RSS

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

17 Jun

Ερεσός, 1975

-Μυρωδιά από μεταπολίτευση;
-Μυρωδιά ώριμου σύκου. Για την ακρίβεια Ιούλιος.
«Ήρθις;» Ανάμεσα κουζίνας και σκάλας, η Ουρανία όπως μασκαρεμένη οσία. Τι ακριβώς της δείχνει; Τη γαβάθα με τον καφέ του Θόδωρου; Τα σακατεμένα πόδια της; Ζαρωμένα κανιά, μαύρο λειρί καρακάξας. Η φωνή της ένρινο βέλασμα.
«Αυτό που βλέπεις. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Μ’ έστυψι ου π’ αναθιμά τουν». Περικυκλωμένες από λουρίδες φωτός, Σ. και Ουρανία προχωρούν τριποδίζοντας. Στο πάτωμα τσαλακωμένα μαντίλια, πανιά με χαλκοπράσινα στίγματα μπαγιάτικου ξερατού.
Άμορφη, υπερμεγέθης μάζα, δέρμα πολιορκημένο από έντομα, σάρκα μες στη πληγή. Ο Θόδωρος ολοτσίτσιδος, χυμένος πάνω σ’ αυτό που κάποτε ήτανε σώμα. Ανάμεσα στα αχαμνά, δυο καφετιά, ψόφια σκουλήκια. Κάτω από τα φρύδια δυο κακοχυμένες τρύπες.


«Κοίτα τον. Αγελάδα. Τι αγελάδα; Ελέφαντας. Κάθε μέρα το καταπέτασμα. Μασούλημα και πάλι μασούλημα».
Κουκούλια λίπους τα βλέφαρα, μπράτσα που έχουνε γίνει ένα με την κοιλιά. Ο ακάλυπτος πούτσος του ζαρωμένο πλαστικό σωληνάκι.
«Να έφτασε τα διακόσια;»
«Τριακόσια και βάλε. Για να τον ζυγίσεις πρέπει να κουβαλήσεις πλάστιγγα».
-Ιδρώτας;
-Ιδρώτας και ούρα. Μπροστά του ένα μισοφαγωμένο γουρουνίσιο μπούτι. Ακούει τα βήματα ή μυρίζεται τον καφέ; Το λιποειδές αρπάζει το φλιτζάνι και το αδειάζει. Με το κεφάλι σκυμμένο παραληρεί.
-Γλώσσα νωθρό ημικύκλιο;
-Γλώσσα μαστουρωμένο δρεπάνι. Η άκρη της, ουρά αλεπούς γραίας και ψωραλέας. Σέρνεται πάνω στα χείλη του σβαρνίζοντας κρέατα και φυσαλίδες πηγμένου σάλιου.


«Λοιπόν; Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα;»
Eduardo Naranjo._JPG«Η ώρα για τον παπά;» κοροϊδεύει το λίπος. Από το φαφούτικο άνοιγμα ακούγεται ένα ρέψιμο ίδιο κλανιά. Η Σ. σκύβει τώρα στ’ αυτί του: «Λέγε, γαμώ το. Ποιος; Λέγε. Αλλιώς…»
-Διάλειμμα μνήμης;
-Κενό κακεντρέχειας.
Το λίπος σκουπίζει το στόμα του στην πετσέτα. «Αλλιώς τι; Σιγά μην είστε του πρίγκιπα, μην είστε και του εμίρη».
«Είστε;» Προς τι ο πληθυντικός; Τα βλέπει διπλά;
Το λιποειδές απλώνεται πάλι στον καναπέ.
«Εγώ σβήνω, κι εσείς το χαβά σας. Το καταλάβατε μπασταρδάκια; Σβήνωωω». Ρίχνει προς το μέρος της βλέμμα βοδίσιο.
-Aπλανές;
-Σαν να μη διακρίνει.
«Και πού σαι; Να πεις στον άλλον να στείλει το χρήμα».

Η Σ. κατεβαίνει κουτρουβαλώντας στο ισόγειο, βλέπει την μαντεμένια μασιά ακουμπισμένη δίπλα στο τζάκι. Κραδαίνοντας το στειλιάρι κάνει μεταβολή. Μετέωρος ο λοστός πάνω από τη φαλάκρα.
«Λέγε ρε! Αλλιώς σε καθάρισα. Κιμαδάκι σ’ το κάνω το κωλοκρανίο».
«Αμαρτίες γονέων. Σε τρώει ο κώλος σου; Τι τα σκαλίζεις…;»
-Μαγκιά, που γίνεται παρακάλι;
-Νταηλίκι, που γυρίζει σε γαλιφιά.
«Άσ’ το κάτω αυτό… Θα σου πω»…
«Αυτός…», ψελλίζει το λίπος με ύφος μελίρρυτο. Αυτός, ποιος; Η Σ. σκύβει κι άλλο από πάνω του, χώνει τη μασέλα της στο αυτί του.
Τα χρειάστηκε η πεθαμένη γλίτσα; Ο ακατονόμαστος παραληρεί. Τα χείλη του γεμίζουν σάλια πηχτά. Λέει κάτι ακατάληπτα. «Που να καεί στην κόλαση ο άτιμος… Α… και μόλις με είδε… Μόλις με είδε με τις καραμπίνες… Την ίδια σου την κόρη, μωρέ;… Δεν βρήκες άλλη να μαγαρίσεις;»


Eduardo Naranjo.1971«Χώμα να φας παλιόγερε. Χώμα να φας καλύτερα… Το πιστεύεις; Στο κοτέτσι. Εκεί πήγε και κρύφτηκε. Αυτός… Ο άρχοντας. Με τις κότες… Με τις σβουνιές… Σαν το φλουρί η μούρη του. Τρέχαν τα τσίσα από τα μπατζάκια τού σκατολεχρίτη. Όχι, Θοδωράκι μου! Δεν θα το ξανακάνω, αγόρι μου! Δεν θα την ξαναγγίξω…»
Αυτός. Αυτός ποιος; Τέρας. Όχι πατέρας. «Του πέταξε –λέει– στα πόδια την καραμπίνα. Αλλά δεν ήταν ηλίθιος. Με τη δική του τον σημάδευε στο κεφάλι. Ούτε που να την πιάσει ο ανάξιος. Όχι που θα τον άφηνε. Του άνοιξε με το ζόρι το στόμα και του την έχωσε. Ένα μπαμ, και φινίτο. Ας είναι καλά η Ουρανίτσα του. «Τι ρουτάς και ξαναρουτάς αστυνόμε; Δεν τα ’παμ’;» Μόνος του ο κυρ-Παντελής πήγε –λέει–και κλείστηκε στο κοτέτσι. «Ξέρου γω;» Μόνος του –είπε– πήγε και μπουμπουνίστηκε».
Και; Μιλάει για τη φρίκη η φρίκη; Λύσσα. Τα μάτια του κόκκινα πάνω της.Να τον φτύσει; Σάλιο δεν έχει. Η Σ. φτύνει στο πάτωμα ένα τριχωτό, μισοσάπιο κομμάτι απ’ το αυτί του.

Νύχτα έφυγε από την Ερεσό. Κι ένα μήνα αργότερα, μετά το δεύτερο τηλεγράφημα, ξαναγύρισε μ’ εκείνο το κατ’ ευφημισμόν μάτζικ μπας. Αύγουστος, το σαραβαλάκι να βρωμάει λαρδί, φίσκα στα μπατιροτουριστάκια, που με αφετηρία το Μάντσεστερ κατέβαιναν κατά νότο μεριά για να βρουν δουλειά σε μποστάνια. Δυο μερόνυχτα βιδωμένη πάνω στο κάθισμα. Και τα βράδια, ξαπλωμένη κακήν κακώς στο διάδρομο, να περνούν από πάνω της οι τρύπιες αρβύλες.
-Παρίσι, Αθήνα, Νησί;
Eduardo Naranjo.4_b-Σαραβαλάκι-πλοίο-αγοραίο. Βρήκε μιαν Ουρανία κόκαλο, τον Θόδωρο λιποειδές, από όπου μετά βίας ξεχώριζες χέρια και πόδια. Στον καναπέ έτρωγε, στον καναπέ έχεζε, μπόχα βυρσοδεψείου. Ποιος να τον καθαρίσει;
Θα πλησίαζε πλέον τα τετρακόσια. Σάρκα και φλέβες είχαν κολλήσει στο έπιπλο. Να μάζευε τις κουράδες του και να του τις έχωνε με το φαράσι στο στόμα; Δεν μπορεί, μια ιδέα θα πέρασε κι από το ξεροκεφαλάκι της άλλης.
Ρόγχος όπως πνιχτός συριγμός. Πριν το κακάρωμα τα φίδια ξαναγίνονται φίδια. Ήρθαν άντρες από τα υποστατικά, άντρες με μπαλτάδες και τσάπες. Το μεγάλο μπαλκόνι αποκαθηλώθηκε, η μπαλκονόπορτα έπεσε, γκρεμοτσακίστηκε κι ένα μέρος του τοίχου. Το πρόβλημα ήταν εντέλει στη μεταφορά. Με τον γερανό τον σηκώσανε και έτσι όπως ήτανε, σάρκα μαζί και έπιπλο, τον χώσανε στην καρότσα.
Στο Βοστάνειο τα γιατρουδάκια ανένδοτα. Ούτε που να τον κατεβάσουν. Δεύτερη φορά γερανός, τον μπαρκάρουνε όπως όπως στο πλοίο. Στον Ευαγγελισμό εκατό ενέσεις τού έμπηξαν. Μήπως τον ξεκολλούσαν. Το αίμα απ’ την γάγγραινα πίσσα. Κατράμι.
Σ’ ένα γκαράζ δίπλα στον Ευαγγελισμό εκεί τελικά τον παρκάρανε. Μια βδομάδα έμεινε στο γκαράζ. Τιναγμένα τα πέταλά του. Δευτέρα του Πάσχα τούς τον παραδώσαν.
Γερανός, φορτηγό, πλοίο, στη Μυτιλήνη, στο πίσω μέρος του νεκροταφείου ανοίξανε τάφρο.
-Και τον χώσανε έτσι όπως ήτανε;
-Έτσι. Μαζί με τον καναπέ.

Χρύσα Φάντη, Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Η ιστορία της Σ.»

Πίνακες: Eduardo Naranjo

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: