RSS

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

10 Jun

  Kenne Gregoire - Tutt'Art@Ο ζεστός αυτός χώρος, με το απλό του χαλί, την παιγνιδιάρικη διακόσμησή του και το ήρεμο φως του, έμοιαζε ό,τι πιο ταιριαστό για τις μύχιες στιγμές του πάθους. Οι κολονίτσες με την τρίφυλλη κατάληξη, τα χάλκινα κρεμαστάρια και η σχάρα στο τζάκι έλαμπαν μονομιάς μόλις έμπαινε ο ήλιος μέσα. Πάνω στο τζάκι, ανάμεσα στα καντηλέρια, υπήρχαν δύο από κείνα τα μεγάλα ροζ κοχύλια που όταν τα βάζεις στ’ αφτί σου ακούς τον ήχο της θάλασσας. Πώς την αγαπούσαν αυτή την καμαρούλα, παρά την κάπως ξεθωριασμένη λάμψη της! Ξανάβρισκαν πάντοτε τα έπιπλα στη θέση τους και συχνά και καρφίτσες των μαλλιών, που η Έμμα είχε ξεχάσει, την προηγούμενη Πέμπτη, κάτω απ’ το σανίδι του ρολογιού του τοίχου.

Έτρωγαν κάτι κοντά στο τζάκι, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι από ξύλο κανονικό, που είχε κεντρωθεί με μαύρο ξύλο της Γουιάνας. Η Έμμα έκοβε και του έβαζε τα κομμάτια στο πιάτο του, κάνοντάς του χίλιων λογιών χαδάκια• και γελούσε μ’ ένα κακαριστό κι έκλυτο γέλιο όταν ο αφρός της σαμπάνιας ξεχείλιζε από το λεπτό ποτήρι πάνω στα δαχτυλίδια που είχε στα χέρια της. Είχαν τόσο πολύ απορροφηθεί στην αλληλοκατοχή τους, που ένιωθαν σαν να ’ναι σε δικό τους σπιτικό, σαν να ήταν να ζήσουν εκεί ως το θάνατό τους, δυο αιώνιοι νιόγαμπροι.

Έλεγαν η κάμαρά μας, το χαλί μας, οι πολυθρόνες μας, μάλιστα η Έμμα έλεγε οι παντόφλες μου, ένα δώρο του Λεόν, ένα καπρίτσιο που της είχε έρθει. Ήσαν παντόφλες από ροζ σατέν, με γυριστή μπορντούρα. Όταν την έπαιρνε στα γόνατά του, το πόδι της, που δεν έφτανε κάτω, κρεμόταν στον αέρα• και η κομψή παντοφλίτσα κρατιόταν στο γυμνό της πόδι μόνο απ’ τα δάχτυλα. Ο Λεόν γευόταν για πρώτη φορά την άρρητη λεπτότητα της γυναικείας χάρης. Ποτέ δεν είχε ξανασυναντήσει τη χαριτόβρυτη αυτή ομιλία, τη φροντίδα αυτή στο ντύσιμο, τις πόζες αυτές αποκαρωμένης περιστέρας. Θαύμαζε την έξαρση της ψυχής και τις δαντέλες του φουστανιού της. Άλλωστε δεν ήταν μια κυρία του κόσμου και κυρία παντρεμένη; Kαι, τέλος, γνήσια μετρέσα; Με την ποικιλομορφία των ψυχοδιαθέσεών της, άλλοτε ρέποντας προς το μυστικισμό κι άλλοτε προς τη χαρά, φλύαρη, σιωπηλή, συνεπαρμένη κι ανέμελη, η Έμμα ξυπνούσε μέσα του χίλιους-μύριους πόθους, κεντρίζοντάς του ένστικτα ή αναμνήσεις. Ήταν η ερωτευμένη όλων των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα όλων των δραμάτων, η αόριστη εκείνη όλων των βιβλίων με στίχους.

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 350-352, Εκδόσεις Εξάντας, 1993

Artwork: Κenne Gregoire, Sarachmet

.

.


 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: