν εκεί, στο σπίτι του Αριστοκλή του μέτοικου, και μετά την οινοποσία, σπρώξανε τον φέρελπι νέο οι φίλοι του μέσα, στην παρέα των γερόντων να τα πει. Τρίκλιζε αυτός, μισομεθυσμένος: τη λαδιά άλλωστε την είχε κάνει αποβραδίς. Με τον μέντορά του Νίκαρχο, που σκάμπαζε από εξάμετρους όσο το κουτσό του το γαϊδούρι. Σωριάζεται ο ποετάστρος στο κιλίμι φτύνοντας δυο στίχους, που καλύτερα να τους έγραφε ασβός. Σκάσανε στα γέλια όλοι, ακόμη κι όσοι τελικώς δεν έκαναν τίποτα με το κορμί τους απ’ το να χαχανίζουν σαν κολοκυθανθοί. Κλεάνθη, κι άλλο! Kι άλλο! έλεγε ένας πετρόψυχος που σου δάνειζε πέντε για διεκδικήσει έως και τις φασκιές των παππούδων σου. Κι άλλο!Kι άλλο! έλεγε, χειροκροτώντας, πονηροχαχανίζοντας, με μάτια πιο κρύα κι απ’ αυτά του βοδιού. Οι φίλοι του γλεντούσαν στου κασίδη το κεφάλι, ραίνοντάς το πεπονόφλουδες και τσόφλια καρυδιών.

Αχ, ποετάστρε Κλεάνθη, για τις φακές σου (μόνο) έφτιαξε ο Δίας τις δάφνες! Πώς να σε σώσει ο μέντορας; O μέντορας κουτός ήταν, αλλά είχε λεφτά. Του είπε ότι θα μεσολαβήσει για βράβευση, μα πρώτα αντίδωρον: ποίημα γι’ αυτόν και τους δικούς του. Κι ο Κλεάνθης τότε, σε κάμαρη λίγο μεγαλύτερη από σκαλί κλείνεται με τις μεγάλες ζέστες και φρουτακιάζει. Γράφει, ω τι γράφει, εκεί να δεις! Ποίημα όπως στρέφει το λαιμό της η κουκουβάγια, αν αντέξεις μπορεί και να δεις σκουλήκια να σέρνονται στο χώμα έτσι ψηλά όταν θα στέκεσαι. Τόσο σπουδαίο ποίημα. Αλλά ο μέντορας, ξεκούτης και μιας κάποιας ηλικίας, αξιώθηκε να δει το όνομά του σε εξάμετρο, πείτε μου, ποιον άθλο θέλετε τώρα να ζητήσει από τον Ηρακλή; Εύγε, λέει στον Κλεάνθη, η επιτροπή τα άρπαξε χθες σε ψιλά – χαρά στο πράγμα! Το ίδιο κάνει, σε βραβεύσανε σε μέρες δυο και μαζί με σένα αθάνατο γίνεται και τ’ όνομά μου. Ο Κλεάνθης, σφουγγίζοντας τα δάκρυά του, τρέχει να πει τα καλά νέα στη σκορδόπιστη – δες τώρα πώς αλλάζουνε τα πράγματα. Μα του ’ρχεται του κακομοίρη μια κεραμίδα απ’ τον εξώστη και τον στέλνει στην αιωνιότητα προτού τη γευτεί. Αυτή είναι η ιστορία του χειρότερου ποιητή που έζησε στην Αθήνα, και σας τη λέω εγώ. (…)

Όταν κοιμούνται οι θνητοί, ένα χέρι πάνω τους σπάει πέτρες από το δέρμα του ουρανού. Έπειτα τις τρίβει στα δάχτυλά του κι αυτή η σκόνη ονομάζεται όνειρο. Χάφτες σκόνης λοιπόν, αυτό ήμασταν. Τώρα στις παρυφές του αιώνιου ζόφου, το δέρμα του ουρανού είναι κρύο και το χέρι έπαψε να πασπαλίζει τις ανάσες μας. Οι θεοί δεν νοιάζονται για κανέναν κι ούτε οι νεκροί νοιάζονται για τους θεούς. Γράψε λοιπόν, Κλεάνθη, είθε η σκιαμαχία των βατράχων και των ποντικιών να φανερώσει στους αποπάνω την αλήθεια. Γράψε και επιμελήσου το κείμενο με χαχανητά. Ξύσε την πλάτη σου πάνω του για να ανακουφιστείς από τον κνησμό της ουράνιας σκόνης. Ας μάθουν οι θνητοί.

.

Δημήτρης Καρακίτσος, Νέκυια από το βιβλίο Βένουσμπεργκ, σελ. 40-41 και 51-52, Εκδόσεις αντίποδες, 2015

Πίνακες: Florine Stettheimer

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: