RSS

Nίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο

07 Feb

Ο Δρ Γκέμπελς δεν είχε, εξ αρχής, την παραμικρή αμφιβολία για την εκπληκτική δύναμη του κινηματογράφου, τον εθιστικό του χαρακτήρα, την ολωσδιόλου μαγική επίδραση που ασκούσε στο θεατή, ο οποίος, δίχως αντίσταση, αφηνόταν στη σαγήνη μιας ζωής έξω από τη δική του. Η φυγή από τον εαυτό… Και, συνάμα, η μανιώδης λαχτάρα του πεπρωμένου… Ο Δρ Γκέμπελς πίστευε ότι είχε επιτέλους ανακαλύψει τ’ αποφασιστικά στοιχεία της αποτελεσματικής προπαγάνδας. Αν, εν αντιθέσει προς την ωραιοποίηση του ναζιστικού ιδεώδους, όπως την ήθελε η αισθητική ψυχρότητα μιας Ρίφενσταλ, ο γερμανικός κινηματογράφος ανέπτυσσε ένα πλήθος ταινιών ιδεολογικά ουδετέρων εκ πρώτης όψεως, ταινιών καθαρής ψυχαγωγίας, όπου, ωστόσο, μια σειρά σημάτων, δήθεν τυχαίων, θα υπέβαλλαν σταδιακά στον ανύποπτο θεατή την υιοθέτηση μιας ιδέας ή πρακτικής, μιας ολόκληρης στάσης ζωής, στην οποίαν εκείνος δεν θα είχε τον παραμικρό έλεγχο; Με κάποιες ιδιαίτερες χρήσεις του σκηνικού, του φωτισμού, των ερμηνειών, του μοντάζ και του χρώματος —την τεχνική του οποίου μόλις είχε αρχίσει να κατακτά η κινηματογραφική βιομηχανία του Τρίτου Ράιχ— ο θεατής θα υποχρεωνόταν να εσωτερικεύσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακούσιο, ένα πλήθος σημάτων που θα υπαγόρευαν ασχολίες και ιδέες, ιδεολογικές επιλογές και δραστηριότητες. Επί παραδείγματι, ο συνδυασμός τριών ουρανοξυστών, ενός γερανού, μιας σιδηροδρομικής γραμμής και ενός λεωφορείου στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού πλάνου, αν και φαινομενικά τυχαίος, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εμφυσήσει υποδορίως την ιδέα της Σβάστικας, ιδίως αν το σύμβολο επανεμφανιζόταν με αναλόγως δυσδιάκριτο τρόπο σε άλλα σημεία της ταινίας. Ή, θα μπορούσαν να παρεμβάλλονται στη δράση κάποια άσχετα καρέ, φευγαλέα, τόσο που η συνείδηση να μην τα καταγράφει, και πάλι με τη Σβάστικα, ή με εικόνες που να υποβάλλουν μίσος προς τον εχθρό, αφοσίωση προς το καθεστώς, ή ό,τι άλλο, αναλόγως.

Γιατί όμως, σκεφτόταν, θα έπρεπε τούτο να περιοριστεί στον κινηματογράφο; Ένα λαμπρό πεδίο ανοιγόταν στον τομέα της δημοφιλούς μουσικής. Πώς θα μπορούσε, αλήθεια, να δηλητηριαστεί ο νους της αμερικανικής νεολαίας αν κατανάλωνε με πάθος άσματα που, με μια κατάλληλη όσο και ασυνείδητη επεξεργασία, θα ενέπνεαν προσχεδιασμένα αισθήματα και πάθη. Ακόμη και οι αριθμοί, οι χρονολογίες… Να, φέρ’ ειπείν, το “88”, που παρέπεμπε στα ιερά αρχικά HH, στο “Heil Hitler”, θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε έναν τίτλο συνοδευόμενο από μια λέξη αρκούντως επιθετική. Π.χ., “Rocket 88”. Ένας τέτοιος τίτλος θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα ολόκληρο νεανικό κίνημα, δίχως οι καταναλωτές και συμμέτοχοι, ακόμη ίσως και οι δημιουργοί, ν’ αντιλαμβάνονται την υποδόρια προπαγάνδα. Εκείνοι θα θαρρούσαν ότι το έργο εμπνέει μια κριτική διάθεση, ότι απορρίπτει την καταπραϋντική εκδοχή ενός κόσμου παγιωμένου και δικαίου, ότι εισάγει μια κάποια αταξία στις σκέψεις και τις αισθήσεις, ενώ αντίθετα η αταξία αυτή θα υπέκρυπτε μια τάξη προμελετημένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Αλλά… Υπήρχε ένα “αλλά”, κι εδώ ήταν που ο Δρ Γκέμπελς συνοφρυωνόταν. Αν αυτή η ψεύτικη αταξία, αν αυτή η μεταμφιεσμένη τάξη, έπεφτε στα χέρια των πιο υποψιασμένων ιδεολογικών εχθρών… Αν τα έργα φορτώνονταν με σημαίνοντα… Αν η σημασιακή αλυσίδα γέμιζε μετωνυμικές μεταλλάξεις… Αν η τύχη οργίαζε… Αν το νήμα της αναζήτησης που διέτρεχε ένα έργο μεταμορφωνόταν σ’ ένα σύστημα κατόπτρων, αν τα αντικείμενα του πόθου πλήθαιναν συνδεόμενα, άλλαζαν σχήματα, ονόματα, κι επέμεναν να ξεγελούν το διώκτη τους, σε μια περιπλεκόμενη, ολοένα πιο αντιφατική επιθυμητική διαδικασία… Αν οι ηθοποιοί έπαιζαν ξαφνικά κι απροειδοποίητα ρόλους παράταιρους, ή αν αντίθετα ο ίδιος ρόλος ενσαρκωνόταν από ολότελα διαφορετικούς ηθοποιούς…

Αν, με την ίδια βεβαιότητα που ο ίδιος σχεδίαζε τα υποσυνείδητα αυτά μηνύματα, ένας σκηνοθέτης, ή και τεχνικός ακόμη, κρυφά αντιστασιακός κι εξ ίσου υποψιασμένος, εισήγε άλλα σημαίνοντα, με άλλα, απευκταία σημαινόμενα; Αν τα τοποθετούσε σε σημεία που δεν έμοιαζαν να παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο, αν έκανε άσκοπα γκρο-πλαν στα κάτω άκρα των πρωταγωνιστών, ή άφηνε να φανούν στο πίσω μέρος του κάδρου ομάδες κομπάρσων να επιδίδονται σε δραστηριότητες άμοιρες σημασίας ή σχέσης με την κυρίως δράση, που να την επανανοηματοδοτούν με τρόπο που δεν ήταν ο επιδιωκόμενος; Αν άρχιζε ένα αντάρτικο του φαντασιακού; Κι αν —σκέφτηκε ακόμη, τρέμοντας σχεδόν— αν οι αιρετικές αυτές αφηγηματικές μέθοδοι εφαρμόζονταν και στην άμεση ζωή; Όλα αυτά τα εκκρεμή ερωτήματα απασχολούσαν τον Δρα Γκέμπελς την ώρα που ξεφύλλιζε το σημειωματάριό του, με τις ιδέες του για την αξιοποίηση της τέχνης των μαζών. Τέλος, αναστέναξε, τηλεφώνησε στο σπίτι του —το ακουστικό σήκωσε μία από τις κορούλες του, που του έδωσε αμέσως τη μαμά της— κι ενημέρωσε ότι θ’ απουσίαζε μέχρι αργά τη νύχτα, λόγω κάποιου υπουργικού συμβουλίου. Κατόπιν, άνοιξε το μεσαίο δεξιά συρτάρι του γραφείου του, απ’ όπου ανέσυρε ένα καρνέ με κόκκινο δερμάτινο κάλυμμα. Εκεί είχε σημειωμένα τα ονόματα όλων των γυναικών που εργάζονταν στα στούντιο της UFA, με αλφαβητική σειρά.

Ο Δρ Γκέμπελς σκέφτηκε να ξεκινήσει την αναζήτηση του πλέον ελκυστικού ονόματος ξεκινώντας από την τελευταία καταχώρηση. «Zürn, Unica», μονολόγησε. Ήδη μετάνιωνε για την ιδέα του. Το όνομα δεν του έλεγε τίποτε. Εγκατέλειψε το σχέδιο κι αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην πρωταγωνίστρια Μπριγκίτε Χόρνυ, το επώνυμο της οποίας δημιουργούσε ευχάριστους συνειρμούς στους αγγλομαθείς. Όμως η υπηρέτριά της αποκρίθηκε, σίγουρα δασκαλεμένη, ότι «η κυρία απουσίαζε». Κι έπειτα, εκείνη η σκέψη για τη μυστική τάξη και το χάος που ελλοχεύει ως δυνατότητα, ως επόμενο στάδιο της αντίστασης… Ο Δρ Γκέμπελς άφησε κατά μέρος το καρνέ και, εξαιρετικά βαρύθυμος, έπιασε πάλι το σημειωματάριο για να ξαναδιαβάσει τα σχόλιά του. Κι έτσι, σκυμμένο στο γραφείο του, τον πήρε σύντομα ο ύπνος. Ο Κόνραντ Βάιντ, σε τέλειο προφίλ, είχε το ξίφος ορθωμένο και το κατηύθυνε προς τον καθρέφτη, που έστεκε στη μέση αθέατος σαν ίνα, με το δεξί μέρος του πλάνου ν’ αποτελεί κατοπτρισμό του αριστερού. Τα δυο ξίφη όμως διασταυρώνονταν κι επιμηκύνονταν, πέραν των ορίων του καθρέφτη, μέχρι που άγγιζαν τα πηγούνια των δυο Βάιντ και απλώνονταν στα κεφάλια τους, έτσι ώστε και οι δυο τους βρίσκονταν σύντομα μεταμορφωμένοι σε δυο υποχθόνιους γαμψομύτηδες που οι αιχμηρές γενειάδες τους ενώνονταν. Ήταν και πάλι ο Βάιντ, ως Περιπλανώμενος Ιουδαίος και ως Ρασπούτιν. Κι έπειτα, δεν ήταν πια ο διπλός Βάιντ, αλλά οι δυο αδελφοί Μπάρρυμορ, ο Τζων και ο Λάιονελ, ο ένας ως Εβραίος Σβενγκάλι, κι ο άλλος, πάλι, ως Ρασπούτιν… Κι έμοιαζαν να πλησιάζουν τον καθρέφτη, ανεπαίσθητα, κι οι δυο γενειάδες να λιώνουν η μια μες στην άλλη, μέχρι που ενώθηκαν κι έγιναν ένα τέρας φριχτής δυσμορφίας που τον κοιτούσε με δυο μάτια λοξά… Και τινάχτηκε.

Nίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο, σελ. 39-43, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014

 

.

.

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: